Οι ευτράπελες ιστορίες του, Νασρ-εν-ντιν Χότζα

Part 1

Chapter 165 wordsPublic domain

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Words in italics are included in _. Footnotes have been converted to endnotes.

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες συμπεριλαμβάνονται σε _.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ" ΑΡΙΘ. 48

ΟΙ ΕΥΤΡΑΠΕΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΝΑΣΡ-ΕΝ-ΝΤΙΝ ΧΟΤΖΑ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΥ I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ,, αριθ.48

ΟΙ ΕΥΤΡΑΠΕΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΤΟΥ

ΝΑΣΡ-ΕΝ-ΝΤΙΝ ΧΟΤΖΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΑΒΙΚΟ ΚΩΣΤΑ ΤΡΙΚΟΓΛΙΔΗ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΥ I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΘΗΝΑΙ

1921

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζα είναι δημοτικώτατος σ' όλους τους Ανατολικούς λαούς, συνεπώς και σ' εμάς τους Έλληνες. Τ' ανέκδοτά του, τ' αστεία του, οι ιστορίες του, οι παροιμίες του φέρονται από στόμα σε στόμα. κι' αποτελούν, οιωνεί, την λαϊκήν σοφίαν. Μ* όλο το άβαθό τους — πολλές φορές — και την ανοησία τους, ο λαός βρίσκει πάντα την κατάλληλη ευκαιρία να τις εφαρμόση και να δώση σ' αυτές πλάτος εννοίας και φιλοσοφική βαθύτητα. Πόσες φορές — μιλώντας με ανθρώπους του λαού, δεν ακούς το στερεότυπο «Μια φορά ο Στρατηχόντζας . . . . .» Γιατί στο στόμα του λαού, που έχει την ιδιοφυΐα όλα τα ξενικά ονόματα να τα συμμορφώνη με τη φθογγολογία του και με το τυπικό του, το αραβικό όνομα &Νασρ-εν-Ντιν Χότζα& (που αραβικά σημαίνει &Νίκη της θρησκείας&) έγεινε ρωμαίικα, στην αρχή &Ναστρεδίν Χόντζας&, και σιγά, σιγά ξέπεσε σε ποιο ρωμαίικο, &Στρατηχόντζας&.

Ο Στρατηχότζας, λοιπόν, ήταν ένας από τους πιο αγαπημένους φιλόσοφους του Ελληνικού λαού και τ' ανέκδοτά του, πότε αλλαγμένα σύρριζα και πότε παρατεντωμένα σα λάστιχα αλατίζουν και νοστιμίζουν συχνά τις κουβέντες και τις συζητήσεις του λαού μας.

Αν ερωτήσης έναν άνθρωπο του λαού τι ήταν ο Στρατηχότζας, θα σου πη δίχως δισταγμό:

— Έλληνας! . . .

Ίσως, μάλιστα, να σου προσθέση πως τον είχε γνωρίση κι' ο πάππους του γιατί ήτανε συχωριανός του! Απαράλλακτα όπως και, οι Τούρκοι τον θέλουν Τούρκο με πατρίδα και με τόπο δράσεως πότε το Ικόνιον, πότε την Προύσσα, πότε το Αβρί Σεχίρ κλπ. Ο Τουρκικός λαός πιστεύει, μάλιστα, πως στην Προύσσα υπάρχει ο τάφος του, και τόνε δείχνουν κιόλας! Οι Πέρσαι τον θέλουν Πέρση, κ' οι Άραβες Άραβα. Τι είνε επί τέλους αυτός ο πολυθρύλητοςς Χότζας; Είνε απλούστατα, ο λαός ο ίδιος, ο λαός της Ανατολής που δημιούργησε ένα όνομα για να του φορτώση στη ράχη του όλην τη λαϊκή θυμοσοφία. Κι' όταν αμφισβητείται η ύπαρξι του Ομήρου, κι αυτού ακόμα του Σαίξπηρ η ύπαρξι, δεν είνε τόσο σπουδαίο και τόσο αδύνατο ν' αμφισβητηθή και η ύπαρξι ενός αγαθού Χότζα.

Οι ιστορίες του στο Ελληνικό κοινό είνε γνωστές από μια παληά έκδοση της Βενετίας, μετάφραση από το Τουρκικό, όπου ο ανώνυμος μεταφραστής μας παρουσιάζει το Χότζα ως Τούρκο. Προ είκοσι περίπου ετών, έγεινε κ' εδώ μια έκδοση της ανθρωπιάς, σε δύο ή τρία τυπογραφικά φύλλα, από το μακαρίτη Βασίλειο Κάνδη, αρχιλογιστή του Κεντρικού Πρακτορείου των Εφημερίδων. Στη μετάφρασί του αυτή, ο μακαρίτης Κάνδης υπεστήριζε πως έδινε τους αληθινούς μύθους «του Τούρκου Αισώπου».

Ως τόσο και μ' όλη τη βεβαίωσι του Κάνδη, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας δεν ήταν Τούρκος, ούτε οι ιστορίες του είνε τούρκικες. Τον ευτράπελον αυτόν τύπο του λαϊκού σοφού, τον έχουν, και τον θέλουν δικό τους — όπως είπα παραπάνω — και οι Πέρσες και οι Άραβες, και τον συναντούμε σε πολλά αρχαία λαΐκά βιβλία των δύο αυτών λαών, όπως λ.χ. στις «Χίλιες και Μια Νύχτες» στο «Περσικό Μυθολόγιο», που είνε κάτι παραπλήσιο με τη «Χαλιμά», και σε πολλά έργα ξακουστών ποιητών, γραμμένα σ' εποχή που οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμα φιλολογία.

Σ' όλα τα έργα αυτά, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας είνε άλλοτε ο τύπος. ο μωρός και, συγχρόνως, πανούργος, ο απλοϊκός, συγχρόνως, και κατεργάρης, δόλιος και μουζαβίρης, άλλοτε ο τύπος του αγράμματου και αμαθούς δασκάλου και ιερωμένου που κάνει πως όλα τα ξέρει και από την αμάθειά του είνε καταδικασμένος πάντα να πέφτη σε γκάφες και να γίνεται γελοίος — ιδιότητες που απέδιδαν εκείνην την εποχή στους Τούρκους οι Άραβες και οι Πέρσες. Αυτοί, λαοί προωδευμένοι, τότε ραφιναρισμένοι και τετραπέρατοι, δεν παρέλειψαν να πλουτήσουν τη φιλολογία τους με πλήθος πνευματώδεις ιστορίες, όπου ζωγράφιζαν τις πνευματικές ατέλειες των Τούρκων, λαού αμαθούς και αξέστου, τον οποίον είχαν κατακτήση τότε, και με πολύν κόπο τον διαπαιδαγωγούσαν, ένεκα ακριβώς της πουνταλωσύνης του, και για τον οποίον έτρεφαν, και μπορώ να πω, και τρέφουν ακόμα, μια φυσική αντιπάθεια.

Για τούτο, συχνά, μέσα στις «Χίλιες και Μια Νύχτες» στο μεγάλο αυτό μνημείο της Αραβικής Φιλολογίας και σ' άλλα, παρόμοια, βλέπομε πλήθος τέτοιες κωμικές ιστορίες που ο γελοίος ήρως τους είνε: «Ένας Τούρκος, αμούστακο παλληκάρι, . . . . . ή «Ένας Τούρκος Σέχος (γέρος ιερωμένος) με θεόρατο σαρίκι . . . . . . ή «Ένας Τούρκος που έκανε το δάσκαλο του Νόμου και της Θρησκείας . . .» κτλ. κτλ. Κατ' αυτόν τον τρόπο αρχίζουν πολλές ιστορίες του παρόντος τόμου, στο βιβλίο της «Χαλιμάς», όπως παρ. χαρ. η υπ' αριθμ. 8, «ο Χότζας . . . ξεμαυλιστής» (Χίλιες και Μια Νύχτες: 385η νύχτα) η υπ' αριθ. 13, «Ο Γάιδαρος που . . . δε γίνεται άνθρωπος» (383η νύχτα), η υπ' αριθ. 17. «Η ιστορία του Ψαριού» (393η νύχτα) κτλ. κτλ. ενώ πάλι, άλλες, που στις «Χίλιες και Μια Νύχτες» αναφέρονται σε πρόσωπα ιστορικά, πριελήφθησαν στο βιβλίο του Χότζα και παρουσιάσθηκαν σαν επεισόδια που συνέβησαν σ' αυτόν, όπως λ. χ. η υπ' αριθ. 18, «Η Συνταγή» (395η Νύχτα) που στη «Χαλιμά» αναφέρεται ως επεισόδιο του περιφήμου Χαλίφη της Βαγδάτης Χιρούν-ερ-Ρασσίντ και του βεζύρη του Γκάαφαρ του Βαρμεκίδη, μ' έναν από τους Βεδουΐνους της ερήμου, που είνε ξακουστοί για την ελευθεροστομία τους.

Αργότερα, τον 17ον ή 18ον αιώνα, κάποιος Άραβας, άγνωστο ποιος, συνέλεξε από τη «Χαλιμά» από το «Περσικό Μυθολόγιο» και άλλες αραβικές και περσικές πηγές, τις ευτράπελες αυτές ιστορίες και τις μετάφερε ή ολόκληρες όπως ήταν, ή συντομευμένες, (παίρνοντας μόνο αποσπάσματα αυτών, που αποτελούν στα μακρά εκείνα ιστορήματα, απλά επεισόδια — κι' αυτές είνε οι περισσότερες) σε ξεχωριστό βιβλίο, βάζοντες για γενικό ήρωά τους ένα μόνο πρόσωπο τον _Νασρ-εν-Ντιν-Χότζα_, ή, ακριβέστερον, _Γκόχα_ λέξι που σημαίνει τον εγγράμματο, τον άνθρωπο του Νόμου και της θρησκείας, μα, που αποδίδεται γενικώς ως τίτλος σε ανθρώπους ελαφρόμυαλους κι' απλοϊκούς. Αυτά τα _Ναουάντιρ ελ Γκόχα_ («Τα παράξενα και κωμικά ιστορήματα του Γκόχα») είνε πολύ διαδεδομένα στην Ανατολή, ιδίως στη Συρία και Αίγυπτο, όπου αριθμούν χιλιάδες λαϊκών εκδόσεων και όπου διαβάζονται από τους εντοπίους, χωρίς ποτέ αυτοί να κουράζονται.

Αργότερα, ακόμα, οι Τούρκοι μετέφρασαν ένα μεγάλο μέρος απ' αυτά στη γλώσσα τους, και έκαναν, όπως είπα, τον ήρωα τους δικό τους, μεταφέροντας ακόμα και τον τόπο της δράσεώς του στη Μικρά Ασία.

Πριν κλείσω τις πεταχτές αυτές σημειώσεις μου, οφείλω να προσθέσω, ότι στην αραβική έκδοσι που ακολούθησα, υπάρχουν και άλλα ανέκδοτα πολλά του Χότζα, πενήντα περίπου τον αριθμό, που θεώρησα περιττό να συμπεριλάβω στη μετάφρασι τούτη, γιατί μερικά απ' αυτά είνε απλώς ελαφρές παραλλαγές άλλων, και θάταν παράλογη η επανάληψί των, άλλα είνε πολύ ανόητα και ανάλατα, και θα κούραζαν τον αναγνώστη, και άλλα, τέλος, είνε πάρα πολύ «ελεύθερα» και μπαίνουν στον κύκλο του Αισχρού και του Ανηθίκου, και δεν θα ήθελα η μετάφρασί μου ν' αποκλεισθή από την κοσμία και ηθική ελληνική οικογένεια.

Αθήνα, Νοέμβριος 1921.

Κ. Τρικογλίδης.

ΟΙ ΕΥΤΡΑΠΕΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΝΑΣΡ-ΕΝ-ΝΤΙΝ-ΧΟΤΖΑ

I. — Η ΣΟΥΠΑ ΤΗΣ ΣΟΥΠΑΣ ΤΗΣ ΧΗΝΑΣ

Μια μέρα, ένας χωρικός έπιασε μιαν άγρια χήνα, και την πήγε πεσκέσι του Χότζα. Γιατί είπε μέσα του: «Ποιος ξέρει; Άνθρωπος που ανακατεύεται με τους μεγάλους είνε, και μπορεί, καμμιά ώρα, να τόνε λάβω ανάγκη!»

Ο Χότζας δέχτηκε με πολλές ευχαριστίες το δώρο, περιποιήθηκε με τιμή το δωρητή, τόνε φιλοξένησε στο σπίτι του, εκείνην τη νύκτα, και μαζύ του ευφράνθηκε τη χήνα, που η γυναίκα του την είχε κάνη εξαίρετη σούπα.

Ύστερα από καμιά βδομάδα, ή δυο, ο χωρικός έτυχε να κατεβή στην πόλι, κ' επειδή τον πρόλαβε η νύχτα, πήγε στο σπίτι του Χότζα και χτύπησε την πόρτα:

— Ποιος είνε; ρώτησε ο Χότζας.

— Είμαι ο άνθρωπος που σούφερε τη χήνα.

— Α! Κόπιασε! Κόπιασε!

Και πρόθυμα του άνοιξε την πόρτα, και τον έβαλε στον οντά του και τον εφιλοξένησε με τις ίδιες περιποιήσεις όπως και την πρώτη φορά. Γιατί είπε μέσα του: «Ποιος ξέρει; άνθρωπος φιλότιμος φαίνεται: μπορεί να μου στείλη και κανένα άλλο πεσκέσι απ' το χωριό!»

Ύστερα από κάμποσες μέρες, ήρθαν, ένα βράδυ, στο σπίτι του Χότζα μερικοί χωριάτες, και του ζήτησαν φιλοξενία.

— Ποιοι είσθε σεις; ρώτησε ο Χότζας.

— Είμαστε οι γειτόνοι του ανθρώπου που σούφερε τη χήνα, απάντησαν εκείνοι.

Ο Χότζας τους δέχτηκε με καλωσύνη, τους έβαλε κ' έφαγαν, και τους κράτησε να κοιμηθούν στο σπίτι του, τη νύχτα. Μα, όταν, ύστερα από κάμποσες μέρες, παρουσιάστηκαν κι' άλλοι, κ' είπαν: «Είμαστε οι γειτόνοι των γειτόνων του ανθρώπου που σούφερε τη χήνα!», ο Χότζας είπε μέσα του: «Βρε, το πράμμα, βλέπω, πάει κορδόνι!» Όμως, δε μίλησε τίποτα, μόνε τους είπε:

— Καλώς ωρίσατε, καλώς ωρίσατε! Κοπιάστε στ' αρχοντικό μου!

Κι' αφού τους κάθισε στον οντά του, κ' έστρωσε το τραπέζι έβαλε μπρος στον καθένα από ένα πιάτο βαθύ, γεμάτο νερό. Οι ξένοι, κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους κ' είπαν:

— Τι είνε τούτο;

— Είνε η σούπα της σούπας της χήνας, καταδεχθήτε την, φίλοι μου! είπε ο Χότζας.

Φυσικά, εκείνοι πήρανε τα βρεμμένα τους και φύγανε κ' έτσι ο Χόντζας γλύτωσε κι' απ' εκείνον που τούφερε τη χήνα, κι' από τους οχληρούς γειτόνους και παραγειτόνους «εκείνου που τούφερε τη χήνα».

2. — Ο ΚΑΛΟΣ ΤΟΠΟΣ

Μια φορά, ο Χότζας ταξιδεύοντας στην Ανατολή έφθασε σε μια πόλι, κ' ενώ τριγυρνούσε στους δρόμους, πέρασε από ένα χαλβατζίδικο, όπου μόλις είχαν φτιάξη χαλβά σιμιγδαλένιο, κ' η μυρουδιά του τόσο τον ελίγωσε, ώστε μπήκε ντουγρού μέσα, κι' άρχισε να παίρνη με τα χέρια του κομμάτια του χαλβά από την πιατέλα και να τα χάφτη.

— Βρε, θεοκατάρατε, τι κάνεις εκεί; φώναξε με οργή ο μάγερας, και πήρε μια μαγκούρα και την κατάφερε στη ράχη του Χότζα, που τώβαλε αμέσως στα πόδια.

Εκείνο το βράδυ, ο Χότζας φιλοξενήθηκε από τον Καδή της πόλεως, που, απάνω στην κουβέντα, έκανε λόγο και για τον τόπο εκείνον, κ' εξεθείαζε τα καλά του.

— Ναι! είπε ο Χότζας επιβεβαιωτικά. Το είδα!

Είνε πολύ καλός αυτός ο τόπος, αφού και το χαλβά τόνε φιλεύουνε στον άνθρωπο με ξύλο!. . . .

3. ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΓΑΪΔΑΡΟΥ

Ένα πρωί, ο Χότζας κατέβηκε στο παζάρι και παράδωσε τον γάϊδαρό του σ' ένα μεσίτη για να του τον πουλήση.

Σε λίγο, παρουσιάστηκε ένας αγοραστής, που άνοιξε το στόμα του γαϊδάρου για να καταλάβη από τα δόντια του την ηλικία του, μα, κει που παρατηρούσε, ο γάιδαρος άνοιξε τα σαγόνια του και δάγκασε το χέρι του αγοραστή.

Σε λίγο, παρουσιάστηκε κι' άλλος αγοραστής, που ψηλάφησε του γαϊδάρου τα πισινά και σήκωσε την ουρά του για να ιδή τα μηριά του αν ήταν παχύς, μα, ο γάιδαρος σήκωσε τα πισινά του πόδια και τούδωσε μια κλωτσά.

Τότε, ο μεσίτης γύρισε στο Χότζα και τούπε:

— Βρε καλέ μου άνθρωπε, πάρε πίσω το γάιδαρό σου και ξεφόρτωνέ με. Γιατί, ποιος αγοράζει ένα τέτοιο ζω, που κ' εκείνον που περνά από μπρος του τον δαγκάνει, κ' εκείνον που περνά από πίσω του τόνε κλωτσά;

Ο Χότζας ξεκαρδίστηκε απ' τα γέλια και του απάντησε:

— Άκουσε, να σου πω την αλήθεια: εγώ δε σ' τον έφερα για να τον πουλήσης, μα, για να δουν οι άνθρωποι απ' τα καμώματά του, τι τραβώ απ' αυτόνε!

4. — Η ΜΟΙΡΑΣΙΑ

Μια μέρα, τρεις άνθρωποι, που πηγαίνανε μαζύ, βρήκανε στο δρόμο ένα σακκί καρύδια, κ' επειδή δε μπορούσαν να συμφωνήσουν στη μοιρασιά, πήγανε στο Νασρ-εν-Ντιν Χότζα και τούπαν: — Σε παρακαλούμε, Χότζα, καλό νάχης, μοίρασέ μας αυτά τα καρύδια.

— Μετά χαράς σας! απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Μα, πρώτα, πέστε μου πώς θέλετε να σας τα μοιράσω; σαν άνθρωπος, ή σα Θεός;

— Δίκαια, σαν το Θεό! τούπαν εκείνοι.

Τότε, ο Χότζας άνοιξε το σακκί, κ' έδωσε καμιά δεκαριά καρύδια στον έναν απ' τους τρεις, καμιά εικοσαριά στο δεύτρο, και όλα τα άλλα τάδωσε στον τρίτο.

Μείναν απορημένοι οι άνθρωποι απ' αυτό, κ' οι δυο αδικημένοι είπαν με μια φωνή:

— Μα, Χότζα μου, δε μοιράζεις καλά!

— Βρε βλάκες, τους απάντησε, δε μούπατε να σας τα μοιράσω σα Θεός; Μάθετε λοιπόν, πως έτσι μοιράζει ο Θεός: σ' άλλους δίνει λίγα, σ' άλλους πολλά. Αν μου λέγατε να σας τα μοιράσω σαν άνθρωπος, θάδινα, βέβαια, σ' όλους σας ίσα.

5. — Η ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Μια χρονιά, ο Νασρ-εν-Ντιν έτρεφε στο σπίτι του ένα αρνί, για να το σφάξη στην εορτή του Κουρμπάν Μπαϊράμ.

Μερικοί του φίλοι, που το ξέρανε, συνεννοήθηκαν, μια μέρα, να του φτιάξουνε παιγνίδι, και πήγανε και τούπαν:

— Ω Νασρ-εν-Ντιν, τι κάθεσαι και το τρέφεις, και παν οι κόποι σου χαμένοι; Δεν ξέρεις πως αύριο είνε η Συντέλεια των Αιώνων, κι' ο χαλασμός του κόσμου, κατά πως βεβαιώνουν οι αστρολόγοι; Σφάχτο να το φάμε, και να το ευφρανθούμε, τουλάχιστον, στη λίγη ζωή που μας μένει.

Ο Χότζας, στην αρχή, δεν πίστεψε στα λόγια τους, μα, όταν ήρθαν κι' άλλοι, πούσαν κι' αυτοί συνεννοημένοι με τους πρώτους, και τούπαν τα ίδια, έδωσε πια πίστι, και δίχως να χάνη καιρό, έσφαξε τ' αρνί.

Ύστερα, το φορτώθηκε στον ώμο του, και παίρνοντας τους φίλους του, βγήκε μαζύ τους στην εξοχή, όπου διάλεξαν ένα τερπνό μέρος για να ψήσουνε το αρνί και να καθήσουν να γλεντήσουν ως την άλλη μέρα, που θάρριχνε ο Θεός την Αιώνια Φωτιά Του και θα χαλούσε τον Κόσμο, κι' αυτούς μαζύ.

Ενώ ο Νασρ-εν-Ντιν καταγινόταν ν' ανάψη τη φωτιά, και να ετοιμάση όλα τ' απαιτούμενα, οι φίλοι του έβγαλαν τα εξωτερικά τους ρούχα, τα παράδωσαν σ' αυτόν για να τους τα προσέχη, και σκόρπισαν στο λιβάδι για να ρίξουν το λιθάρι, ή να παίξουν άλλα παιγνίδια, ως που να ψηθή τ' αρνί.

Μόλις αυτοί απομακρυθήκανε αρκετά, ο Χότζας πήρε τα ρούχα τους και τάρριχνε ένα ένα στη φωτιά, όπου, σε λίγο, όλα κάηκαν και γενήκαν στάχτη.

Όταν, ύστερα από κάμποση ώρα, οι φίλοι βαρέθηκαν τα παιγνίδια, και γύρισαν να ιδούν αν ψήθηκε το αρνί, γιατί άρχισαν κιόλας να πινούν, είδαν πως έλειπαν τα ρούχα τους, κι' απόρησαν πολύ γι' αυτό.

— Χότζα, τούπαν, πούνε τα ρούχα που σου τ' αφήσαμε να μας τα φυλάξης;

— Αμ, με τι έψησα το αρνί; απάντησε ο Χότζας δείχνοντας τη φωτιά.

— Πώς; Τι; Τάρριξες στη φωτιά και τάκαψες;

— Ναι, ντε!

— Και γιατί;

— Πώς, γιατί; απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν. Αύριο είνε η Συντέλεια των Αιώνων, και χαλασμός του Κόσμου. Τι τα χρειάζεστε πια; . . .

6. — ΟΠΟΥ ΔΕ ΦΤΕΕΙ Ο ΘΕΟΣ, ΜΑ, ΑΥΤΟΣ

Κάποτε, ο Χότζας, με κάτι οικονομίες που είχε κάνη, αγόρασε ένα μικρό χωράφι, όπου άρχισε να πηγαίνη κάθε πρωί, και να σηκώνη τα μάτια του στον ουρανό, και να λέη:

— Θεέ μου, ρίξε τα μάτια Σου και ιδές: αυτό είνε το χωράφι του πιστού Σου δούλου, που ολοχρονίς Σε προσκυνάει. Σε παρακαλώ, λοιπόν, μην το παραμελήσης, μόνε ρίχτου μπόλικο νερό για να μου καρποφορήση.

Κ' εξακολούθησε να το κάνη αυτό για κάμποσον καιρό. Εννοείται δα ούτε τσάπα πήρε ποτέ του να το σκάψη, ούτε αλέτρι να το οργώση, και να σπείρη, παρά μόνο αφέθηκε στο έλεος και στη βοήθεια του Θεού.

Λοιπόν, μια νύχτα, κει που κοιμόταν, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας άκουσε απάνω στον ύπνο του ταραχή κι' ανεμοζάλη. Σηκώθηκε αμέσως κ' είδε πως είχαν ανοίξη οι καταρράκτες τ' ουρανού, κ' η βροχή έπεφτε με τα τουλούμια.

Πήγε να μουρλαθή από τη χαρά του:

— Μπράβο, έλεγε, μπράβο! Δοξασμένο τ' όνομα του Θεού, που άκουσε τη δέησί μου! Τώρα, το χωράφι μου θα πετάξη στάχυα πιο ψηλά κι' απ' το ανάστημά μου.

Και δεν έβλεπε την ώρα, πότε να ξημερώση, για να πάη να ιδή αυτό το πολύ ευχάριστο θέαμα.

Τέλος, ξημέρωσε, και, χωρίς να χάνη ούτε στιγμή, ανέβηκε στο γάιδαρό του και ξεκίνησε για το χωράφι του. Μα, όταν επλησίασε σ' εκείνο το μέρος, δε γνώρισε ούτε τον τόπο, όπου ήταν το χωράφι του, γιατί όλη γύρω η περιφέρεια είχε πλημμηρίση απ' τη βροχή, και φαινόταν σαν μιαν απέραντη λίμνη.

Τότε, ο Νασρ-εν-Ντιν, βλέποντας αυτήν την κατάστασι του χωραφιού του, ύψωσε τα χέρια του και τα μάτια του στον ουρανό και είπε με μεγάλη φωνή:

— Δεν φταις εσύ, Θεέ μου! Φταίω εγώ, που φάνηκα τόσο κουτός, να σου δείξω το χωράφι μου!

7. — «ΑΝ ΘΕΛΗ Ο ΘΕΟΣ»

Άλλη μια φορά, πάλι, ο Νασρ-εν-Ντιν Χότζας, κουβεντιάζοντας, μια νύχτα, στο κρεββάτι του, με τη γυναίκα του, της είπε:

— Αύριο, αν βρέξη, θα πάω στο χωράφι, αν δε βρέξη θα πάω στ' αμπέλι.

Τούπε η γυναίκα του:

— Αν θέλη ο Θεός, άνδρα μου!

Απάντησε ο Χόντζας:

— Βρε, θέλει δε θέλει, ο Θεός, εγώ, ή στο ένα θα πάω ή στο άλλο.

Τούπε πάλι η γυναίκα του:

— Χότζα, μην το λες αυτό! Λέγε «αν θέλη ο Θεός!»

Πάλι απάντησε ο Χότζας:

— Βρε, αυτό που σου λέω, γυναίκα! Αύριο, ή στ' αμπέλι θα πάω ή στο χωράφι!

Λοιπόν, εκείνην την νύχτα, έβρεξε, και, το πρωί, ο Χότζας, παίρνοντας ένα καλάθι, ξεκίνησε για τ' αμπέλι.

Τώρα, δεν είχε φθάση ακόμα στο μισό το δρόμο, όταν, για κακή του τύχη, τον αντάμωσαν άνθρωποι σταλμένοι από του Αντιβασιλέα για να εισπράξουν καθυστερημένους φόρους από τους χωρικούς, κ' επειδή πρώτη φορά κατέβαιναν σ' εκείνην την περιφέρεια, αγγάρεψαν του Νασρ-εν-Ντιν για να τους δείξη τους δρόμους.

Έτσι, ο Χότζας, άφησε το δρόμο του αμπελιού, και πήγε μαζύ τους όλην την ήμερα και το βράδυ, γυρίζοντας, τον πρόλαβε η νύχτα, ώστε μόλις τα μεσάνυχτα έφθασε στο σπίτι του, και χτύπησε την πόρτα.

Ρώτησε η γυναίκα του από μέσα:

— Ποιος είνε;

Απάντησε:

— Αν θέλη ο Θεός, εγώ είμαι, γυναίκα!

8. — Ο ΧΟΤΖΑΣ . . . ΞΕΜΑΥΛΙΣΤΗΣ

Μαζύ με τα παιδιά, που πήγαιναν στο σχολείο του Χότζα, μια χρονιά, ήταν κ' ένα αγόρι ελεύθερο, και μια κοπελλούδα σκλάβα, και τ' αγόρι είχε πέση σε τρελλό ερωτικό πάθος για την κόρη.

Λοιπόν, μια μέρα, στο διάλειμμα, ενώ τ' άλλα παιδιά, έπαιζαν στον αυλόγυρο, ο μικρός ερωτευμένος πήρε την πλάκα του κοριτσιού κ' έγραψε απάνω αυτούς τους στίχους:

_«Τι θα πης για εκείνον, που τον έλυωσε της αγάπης ο καημός, κ' έχασε το λογικόν του, για σένα;

»Τι θα πης για εκείνον, που ο φλογερός του πόνος τον κάνει κρυφά να βαρειαναστενάζη, και δεν αντέχει πια, η καρδιά του, στο βάρος αυτού του μυστικού;»_

Όταν η μικρούλα πήρε την πλάκα της, διάβασε τους στίχους που ήσαν γραμμένοι απάνω, τους έννοιωσε και δάκρυσε. Ύστερα, έβγαλε το κοντύλι κ' έγραψε, από κάτω, αυτούς τους στίχους:

_«Σα βλέπω έναν εραστή έτσι για μένα να υποφέρη, και να μ' επιθυμή, πως μπορεί η καρδιά μου να μην του αποκριθή;

»Ναι, ό,τι θέλεις από μένα έλα πάρτο, καλέ μου κι' ας πάθω ό,τι πάθω.»_

Τώρα, συνέβη, στο δεύτερο διάλειμμα, ο Χότζας να μείνη στην τάξι, και, περνώντας πλάι από το θρανίο της μικρής σκλάβας, να πάρη από περιέργεια στα χέρια του την πλάκα της και να διαβάση τους στίχους του αγοριού και την απάντησι της κόρης.

Λοιπόν, τόσο συγκινήθηκε η γέρικη καρδιά του από το αίσθημα των δυο παιδιών, ώστε έβγαλε αμέσως από την τσέπη του ένα κοντύλι κ' έγραψε από κάτω αυτούς τους στίχους απευθυνομένους στην κόρη:

_«Παρηγόρησε τον εραστή σου, και μη φοβάσαι τις συνέπειες. Κοίτα πώς τώλυωσε ο καημός, το κακόμοιρο το αγόρι!

»Ούτε απ' το δάσκαλό σου, μη φοβάσαι: Δε θα σε μαλώση: γιατί — ε! — κι' αυτός δοκίμασε, μια φορά, τον πόνο της αγάπης.»_

Ύστερα, άφησε την πλάκα στη θέσι της και βγήκε από την τάξι.

Μα, μόλις βγήκε, μπήκε μέσα ο αφέντης της σκλάβας, που βλέποντας την πλάκα στο θρανίο της, την πήρε και διάβασε όσα είχαν γράψη το αγόρι, η κόρη κι' ο δάσκαλος• και παίρνοντας κι' αυτός ένα κοντύλι έγραψε από κάτω:

_«Άμποτε, ο Θεός να ευλογάη τον έρωτά σας πάντα, και να μου βγουν τα μάτια αν δοκιμάσω να φέρω εμπόδια στην ένωσί σας.

»Μα, όσο για το δάσκαλο, μα την ψυχή μου, στη ζήσι μου δεν είδα μεγαλείτερο ξεμαυλιστή απ' αυτόν»._ (11)

9. — ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ

Μια νύχτα, που δεν είχε ύπνο ο Νασρ-εν-Ντιν-Χοτζας τινάχτηκε απάνω, ξαφνικά, και φώναξε στη γυναίκα του, που κοιμόταν:

— Σήκω, σήκω! Άναψε γρήγορα το κερί και φέρε μου χαρτί και καλαμάρι για να γράψω ένα δίστιχο, που μούρθε στο νου, και που θα το θαυμάση η οικουμένη.

Η γυναίκα του άναψε το κερί, του έφερε το καλαμάρι κ' ένα φύλλο χαρτί, κ' εκείνος κάθησε κ' έγραψε δυο γραμμές, βάζοντας όλη του την προσοχή στην ορθογραφία και στην καλλιγραφία.

Όταν τέλειωσε, του είπε η γυναίκα του:

— Άνδρα μου, δε μου διαβάζεις και μένα αυτό το δίστιχο που θα σε δοξάση;

— Μετά χαράς σου! Άκου και θαύμαζε:

«Μέσα σε μια πυκνή και πράσινη φυλλωσιά, »ένας κότσυφας με κόκκινη μύτη».

»Ε; Τι σου λέει; . . .

10. ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Μια μέρα, η γυναίκα του Χότζα έπλυνε το πουκάμισό του, κι αφού πέρασε τα μανίκια του σε μια βέργα, το κρέμασε στην άκρη του χαγιατιού, και τ' άφησε εκεί τη νύχτα, για να στεγνώση.

Τώρα, τη νύχτα, τούρθε του Χότζα να κάνη το ψιλό του νερό, και σηκώθηκε για ναύγη έξω.

Μα μόλις άνοιξε την πόρτα, είδε στο φως του φεγγαριού το πουκάμισο που σάλευε από τον αέρα στο χαγιάτι. κι έσκασε η χολή του, γιατί το πήρε πως ήτανε ληστής. Μπήκε αμέσως μέσα, άρπαξε το τόξο του, κι έρριξε ένα βέλος καταπάνω στο φανταστικό επισκέπτη.

Ύστερα, μαντάλωσε καλά την πόρτα, κι έπεσε πάλι να κοιμηθή.

Λένε, μα ποιος ξέρει; πως εκείνην τη νύχτα, ο Νασρ-εν-Ντιν, επειδή εμποδίστηκε να πάη στο «μέρος», κατουρήθηκε απάνω του, και πως άκουσε φωνές πολλές γι' αυτό από τη γυναίκα του, που τότε μόνο έπαψε τις γκρίνιες και μέρεψε, όταν της είπε την αφορμή . . .

Το πρωί, μόλις εξύπνησε, ο Χότζας, παίρνοντας τη γυναίκα του, βγήκε έξω για να ιδή τι απόγινε ο άνθρωπος που χτύπησε τη νύχτα.

Μα, είδε πως ήταν το πουκάμισό του, κρεμασμένο στο χαγιάτι, και τρυπημένο, από τη μια μεριά ως στην άλλη, από το βέλος.

Τότε γύρισε με θαυμασμό στη γυναίκα του και της είπε:

— Μωρέ γυναίκα, να δοξάζης, το Θεό, που δεν έτυχε να το φορώ το πουκάμισο, αλληώτικα θάσουν, σήμερα, χήρα, κακομοίρα!

11 — ΤΑ ΠΑΛΗΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Κάποτε, ο Χότζας πήγαινε σε κάποιο χωριό, και στο δρόμο αντάμωσε ένα τσομπάνο που τούπε:

— Πες μου, Χότζα! Αλήθεια είσαι δάσκαλος του Νόμου και της Θρησκείας, όπως λένε, και σοφός;

— Αμ, τι θαρρείς; του απάντησε ο Νασρ-εν-Ντιν

— Άκου, λοιπόν: Έχω από πολύν καιρό μιαν απορία, που ρώτησα πολλούς ως τώρα διαβασμένους, περαστικούς από τούτα τα μέρη, μα, κανείς δεν μπόρεσε να μου το λύση. Αν μπορέσης εσύ, θα σε πω στ' αλήθεια μεγάλον άνθρωπο, και σοφό, που δεν παραβγαίνει μπρος του ούτε ο Σολομώντας.

— Λέγε να την ακούσωμε, τούπε ο Χότζας, κ' εκείνος άρχισε:

— Όταν βγαίνει το νέο φεγγάρι, βγαίνει μικρό και λίγο-λίγο μεγαλώνει ως που γίνεται σαν το τροχό της άμαξας. Ύστερα αρχίζει νέο φεγγάρι. Τι γίνεται το παληό φεγγάρι; Εδώ! . . . Μπορείς να μου πης;

— Ου! Καϋμένε! είπε ο Νασρ-εν-Ντιν. Τόσο πράμμα δεν ξέρεις; Τα παληά φεγγάρια κόβουνται σε ψιλές-ψιλές φέτες και γίνονται αστραπές. Δε βλέπεις κάθε φορά που βροντά, πως λάμπουν σα σπαθιά;

— Μπράβο! Μπράβο! Χότζα μου! . . . Να σε φιλήσω! . . . φώναξε ο τσομπάνος μ' ενθουσιασμό. Είσαι, στ' αλήθεια, σοφός άνθρωπος . . . Ναι! Έτσι είνε . . . Κ' εγώ αυτή τη γνώμη είχα! (21)

12. — ΤΟ ΚΑΖΑΝΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ

Μια φορά, ο Νάσρ-Ντιν-Χότζας δανείστηκε από το γείτονά του ένα καζάνι, για να βράση, όπως έλεγε, μούστο.

Ύστερα από μερικές ημέρες, γύρισε στο γείτονα το καζάνι, μαζύ μ' ένα μικρόν τέντζερε.

Ρώτησε ο γείτονας:

— Τι είνε αυτός ο τέντζερες, Χότζα;

Αποκρίθηκε ο Νασρ-εν-Ντιν:

— Τόνε γέννησε το καζάνι σου, τις μέρες που τώχα στα χέρια μου.

Ο γείτονας δέχτηκε με χαρά τον τέντζερε, ευχαρίστησε τον Νάσρ- εν-Ντιν, θερμά και του ζήτησε συμπάθειο για την ενόχλησί που τούδωσε το καζάνι του με τον τοκετό του.

Ύστερα, από κανένα μήνα, ο Νασρ-εν-Ντιν δανείστηκε πάλι από το γείτονά του το καζάνι, μα, τούτη τη φορά, δεν του το επέστρεψε πια.

Ο γείτονας βλέποντας πως περνούσε ο καιρός κι' ο Χόντζας δεν τούφερνε πίσω το καζάνι, πήγε, μόνος του, στο σπίτι του μια μέρα, και το ζήτησε. Ο Χότζας του αποκρίθηκε:

— Ζωή σε λόγου σου! Το καζάνι σου πέθανε!

— Πώς; αναφώνησε ο γείτονας. Πεθαίνει ποτέ το καζάνι;

— Μπα! είπε ο Χότζας. Πως γεννάει, το πιστεύεις, πως πεθαίνει, δεν το πιστεύεις;

— Εγώ δεν τ ακούω αυτά, απάντησε ο γείτονας, αγριεμένος. Να πάμε στον Καδή να μας κρίνη.

— Και στον Καδή, και στο Σουλτάνο, ακόμα, αν θέλης πάμε. Σήκω!

Πήγαν, λοιπόν, στο δικαστήριο, κι' όταν ήρθε η σειρά τους ο Χότζας μίλησε πρώτος κ' είπε στον Καδή:

— Καδή μου, κάθε πράμμα που γεννά, δεν πεθαίνει;

— Βέβαια, είπε ο Καδής.

— Λοιπόν, εξακολούθησε ο Νασρ-εν-Ντιν, όταν γέννησε το καζάνι του ανθρώπου από δω, αυτός δέχτηκε με χαρά και το καζάνι και το μικρό του. Τώρα, το καζάνι του πέθανε και δεν το πιστεύει. Σε παρακαλώ, κρίνε μας!