Τα ανέκδοτα του Βασιλέως Γεωργίου Α
Part 2
Οσάκις εφημερίς τις ευρωπαϊκή εδημοσίευε γελοιογραφίαν του, ο Βασιλεύς έσπευδε να την αγοράση και να την φυλάξη. Πολλάς εξ αυτών τας έθετεν εντός πλαισίου. Και ενώ αι αρχαί κατεδίωκον τους γελοιογραφούντας τον άνακτα, ο μόνος που δεν εταράσσετο, αλλ' εγέλα με την καρδιά του ήτο αυτός ο γελοιογραφούμενος. Διηγούνται ότι εις το ανάκτορον του «Μον — Ρεπό» εν Κερκύρα έχει αναρτήσει πλήθος τοιούτων γελοιογραφιών.
ΕΘΥΣΙΑΖΕ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΓΟΗΤΡΟΝ
Ότε εξερράγησαν αι ταραχαί των ευαγγελικών {2} ο τότε υπουργός της Παιδείας Σ. Στάης ανελθών το μεσονύκτιον εις τα ανάκτορα εζήτησεν ακρόασιν παρά τω βασιλεί. Ο Βασιλεύς λίαν θορυβημένος εδέχθη τον υπουργόν και ηρώτησεν αυτόν περί του σκοπού της εσπευσμένης επισκέψεώς του.
— Μεγαλειότατε, η κατάστασις είνε κρίσιμος, ανάγκη δε να δεχθήτε την παραίτησιν της Κυβερνήσεως και του Μητροπολίτου.
— Τι είνε αυτά! Αι ταραχαί των δρόμων δεν πρέπει να δίδουν την κατεύθυνσιν εις τους Βασιλείς. Εν τοιαύτη περιπτώσει δεν έχω κανένα λόγον εγώ εδώ.
Ότε όμως ο Στάης του υπέδειξε τους μέλλοντας κινδύνους των αιματοχυσιών, ο Βασιλεύς εδέχθη να θυσιάση το Βασιλικόν γόητρον χάριν της εσωτερικής ειρήνης του Κράτους.
ΗΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΤΗΣ
Ο Βασιλεύς Γεώργιος απετροπιάζετο πολύ τας σχολαστικάς φράσεις και προσφωνήσεις.
Ότε μίαν φοράν μετέβη εις την Τρίπολιν οι κάτοικοι τον υπεδέχθησαν μετά μεγάλων τιμών. Εις τας οδούς είχον αναρτηθή αψίδες επί των οποίων είχον αναγραφή εις αρχαίαν Ελληνικήν διάφορα αποφθέγματα χαιρετιστήρια. Εις τας επιγραφάς αυτάς ο Βασιλεύς απήντα με ένα απλούν «Καλώς σας ηύραμε παιδιά».
ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΠΕΙΡΑΝ ΤΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΤΟΥ
Ότε υπέστη την δολοφονικήν εκείνην απόπειραν εκ μέρους του Καρδίτση εις θέσιν «Ανάλατος» και διεσώθη εξ αυτής, διηγείτο κατόπιν τας λεπτομερείας της τραγικής εκείνης σκηνής μετά πολλής ψυχραιμίας• ως γνωστόν εντός της αμάξης επέβαινε και η Πριγκήπισα Μαρία, το τοιούτον δε ήτο το μόνον περί του οποίου ωμίλει με κάποιο παράπονον ο Βασιλεύς.
«Εγώ γνωρίζω, έλεγεν, ότι ένας δολοφόνος σέβεται το θύμα του, όταν τούτο συνωδεύη γυναίκα. Αλλ' ο επιτεθείς εναντίον μου δεν είχεν ούτε αυτήν την αβρότητα να αναβάλη την εκτέλεσιν της πράξεώς του.
ΔΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΔΟΧΟΝ
Εξαιρετική ήτο η λατρεία του προς τον Διάδοχον Κωνσταντίνον, τον οποίον μάλιστα ωνόμαζε Ντίνον.
Ότε ευρίσκετο εις το Γιδά και παρουσιάσθησαν προ αυτού χωρικοί ζητούντες να τους επιτρέψη να λάβωσιν εκ των εγκαταληφθεισών σιταποθηκών ποσότητα σίτου δια να σπείρωσι τους αγρούς των ο Βασιλεύς απήντησε• «Δυστυχώς αυτό είνε δικαίωμα του υιού μου του κατακτητού.
Θα του τηλεγραφήσω και αν μοι επιτρέψη πολύ ευχαρίστως θα σας κάμω την χάριν. Κοπιάστε αύριο και θα σας δώσω απάντησιν».
Την επομένην ληφθείσης της απαντήσεως του τότε Διαδόχου, οι χωρικοί ελάμβανον τον αναγκαιούντα διά την σποράν σίτον.
Εις δε τον κ. Παπαμιχαλόπουλον παρουσιασθέντα προ αυτού κατά την εις Θεσσαλονίκην διαμονήν του, ο Βασιλεύς έλεγεν με υπερτάτην αγαλλίασιν ότι κανείς άλλος Διάδοχος δεν έδρεψε τόσας δάφνας επί του πεδίου της μάχης όπως ο Κωνσταντίνος Του.
ΟΙ ΦΟΡΟΙ ΤΟΥ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ
Κάποτε φιλοξενών εις τα ανάκτορα τους υπουργούς της Κυβερνήσεως Θεοτόκη προσέφερεν ανά έν πούρον εις έκαστον εξ αυτών. Ο κ. Στάης όμως, μη καπνίζων πούρα, εδώρησε το ιδικόν του εις τον Σιμόπουλον, ο οποίος τοιουτοτρόπως έγεινε κάτοχος δύο πούρων.
Ότε βραδύτερον ο Βασιλεύς αντελήφθη τον Σιμόπουλον φέροντα δύο πούρα του είπε μειδιών.
— Ώστε φόρο και εις τα πούρα μου ακόμη, κ. Σιμόπουλε.
— Αλλά, Μεγαλειότατε, το έν μου το εχάρισεν ο κ. Στάης.
— Καλέ αφήστε τα αυτά, κ. Σιμόπουλε. Εφορολογήσατε και τα πούρα μου, προσέθηκεν αστεϊζόμενος ο Βασιλεύς.
Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΠΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ
Παν το Ελληνικόν το ηγάπα ιδιαιτέρως ο Βασιλεύς. Ότε κάποτε εις το Λονδίνον εφιλοξενήθη εις τον οίκον πλουσίας Αγγλίδος η ευγενής δέσποινα τον ωδήγησεν εις το θερμοκήπιον όπου υπήρχον μερικά ωραία τριαντάφυλλα.
— Είδατε τι ωραία τριαντάφυλλα, Μεγαλειότατες ηρώτησε με κάποιαν φιλαρέσκειαν η κυρία.
— Αυτά δεν είνε τίποτε. Να ιδήτε τα ιδικά μου εις το Τατόι θα εκπλαγήτε.
ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ
Ότε μίαν φοράν κατά την ημέραν του Πάσχα μετέβη κατά το επικρατήσαν έθιμον εις τους στρατώνας, ομογενείς τινές εκ του εξωτερικού παριστάμενοι εκεί εδάκρυσαν και εζητωκραύγασαν ενθουσιωδώς εξάγοντες τα φέσια των.
Κατά την έξοδόν του εκ των στρατώνων οι ομογενείς εφώναζον.
— Και στη Πόλι, και στη Πόλι, Βασιληά μας.
Και ο Βασιλεύς μειδιών απήντησεν εις τους ομογενείς.
— Θα πάμε και στην Πόλι.
ΕΜΨΥΧΑ ΚΑΙ ΑΨΥΧΑ
Κατά τινα διαμονήν του εν Κερκύρα συνωμίλει με τον τότε πρωθυπουργόν Θεοτόκην διά τα ωραία άνθη της νήσου.
— Τι ωραία και τι δροσερά που είνε, έλεγεν.
— Ως βλέπετε, Μεγαλειότατε, όλα είνε θαλερά εις την Κέρκυραν απήντησεν ο κ. Θεοτόκης.
— Α, αυτό το βλέπω! το βλέπω! προσέθηκεν ο Βασιλεύς, έμψυχα και άψυχα.
Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ
Ο αείμνηστος Βασιλεύς Γεώργιος ενυμφεύθη εν Πετρουπόλει την 27ην Οκτωβρίου 1867 την μεγάλην Δούκισσαν Όλγαν Βλαδιμηρόβναν θυγατέρα του μεγάλου Δουκός Κωνσταντίνου αδελφού του Τσάρου Αλεξάνδρου του Β'.
Ο Βασιλεύς ως προτεστάντης ηκολούθει την ιερουργίαν του παρεκκλησίου των ανακτόρων ενώ διά την Βασίλισσαν, ορθόδοξον ούσαν, κατεσκευάσθη έτερον παρεκκλήσιον εντός του οποίου προσηύχετο.
ΕΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΕΙΣ ΤΟ ΑΙΞ ΛΕΜΠΑΙΝ
Προ πολλών ετών ευρισκόμενος εις τα λουτρά Αιξ Λεμπαίν, διήρχετο μίαν ημέραν από έν μικρόν καφενείον, ότε είς των υπηρετών τον πλησιάζει και του λέγει.
— Περάσετε γρήγορα, κύριε. Οι κύριοι σας περιμένουν.
— Τι να με κάμουν; ερωτά περιέργως ο Βασιλεύς.
— Έχουν ανάγκην ενός ατόμου ακόμη. Είνε τρεις και ζητούν τέταρτον.
Ο Βασιλεύς προχωρήσας ολίγον παρετήρησε πράγματι ότι τρεις κύριοι εκάθηντο εις μίαν τράπεζαν έτοιμοι να αρχίσουν το παιγνίδι των και επειδή απουσίαζεν είς φίλος των, παρήγγειλαν εις τον υπηρέτην να σπεύση να τον καλέση.
Την στιγμήν δε κατά την οποίαν ο υπηρέτης εξήρχετο, δύο έτεροι κύριοι συνεζήτουν περί του Βασιλέως της Ελλάδος του οποίου η άφιξις είχε γείνει γνωστή εις την πόλιν.
Ο είς εξ αυτών ιδών τον Βασιλέα διερχόμενον εφώναξε δυνατά.
— Α! Νάτος.
Ο υπηρέτης ακούσας τας λέξεις ταύτας ενόμισεν ότι ο διερχόμενος ήτο ο τέταρτος τον οποίον ανέμενον οι τρεις εκείνοι θαμώνες και έσπευσε να τον συναντήση.
Ο Βασιλεύς όχι μόνον δεν ηγανάκτησε διά την ανευλαβή πρόσκλησιν, αλλά απεναντίας εθεώρησε το επεισόδιον ως αρκετά διασκεδαστικόν και επλησίασεν.
Όταν δε οι τρεις εκείνοι αναγνωρίσαντες αυτόν, εζήτουν μυρίας συγγνώμας διά το ακούσιον σφάλμα των.
Ο Βασιλεύς αγαθώτατα και ευθυμώτατα έσπευσε να τους καθησυχάση.
— Μα σας παρακαλώ μη ταράττεσθε, κύριοι. Δεν είνε τίποτε. Δεν βλέπω εις τι εσφάλατε. Εγώ μάλιστα πρέπει να σας ζητήσω συγγνώμην διότι δεν γνωρίζω το παιγνίδι σας.
ΩΣ ΣΥΖΥΓΟΣ
Ως σύζυγος ο Βασιλεύς Γεώργιος δύναται να θεωρηθή πρότυπον. Η αγάπη του προς την Βασίλισσαν εφάνη μέχρι σημείου αληθινής λατρείας.
Τας πρώτας ημέρας του γάμου των επειδή ο Βασιλεύς δεν εγνώριζε την Ρωσσικήν, ούτε η βασίλισσα την Δανικήν η συνεννόησίς των εγένετο άλλοτε εις Γερμανικήν και άλλοτε εις Γαλλικήν. Αι σχέσεις των δύο υψηλών συζύγων υπήρξαν πάντοτε εγκαρδιώταται. Έζων μακράν οιασδήποτε πολιτικής διαμάχης εις την θελκτικήν γαλήνην του ευτυχούς οίκου των.
Τας ευτυχεστέρας ημέρας της ζωής του τας διήρχετο το θέρος εις την Κέρκυραν και εις τους Πεταλιούς όπου ηρέσκετο να ψαρεύη και να κυνηγά.
Εις την ανατροφήν των τέκνων του έδιδε μεγίστην προσοχήν εκλέγων αυτός τους διδασκάλους των και παρακολουθών ο ίδιος την ανατροφήν και την μόρφωσιν αυτών, δίδων πατρικάς συμβουλάς και εξήταζεν ενίοτε αυτά εις τα μαθήματά των. Επίσης πολύ ηρέσκετο να λαμβάνη μέρος εις τα παιγνίδιά των.
Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΟΥ
Μετά το φαγητόν του εξήρχετο πάντοτε εις περίπατον. Ότε ήτο νέος εξήρχετο έφιππος, ηγάπα δε υπερβολικά την ιππασίαν και ήτο κάλλιστος ιππεύς. Βραδύτερον καθιέρωσε μακρυνάς πεζοπορίας τας οποίας έκαμνε συνήθως εις την λεωφόρον Κηφισσιάς. Εις τους περιπάτους του τούτους συνωδεύετο πάντοτε υπό ενός εκ των υπασπιστών του, συνηθέστερον όμως υπό του Παπαδιαμαντοπούλου, ηρέσκετο δε να βαδίζη συζητών.
ΜΕ ΦΥΛΑΣΣΟΥΝ ΟΙ ΥΠΗΚΟΟΙ ΜΟΥ
— Δεν θα υπάρξη ποτέ Έλλην να με δολοφονήση . . . έλεγε. Το επίστευε τούτο ακραδάντως. Είχε πεποίθησιν εις την αγάπην του λαού του, διότι η αγαθότης και η καλωσύνη του ήτο αγαθότης πατρός προς τέκνα του.
Οσάκις τις εκ των οικείων του τού υπεδείκνυεν ότι δεν έπρεπε να εξέρχεται μόνος του, ο αγαθός Βασιλεύς απήντα σχεδόν στεροτύπως.
— Δεν έχω ανάγκην κανένα, εν όσω με προστατεύει η αγάπη του λαού μου. Εμένα με φυλάττουν οι υπήκοοί μου.
Δυστυχώς ευρέθη χειρ στυγερά, η οποία έρριψε νεκρόν τον αγαθόν Βασιλέα, εις τας ευτυχεστέρας ημέρας του βίου του.
Η ΑΠΟΦΡΑΣ ΗΜΕΡΑ
Ο Βασιλεύς απέφευγε να κάμνη έναρξιν οιασδήποτε εργασίας Τρίτην ημέραν. Την ημέραν αυτήν την εθεώρει αποφράδα και διά τούτο ούτε τους υπουργούς ώρκιζε κατά την ημέραν αυτήν. Επίσης απέφευγε και την Παρασκευήν. Η Τρίτη όμως ημέρα ήτο δι' αυτόν πολύ αποκρουστική. Ως άνθρωπος είχε τας προλήψεις του. Και ατυχώς αι προλήψεις του εκείναι απεδείχθησαν λίαν δικαιολογημέναι, διότι ως γνωστόν Τρίτη ήτο η ημέρα της δολοφονίας του.
ΠΑΝΤΟΤΕ ΕΥΔΙΑΘΕΤΟΣ
Ολίγας στιγμάς αθυμίας και αδιαθεσίας εγνώρισεν η Α. Μ. ο Βασιλεύς. Συνήθως ήτο ευδιάθετος και λίαν διαχυτικός εις τους περί αυτόν. Εις τας κατ' ιδίαν συναναστροφάς αυτού ηρέσκετο πάντοτε να πειράζη τους περί αυτόν με αθώα πειράγματα. Τα καλαμπούρια του ήσαν από τα ευφυέστερα. Η τοιαύτη ευδιαθεσία του ωφείλετο κυρίως εις την λιτότητα και εις την τάξιν του βίου του. Ηγείρετο πρωί και δη εις ωρισμένην ώραν και κατεκλίνετο ενωρίς, εις ωρισμένην επίσης ώραν. Ουδέποτε παρέμενεν άυπνος πέραν της 11ης εκτός αν εξαιρετικαί περιστάσεις του επέβαλον την θυσίαν αυτήν.
ΤΟ ΚΥΝΗΓΙΟΝ
Ο Βασιλεύς ήτο δεινός και μανιώδης κυνηγός. Εκυνήγα πάντοτε εις το δάσος του Τατοΐου και εξέλεγε τους κυνηγούς του οι οποίοι ήσαν εκ των καλλιτέρων σκοπευτών.
Κάποτε κυνηγών συνηντήθη με ένα πολίτην δεινόν επίσης κυνηγόν, ώστις εκείνην την στιγμήν εσκόπευσεν εις τα ύψη και εφόνευσε δύο τρυγόνια. Ο Βασιλεύς τον επλησίασε του επήρε το όνομά του και την επομένην τον εκάλεσε διά να τον καταστήση κυνηγόν των ανακτόρων.
Ο κυνηγός ούτος εκαλείτο Σωτήρχος, παρέμεινε δε επί πολλά έτη εις την υπηρεσίαν των ανακτόρων.
ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΚΥΛΛΙ
Όταν περιώδευεν εις τα μέρη της Θεσσαλίας, ένα ξένο αδέσποτο σκυλί, ήλθε και εκάθησεν εις τα πόδια του. Ένας μοναχός τότε έσπευσε να διώξη το σκυλί, αλλ' εκείνο επανήλθε μετ' ολίγον και εκάθησεν εις τα πόδια του Βασιλέως. Ο Βασιλεύς ιδών την εξαιρετικήν αυτήν αγάπην του σκυλιού, το επήρε μαζύ του και το είχε πάντοτε πλησίον του και εις αυτά ακόμη τα ταξείδια του ανά την Ευρώπην.
Όταν το σκυλί απέθανεν ο Βασιλεύς επί πολλάς ημέρας ήτο μελαγχολικός, τόση δε ήτο η αγάπη του προς το τετράποδον αυτό ζώον, ώστε εις το γραφείον του είχεν αναρτήσει την εικόνα του.
ΕΝ ΑΝΕΚΔΟΤΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΝ
Εις μίαν περιοδείαν του ανά την Πελοπόννησον με τον μακαρίτην τον Δηλιγιάννην εκλήθη εις γεύμα.
Όταν ήλθεν η ώρα του γεύματος ο Δηλιγιάννης απουσίαζε και έφθασε την στιγμήν που ο Βασιλεύς και οι πρίγκηπες ητοιμάζοντο να καθίσωσιν εις την τράπεζαν.
Ο Βασιλεύς αποτεινόμενος τότε προς τον πρωθυπουργόν λέγει.
— Παρ' ολίγον να σας περιμένωμεν, κύριε Πρόεδρε.
ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ
Περιοδεύων κάποτε εις μίαν επαρχιακήν πόλιν της Πελοποννήσου εκλήθη να παραστή εις τον χορόν ο οποίος θα εγένετο εις την Κεντρικήν πλατείαν της πόλεως προς τιμήν του. Μεταξύ των γυναικών που εχόρευον ο Βασιλεύς παρετήρησε και μίαν νεαράν μαυροφόραν, η οποία έσυρε τον χορόν με πολλήν χάριν. Όταν ετελείωσεν ο χορός ο Βασιλεύς πλησιάσας την μελανειμονούσαν γυναίκα την ηρώτησε.
— Διατί πενθείτε;
— Έχασα τον αδελφόν μου, Μεγαλειότατε.
— Μα τότε διατί χορεύετε;
— Εσκοτώθη για την πατρίδα εις τον πόλεμον, Μεγαλειότατε, και διά τούτο ο θάνατός του μάλλον χαράν παρά λύπην μας προξενεί.
Ο Βασιλεύς ακούσας τους υπερηφάνους εκείνους λόγους εδάκρυσεν εκ συγκινήσεως.
Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ
Μίαν ημέραν ο Βασιλεύς επεσκέφθη το νοσοκομείον «Ευαγγελισμός» συνοδευόμενος υπό του πρίγκηπος Γεωργίου.
Ένας γέρων πτωχός ονόματι Αντωνάκος αντιληφθείς την είσοδον του Βασιλέως εις το Νοσοκομείον, έσπευσε να καταλάβη θέσιν προ της θύρας αυτού διά να αναμείνη την έξοδον του Βασιλέως. Έφερεν ανά χείρας και μίαν αναφοράν διά να την δώση ιδιοχείρως.
Μετ' ολίγον ο Βασιλεύς και ο πρίγκηψ ενεφανίσθησαν κατερχόμενοι την κλίμακα του καταστήματος.
Ο Αντωνάκος πλησιάσας τότε και αποκαλυφθείς λέγει.
— Μεγαλειότατε και πολυχρονημένε, Βασιληά μου, χαίρε.
— Τι θέλεις, είπεν ο Βασιλεύς.
— Έχω παιδί στην φυλακή και είνε προστάτης της οικογενείας μου.
— Πώς ονομάζεται; τον διακόπτει και πάλιν ο Βασιλεύς.
— Παναγιώτης Αντωνάκος εκ Σύμης.
Ο πρίγκηψ λαβών σημείωσιν του ονόματός του ανέλαβε την επομένην ν' αποστείλη εις τον Αντωνάκον κατά διαταγήν του πατρός τριακοσίας δραχμάς. Μετά δύο μήνας ο υιός του Αντωνάκου απεφυλακίσθη δοθείσης εις αυτόν Βασιλικής χάριτος.
ΤΟ ΑΡΝΑΚΙ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ
Εις την Κέρκυραν κάποτε ο Βασιλεύς συνηντήθη καθ' οδόν με μίαν πτωχήν χήραν η οποία εκράτει έν αρνάκι.
— Το πουλείς, κυρά μου;
— Το πουλώ, Βασιληά μου.
Ο Βασιλεύς ηγόρασε το αρνάκι αντί μιας αγγλικής λίρας.
Την επομένην εις το μέρος εκείνο είχον παραταχθή όλαι αι γυναίκες του χωρίου κρατούντες ανά έν μικρόν αρνάκι.
Ο Βασιλεύς επιστρέφων και ιδών το θέαμα εκείνο ανελύθη εις πλατύτατον γέλωτα διότι ηννόησε τι είχε συμβή.
Η χήρα είχε διαλαλήσει το γεγονός και αι γυναίκες έσπευσαν με τα αρνάκια ωσάν να επρόκειτο ο Βασιλεύς να ιδρύση ποίμνιον.
Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΤΟΥ.
Ο εκλιπών βασιλεύς ετίμα πολύ και υπελήπτετο τους παιδαγωγούς και τους διδασκάλους των τέκνων του.
Ότε απέθανε κάποτε μία Αγγλίς παιδαγωγός την οποίαν επί πολλά έτη είχεν εις την υπηρεσίαν του, ο Βασιλεύς τοσούτον ελυπήθη ώστε παρέστη εις την κηδείαν και μετά την ακολουθίαν ανέλαβε και αυτός και οι υιοί του να βαστάσωσι το φέρετρον τιμής ένεκεν.
Η ΠΟΛΙΣ ΠΟΥ ΗΓΑΠΑ.
Αι Πάτραι ήσαν μία από τας πόλεις εκείνας τας οποίας ελάτρευε πράγματι η εκλιπούσα Μεγαλειότης, όπως εξαιρετικώς ηγαπάτο από αυτήν.
Οσάκις του εδίδετο η παραμικρά ευκαιρία έπρεπε να διέλθη εκείθεν. Όταν μετέβαινεν εις την Ευρώπην ή όταν επέστρεφεν εξ αυτής έπρεπε να διέλθη εκ Πατρών όπου ενθουσιώδεις υποδοχαί του εγίνοντο πάντοτε.
Ο ΦΛΥΑΡΟΣ ΓΕΡΩΝ.
Κάποτε ένας ανώτερος υπάλληλος του ελεκτικού συνεδρίου αρκετά γέρων, ετόλμησε να παρουσιασθή ενώπιον του άνακτος και να του υποβάλη τας γνώμας αυτού επί της καταστάσεως της πολιτικής εννοείται, ήτις την έποχήν εκείνην διετέλει εν ανωμαλία.
Αφού ο γέρων ανέπτυξεν εις τον Βασιλέα επί πολλήν ώραν τας γνώμας του, εν τέλει ετόνισε τα εξής:
— Δράσιν, μεγαλειότατε, αναμένει παρ' ημών ο Ελληνικός λαός.
Και ο Βασιλεύς γελών απήντησε.
— Μα τότε να δράσω με σένα.
Ο ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ.
Ο αείμνηστος Βασιλεύς οσάκις μετέβαινεν εις τας Πάτρας ήτο ενθουσιώδης διά τας υποδοχάς που του εγίνοντο εις την πόλιν εκείνην.
Όταν απεφάσιζε να παραμείνη εις την πόλιν ταύτην, έκαμε συχνά περιπάτους εις διάφορα μέρη αυτής.
Οι Πατρινοί έσπευδον όπισθέν του κατά χιλιάδας. Η χαρά του εξεδηλούτο τότε ζωηροτάτη, διότι έβλεπε πράγματι οπόσην αγάπην έτρεφεν εις το πρόσωπόν του ο Ελληνικός λαός.
Η ΔΙΑΜΟΝΗ ΤΟΥ ΕΙΣ ΤΑΣ ΠΑΤΡΑΣ.
Ο Βασιλεύς οσάκις μετέβαινεν εις τας Πάτρας παρέμενεν εις τον οίκον του προύχοντος της πόλεως εκείνης Φραγκοπούλου. Η οικία αύτη ευρίσκετο επί της παραλίας.
Εις την θέσιν «υψηλά Αλώνια» είχεν ο Βασιλεύς ένα θαυμάσιον κήπον ιδικόν του τον οποίον επεσκέπτετο κάθε απόγευμα συναποκομίζων εξ αυτού τας δροσερωτέρας και ευχρωμοτέρας ανθοδέσμας.
ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΟΥ
Ευθύς ως αφίχθη εις την Ελλάδα την νέαν του Πατρίδα δεκαπενταετής περίπου, πρώτη του φροντίς ήτο να εκμάθη την γλώσσαν των υπηκόων του. Πρώτος διδάσκαλος του ήτο ο καθηγητής της Ελληνικής Κουμανούδης.
Μεταξύ των βιβλίων τα οποία του προσεκόμιζε καθ' εκάστην ο αείμνηστος Κουμανούδης του προσέφερε κάποτε και μίαν γεωγραφίαν με χάρτας και στατιστικάς.
Όταν είδε το βιβλίον εκείνο ο Βασιλεύς σπεύδει αμέσως εις τον θάλαμόν του και αφού έψαξε καλά τα βιβλία του που είχεν από την Δανίαν, ανεύρε μίαν Γεωγραφίαν του Δημοτικού σχολείου Δανιστί γεγραμμένην την οποίαν αφού εκόμισε προς τον διδάσκαλόν του τού λέγει.
— Ιδού λοιπόν. Το βιβλίον αυτό που μου εφέρατε το έχω διδαχθή. Είνε ολίγον μικρότερον από το ιδικόν σας αλλά τα λέγει όλα εν συντομία. Είνε τα ίδια και επομένως εγώ τα ξέρω νεράκι.
ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΕΓΙΝΗ ΚΑΙ ΔΗΜΑΡΧΟΣ
Ότε μετέβη ποτέ εις το Ναύπλιον και εξήλθεν εις περίπατον, τον επλησίασεν ένας χωρικός ο οποίος του λέγει.
— Μεγαλειότατε, οι πολιτικοί μας είνε όλοι ψεύτες. Μας λένε χρόνια τώρα πως θα μας φέρουνε νερό, αλλά δεν μας φέρνουνε. Μας λένε πως θα μας ξηράνουν τα έλη αλλά τίποτε.
Ο Βασιλεύς στραφείς του λέγει μειδιών.
— Κάμετέ με εμένα δήμαρχο, να σας τα φτιάσω όλα.
Ο χωρικός όμως λίαν ευφυής άνθρωπος έδωκεν άλλην απάντησιν.
— Αμ' εσένα, Βασιληά μου, σ' έχουμε στα μεγαλείτερα πράγματα, για να τους κυττάζης αυτουνούς τους . . . .
Και ο χωρικός εκατάπιε μίαν λέξιν και ο καθείς μαντεύει.
Η ΒΑΣΙΛΟΠΑΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ
Η αγάπη του προς την βασιλόπαιδα Αλεξάνδραν ήτο ανέκφραστος. Πάντοτε οσάκις εξήρχετο εις τους περιπάτους, ζώσης εννοείται της Αλεξάνδρας, την συνώδευεν ο ίδιος και την εκαμάρωνε με μυχίαν υπερηφάνειαν ο αείμνηστος Βασιλεύς ησθάνετο δε μεγάλην ευχαρίστησιν οσάκις έβλεπε τον κόσμον να ρίπτη βλέμματα θαυμασμού και λατρείας εις την ούτως αξιολάτρευτον εκείνην βασιλόπαιδα.
Ο ΓΕΡΩ-ΚΕΠΕΝ Ο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ
Εις τα ανάκτορα υπήρχεν ένας γέρων βιβλιοθηκάριος ο γνωστός γέρω- Κέπεν. Ο Βασιλεύς ο οποίος ηρέσκετο εις το να πειράζη πάντοτε τους περί αυτόν, τους εσκάρωνε διαφόρων ειδών φάρσες.
Όταν κάποτε ο Κέπεν εισήλθεν εις το ιδιαίτερον γραφείον του άνακτος παρετήρησεν ότι αι φωτογραφίαι όλαι αι οποίαι ήσαν εκτεθειμέναι επί του βασιλικού γραφείου είχον παραμορφωθή. Ο αείμνηστος Βασιλεύς είχε κάμει γένεια και μουστάκια εις όλας τας εικόνας διά μελάνης.
Ο Κέπεν παρατηρήσας την κατάστασιν αυτήν των φωτογραφιών έμεινεν εκστατικός, ενώ ο Βασιλεύς κρυμμένος οπίσω από την πόρτα παρηκολούθει την έκπληξιν του Κέπεν και είχε ξεκαρδισθή στα γέλοια.
Η ΑΒΡΟΤΗΣ ΤΟΥ
Διηγούνται ότι ο αείμνηστος Βασιλεύς ήτο αβρότατος και λίαν λεπτός οσάκις συνωμίλει με κυρίας ή δεσποινίδας.
Κάποτε εις τον χορόν των ανακτόρων επλησίασε μίαν ωραιοτάτην Ατθίδα νεανίδα και συνωμίλει μετ' αυτής επί τινα ώραν.
Εις το διάστημα της ομιλίας η νεάνις έπαιζε με την βεντάγια της, οπότε εις μίαν στιγμήν εγλύστρησεν αύτη εκ των χειρών της και έπεσεν.
Η νεάνις τεταραγμένη εκ της παρουσίας του άνακτος δεν έσκυψε διά να την αναλάβη, εν ώ ο Βασιλεύς ταχύς και ευλύγιστος όπως ήτο σκύβει την παίρνει και την προσφέρει μετά πολλής ευγενείας εις την χαριτωμένην Ατθίδα, η οποία είχε γείνει κατέρυθρος από την ταραχήν της εντροπής.
Έτερον δείγμα της προς τας κυρίας αβρότητος είνε και τούτο.
Διερχόμενος μίαν κεντρικήν λεωφόρον της πόλεως συνηντήθη με άμαξαν εντός της οποίας επέβαινε κομψή των Αθηνών δέσποινα.
Θελήσας τότε να διέλθη εκ του ενός πεζοδρομίου εις το άλλο ευρέθη προ της αμάξης και εκινδύνευσε να παρασυρθή.
Αλλά ταχύς και ευλύγιστος όπως ήτο, διέφυγε με μίαν δεξιωτάτην κίνησιν προς τα εμπρός. Ότε διέφυγε τον κίνδυνον εστράφη προς την κυρίαν, και ανταπέδωκεν εις αυτήν τον χαιρετισμόν που του έκαμεν εκείνη, γελαστός και εύθυμος ωσάν να μη του συνέβη τίποτε.
Ο ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΛΟΦΟΡΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ.
Ότε εγένοντο οι σεισμοί εις την Λοκρίδα, ο Βασιλεύς ηθέλησε να περιοδεύση τα μέρη της καταστροφής.
Όταν έφθασεν εις την Λάριμναν ο δήμαρχος του τόπου ένας ευσταλής φουστανελλοφόρος ηθέλησε να παρακολουθήση την βασιλικήν συνοδείαν ως οδηγός. Εκάθισε λοιπόν πλησίον του άνακτος και ήρχισε συζήτησιν ζητών πληροφορίας περί της Βασιλικής οικογενείας, και δίδων εις τον άνακτα πληροφορίας περί της υγείας του και της υγείας της οικογενείας του.
Ο Βασιλεύς τόσον ηυχαριστείτο εκ της απλοϊκής εκείνης συζητήσεως του αγαθού χωρικού, ώστε όχι μόνον δεν διέκοπτε την συζήτησιν, αλλά διαρκώς έδιδεν αφορμήν προς διεξωδικωτέραν τοιαύτην προσφέρων τσιγαρέτα εις τον δήμαρχον και τοιουτοτρόπως η ευχάριστος εκείνη συζήτησις εξηκολούθησεν αδιάκοπος μέχρι πέρατος του ταξειδίου.
ΟΤΑΝ ΗΛΘΕΝ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ.
Ευθύς ως ανήλθεν εις τον θρόνον απέτεινε προς τους αντιπροσώπους του Ελληνικού λαού τους εκλέξαντας αυτόν την εξής προκήρυξιν.
«Ούτε δεξιότητα, ούτε νουν δεδοκιμασμένον φέρω εις υμάς, προσόντα τοιαύτα να μη προσδοκάτε ως εκ της ηλικίας μου. Αλλ' όμως φέρω υμίν πεποίθησιν και αφοσίωσιν ειλικρινή μετά βαθείας πίστεως εις την εν τω μέλλοντι ταυτότητα της Τύχης Μου και Υμών. Υπόσχομαι Υμίν ν' αφιερώσω την ζωήν μου σύμπασαν υπέρ της ευτυχίας Υμών» όταν δε ετελείωσεν η τελετή της αποδοχής του Ελληνικού στέμματος, ήτις εγένετο εις τα ανάκτορα της Κoπεγχάγης, ο πρόεδρος της Ελληνικής επιτροπής ναύαρχος Κανάρης προσεφώνησε τον νέον Βασιλέαν λίαν συγκεκινημένος. Τότε ο Βασιλεύς πρωτοείπε το περίφημον εκείνο η ισχύς μου η αγάπη του λαού Μου.
ΠΕΡΙΖΗΤΗΤΟΣ ΓΑΜΒΡΟΣ
Ευθύς ως ανέλαβε τον Ελληνικόν θρόνον, ήρχισαν ακατάσχετοι ενέργειαι διά την αποκατάστασίν του την οικογενειακήν. Πλείσται ήσαν αι επίδοξαι νύμφαι αι οποίαι του προσεφέρθησαν. Κατ' αρχάς εψιθυρίσθησαν οι αρραβώνες αυτού μετά της πριγκηπίσσης της Αγγλίας Λανίζης υπέρ της οποίας είχε ξιφουλκήσει τότε ο αείμνηστος Τρικούπης, άλλοτε δε εθρυλλείτο ότι θα ετέλει τους γάμους του μετά της Βέρας νεωτέρας αδελφής της Βασιλίσσης Όλγας και τέλος εφέρετο ως υποψηφία νύμφη η πριγκήπισσα Αγγάλτ της γερμανικής δυναστείας.
Εν τέλει όμως το συνοικέσιον απέληξεν υπέρ της Όλγας Βλαδιμηρόβνας περί ου και αλλαχού γράφομεν.
Η ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΜΦΗΣ
Ο Βασιλεύς Γεώργιος ουδέποτε είχεν ίδει την μέλλουσαν σύζυγόν του Όλγαν. Διεδίδετο τότε ότι η Όλγα κατ' αρχάς εδίστασε να αποδεχθή το προταθέν συνοικέσιον.
Ότε όμως συνηντήθη μετά του Βασιλέως τόσον συνεπάθησεν, ώστε πας δισταγμός εξέλιπεν ευθύς και έσπευσε να συγκατατεθή.
ΠΩΣ ΤΟΝ ΕΤΙΜΗΣΕΝ Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ Ο Γ'
Ότε το πρώτον μετέβη εις Παρισίους επροξένησε λίαν ευάρεστον εντύπωσιν διά την διπλωματικήν του ιδιοφυίαν και διά την χάριν του πνεύματός του. Ο Ναπολέων ο Γ' καίτοι δυσμενώς διακείμενος προς το Κρητικόν ζήτημα, τω απένειμεν όλως εκτάκτους τιμάς, παραθέσας προς τιμήν του μεγάλα γεύματα και ανοίξας τον Κεραμεικόν εις χορούς και πομπώδεις εορτάς.
Το πρώτον ταξείδι του Βασιλέως ανά την Ευρώπην εγένετο τέσσαρα έτη μετά την εις τον θρόνον ανάρρησίν του.
Κατά το τετραετές τούτο διάστημα ο Βασιλεύς παρέμεινεν εις τον τόπον τούτον εν μέσω του λαού του, περιοδεύων τας επαρχίας εκμανθάνων την γλώσσαν και σπουδάζων τον χαρακτήρα και τα ήθη και έθιμα του λαού του.
Η ΣΤΟΛΗ ΤΟΥ
Κατά τας επισήμους τελετάς συνείθιζε πάντοτε να φέρη μεγάλην στολήν Στρατηγού με μανδύαν μέχρι των ποδών. Η στολή του πυροβολικού τον έθελγεν ιδιαιτέρως και την έφερε πάντοτε σχεδόν εις τους μικρούς χορούς των ανακτόρων.
Εις το θέατρον οσάκις μετέβαινεν, έφερε φράκο.
Εις τους περιπάτους του έφερε μικράν στολήν Ναυάρχου, ενίοτε δε και απλούν σακκάκι ιδιώτου με σκληρόν πίλον. Την στολήν του Ναυάρχου την έφερε τελευταίως σχεδόν καθημερινώς.
ΑΙ ΩΡΑΙΑΙ ΚΥΡΙΑΙ
Ο «Νέος Ελεύθερος Τύπος» η Αγγλική αύτη εφημερίς αναφέρει μεταξύ των ανεκδότων του και το εξής:
Ότε επρόκειτο να έλθη εις τας Αθήνας ο Βασιλεύς της Ιταλίας, ο Βασιλεύς Γεώργιος εκάλεσε τον διευθυντήν της Αστυνομίας και του είπε:
«Θέλω ο Βασιλεύς της Ιταλίας να λάβη μίαν εντύπωσιν περί της Ελληνικής ωραιότητος. Διά τούτο να φροντίσετε εις τα μπαλκόνια την ώρα που θα περνούμε να φαίνωνται όλο ωραίες κυρίες. Η άσχημες ας κρυφθούν. Ήθελα να εγίνετο μία παρέλασις γυναικείας χάριτος.
Ο διευθυντής όμως της Αστυνομίας του παρετήρησεν ότι αυτό είνε αδύνατον, διότι όλες αι κυρίες εννοούν να περάσουν για ωραίες.
Και ο Βασιλεύς.
— Έχετε δίκαιον. Αυτό το είχον λησμονήσει.
ΠΩΣ ΕΦΑΙΝΕΤΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗΝ ΤΗΣ ΕΙΚΟΣΙΠΕΝΤΑΕΤΗΡΙΔΟΣ ΤΟΥ
Ιδού πώς τον είχε περιγράψει ένας από τους εγκριτοτέρους Αθηναίους λογογράφους κατά την εορτήν της εικοσιπενταετηρίδος του.
Λιγυρόν ευθυτενές σώμα, ξανθή γραφικωτάτη κεφαλή επί χυτού λαιμού, βλέμμα αεικίνητον, σπινθηροβολούν, μεγάλοι ξανθοί μύστακες επιμελώς εστιλβωμένοι, βάδισμα αλματικόν με ελαφράν ανακίνησιν των ώμων, ιδού ο Βασιλεύς των Ελλήνων εις τα πεντήκοντα αυτού έτη ακμαίος ακόμη νεάζων ακόμη ακατάβλητος.