Πολιτεία, Τόμος 4

Part 8

Chapter 80 wordsPublic domain

— Δεν ισχύει δε το αυτό και περί του γελοίου; όσον και αν εντρέπεσαι ο ίδιος να κάμνης τον γελωτοποιόν, όταν ευρίσκης ευχαρίστησιν εις την μίμησιν του γελοίου, είτε εις το θέατρον που παριστάνουν κωμωδίας, είτε εις τας ιδιαιτέρας συναναστροφάς, και δεν το αποστρέφεσαι ως πρόστυχον πράγμα, θα σου συμβή το ίδιον ό,τι και με τας τραγικάς συγκινήσεις· την τάσιν δηλαδή την οποίαν ησθάνεσο μέσα σου να κάμης τον γελωτοποιόν και την οποίαν προηγουμένως συνεκράτεις διά του ορθού λόγου, από τον φόβον που είχες μήπως χαρακτηρισθής ως εξ επαγγέλματος τοιούτος, την αφήνεις πλέον ελευθέραν και αφού την θρέψης αρκετά εις τα κωμικά θεάματα, χωρίς να το εννοής και ο ίδιος, παρασύρεσαι εις τας ιδιαιτέρας σου συναναστροφάς, ώστε να καταντήσης σωστός γελωτοποιός. — Έχεις δίκαιον. — Το ίδιον αποτέλεσμα δεν γεννά εις την ψυχήν μας η μιμητική ποίησις και όσον αφορά τον έρωτα και τον θυμόν και όλας τας επιθυμίας και τα λυπηρά ή ηδονικά συναισθήματα τα οποία λέγομεν ότι μας παρακολουθούν εις πάσαν μας πράξιν; διότι τα ποτίζει αυτά και τα αναπτύσσει, αντί να τα αφήνη να ξηρανθούν και τους παραδίδει πάσαν εφ' ημών εξουσίαν, ενώ το ορθόν είναι να τα εξουσιάζωμεν ημείς διά να γινώμεθα καλύτεροι και ευτυχέστεροι από χειρότεροι και αθλιώτεροι. — Δεν ημπορώ παρά να συμφωνήσω πληρέστατα μαζί σου.

— Λοιπόν, φίλε μου Γλαύκων, όταν τύχη να ακούσης τους θαυμαστάς του Ομήρου να λέγουν ότι ο ποιητής ούτος εξεπαίδευσε την Ελλάδα, και ότι είναι άξιον να τον πάρης διά να σου μάθη πώς να κυβερνάς και να διευθύνης τα ανθρώπινα πράγματα, και να συμμορφώσης όλον σου τον βίον σύμφωνα με τα υποδείγματα αυτού του ποιητού, πρέπει να τους συμπαθής μεν και να τους εκτιμάς δι' όλην την αξίαν που ημπορεί να έχουν και να παραδεχθής μαζί των ότι ο Όμηρος είναι ο μεγαλύτερος των ποιητών και ο πρώτος των τραγικών· να γνωρίζης όμως συγχρόνως ότι δεν πρέπει να παραδεχθώμεν εις την πολιτείαν μας καμμίαν άλλην ποίησιν, εκτός μόνον ύμνους προς τιμήν των θεών και εγκώμια των μεγάλων ανδρών· εάν δε παραδεχθής την προς τέρψιν Μούσαν, είτε επικήν είτε λυρικήν, η ηδονή και η λύπη θα βασιλεύσουν εις την πόλιν σου αντί του νόμου και αντί του ορθού εκείνου λόγου, του οποίου την υπεροχήν πάντοτε κοινώς παρεδέχθησαν οι άνθρωποι. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον.

— Αφού λοιπόν η περίστασις το έφερε να κάμωμεν πάλιν λόγον διά την ποίησιν, αυτά είναι που είχαμεν να είπωμεν προς απολογίαν μας, διότι την απεπέμψαμεν από την πρώτην φοράν εκ της πολιτείας μας, τέτοια που είναι· ο ορθός λόγος μας υποχρέωσε προς τούτο. Μολαταύτα, διά να μην έχη να μας κατηγορήση ως σκληρούς και αγροίκους, ας της είπωμεν ότι από παλαιού χρονολογείται η διαφορά αυτή μεταξύ ποιήσεως και φιλοσοφίας· διότι και &η αλύχτρα& εκείνη &σκύλλα που γαυγίζει τον κύριόν της&, και ο &μεγάλος ανάμεσα ατά κούφια λόγια των μωρών&, και & ο τ ω ν δ ι α σ ό φ ω ν ό χ λ ο ς κ ρ α τ ώ ν&, και &εκείνοι των οποίων η πενία οξύνει το πνεύμα& και άλλα μύρια τοιαύτα, είναι σημεία της παλαιάς αυτών αντιθέσεως. Και πάλιν όμως διακηρύττομεν ότι, εάν η προς τέρψιν ποίησις και η μίμησις ημπορή να μας παρουσιάση κανένα επαρκή λόγον πως έχει την θέσιν της εις μίαν ευνομουμένην πόλιν, είμεθα πρόθυμοι να της επιτρέψωμεν την επάνοδόν της, επειδή δεν ημπορούμεν να αρνηθούμεν την γοητείαν τουλάχιστον που εξασκεί και εις ημάς τους ιδίους· δεν είναι όμως επιτετραμμένον να προδώσωμεν εκείνο που πιστεύομεν ως αληθινόν· και πραγματικώς και συ ο ίδιος, καλέ μου φίλε, δεν γοητεύεσαι υπ' αυτής, και μάλιστα όταν σου την παρουσιάζη ο Όμηρος; — Και πολύ μάλιστα. — Είναι λοιπόν δίκαιον να της δώσωμεν το δικαίωμα να εμφανισθή ενώπιόν μας, διά να απολογηθή είτε με κανένα λυρικόν είτε με οιονδήποτε άλλο ποίημα θέλει; — Πώς όχι; — Ημπορούμεν δε βέβαια να δώσωμεν την άδειαν και εις τους συνηγόρους της, οι οποίοι δεν είναι μεν οι ίδιοι ποιηταί, αγαπούν όμως την ποίησιν, να αναλάβουν την υπεράσπισίν της όχι εμμέτρως αλλά εις πεζόν λόγον, διά να μας αποδείξουν ότι, όχι μόνον ευχάριστος είναι, αλλά και ωφέλιμος εις τας πολιτείας και εν γένει εις τον ανθρώπινον βίον· και θα τους ακούσωμεν με ευμένειαν· διότι θα κερδίσωμεν και ημείς αν αποδειχθή ότι όχι μόνον τερπνή, αλλά και ωφέλιμος είναι. — Και βέβαια θα κερδίσωμεν και ημείς. — Ει δε μη, αγαπητέ μου φίλε, θα κάμωμεν και ημείς όπως οι ερασταί, οι οποίοι, με πολλήν μεν δυσκολίαν, όμως επί τέλους κατορθώνουν ν' αποσπάσουν τον έρωτα από την καρδίαν των, εάν βεβαιωθούν ότι τους είναι επιβλαβής· και ημείς λοιπόν προς χάριν μεν του παλαιού μας προς την ποίησιν έρωτος, που τον οφείλομεν εις την ανατροφήν που ελάβαμεν από τα λαμπρά μας πολιτεύματα, θα ευχώμεθα βέβαια να αποδειχθή καλλίστη και αληθεστάτη, εφ' όσον όμως δεν θα κατορθώση να απολογηθή καθώς πρέπει, θα την ακούωμεν, ενώ μέσα μας θα λέγωμεν, ως εξορκισμόν κατά των μαγγανειών της, τους λόγους και τα επιχειρήματα, που εξεθέσαμεν, από φόβον μήπως εμπέσωμεν πάλιν εις τον νεανικόν μας έρωτα, που οι πολλοί εξακολουθούν ακόμη να τρέφουν δι' αυτήν· εννοούμεν λοιπόν ότι δεν πρέπει να προσέχωμεν εις την τοιαύτην ποίησιν, ως να είχε καμμίαν αξίαν ή καμμίαν σχέσιν με την αλήθειαν, και ότι κάθε άνθρωπος, που φοβείται διά το εν τη ψυχή του πολίτευμα, πρέπει να την ακούη λαμβάνων όλας τας προφυλάξεις του και να πιστεύη ότι όσα είπαμεν περί της ποιήσεως είναι όλα αληθινά. — Και εγώ είμαι καθ' ολοκληρίαν σύμφωνος. — Διότι είναι μέγας ο αγών, φίλε μου Γλαύκων, πολύ περισσότερον μέγας απ' ό,τι φαντάζονται, να γίνη κανείς καλός ή κακός· και ούτε δόξα, ούτε πλούτη, ούτε αξιώματα, ούτε αυτή η ποίησις αξίζουν διά να μας κάμουν να παραμελήσωμεν την δικαιοσύνην και την αρετήν. — Δεν ημπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σου ύστερα απ' όσα είπαμεν και ούτε άλλος κανείς πιστεύω να κρίνη διαφορετικά.

— Και όμως δεν εκάμαμεν ακόμη λόγον διά τας μεγαλυτέρας ανταμοιβάς και τα έπαθλα, που επιφυλάσσονται διά την αρετήν. — Πρέπει να είναι αφαντάστως μεγάλαι, αν θα είναι μεγαλύτεραι από όσας ανεφέραμεν ήδη. — Και τι μεγάλον ημπορεί να είναι ένα πράγμα, που βαστά ολίγον χρονικόν διάστημα; διότι πράγματι όλος αυτός ο χρόνος από την παιδικήν έως την γεροντικήν ηλικίαν είναι ελάχιστος εν συγκρίσει προς την αιωνιότητα. — Τίποτε μάλιστα, ημπορούμεν να ειπούμεν. — Πώς λοιπόν; φρονείς ότι ένα αθάνατον πράγμα οφείλει να περιορίση τας προσπαθείας του και τας βλέψεις του διά τόσον βραχύν χρόνον και όχι δι' όλην την αιωνιότητα; — Δεν το φρονώ εγώ· αλλά προς τι αυτά που λέγεις; — Δεν γνωρίζεις λοιπόν ότι είναι αθάνατος η ψυχή μας και ουδέποτε χάνεται; Εις αυτούς τους λόγους με εκύτταξεν ο Γλαύκων με έκπληξιν και μου είπε: — Όχι, μα την αλήθειαν, δεν γνωρίζω· μήπως εσύ ημπορείς να μου το αποδείξης; — Και βέβαια, εάν τουλάχιστον δεν σφάλλωμαι· νομίζω δε ότι και συ ο ίδιος ημπορείς να το κάμης· διότι δεν είναι καθόλου δύσκολον. — Δι' εμένα τουλάχιστον είναι· και θα μου έκανες μεγάλην ευχαρίστησιν να μου αποδείξης αυτό το όχι δύσκολον. — Άκουε λοιπόν. — Λέγε — Παραδέχεσαι ότι υπάρχει καλόν και κακόν; — Μάλιστα. — Και άραγε τα αντιλαμβάνεσαι αυτά όπως εγώ; — Πώς; — Ότι κακόν μεν είναι παν ό,τι επιφέρει φθοράν και αφανισμόν, καλόν δε παν ό,τι σώζει και ωφελεί. — Μάλιστα. — Έκαστον δε πράγμα δεν παραδέχεσαι ότι έχει το καλόν του και το κακόν του; παραδείγματος χάριν οι οφθαλμοί έχουν την οφθαλμίαν και εν γένει το σώμα τας νόσους, ο σίτος την ερυσίβην, τα ξύλα την σήψιν, ο χαλκός και ο σίδηρος την σκωρίαν· και μ' ένα λόγον τίποτε δεν υπάρχει εις την φύσιν που να μην έχη το κακόν του και την ιδιαιτέραν του ασθένειαν. — Έτσι είναι. — Όταν λοιπόν αυτό το κακόν προσβάλη ένα πράγμα, δεν το βλάπτει και εις το τέλος το διαλύει και το καταστρέφει εξ ολοκλήρου; — Πώς όχι; — Ώστε αυτό το ιδιαίτερον διά την φύσιν εκάστου πράγματος κακόν και νόσημα είναι που το καταστρέφει, και αν δεν το καταστρέψη αυτό, δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να επιφέρη την καταστροφήν του· διότι βέβαια το καλόν δεν είναι ποτέ δυνατόν να προξενήση αυτό το αποτέλεσμα, ούτε επίσης εκείνο που δεν είναι ούτε καλόν ούτε κακόν. — Πώς βέβαια θα ημπορούσε;

— Εάν λοιπόν εύρωμεν κανένα πράγμα, το οποίον να έχη μεν το ιδιαίτερόν του νόσημα, που το καθιστά χειρότερον απ' ό,τι είναι, που δεν ημπορεί όμως και να το διαλύση εξ ολοκλήρου και να το καταστρέψη, δεν πρέπει να συμπεράνωμεν τότε ότι αυτό το πράγμα εκ φύσεως δεν υπόκειται εις καταστροφήν; — Δεν υπάρχει αμφιβολία περί του πράγματος. — Ε, λοιπόν! δεν υπάρχει κάτι που κάμνει την ψυχήν κακήν; — Και βέβαια· όλα εκείνα, που ανεφέραμεν ήδη ημείς, η αδικία και η ακολασία και η δειλία και η αμάθεια. — Και μήπως τάχα είναι κανένα από αυτά που να διαλύη και καταστρέφη την ψυχήν; πρόσεχε όμως μήπως εξαπατηθώμεν και νομίσωμεν ότι ο άδικος και άφρων άνθρωπος, όταν καταδικασθή διά μίαν αδικίαν την οποίαν διέπραξεν, η απώλειά του είναι αποτέλεσμα της αδικίας, της ασθενείας δηλαδή της ψυχής του· αλλά ιδού πως πρέπει να θεωρήσης το πράγμα· όπως η ασθένεια, η οποία είναι η διαλυτική αρχή του σώματος, το υποσκάπτει μικρόν κατά μικρόν και το αφανίζει και το φέρει εις κατάστασιν ώστε ούτε σώμα να είναι πλέον· όπως ακόμη και όλα τα άλλα πράγματα, που είπαμεν πριν, έχουν την ιδιαιτέραν αυτών νόσον, η οποία προσκολλωμένη και διατρίβουσα εις αυτά τα φθείρει και τα κάμνει να μην είναι πλέον ό,τι ήσαν· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Κατά τον ίδιον λοιπόν τρόπον ας εξετάσωμεν και περί της ψυχής, εάν η αδικία και τα άλλα πάθη, όταν εισβάλουν και εγκατασταθούν εις αυτήν, την φθείρουν και την εξαφανίζουν, έως ότου την οδηγήσουν εις τον θάνατον, χωρίζοντα αυτήν από του σώματος. — Κατ' ουδένα τρόπον δεν ημπορεί να συμβαίνη αυτό διά την ψυχήν. — Αφ' ετέρου όμως θα ήτο άλογον να είπωμεν, ότι ένα πράγμα καταστρέφεται από ένα ξένον νόσημα, αφού δεν καταστρέφεται από το ιδικόν του. — Βεβαίως άλογον — Συλλογίσου πράγματι, αγαπητέ μου Γλαύκων, ότι και όσον αφορά το σώμα, δεν παραδεχόμεθα ότι η καταστροφή του ημπορεί να είναι το άμεσον αποτέλεσμα της κακής ποιότητος των τροφών, είτε ένεκα της πολυκαιρίας των, είτε της αποσυνθέσεώς των, είτε οιασδήποτε άλλης αφορμής· αλλ' εάν η κακή ποιότης των τροφών γεννήση εις το σώμα την ασθένειαν, η οποία προσιδιάζει εις αυτό, θα είπωμεν, ότι εξ οποίας εκείνων κατεστράφη το σώμα υπό της ασθενείας, η οποία είναι το ιδικόν του κακόν· ουδέποτε δε θα ισχυρισθώμεν ότι αι τροφαί, που είναι ένα πράγμα όλως διόλου διαφορετικόν από το σώμα, ημπορούν διά της κακής των ποιότητος να επιφέρουν την καταστροφήν αυτού, εκτός εάν το ξένον τούτο κακόν δεν γεννήση το κακόν, που προσιδιάζει εις το σώμα. — Έχεις πληρέστατον δίκαιον. — Κατά τον ίδιον λοιπόν λόγον, εάν η ασθένεια του σώματος δεν γεννήση την ασθένειαν της ψυχής, ας μην ισχυρισθώμεν ποτέ ότι αύτη είναι δυνατόν να καταστραφή υπό ξένου κακού, χωρίς να μεσολαβήση το ιδικόν της το νόσημα. — Το πράγμα είναι λογικώτατον.

— Ή λοιπόν πρέπει να εξελέγξωμεν αυτά μας τα επιχειρήματα ως μη λογικά, ή εφ' όσον μένουν ανεξέλεγκτα, ας μη τολμήσωμεν να είπωμεν, ότι είτε υπό του πυρετού, είτε υπό οιασδήποτε άλλης νόσου, είτε και υπό του σιδήρου, έστω και αν κατακόψωμεν ολόκληρον το σώμα εις ελάχιστα τεμάχια, είναι ποτέ δυνατόν και δι' όλων αυτών των μέσων να καταστραφή η ψυχή· εκτός εάν κανείς μας αποδείξη, ότι από αυτά τα παθήματα του σώματος γίνεται και αυτή η ιδία ψυχή αδικωτέρα και ανοσιωτέρα· και ας μην επιτρέψωμεν να μας ειπούν, ότι είτε η ψυχή, είτε οιονδήποτε άλλο πράγμα, αφανίζεται υπό ξένου κακού, χωρίς να επέλθη το κακόν το οποίον εκ φύσεως του προσιδιάζει. — Αλλ' αυτό όμως βέβαια κανείς δεν θα ημπορέση να το αποδείξη, ότι αι ψυχαί των αποθνησκόντων γίνονται αδικώτεραι ένεκα του θανάτου — Εάν κανείς μολαταύτα έχη την τόλμην να προσβάλη αυτήν την αλήθειαν και ισχυρισθή ότι ο θάνατος καθιστά τον άνθρωπον χειρότερον και αδικώτερον, διά να μην αναγκασθή κατά συνέπειαν τούτου να ομολογήση ότι αι ψυχαί είναι αθάνατοι, θα τον υποχρεώσωμεν να παραδεχθή, ότι, εάν είναι αλήθεια αυτό που λέγει, η αδικία οδηγεί φυσικώς εις τον θάνατον, όπως η νόσος, και ότι αυτή είναι που θανατώνει με την δύναμιν, που έχει εκ φύσεως, τους κατεχομένους υπ' αυτής, άλλους μεν αμέσως, άλλους δε αργότερον, αναλόγως του βαθμού της αδικίας, και όχι όπως αποδεικνύει η καθημερινή πείρα, ότι αιτία του θανάτου των αδίκων είναι η τιμωρία που τους επιβάλλουν άλλοι. — Και μα την αλήθειαν, εάν η αδικία ήτο εκείνη που δίδει τον θάνατον εις τους πονηρούς, δεν θα ήτο τότε τόσον πολύ φοβερόν πράγμα· διότι τότε θα ήτο απαλλαγή από όλα τα κακά· αλλά φρονώ απεναντίας ότι μάλλον τους άλλους φονεύει, όσον της είναι δυνατόν, καθιστά δε εκείνον, που την έχει, και πάρα πολύ μάλιστα ζωτικόν, προσέτι δε και άγρυπνον· τόσον πολύ απέχει, φαίνεται, του να είναι θανάσιμος. — Πολύ σωστά τα λέγεις· διότι, εάν η διαφθορά της ψυχής, εάν το ιδιαίτερον αυτής κακόν, δεν ημπορή να την θανατώση και να την καταστρέψη, πώς είναι ποτέ δυνατόν να επιφέρη αυτό το αποτέλεσμα επί της ψυχής, ή επί οιουδήποτε άλλου πράγματος ένα άλλο κακόν που είναι εκ φύσεως τεταγμένον να προξενή την καταστροφήν άλλου ωρισμένου πράγματος; — Αδύνατον βέβαια και εναντίον πάσης λογικής. — Επομένως αφού ένα πράγμα δεν καταστρέφεται από κανένα κακόν, ούτε ιδικόν του ούτε ξένον, είναι φανερόν ότι κατ' ανάγκην θα υπάρχη πάντοτε, και αφού θα υπάρχη πάντοτε, είναι αθάνατον. — Κατ' ανάγκην.

— Ας το θεωρήσωμεν λοιπόν αυτό ως αναμφισβήτητον αλήθειαν και κατά συνέπειαν τούτου εννοείς, ότι αι ψυχαί θα είναι πάντοτε αι αυταί· διότι, αφού καμμία δεν χάνεται, δεν ημπορεί ούτε ολιγώτεραι να γίνουν, ούτε περισσότεραι· και πράγματι, εάν ο αριθμός των αθανάτων πραγμάτων ηύξανε, τα νέα αυτά όντα θα εγίνοντο από κάτι θνητόν, και τοιουτοτρόπως όλα τα πάντα εις το τέλος θα εγίνοντο αθάνατα. — Έχεις δίκαιον. — Αλλά ούτε τούτο θα μας επιτρέψη ο ορθός λόγος να το πιστεύσωμεν, ούτε προσέτι και να παραδεχθώμεν, ότι η ψυχή, θεωρουμένη κατά την αληθεστάτην αυτής φύσιν, ημπορεί να είναι πράγμα ποικιλόμορφον, γεμάτον από ανομοιότητα και διαφοράν. — Πώς λέγεις; — Δεν είναι εύκολον, πράγμα αποτελούμενον εκ της συνθέσεως πολλών μερών, να είναι αιώνιον, εκτός αν η σύνθεσις δεν είναι τόσον τελεία, όπως κατεδείξαμεν ήδη ότι είναι η της ψυχής. — Δεν είναι πράγματι πιθανόν, — Οι λόγοι λοιπόν που ανεφέραμεν προ μικρού και οι άλλοι μας αναγκάζουν να παραδεχθώμεν ότι η ψυχή είναι αθάνατος· αλλά διά να γνωρίσωμεν την αληθινήν αυτής φύσιν, δεν πρέπει να την ίδωμεν όπως την βλέπομεν ημείς σήμερον εις την κατάστασιν της διαφθοράς, που ευρίσκεται ένεκα της ενώσεώς της μετά του σώματος, και των άλλων κακών, αλλά πρέπει να την παρατηρήσωμεν προσεκτικά διά του λογισμού, οποία τις είναι κάθ' εαυτήν και απηλλαγμένη παντός ξένου στοιχείου, και τότε θα εννοήσωμεν πόσον απείρως ωραιοτέρα είναι και τότε προσέτι θα γνωρίσωμεν ακριβέστερον και την φύσιν της δικαιοσύνης και της αδικίας και όλων των άλλων, περί των οποίων ήδη εκάμαμεν λόγον· όσα δε είπαμεν τώρα περί αυτής είναι μεν αληθή, αλλ' εν σχέσει πάντοτε προς την παρούσαν αυτής κατάστασιν όπως πράγματι την είδαμεν, είναι καθώς εκείνοι που βλέπουν τον θαλάσσιον Γλαύκον και δεν ημπορούν να αναγνωρίσουν την πρώτην αυτού μορφήν, επειδή τα παλαιά μέρη του σώματος του είναι αλλά μεν σπασμένα, άλλα δε φαγωμένα και τελείως παραμορφωμένα υπό των κυμάτων, έχουν δε προσκολληθή επάνω του άλλα, κογχύλια και φύκη και πέτραι, εις τρόπον ώστε με κάθε άλλον θηρίον να ομοιάζη μάλλον, παρά όπως ήτο η αρχική αυτού φύσις· τοιουτοτρόπως παρουσιάζεται εις ημάς και η ψυχή, παραμορφωμένη από μύρια κακά· αλλά πρέπει, ω Γλαύκων, εκεί να αποβλέπωμεν. — Πού; — Εις τον έρωτα αυτής προς την αλήθειαν, και να λάβωμεν υπ' όψιν μας τα πράγματα προς τα οποία φέρεται και των οποίων την επικοινωνίαν επιζητεί, και την συγγένειαν την οποίαν έχει με παν ό,τι είναι αθάνατον και θείον και αιώνιον, διά να εννοήσωμεν οποία τις θα εγίνετο, όταν, παραδοθείσα εξ ολοκλήρου εις την επιδίωξιν παντός τοιούτου, και εκπηδήσασα με αυτήν την ορμήν έξω από τα βάθη της θαλάσσης, όπου τώρα ευρίσκεται, ήθελεν αποτινάξη πέτρας και κογχύλια, τα οποία τώρα είναι προσκολλημένα επάνω της επειδή τρέφεται από την γην με πράγματα γαιώδη και πετρώδη και άγρια εις τα μακαριστά υπό των πολλών θεωρούμενα γεύματά της· και τότε θα ιδής την αληθινήν αυτής φύσιν, είτε είναι πολυμερής είτε μονομερής, είτε ποία είναι η ουσία της και η υπόστασίς της· επί του παρόντος έχομεν, μου φαίνεται, αρκετά καλά εκθέση τα πάθη και τας μεταβολάς εις τας οποίας υπόκειται κατά τον ανθρώπινον αυτής βίον. — Πολύ λαμπρά. — Δεν απηλλάξαμεν λοιπόν εις αυτήν μας την έρευναν την δικαιοσύνην από παν το επουσιώδες και δεν εθέσαμεν κατά μέρος τιμάς και ανταμοιβάς και φήμας, που ανεφέρετε εσείς ακολουθούντες τον Όμηρον και τον Ησίοδον; δεν απεδείξαμεν, ότι η δικαιοσύνη καθ' εαυτήν είναι το μεγαλύτερον αγαθόν της ψυχής και ότι αύτη πρέπει να πράττη το δίκαιον, είτε κατέχει τον δακτύλιον του Γύγου, είτε όχι, ή και προσέτι εκτός αυτού και την περικεφαλαίαν του Άδου; — Αληθέστατα.

— Θα ημπορούσε τάχα να μας κατηγορήση κανείς, φίλε Γλαύκων, εάν ηθέλαμεν αποδώση τώρα εις την δικαιοσύνην και τας λοιπάς αρετάς, εκτός των πλεονεκτημάτων τα οποία καθ' εαυτάς έχουν, και τας ανταμοιβάς, που εξασφαλίζουν εις την ψυχήν εκ μέρους και των ανθρώπων και των θεών και εν τη ζωή και μετά θάνατον; — Καθόλου, νομίζω. — Θέλετε λοιπόν να μου επιστρέψετε εκείνα που σας εδάνεισα εις την αρχήν της συζητήσεώς μας; — Τι πράγμα; — Συγκατετέθην να σας παραχωρήσω ότι ημπορεί να θεωρήται ο δίκαιος άνθρωπος άδικος, και ο άδικος δίκαιος· διότι σεις εζητήσετε, αν και εις τούτο δεν είναι δυνατόν να εξαπατήση τις θεούς και ανθρώπους, να κάμωμεν μολαταύτα αυτήν την υπόθεσιν χάριν του λόγου, διά να κριθή αυτή καθ' εαυτήν η δικαιοσύνη προς αυτήν την αδικίαν· ή δεν το ενθυμείσαι; — Θα είχα άδικον να μην το ενθυμούμαι. — Αφού λοιπόν ήδη πλέον έχουν κριθή καθ' εαυτάς, απαιτώ τώρα υπέρ της δικαιοσύνης, να της αποδώσωμεν τας τιμάς που έχει και εκ μέρους των θεών και εκ μέρους των ανθρώπων και να την αποκαταστήσωμεν εις τα δικαιώματά της, και αφού απεδείξαμεν τα πλεονεκτήματα που δίδει εις τους αληθινούς οπαδούς της και ότι ουδέποτε εξαπατά εκείνους που την εγκολπούνται πραγματικώς, να ομολογήσωμεν ότι και ως προς τα αγαθά που παρέχει εις τους έχοντας απλώς την φήμην δικαίου ανθρώπου υπερτερεί την αδικίαν και της αξίζει να λάβη τον νικητήριον στέφανον. — Είναι πολύ δικαία η απαίτησίς σου.

Πρώτον μεν λοιπόν δεν θα μου παραχωρήσετε τούτο, ότι είναι αδύνατον να εξαπατηθούν οι θεοί, ποίος είναι δίκαιος άνθρωπος και ποίος άδικος; — Σου το παραχωρούμεν. — Και αφού το πράγμα έχει κατ' αυτόν τον τρόπον, ο μεν πρώτος δεν θα είναι αγαπητός εις τους θεούς ο δε άλλος μισητός, όπως και το παρεδέχθημεν εκ μιας αρχής; — Έτσι είναι. — Δεν θα ομολογήσωμεν δε, ότι ο άνθρωπος που αγαπούν οι θεοί, θα έχη να περιμένη τα μεγαλύτερα αγαθά, που εκ μέρους των παραχωρούνται, εκτός πλέον αν δεν έχη να πληρώση καμμίαν προγενεστέραν αμαρτίαν; — Αναμφιβόλως. — Πρέπει λοιπόν να έχωμεν την βεβαιότητα περί του δικαίου ανθρώπου, είτε πενία τον βασανίζει είτε ασθένεια είτε κανέν από τα άλλα θεωρούμενα κακά, ότι εις το τέλος όλα αυτά θα του έβγουν εις καλόν ενόσω ακόμη ζη ή και μετά τον θάνατον του· διότι ποτέ δεν εγκαταλείπει ο θεός εκείνον, ο οποίος προθυμοποιείται να γίνεται τέλειος και εξασκών την αρετήν να εξομοιούται, όσον είναι δυνατόν διά τον άνθρωπον, προς τον θεόν. — Βεβαίως δεν είναι φυσικόν ο τοιούτος να παραμελήται υπό του ομοίου του. — Όσον δε αφορά τον άδικον δεν πρέπει κατ' ανάγκην να έχωμεν όλως διόλου την εναντίαν ιδέαν; — Εννοείται βέβαια. — Τοιουτοτρόπως λοιπόν, εκ μέρους των θεών, ο στέφανος της νίκης θα είναι διά τον δίκαιον. — Αυτό τουλάχιστον είναι η γνώμη μου.

— Και εκ μέρους δε των ανθρώπων τα ίδια δεν συμβαίνουν, αφού επί τέλους πρέπει να βάλωμεν τα πράγματα εις την θέσιν των; δεν παθαίνουν το ίδιον οι δόλιοι και οι άδικοι ό,τι και οι δρομείς εκείνοι, οι οποίοι τρέχουν μεν καλά κατά την αρχήν του δρόμου, όχι όμως και κατά την επιστροφήν; και κατά πρώτον μεν χύνονται με μεγάλην ορμήν, εις το τέλος όμως γίνονται καταγέλαστοι, όταν με κρεμασμένα τα αυτιά εις τους ώμους αποσύρωνται αστεφάνωτοι· ενώ οι αληθινοί δρομείς φθάνουν εις το τέρμα, λαμβάνουν τα άθλα και στεφανώνονται· δεν συμβαίνει δε το ίδιον ως επί το πλείστον και με τους δικαίους; εις το τέλος εκάστης επιχειρήσεώς των, εις το τέλος της σταδιοδρομίας των και του βίου των, δεν λαμβάνουν παρά των ανθρώπων τα έπαθλα της ευδοκιμήσεως και τας ανταμοιβάς, που τους ανήκουν; — Έχεις δίκαιον.

— Θα δεχθής λοιπόν να εφαρμόσω εις τους δικαίους εκείνα τα οποία έλεγες εσύ περί των αδίκων; θα είπω δηλαδή ότι οι μεν δίκαιοι, όταν φθάσουν εις την ώριμον ηλικίαν, λαμβάνουν εις την πόλιν των όλα τα αξιώματα που ήθελον επιθυμήση, παίρνουν γυναίκα κατ' εκλογήν των απ' όπου θέλουν, νυμφεύουν επίσης τα τέκνα των εκεί που θελήσουν, και όλα όσα εσύ έλεγες τότε διά τους αδίκους, τα λέγω τώρα εγώ δι' αυτούς· απεναντίας δε οι άδικοι, και αν κατ' αρχάς πολλοί εξ αυτών κατορθώσουν να μην τους πάρουν είδησιν οι άνθρωποι, ξεσκεπάζονται όμως εις το τέλος του δρόμου των και γίνονται καταγέλαστοι, προπηλακίζονται εις τα γηρατειά των υπό των πολιτών και των ξένων, και, διά να μεταχειρισθώ τας εκφράσεις τας οποίας εύρισκες πολύ χονδράς — και είχες δίκαιον — όταν τας έλεγες περί του δικαίου, θα υποστούν και μαστιγώσεις και στρεβλώσεις και καυτηριασμούς και μ' ένα λόγον φαντάσου πως ακούεις από το στόμα μου όλα τα είδη των βασάνων, που ανέφερες τότε· αλλ' όπως σου είπα, κύτταξε αν θα τα παραδεχθής όλα αυτά. — Και πολύ προθύμως· διότι αναγνωρίζω πως έχεις δίκαιον.

— Τοιαύτα λοιπόν είναι τα πλεονεκτήματα, δώρα, μισθοί και ανταμοιβαί, που έχει ο δίκαιος κατά την διάρκειαν της ζωής του εκ μέρους των θεών και των ανθρώπων, εκτός εκείνων, τα οποία, είπομεν, του παρέχει αυτή καθ' εαυτήν η δικαιοσύνη. — Πολύ ωραία και ασφαλή. — Και όμως τίποτε δεν είναι αυτά ούτε κατά ποιόν ούτε κατά ποσόν εμπρός εις εκείνα που περιμένουν και τον ένα και τον άλλον μετά θάνατον· πρέπει δε να λεχθούν και αυτά, διά να αποδώσωμεν τελείως και εις τον δίκαιον και εις τον άδικον ό,τι έχει δικαίωμα να ακούση ο καθένας των από αυτήν μας την συζήτησιν. — Λέγε λοιπόν, διότι ολίγα πράγματα υπάρχουν που θα ήκουα με περισσοτέραν ευχαρίστησιν.

— Θα ακούσης λοιπόν τώρα την διήγησιν όχι του Αλκίνου αλλ' ανδρός ελλογίμου, του Ηρός του Αρμενίου, εκ Παμφυλίας το γένος έλκοντος. Αυτός εφονεύθη εις τον πόλεμον και όταν μετά δέκα ημέρας ήλθαν να παραλάβουν τα σώματα των νεκρών, που ευρίσκοντο πλέον εν τελεία αποσυνθέσει, το ιδικόν του ήτο ακόμη σώον και ακέραιον· τον μετέφεραν λοιπόν εις την πατρίδα προς ταφήν και ενώ την δωδεκάτην από του θανάτου του ημέραν έκειτο ήδη επί της πυράς, επανήλθεν εις την ζωήν και διηγήθη εις τους παρισταμένους όσα είχεν ιδή εις τον άλλον κόσμον· ευθύς, τους έλεγεν, που εβγήκεν η ψυχή του, εξεκίνησε με πολλούς άλλους και έφθασαν εις ένα θαυμάσιον τόπον, όπουν είδαν δύο χάσματα εις την γην, κοντά το ένα εις το άλλο, και δύο άλλα επάνω εις τον ουρανόν, κατάντικρυ εις τα πρώτα· μεταξύ δε αυτών εκάθηντο δικασταί, οι οποίοι εξέδιδον την απόφασίν των, και διέτασσον τους μεν δικαίους να ακολουθήσουν την προς τα δεξιά και άνω διά του ουρανού οδόν, αφού προηγουμένως τους εκρεμνούσαν απ' εμπρός μίαν πινακίδα, όπου εσημείωναν την απόφασίν των· τους δε αδίκους την προς τα κάτω και αριστερά, αφού και εις αυτούς εκρεμνούσαν ομοίαν πινακίδα, αλλ' από πίσω, περιέχουσαν την σημείωσιν όλων των πράξεών των· όταν παρουσιάσθη και ο ίδιος, του είπαν ότι οφείλει να έλθη και να φέρη εις τους ανθρώπους την είδησιν όλων που συμβαίνουν εκεί, και τον διέταξαν να περιμείνη διά να παρατηρήση και ακούση τα πάντα.

Είδε λοιπόν εκεί πρώτον μεν τας ψυχάς, που εδικάσθησαν τότε, να αναχωρούν από τα δύο αντικρυνά χάσματα του ουρανού και της γης, και από τα δύο άλλα πάλιν, από το ένα της γης να αναβαίνουν ψυχαί γεμάται από σκόνην και ακαθαρσίαν, από το άλλο δε του ουρανού να κατεβαίνουν άλλαι ωραίαι και καθαραί· όλαι δε εφαίνοντο ως να έφθαναν από μακρυνόν δρόμον και με ευχαρίστησιν ήρχοντο να κατασκηνώσουν εις τον λειμώνα, ως εις τόπον συγκεντρώσεως· όσαι εξ αυτών εγνωρίζοντο, αντήλλασον εγκάρδιον χαιρετισμόν και εζήτουν πληροφορίας μεταξύ των, εκείναι από τον ουρανόν, αι άλλαι από την γην και διηγούντο πλέον αι μεν πρώται με δάκρυα και με κοπετούς όσα έπαθαν και είδαν κατά την πορείαν των κάτω από την γην — ήτο δε η διάρκεια της πορείας χιλίων ετών — όσαι δε έφθαναν από τον ουρανόν, τας μοναδικάς ηδονάς που απήλαυσαν, και το άφραστον κάλλος των θεαμάτων που είδαν.