Part 9
Πολύς καιρός θα εχρειάζετο, φίλε μου Γλαύκων, να καθήσω να σου τα διηγηθώ τώρα όλα· το συμπέρασμα της διηγήσεώς του ήτο το εξής· δι' όλας τας αδικίας, που διέπραξεν έκαστος εν τη ζωή, ετιμωρείτο η ψυχή του δεκαπλασίως δι' εκάστην χωριστά, η δε διάρκεια εκάστης τιμωρίας ήτο εκατόν ετών, όση είναι και η φυσική διάρκεια της ανθρωπίνης ζωής, διά να πληρώνουν δεκάκις την πληρωμήν εκάστου αδικήματος. Κατ' αυτόν τον τρόπον, εκείνοι που έγιναν αίτιοι πολλών θανάτων, που είτε επρόδωσαν πόλεις και στρατόπεδα και υπήρξαν αφορμή να περιπέσουν εις δουλείαν, είτε έγιναν ένοχοι άλλων τοιούτων κακουργημάτων, δι' όλα αυτά υπεβάλλοντο εις δεκαπλάσια δι' έκαστον βασανιστήρια, ενώ εκείνοι απ' εναντίας που προσέφεραν μεγάλας ευεργεσίας εις τους ανθρώπους και διετέλεσαν καθ' όλην την ζωήν των ενάρετοι και δίκαιοι ελάμβανον κατά την αυτήν αναλογίαν την ανταμοιβήν των καλών των πράξεων· όσον δε αφορά εκείνους που απέθνησκον ολίγον χρόνον μετά την γέννησιν των, έλεγεν άλλα που δεν αξίζει τον κόπον να αναφέρω· υπήρχον δε ακόμη ανταμοιβαί πολύ μεγαλύτεραι δι' εκείνους που εσέβοντο τους θεούς και ετίμων τους γονείς των εις την ζωήν, καθώς και εξαιρετικά βασανιστήρια διά τους ασεβείς, τους πατροκτόνους και δι' όσους ιδία χειρί διέπραξαν φόνους.
Μεταξύ άλλων έλεγεν ότι ήτο παρών εκεί, όταν κάποιος ηρώτησεν έναν άλλον, πού ευρίσκετο ο μέγας Αρδιαίος· αυτός δε ο Αρδιαίος είχε χρηματίση τύραννος εις μίαν πόλιν της Παμφυλίας, χίλια έτη πριν, είχε δε φονεύση τον γέροντα πατέρα του και τον μεγαλύτερον αδελφόν του και άλλα δε πολλά, καθώς ελέγετο, εγκλήματα διέπραξε. «Δεν έφθασεν, απεκρίθη ο ερωτηθείς, και ούτε θα φθάση ποτέ εδώ». Είδαμεν όμως ένα από τα φοβερώτερα εκεί θεάματα. Ότε ήμεθα πλέον κοντά να εξέλθωμεν από το υπόγειον χάσμα, αφού συνεπληρώσαμεν όλας τας ποινάς μας, βλέπομεν αίφνης τον Αρδιαίον εκείνον και άλλους πολλούς, των οποίων οι περισσότεροι σχεδόν επίσης υπήρξαν τύραννοι· ήσαν όμως και μερικοί ιδιώται, οι οποίοι διέπραξαν εις την ζωήν των μεγάλα κακουργήματα· καθ' ήν στιγμήν ούτοι ενόμιζαν πλέον ότι θα εξέλθουν, το στόμιον του χάσματος δεν τους επέτρεπε την διάβασιν, αλλ' ήρχισε να μυκάται, όπως έκαμνε και κάθε φορά που ένας από εκείνους τους αθλίους, των οποίων τα αμαρτήματα ήσαν ανίατα, ή που δεν είχεν υποστή πλήρη την ποινήν του, εδοκίμαζε να εξέλθη· μόλις δε ηκούσθη εκείνος ο μυκηθμός, προσέτρεξαν αμέσως κάτι αγριάνθρωποι, που να τους έβλεπες ήσαν κατακόκκινοι σαν φλόγα, και τους μεν άλλους τους άρπαξαν και τους επήραν από εκεί, τον δε Αρδιαίον και μερικούς ακόμη τους έδεσαν χέρια, πόδια και κεφαλήν, τους έρριξαν καταγής και τους εξέγδαραν και ήρχισαν να τους σύρουν έξω από τον δρόμον επάνω εις ασπαλάθρους και αγκάθια, όπου εξεσχίζοντο σκληρά αι σάρκες των· εις όσους δε συνήντων έκαμνον γνωστούς τους λόγους, διά τους οποίους τους μετεχειρίζοντο κατ' αυτόν τον τρόπον, και τους έλεγαν πού θα επήγαιναν να τους πετάξουν· απ' όλους λοιπόν, λέγει, τους τόσους και παντοειδείς φόβους, που κατέχουν εκεί τας ψυχάς, κανείς δεν ημπορούσε να συγκριθή με αυτόν, μήπως, κατά την ώραν που επρόκειτο πλέον να περάσουν το στόμιον, ακουσθή εκείνος ο μυκηθμός, και ότι απερίγραπτος ήτο η χαρά των να ανεβή κανείς, χωρίς να αντηχήση.
Αύται λοιπόν ήσαν περίπου αι κρίσεις και αι τιμωρίαι και αι αντίστοιχοι αμοιβαί, τας οποίας διηγείτο· αφού δε παρέμενον επτά ημέρας εις τον λειμώνα εκείνον, έπρεπε να αναχωρήσουν εκείθεν την ογδόην και μετά τεσσάρων ημερών πορείαν έφθανον εις ένα τόπον, από τον οποίον έβλεπαν ένα φως το οποίον διέσχιζεν ολόκληρον τον ουρανόν και την γην, ευθύ ως στήλη, και όμοιον με την ίριδα, αλλά λαμπρότερον και καθαρώτερον· έφθασαν δε εις το φως τούτο μετά πορείαν άλλης μιας ημέρας· εκεί δε είδον ότι τα άκρα του ουρανού επερατούντο εις το μέσον του φωτός εκείνου, το οποίον εχρησίμευεν ως σύνδεσμος αυτού και περιέβαλλεν όλην αυτού την περιφέρειαν, απαράλλακτα όπως τα υποζώματα των τριήρων· από δε τα άκρα του εκρέμετο ο άτρακτος της Ανάγκης, που έδιδε την κίνησιν εις όλας τας ουρανίους περιστροφάς· και η μεν ηλακάτη και το άγκιστρον αυτού ήσαν από χάλυβα, ο δε σφόνδυλος από μίγμα χάλυβος και άλλων μετάλλων.
Ως προς το σχήμα ο σφόνδυλος ωμοίαζεν με τους ιδικούς μας εδώ· διά να λάβης δε ακριβεστέραν ιδέαν, εξ όσων έλεγε, πρέπει να φαντασθής ένα μεγάλον σφόνδυλον κοίλον και σκαλισμένον εις όλην του την εσωτερικήν περιφέρειαν, εντός του οποίου προσηρμόζετο ένας άλλος μικρότερος, όπως οι κάδοι που εισέρχονται ο ένας μέσα εις τον άλλον· εντός του δευτέρου άλλος τρίτος, και πάλιν ένας τέταρτος και ακόμη άλλοι τέσσαρες· διότι εν συνόλω ήσαν οκτώ, κείμενοι ο είς εντός του άλλου συγκεντρικώς· άνωθεν εφαίνοντο τα χείλη εκάστου ως κύκλοι, έξωθεν δε παρουσίαζον συνεχή επιφάνειαν ως ενός μόνου σφονδύλου πέριξ της ηλακάτης, της οποίας ο άξων διήρχετο καταμεσίς από το κέντρον του ογδόου. Και ο μεν πρώτος προς τα έξω σφόνδυλος είχε τον κύκλον του χείλους πλατύτερον απ' όλους, κατά δεύτερον δε λόγον ο έκτος, έπειτα ο τέταρτος, ακολούθως ο όγδοος, πέμπτον ο έβδομος, έκτον ο πέμπτος, και τελευταίον ο δεύτερος. Και ο μεν κύκλος ο σχηματιζόμενος υπό των χειλέων του μεγίστου σφονδύλου ήτο ποικίλων χρωμάτων, του δε εβδόμου λαμπρότατος, ο όγδοος ελάμβανεν από τον έβδομον το χρώμα του και την λάμψιν του, ο δεύτερος και ο πέμπτος είχον τα αυτά χρώματα, αλλ' αποκλίνοντα μάλλον προς το ξανθόν, του τρίτου το χρώμα ήτο το λευκότερον απ' όλων, του τετάρτου υπέρυθρον, δεύτερον δε κατά την λευκότητα του έκτου. Ολόκληρος ο άτρακτος εστρέφετο περί τον άξονά του κατά την αυτήν φοράν, ενώ εσωτερικώς οι επτά συγκεντρικοί κύκλοι περιεστρέφοντο ηρέμα κατ' εναντίαν διεύθυνσιν· εξ αυτών πάλιν τάχιστα μεν εκινείτο ο όγδοος κατά δεύτερον δε λόγον και ισοχρόνως σχεδόν προς αλλήλους ο έβδομος, έκτος και πέμπτος· ο τέταρτος, όπως τους εφαίνετο, ήτο τρίτος κατά την ταχύτητα, και ο τρίτος τέταρτος, πέμπτος δε και τελευταίος ο δεύτερος· αυτός δε ο άτρακτος εστρέφετο επάνω εις τα γόνατα της Ανάγκης. Επάνω εις έκαστον εκ των κύκλων αυτού επέβαινεν από μία Σειρήν, η οποία περιεστρέφετο και αυτή, και έψαλλε με φωνήν επί ενός και του αυτού τόνου πάντοτε· ούτως ώστε από τας οκτώ που ήσαν απετελείτο μία πλήρης συμφωνία.
Πέριξ δε του ατράκτου και εις ίσας αποστάσεις εκάθηντο επί θρόνων αι τρεις Μοίραι, θυγατέρες της Ανάγκης, η Λάχεσις, η Κλωθώ και η Άτροπος με φορέματα λευκά και με στέμματα εις την κεφαλήν· συνώδευον δε με το άσμα των την αρμονίαν των Σειρήνων και έψαλλον η μεν Λάχεσις τα παρελθόντα, η Κλωθώ τα παρόντα και η Άτροπος τα μέλλοντα· και η μεν Κλωθώ μετέδιδεν, εγγίζουσα κατά διαλείμματα με την δεξιάν της χείρα τον άτρακτον, την εξωτερικήν περιστροφήν εις αυτόν, η Άτροπος πάλιν με την αριστεράν χείρα εις τους εσωτερικούς σφονδύλους, η δε Λάχεσις πότε με την μίαν πότε με την άλλην χείρα ήγγιζε και τον άτρακτον και τους σφονδύλους.
Ευθύς λοιπόν που έφθασαν εκεί, έπρεπε να παρουσιασθούν εμπρός εις την Λάχεσιν· και πρώτον μεν ένας προφήτης υπέδειξεν εις έκαστον την θέσιν του και την σειράν του, και αφού έλαβεν από τα γόνατα της Λαχέσεως κλήρους και παραδείγματα ανθρωπίνων βίων, ανέβηκεν επάνω εις ένα υψηλόν βήμα και είπε, «Τάδε λέγει Λάχεσις η παρθένος, της Ανάγκης θυγάτηρ. Ψυχαί εφήμεροι, μέλλετε να αρχίσετε άλλην περίοδον ζωής, εντός σώματος θνητού· δεν θα σας εκλέξη η τύχη, αλλά σεις θα εκλέξετε την τύχην σας· ο πρώτος που θα υποδείξη ο κλήρος, θα εκλέξη πρώτος τον βίον του, τον οποίον αμετακλήτως θα είναι αναγκασμένος να ακολουθήση. Η αρετή είναι κτήμα αδέσποτον και αναλόγως που την τιμά ή την περιφρονεί έκαστος, θα λάβη και την σχετικήν του μερίδα, μεγαλυτέραν ή μικροτέραν, από αυτήν· έκαστος είναι υπεύθυνος διά την εκλογήν του· ο θεός είναι αναίτιος». Αφού είπεν αυτά, έρριψεν επάνω εις όλους τους κλήρους, και ο καθένας επήρεν εκείνον που έπεσεν εμπρός του, εκτός του Ηρός, εις τον οποίον απηγορεύθη, καθώς έλεγε, να πάρη· έκαστος λοιπόν εγνώριζεν από τον κλήρον του, ποία ήτο η σειρά του διά να εκλέξη· ακολούθως λοιπόν ο προφήτης έβαλεν εμπρός των καταγής τα παραδείγματα των βίων, πολύ περισσότερα από τον αριθμόν των παρόντων, που έμελλον να εκλέξουν, και κάθε είδους και λογής· διότι υπήρχον και των ζώων όλων και των ανθρώπων όλων ανεξαιρέτως· υπήρχον λοιπόν μεταξύ αυτών τυραννίδες, άλλαι μεν ισόβιοι, άλλαι δε καταλυόμεναι εν τω μεταξύ και καταντώσαι εις πενίαν και εξορίαν και επαιτείαν· υπήρχον επίσης και βίοι ανδρών επιφανών, άλλων μεν διά την καλλονήν της μορφής και τα ωραία των σώματα, άλλων διά την καταγωγήν των και τας αρετάς των προγόνων· ωσαύτως δε και ασήμων ανθρώπων υπό πάσαν τοιαύτην έποψιν και γυναικών δε ομοίως· τάξις όμως ωρισμένη διά τας ψυχάς δεν υπήρχε καμμία, διότι έπρεπε κατ' ανάγκην εκάστη να μεταβάλη την φύσιν της αναλόγως της εκλογής που θα έκαμνε· άλλως τε τα πλούτη και η πενία, αι νόσοι και η υγεία ήσαν κατανεμημένα εις όλους τους βίους, εις άλλους μεν χωρίς καμμίαν διάκρισιν, εις άλλους δε κατά δικαίαν αναλογίαν.
Εδώ λοιπόν είναι, αγαπητέ Γλαύκων, πού έγκειται ο μεγαλύτερος κίνδυνος διά τον άνθρωπον· και δι' αυτό πρέπει έκαστος εξ ημών, παραμελών κάθε άλλο μάθημα, να αφοσιωθή εξ ολοκλήρου εις εκείνο μόνον, που θα τον κάμη ικανόν να αναζητήση και να εύρη τον άνθρωπον, ο οποίος θα ημπορέση να του μάθη να είναι εις θέσιν, να διακρίνη μετ' επιστήμης τον βίον τον χρηστόν και πονηρόν, και να εκλέγη πανταχού και πάντοτε εκ των δυνατών τον καλύτερον, και λαμβάνων υπ' όψει του όλα, όσα ημείς ήδη ανεφέραμεν, να κρίνη κατά πόσον, είτε ομού είτε χωριστά θεωρούμενα, συντελούν εις την αληθινήν ευτυχίαν της ζωής· τοιουτοτρόπως θα γνωρίζη, παραδείγματος χάριν, πόσον κάλλος αναμιγνυόμενον μετά βαθμού τινος πενίας ή πλούτου και μετά ποίας τινός διαθέσεως της ψυχής καθιστά τον άνθρωπον καλόν ή κακόν· ποίον αποτέλεσμα ημπορεί να έχουν η ευγενής και η ταπεινή καταγωγή και ο ιδιωτικός βίος και τα αξιώματα, αι σωματικαί δυνάμεις και αι ασθένειαι, η ευμάθεια και η δυσμάθεια και μ' ένα λόγον αι διάφοροι της ψυχής φυσικαί ή επίκτητοι ιδιότητες, συναρμοζόμεναι προς αλλήλας· εις τρόπον ώστε, αφού συλλογισθή περί όλων αυτών, να είναι εις θέσιν να εκλέγη, αποβλέπων προς την φύσιν της ψυχής, τον χειρότερον και τον καλύτερον βίον, με την βεβαιότητα, ότι χειρότερος μεν είναι εκείνος που την φέρει εις το σημείον να γίνεται αδικωτέρα, καλύτερος δε εκείνος που την κάμνει δικαιοτέραν· όλα δε τα άλλα θα τα θεωρήση διά τίποτε· διότι είδαμεν ότι αυτή είναι η καλυτέρα εκλογή, που έχει να κάμη, είτε δι' αυτήν την ζωήν, είτε διά την άλλην· πρέπει λοιπόν να διατηρή αδιάσειστον αυτήν την πεποίθησιν μέχρι τάφου, ώστε να μην τον θαμβώσουν και εκεί κάτω πλούτη και άλλα τοιαύτα κακά, και εμπέση εις τυραννίδας και άλλας ομοίας πράξεις, εκ των οποίων και εις τους άλλους θα προξενήση πολλά και ανήκεστα κακά, όχι δε ολιγώτερα θα πάθη και ο ίδιος· αλλά μάλλον να γνωρίζη πάντοτε να εκλέγη τον μέσον όρον μεταξύ αυτών των βίων και να αποφεύγη εξ ίσου και τα δύο εκατέρωθεν άκρα και εις αυτήν την ζωήν κατά το δυνατόν και εις όλην έπειτα την μετά ταύτα· διότι μόνον τοιουτοτρόπως γίνεται ευδαιμονέστατος ο άνθρωπος.
Και λοιπόν και τότε, καθώς διηγείτο ο εκείθεν αποσταλείς άγγελος, είπεν ο προφήτης προς τας ψυχάς: «Και δι' εκείνον που μείνη τελευταίος, αρκεί να κάμη την εκλογήν του με περίσκεψιν, επιφυλάσσεται βίος υποφερτός, που από την καλήν του θέλησιν εξαρτάται να είναι όχι κακός· και εκείνος λοιπόν που θα κάμη πρώτος εκλογήν ας προσέξη, και ο τελευταίος ας μην απελπίζεται». Και αφού είπεν αυτά, εκείνος εις τον οποίον έλαχεν ο πρώτος κλήρος, ευθύς ώρμησε και χωρίς να υπολογίση επαρκώς τα πάντα, εξέλεξε την μεγαλυτέραν τυραννίδα, παρασυρθείς υπό της αφροσύνης και της απληστίας· αφού όμως έλαβε καιρόν να σκεφθή και είδεν ότι το πεπρωμένον του ήτο να φάγη τα ίδιά του τέκνα και να διαπράξη και άλλα φρικτά κακουργήματα, ήρχισε να κόπτεται και να οδύρεται διά την εκλογήν του και, λησμονών όσα του προείπεν ο προφήτης, να αιτιάται την τύχην, τους θεούς και τους δαίμονας και πάντα άλλον μάλλον παρά τον εαυτόν του. Και μολαταύτα αυτός ήτο από εκείνους που ήλθαν από τον ουρανόν και είχε ζήση την προτέραν του ζωήν εις πολιτείαν συντεταγμένην καλώς, ήτο δε όχι αμέτοχος αρετής, την οποίαν όμως ώφειλε μάλλον εις συνήθειαν παρά εις την φιλοσοφίαν· πρέπει δε άλλως τε να ρηθή, ότι και πολλαί άλλαι από τας ψυχάς, που επέστρεφαν από τον δρόμον του ουρανού, ηπατώντο επίσης εις την εκλογήν των, διότι δεν είχαν την πείραν των κακών του βίου· ενώ απεναντίας όσοι επέστρεφαν από τον υπόγειον δρόμον, επειδή και οι ίδιοι είχον υποφέρη πολλά και άλλους είχον ιδή να υποφέρουν, δεν προέβαινον απερίσκεπτα εις την εκλογήν των· δι' αυτόν δε τον λόγον και ανεξαρτήτως της τύχης του κλήρου, συνέβαινεν ώστε εις το πλείστον των ψυχών να επέρχεται μεταβολή του βίου των, από καλού εις κακόν και τανάπαλιν· διότι, εάν ένας, κάθε φορά που θα έφθανεν εις αυτόν τον κόσμον, ήθελεν αφοσιώνεται εις την υγιά φιλοσοφίαν, αρκεί μόνον να μην ήρχετο μεταξύ των τελευταίων εις την σειράν της εκλογής, μεγάλη υπάρχει πιθανότης, εκ των διηγήσεων του Ηρός του Αρμενίου, όχι μόνον ενταύθα να ζήση ευτυχής, αλλά και κατά την εντεύθεν προς τα εκεί πορείαν του και κατά την επιστροφήν του εκείθεν να πάρη τον ομαλόν δρόμον του ουρανού και όχι τον υπόγειον και τραχύν.
Ήξιζε λοιπόν, καθώς διηγείτο, να ίδη κανείς το θέαμα εκείνο, πώς εκάστη ψυχή εξέλεγε τον βίον της· το περίεργον του πράγματος σου επροξένει και οίκτον και γέλωτα· διότι έκαμνον την εκλογήν οδηγούμενοι ως επί το πλείστον από τας συνηθείας του προγενεστέρου βίου· είδεν έξαφνα μίαν ψυχήν, η οποία ήτο άλλοτε του Ορφέως, να εκλέξη τον βίον του κύκνου από μίσος των γυναικών, διότι ευρών άλλοτε τον θάνατον υπ' αυτών, δεν ήθελε να οφείλη την γέννησίν του εις γυναίκα· του δε Θαμύρου την ψυχήν να εκλέγη τον βίον της αηδόνος· ένα κύκνον πάλιν να ανταλλάσση τον ιδικόν του με ανθρώπινον βίον, καθώς και άλλα ωδικά πτηνά· μία δε ψυχή, η οποία έλαχε τον εικοστόν κλήρον, εξέλεξε βίον λέοντος· και αυτή ήτο του Αίαντος του Τελαμωνίου, ήτις ενθυμουμένη την κρίσιν των όπλων απέστεργε να γίνη πάλιν άνθρωπος· η κατόπιν ήτο του Αγαμέμνονος· και αυτή δε από έχθραν του ανθρωπίνου γένους, δι' όσα είχε πάθη, επροτίμησε βίον αετού· η δε ψυχή της Αταλάντης, η οποία είχε λάβη έναν από τους μέσους κλήρους, αναλογιζομένη τας μεγάλας τιμάς των αθλητών, δεν ηδυνήθη να αντιστή εις την επιθυμίαν να εκλέξη και αυτή τοιούτον βίον· και μετ' αυτήν είδε την ψυχήν του Επειού του υιού του Πανοπέως να προτιμά φύσιν γυναικός επιτηδείας εις τα έργα της χειρός· μακράν δε, μεταξύ των τελευταίων, του γελωτοποιού Θερσίτου ενδυομένην το σχήμα πιθήκου· κατά τύχην δε και η ψυχή του Οδυσσέως, εις την οποίαν έλαχεν ο έσχατος κλήρος, προσήλθε και αυτή να εκλέξη· ενθυμουμένη δε τας παρελθούσας δυστυχίας και απηυδισμένη πλέον από την φιλοδοξίαν, ανεζήτει επί μακρόν και μόλις και μετά βίας, ανεκάλυψε τέλος κάπου τον ήσυχον βίον απλού ιδιώτου, τον οποίον είχον παρατρέξη όλαι αι άλλαι ψυχαί, και μόλις τον είδεν ανέκραξεν, ότι και αν επρόκειτο να εκλέξη πρώτη, μετά της αυτής ευχαριστήσεως θα έκαμνε την ιδίαν εκλογήν· και εκ των άλλων δε ζώων επίσης πολλά μετέβαλλον το βίον των προς τον ανθρώπινον και μεταξύ των, τα μεν άδικα εις τα άγρια τα δε δίκαια εις τα ήμερα, ούτως ώστε να γίνωνται παντοειδείς αναμίξεις.
Αφού δε πάσαι αι ψυχαί εξέλεξαν τους βίους των, κατά την σειράν που υπέδειξεν ο κλήρος των, ακολούθως προσήλθον κατά την αυτήν τάξιν εμπρός εις την Λάχεσιν, η οποία έδωσεν εις έκαστον τον δαίμονα που εξέλεξε, διά να του χρησιμεύη ως φύλαξ κατά την νέαν του ζωήν και να τον βοηθή να εκπληρώση τον προορισμόν της εκλογής του. Αυτός δε κατά πρώτον ωδήγει την ψυχήν προς την Κλωθώ, ίνα, διά της χειρός της και μιας περιστροφής του ατράκτου, επικυρώση την μοίραν που εξέλεξε· μετά ταύτα δε την έφερεν εις την Άτροπον η οποία έγνεθε το νήμα και έκαμνε τοιουτοτρόπως ανέκκλητα όσα επέκλωσεν η Κλωθώ. Και εκείθεν, χωρίς πλέον να είναι επιτετραμμένον να στρέψουν οπίσω, επήγαιναν και επερνούσαν κάτω από τον θρόνον της Ανάγκης· αφού δε επερνούσαν και όλοι οι άλλοι, επορεύοντο εις το πεδίον της λήθης, όπου επεκράτει φοβερός και πνιγηρότατος καύσων, διότι δεν υπήρχεν ούτε δένδρον ούτε τίποτε απ' όσα φύονται εις την γην. Όταν έφθανε τέλος η εσπέρα κατεσκήνουν παρά τας όχθας του Αμέλητος ποταμού, του οποίου το ύδωρ κανέν αγγείον δεν ημπορεί να κρατήση· εκάστη ψυχή ήτο υποχρεωμένη να πίη ένα ωρισμένον μέτρον από αυτό το ύδωρ, μερικοί όμως δεν είχον αρκετήν φρόνησιν να κρατηθούν διά να μη πίουν περισσότερον· και τότε έχανον εξ ολοκλήρου πάσαν των προηγουμένων ανάμνησιν· κατόπιν παρεδόθησαν εις τον ύπνον και κατά τα μεσάνυκτα ηκούσθη φοβερά βροντή συνοδευομένη υπό σεισμού· και τότε εξαφνικά εξεσφενδονίσθησαν, ως διάττοντες αστέρες, άλλος εδώ, άλλος εκεί, εις τους διαφόρους τόπους, όπου έμελλε να αρχίση η νέα των ζωή. Εις τον Αρμένιον, καθώς έλεγεν ο ίδιος, απηγορεύθη να πίη από το ύδωρ· από πού όμως και πώς επανήλθεν η ψυχή εις το σώμα του, δεν ήξευρε ούτε αυτός, αλλ' έξαφνα ήνοιξε τους οφθαλμούς του την αυγήν και είδεν ότι ευρίσκετο εξηπλωμένος επί της πυράς.
Και τοιουτοτρόπως, αγαπητέ μου Γλαύκων, εσώθη μέχρις ημών ο μύθος ούτος και δεν εχάθη, ημπορεί δε και ημάς να σώση, αν δώσωμεν πίστιν εις αυτόν και διέλθωμεν αισίως τον ποταμόν της λήθης διαφυλάττοντας την ψυχήν μας καθαράν από παντός ρύπου. Εάν λοιπόν θέλης να με πιστεύσης, παραδεχόμενοι ότι η ψυχή είναι αθάνατος και εκ φύσεως δεκτική όλων των κακών και όλων των αγαθών συγχρόνως, δεν θα παρεκκλίνωμεν ποτέ από την προς τα άνω άγουσαν οδόν, και με όλας τας δυνάμεις μας θα εξασκώμεν την δικαιοσύνην μετά φρονήσεως· τοιουτοτρόπως και με τον εαυτόν μας θα είμεθα πάντοτε φίλοι και με τους θεούς, και αφού αποκομίσωμεν επί της γης τα άθλα της αρετής, όμοιοι με τους νικηφόρους αθλητάς, τους οποίους εν θριάμβω περιάγουν, θα είμεθα ευτυχείς και ενταύθα και κατά την διάρκειαν της χιλιετούς πορείας, την οποίαν ανεφέραμεν.
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ.
* * *
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξαν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
&Πολιτεία.& Το πρωτυπώτερον και πλαστικώτερον των πλατωνικών έργων, αποτελούμενον εκ 10 βιβλίων. Το πρώτον βιβλίον πραγματευόμενον περί δικαιοσύνης είναι αφετηρία διατυπώσεως έπειτα ιδανικού πολιτεύματος. Η οριζομένη ισότης δικαιωμάτων των πολιτών, η διακανόνισις ίσης εργασίας, η κατανομή των πολιτών εις τρεις τάξεις, η εξίσωσις ανδρών και γυναικών, η κοινογαμία και κοινοκτημοσύνη, ο αποκλεισμός των ποιητών, ο περιορισμός της αυξήσεως του πληθυσμού, αι πρωτόρρυθμοι γενικαί περί του κοινωνικού και του αστικού δικαίου αρχαί, συνδυαζόμεναι εις οργανικόν σύστημα εις την «Πολιτείαν» του Πλάτωνος, υπήρξαν αφετηρίαι πλείστων φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών και πολιτικών θεωριών. Ώστε και από της απόψεως ταύτης είναι εκ των σημαντικωτέρων δημιουργημάτων της ανθρωπίνης σκέψεως.
Η μετάφρασις πιστή, σαφής και γλαφυρά υπό του κ. Ι. Ν. Γρυπάρη. Τόμος Α' 10 δρχ., Τόμος Β΄ 10 δρχ., Τόμος Γ' 10 δρχ. Τόμος Δ' 10 δρχ.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 634.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
* * *
1) Πρόκειται εδώ περί του πολυθρυλήτου &Πλατωνικού αριθμού&, περί του οποίου εγράφησαν και παρά των αρχαίων και των νεωτέρων. Τα υπομνήματα τον Πρόκλου Π,36 κ. ε. έκδ. Kroll δεν συνετέλεσαν και πολύ εις την ακριβή εξήγησιν του σχετικού χωρίου, του οποίου την μετάφρασιν και ημείς ούτε καν επεχειρήσαμεν. — Ας προσέξη εδώ ακόμη ο αναγνώστης εις κάποιαν αναλογίαν, μακρυνήν βέβαια, που υπάρχει μεταξύ της πλατωνικής θεωρίας των «περιτροπών» και της αιωνίας επαναφοράς του Νίτσε.
2) Ο στίχος του Αισχύλου είναι: λέγε άλλον τώρα σ' άλλες κληρωμένο πύλες. Επτ. Θήβ. σελ. 24 ημετέρας μεταφράσεως εκδ. Φέξη.
3) Ο αριθμητικός ούτος υπολογισμός του πυθαγορίζοντος Πλάτωνος αναχωρεί εκ της υποθέσεως, ότι η ευτυχία του ηθικώς ανωτέρου ανθρώπου — του βασιλέως φιλοσόφου — έχει προς την ευτυχίαν του ανθρώπου του κειμένου δύο βαθμούς κατωτέρω — δηλ. του ολιγαρχικού — ως η του ολιγαρχικού προς την του τυράννου, ήτις ευρίσκεται επίσης δύο βαθμούς κατωτέρω. Η τελευταία αύτη αξία, επειδή πρόκειται περί απλής σκιάς (ειδώλου) εστερημένης πάσης στερεότητας, παρίσταται διά του αριθμού της επιφανείας, όστις είναι το 9, 3 >< 3 και ούτω έχομεν την αναλογίαν 9: 81 = 81: 729. Εκ τούτου εξάγεται ότι εις τους πέντε βαθμους της αρετής και ευτυχίας αντιστοιχούν αι πέντε πρώται δυνάμεις του 3 (3, 9, 27, 81, 243, 729). Μεθ' όλον το αυθαίρετον και το κάπως παράξενον των διαβεβαιώσεων τούτων, οφείλομεν να μη παρίδωμεν την βαθύτητα της βλέψεως, ήτις επέτρεψεν εις τον φιλόσοφον να προαισθανθή την ύπαρξιν νόμων εν τω συνόλω του φυσικού κόσμου, όπως και του ψυχικού, τον οποίον έχει δίκαιον να μη χωρίζη απ' εκείνου». (T. Comperz.)