Πολιτεία, Τόμος 4

Part 7

Chapter 70 wordsPublic domain

— Μας μένει τώρα ύστερ' απ' αυτά να εξετάσωμεν την τραγωδίαν, και τον Όμηρον τον αρχηγόν αυτής, διότι ακούομεν μερικούς να λέγουν ότι οι ποιηταί αυτοί γνωρίζουν όλας τας τέχνας, και όλας τας ανθρωπίνας επιστήμας, που έχουν αντικείμενον την αρετήν και την κακίαν, προσέτι δε και όσα αποβλέπουν τους θεούς· επειδή ένας καλός ποιητής είναι ανάγκη να γνωρίζη καλά όλα εκείνα, τα οποία πραγματεύεται, εάν θέλη να έχη το έργον του πραγματικήν αξίαν, άλλως δεν είναι δυνατόν να κάμη τίποτε· πρέπει λοιπόν να εξετάσωμεν ημείς, αυτοί που ομιλούν κατ' αυτόν τον τρόπον μήπως τάχα έχουν απατηθή από τους μιμητάς τούτους, και βλέποντες τα έργα των, δεν είναι εις θέσιν να εννοήσουν, ότι απέχουν τρεις βαθμούς από την πραγματικότητα και ότι τοιαύτα έργα είναι εύκολον να γίνουν και από άνθρωπον μη γνωρίζοντα την αλήθειαν, διότι είναι φαντάσματα και δεν έχουν τίποτε το αληθινόν· ή μήπως τάχα έχουν δίκαιον και πράγματι οι καλοί ποιηταί κατέχουν κατά βάθος τα πράγματα, τα οποία, κατά την κρίσιν των πολλών, τόσον εύμορφα παριστάνουν. — Πραγματικώς πρέπει να το εξετάσωμεν. — Πιστεύεις λοιπόν ότι, εάν ένας ήτο εξ ίσου ικανός να κάμη και το είδωλον ενός πράγματος, και αυτό το ίδιον πράγμα καθ' εαυτό, θα επροτίμα να αφοσιωθή με όλας τας δυνάμεις του εις την δημιουργίαν κενών ειδώλων και αυτό να λάβη ως σκοπόν της ζωής του, ως να μην είχε τίποτε άλλο καλύτερον να κάμη; — Δεν το πιστεύω εγώ. — Αλλ' εάν ήτο αληθώς επιστήμων των πραγμάτων αυτών που μιμείται, νομίζω ότι πολύ περισσότερον θα επροθυμοποιείτο διά τα ίδια τα έργα παρά διά την μίμησιν αυτών, και θα επροσπαθούσε να αφήση οπίσω του την μνήμην πολλών και καλών κατορθωμάτων, προτιμών, φυσικώ τω λόγω, να είναι μάλλον ο εγκωμιαζόμενος, παρά ο εγκωμιαστής άλλων. — Και εγώ αυτό φρονώ, διότι δεν είναι ίση και εις τας δύο περιστάσεις η τιμή και η ωφέλεια. — Και διά μεν τα άλλα πράγματα ας μη ζητώμεν λόγον από τον Όμηρον ή από όποιον άλλον ποιητήν· ας μην ερωτήσωμεν αν κανείς από αυτούς ήτο επιστήμων ιατρός, και όχι απλώς μιμητής ιατρικών λόγων, εάν κανείς από τους παλαιούς ή νέους ποιητάς εθεράπευσεν ασθενείς, όπως ο Ασκληπιός, αν άφησε μαθητάς της ιατρικής, όπως εκείνος τους ιδίους του απογόνους· ας μην τους ερωτήσωμεν και διά τας άλλας τέχνας και ας τα αφήσωμεν όλα αυτά κατά μέρος· αφού, όμως ο Όμηρος τολμά να κάμνη λόγον περί των μεγίστων και καλλίστων πραγμάτων, περί πολέμων και στρατηγιών και διοικήσεων πόλεων και περί της εκπαιδεύσεως των ανθρώπων, είναι ίσως δίκαιον να τον ερωτήσωμεν και να του είπωμεν: Ω φίλε Όμηρε, εάν δεν απέχης τρεις βαθμούς από την αλήθειαν όσον αφορά την αρετήν και δεν είσαι απλώς δημιουργός ειδώλων, μιμητής δηλαδή κατά τον ορισμόν μας, αλλά απέχης, έστω, δύο βαθμούς και ήσουν ικανός να γνωρίζης ποία είναι εκείνα που κάμνουν τους ανθρώπους καλυτέρους ή χειροτέρους είτε εις τον ιδιωτικόν είτε εις τον δημόσιον βίον, λέγε μας, ποία πόλις χρεωστεί εις εσένα την βελτίωσιν της διοικήσεώς της, όπως η Λακεδαίμων εις τον Λυκούργον και αι άλλαι πόλεις μικραί και μεγάλαι εις άλλους πολλούς; εσένα ποία πόλις σε μνημονεύει ότι υπήρξες νομοθέτης άριστος και ότι την ωφέλησες; η Ιταλία και η Σικελία έχουν τον Χαρώνδαν, ημείς οι Αθηναίοι τον Σόλωνα· εσένα όμως ποίος τόπος; θα έχη να μας απαντήση κανένα; — Δεν πιστεύω· τουλάχιστον ούτε αυτοί οι Ομηρίδαι αναφέρουν τοιούτον τι. — Αλλά μήπως τάχα μνημονεύεται κανένας πόλεμος επί της εποχής του Ομήρου, ο οποίος να διεξήχθη επιτυχώς ή υπό την αρχηγίαν εκείνου ή σύμφωνα με τας συμβουλάς του; — Κανείς. — Αλλά μήπως λοιπόν αναφέρονται πολλαί εφευρέσεις ως σοφού ανθρώπου εις τας τέχνας και άλλαι ευκολίαι ωφέλιμοι εις τας διαφόρους εργασίας και τα επαγγέλματα, όπως λέγεται περί του Θαλού του Μιλησίου και του Αναχάρσιδος του Σκύθου; — Τίποτε απολύτως τοιούτον δεν λέγεται. — Αλλ' εάν δεν προσέφερεν ο Όμηρος καμμίαν τοιαύτην υπηρεσίαν εις την κοινωνίαν, μήπως λέγεται ότι διηύθυνεν, ότε έζη, την ανατροφήν ιδιωτών τινων, οι οποίοι ηρέσκοντο εις την συναναστροφήν του και παρέδοσαν εις τους μεταγενεστέρους ένα τρόπον βίου ομηρικόν, όπως ο Πυθαγόρας παραδείγματος χάριν ηγαπήθη ιδιαζόντως διά τον λόγον τούτον και οι οπαδοί του ακόμη και σήμερον διακρίνονται μεταξύ όλων των ανθρώπων δια τον ιδιαίτερον τρόπον του βίου των, τον οποίον αυτοί οι ίδιοι ονομάζουν Πυθαγόρειον; — Ούτε τίποτε τοιούτον αναφέρεται· διότι ο Κρεώφυλος τουλάχιστον, ο φίλος του Ομήρου, θα εφαίνετο ίσως ως προς την ανατροφήν του γελοιότερος και από αυτό το όνομά του, αν αληθεύουν όσα αναφέρουν σχετικώς με την διαγωγήν του προς τον Όμηρον· διότι λέγουν ότι επέδειξε μίαν αχαρακτήριστον αμέλειαν προς αυτόν, ενόσω έζη.

— Πραγματικώς αναφέρεται τοιούτον τι· αλλά φρονείς, Γλαύκων, ότι εάν πράγματι ο Όμηρος ήτο ικανός να εκπαιδεύη τους ανθρώπους και να τους κάμνη καλυτέρους, επειδή ημπορούσε να γνωρίζη κατά βάθος αυτά τα πράγματα και όχι απλώς να τα μιμήται, δεν θα αποκτούσε πολλούς φίλους, οι οποίοι θα τον περιέβαλλον με όλην την αγάπην των; αλλ' ο μεν Πρωταγόρας έξαφνα ο Αβδηρίτης και ο Πρόδικος ο Κείος και πλείστοι άλλοι έχουν αρκετήν επιρροήν επί του πνεύματος των συγχρόνων των, ώστε να τους πείθουν, εις τας ιδιαιτέρας των ομιλίας, ότι ούτε τον οίκον ούτε την πατρίδα των θα ημπορέσουν να διοικήσουν, εάν δεν αναλάβουν αυτοί την διεύθυνσιν της εκπαιδεύσεώς των· και δι' αυτήν των την σοφίαν τόσον πολύ τους αγαπούν και τους τιμούν, ώστε μόνον που δεν τους σηκώνουν να τους γυρνούν επάνω εις τα κεφάλια των οι οπαδοί των. Τον δε Όμηρον και τον Ησίοδον οι σύγχρονοί των θα τους άφηναν να περιέρχωνται ως αλήται τον κόσμον να απαγγέλλουν τας ραψωδίας των, εάν ημπορούσαν να ωφελήσουν τους ανθρώπους με αληθινά διδάγματα αρετής; δεν θα προσεκολλώντο μάλλον εις αυτούς περισσότερον απ' ό,τι προσκολλώντο εις τον χρυσόν, και δεν θα έκαμναν τα δυνατά των διά να τους κρατήσουν πλησίον των, ή, εάν δεν το κατώρθωναν, δεν θα τους παρηκολούθουν οι ίδιοι όπου και αν επήγαιναν ως πιστοί μαθηταί, έως ότου τελειοποιήσουν επαρκώς την εκπαίδευσίν των; — Μου φαίνεται ότι έχεις πληρέστατον δίκαιον, Σωκράτη.

— Να είπωμεν λοιπόν περί όλων των ποιητών εν γένει, αρχίζοντες από τον Όμηρον, ότι είναι απλώς μιμηταί των ειδώλων της αρετής και όλων των άλλων, τα οποία πραγματεύονται εις τα ποιήματά των, την αλήθειαν όμως ούτε καν προσεγγίζουν; αλλ' όπως ελέγαμεν προ ολίγου, ο ζωγράφος ημπορεί να κάμη ένα υποδηματοποιόν που να ομοιάζη πράγματι τόσον πολύ, αν και αυτός ο ίδιος δεν έχει καμμίαν γνώσιν από αυτό το επάγγελμα, ώστε εκείνοι που τον βλέπουν, απατώμενοι από το σχέδιον και από το χρώμα, να νομίζουν ότι βλέπουν αληθινόν υποδηματοποιόν. — Αναμφιβόλως. — Τοιουτοτρόπως, νομίζω, και ο ποιητής, ενώ δεν γνωρίζει τίποτε άλλο παρά να μιμήται, έχει την ικανότητα να επιχρωματίζη με τοιαύτά τινα χρώματα, με τας λέξεις δηλαδή και τας εικονικάς εκφράσεις, εκάστην τέχνην, ώστε, είτε περί υποδηματοποιίας ομιλεί, είτε πραγματεύεται περί πολέμου, είτε περί οιουδήποτε άλλου πράγματος εν μέτρω και ρυθμώ και αρμονία, οι ακροαταί, κρίνοντες όπως τα ακούουν κατ' αυτόν τον τρόπον, να πιστεύουν, ότι τα γνωρίζει περίφημα και κατά βάθος αυτά όλα που λέγει· τόσην μεγάλην γοητείαν έχει εκ φύσεως η ποίησις! διότι γνωρίζεις, υποθέτω, οποία τις ήθελε φανή αυτή καθ' εαυτήν η ποίησις, εάν απογυμνωθή από τον μουσικόν αυτόν χρωματισμόν της· βέβαια θα το έχης και συ παρατηρήση. — Μάλιστα. — Δεν ομοιάζει με τα πρόσωπα των ευρισκομένων εις το άνθος της νεότητός των, χωρίς όμως και να είναι ωραίοι, τα οποία γνωρίζεις δα πώς φαίνονται όταν χάσουν αυτό το άνθος; — Ακριβώς.

— Πρόσεξε τώρα παρά κάτω· ο ποιητής του ειδώλου, ο μιμητής δηλαδή, δεν έχει καμμίαν ακριβή γνώσιν του πραγματικού, αλλ' απλώς του φαινομένου· δεν είναι έτσι; — Μάλιστα. — Ας μην αρκεσθώμεν όμως εις αυτήν την ατελή εξέτασιν του πράγματος, αλλ' ας το εξετάσωμεν κατά βάθος. — Λέγε. — Ο ζωγράφος, λέγομεν, θα ζωγραφίση ηνίας και χαλινόν. — Μάλιστα. — Επίσης και ο σκυτοτόμος και ο σιδηρουργός θα κατασκευάσουν τα ίδια αυτά πράγματα. — Ναι. — Άραγε όμως γνωρίζει ο ζωγράφος πώς πρέπει να είναι αι ηνίαι και ο χαλινός; ή μήπως δεν το γνωρίζει αυτό ούτε εκείνος που τα κατασκευάζει, ο σιδηρουργός και ο σκυτοτόμος, αλλά μόνος εκείνος που γνωρίζει και να τα μεταχειρισθή, δηλαδή ο ιππεύς; — Αυτό είναι αλήθεια, — Και δεν θα παραδεχθώμεν ότι το ίδιον συμβαίνει και με όλα τα άλλα; — Πώς; Δι' έκαστον πράγμα υπάρχουν αυταί αι τρεις τέχναι, η μία που το μεταχειρίζεται, η άλλη που το κατασκευάζει και η άλλη που το μιμείται. — Μάλιστα. — Αλλά αι ιδιότητες και το κάλλος και η τελειότης ενός σκεύους ή ενός ζώου ή και μιας πράξεως εις τι άλλο αποβλέπουν παρά εις την χρήσιν, διά την οποίαν έκαστον κατεσκευάσθη υπό του ανθρώπου ή εποιήθη υπό της φύσεως; Έτσι είναι. — Κατ' ανάγκην λοιπόν μόνος ο μεταχειριζόμεγος ένα πράγμα γνωρίζει τας ιδιότητας αυτού καλύτερα από κάθε άλλον και αυτός οδηγεί τον κατασκευαστήν και του λέγει ποία προτερήματα ή ελαττώματα παρουσιάζει το έργον του εις την χρήσιν· ο αυλητής παραδείγματος χάριν θα συστήση εις τον κατασκευαστήν των αυλών και θα του παραγγείλη πώς πρέπει να είναι οι αυλοί, που του κάνουν καλύτερα εις την εργασίαν του, και εκείνος θα ακολουθήση τας συστάσεις του. — Πώς όχι; — Εκείνος λοιπόν του παραγγέλλει ως γνώστης των καλών και των κακών αυλών, και ο άλλος θα τους κατασκευάση με όλην την πεποίθησιν εις την εμπειρίαν του. — Βέβαια. — Ώστε η μεν γνώσις την οποίαν έχει ο κατασκευαστής περί των προτερημάτων ή ελαττωμάτων του έργου του είναι απλή πίστις, την οποίαν αντλεί από τας συνομιλίας του με εκείνον που γνωρίζει να το μεταχειρίζεται, και του οποίου είναι αναγκασμένος να ακούη τας οδηγίας· ενώ αυτός ο μεταχειριζόμενος κατέχει την επιστήμην του πράγματος. — Βεβαιότατα.

— Ο δε μιμητής από την χρήσιν τάχα των πραγμάτων τα οποία μιμείται, θα αποκτήση την επιστήμην αυτών, ώστε να είναι εις θέσιν να γνωρίζη αν είναι καλά ή ορθά είτε όχι; ή τουλάχιστον θα μάθη να έχη μίαν ορθήν γνώμην περί αυτών, διότι ευρίσκεται εις την ανάγκην να συνομιλή με εκείνον που τα γνωρίζει και να λαμβάνη από αυτόν διαταγάς πώς πρέπει να εργάζεται; — Ούτε το ένα ούτε το άλλο. — Ούτε λοιπόν γνώσιν ακριβή ούτε ορθήν ιδέαν θα έχη ο μιμητής σχετικώς με τας αρετάς και τας κακίας των πραγμάτων, τα οποία μιμείται. — Έτσι φαίνεται. — Ώστε ο μιμητής, εις την ποίησιν, θα είναι πολύ βέβαια αξιάγαστος διά την σοφίαν που έχει των πραγμάτων, περί των οποίων πραγματεύεται. — Δεν το φαντάζομαι. — Αλλ' όμως μολαταύτα θα μιμηθή το κάθε τι, χωρίς να γνωρίζη τι είναι το καλόν και τι το κακόν εις αυτό· αλλά, καθώς φαίνεται, εκείνο που θεωρούν και παραδέχονται ως καλόν οι πολλοί οι αμαθείς, αυτό θα λαμβάνη ως αντικείμενον μιμήσεως. — Και τι άλλο; — Ώστε κατ' αυτόν τον τρόπον νομίζω, ότι απεδείξαμεν επαρκώς δύο τινά: πρώτον ότι ο μιμητής τίποτε άξιον λόγου δεν γνωρίζει από όσα μιμείται, και ότι η μίμησις είναι απλώς παιδιά, στερουμένη πάσης σοβαρότητος· και δεύτερον ότι εκείνοι που επιλαμβάνονται της τραγικής ποιήσεως, είτε εις ιαμβικούς στίχους είτε εις ηρωικούς, είναι όλοι των μιμηταί, όσον ημπορεί κανείς να είναι. — Αναμφιβόλως.

— Αλλά, προς θεού, αυτή η μίμησις δεν απέχει τρεις βαθμούς από την αλήθειαν; ή όχι; — Μάλιστα. — Προς ποίον δε τάχα πράγμα του ανθρώπου εξασκεί την δύναμιν που έχει; — Τι δηλαδή πράγμα εννοείς; — Αυτό που θα σου ειπώ· το αυτό μέγεθος, καθώς βέβαια γνωρίζεις, αναλόγως πού το βλέπει η όρασις από μακράν ή από πλησίον, δεν φαίνεται ίσον. — Πραγματικώς. — Και ακόμη τα ίδια αντικείμενα φαίνονται τεθλασμένα ή ευθέα αναλόγως πού τα βλέπομεν μέσα ή έξω από το νερό, και κοίλα ή κυρτά ένεκα της απάτης που προξενούν εις την όρασιν τα χρώματα· και εν γένει είναι φανερόν ότι η οπτική αύτη απάτη εμβάλλει εις μεγάλην διατάραξιν την ψυχήν. Αυτήν λοιπόν την φυσικήν ημών διάθεσιν είναι που εκμεταλλεύεται η τέχνη της σκιαγραφίας και η τέχνη των θαυματοποιών και άλλαι παρόμοιαι, και δεν παραλείπουν καμμίαν γοητείαν που να μην την εξασκούν εις βάρος της. — Έχεις δίκαιον. — Δεν ευρέθη όμως το μέτρημα, η αρίθμησις και το ζύγισμα ασφαλέστατον προφυλακτικόν κατά της απάτης ταύτης, ώστε να μην υπερισχύη εν ημίν εκείνο, που μας φαίνεται μεγαλύτερον ή μικρότερον ή περισσότερον ή βαρύτερον, αλλ' εκείνο που θα βεβαιωθώμεν διά του υπολογισμού και της καταμετρήσεως ή και της ζυγίσεως; — Βεβαιότατα. — Αυτά όμως όλα δεν είναι έργον του λογιστικού μέρους της ψυχής μας; — Αυτού βέβαια. — Όταν όμως τούτο μετρήση πολλάκις και εύρη ότι υπάρχουν πράγματα μεγαλύτερα ή μικρότερα το ένα από το άλλο ή ίσα μεταξύ των, τότε θα παραδεχθή ότι τα αυτά πράγματα έχουν συγχρόνως ιδιότητας αντιθέτους προς αλλήλας.

— Μάλιστα. — Αλλ' ημείς δεν είπαμεν, ότι είναι αδύνατον το αυτό μέρος της ψυχής να σχηματίση συγχρόνως αντιθέτους κρίσεις περί του αυτού πράγματος; — Και πολύ ορθώς το είπαμεν. — Ώστε λοιπόν το μέρος της ψυχής μας που κρίνει χωρίς να λαμβάνη υπ' όψιν του το μέτρημα δεν ημπορεί να είναι το ίδιον με εκείνο, που κρίνει σύμφωνα με τα μέτρα. — Δεν ημπορεί βέβαια. — Αλλά το μέρος της ψυχής, που στηρίζεται εις το μέτρημα και τον λογαριασμόν, είναι το καλύτερον, που υπάρχει εν αυτή. — Πώς όχι; — Και επομένως εκείνο, που αντιτίθεται προς αυτό, θα είναι κάποιο από τα ταπεινότερα στοιχεία της ψυχής. — Κατ' ανάγκην.

— Εις αυτό το συμπέρασμα ακριβώς ήθελα να καταλήξωμεν, όταν έλεγα ότι η ζωγραφική και εν γένει πάσα τέχνη στηριζομένη επί της μιμήσεως απέχει πολύ από την αλήθειαν εις κάθε τι που παράγει και ότι αφ' ετέρου και το μέρος εκείνο της ψυχής μας, προς το οποίον αύτη αναφέρεται και συγγενεύει και σχετίζεται, απέχει επίσης πολύ από την σοφίαν, και δεν είναι διά κανένα ασφαλές και αληθινόν πράγμα. — Συμφωνότατος. — Φαύλη επομένως και με φαύλον συνδυαζομένη η μιμητική γεννά και τέκνα φαύλα — Έτσι φαίνεται. — Και τάχα αυτό αληθεύει μόνον εις την διά της οράσεως μιμητικήν, ή και εις την διά της ακοής, την οποίαν ονομάζομεν ποίησιν; — Μου φαίνεται πως και δι' αυτήν αληθεύει το ίδιον. — Ας μην εμπιστευώμεθα όμως εις την αναλογίαν μόνον την οποίαν μας φαίνεται ότι έχει προς την ζωγραφικήν, αλλ' ας προβώμεν και εις την ακριβή εξέτασιν του μέρους εκείνου της ψυχής, προς το οποίον έχει την ιδιαιτέραν της αναφοράν η ποίησις, και ας ίδωμεν αν αυτό το μέρος έχη ή δεν έχη καμμίαν αξίαν. — Αυτό πρέπει να κάμωμεν.

— Ας θεωρήσωμεν λοιπόν το πράγμα κατ' αυτόν τον τρόπον· η ποιητική μίμησις, λέγομεν, μιμείται τους ανθρώπους εις τας αναγκαστικάς ή εκουσίας πράξεις αυτών, κατ' ακολουθίαν των οποίων θεωρούν τους εαυτούς των ή ευτυχείς ή δυστυχείς, και εις τας οποίας όλας ή χαίρουν ή λυπούνται· μήπως είναι τίποτε άλλο εκτός από αυτό; — Όχι, τίποτε. — Και τάχα εις όλας αυτάς τας περιστάσεις ο άνθρωπος ευρίσκεται εις συμφωνίαν με τον εαυτόν του; ή μήπως απεναντίας, όπως προκειμένου περί της οράσεως ελέγαμεν ότι στασιάζει και σχηματίζει αντιθέτους συγχρόνως δοξασίας περί των αυτών πραγμάτων, τοιουτοτρόπως και όσον αφορά τας πράξεις του διχογνωμεί και μάχεται ο ίδιος με τον εαυτόν του; μου έρχεται δε τώρα εις τον νουν, ότι δεν είναι καν ανάγκη να συζητούμεν επ' αυτού του σημείου, διότι εις τους ανωτέρω λόγους μας εμείναμεν τελείως σύμφωνοι εις όλα αυτά, ότι η ψυχή μας δηλαδή είναι γεμάτη από μυρίας τοιαύτας αντιθέσεις, αι οποίαι συμβαίνουν συγχρόνως εντός αυτής. — Πολύ σωστά. — Βέβαια και πολύ σωστά· αλλά μου φαίνεται ότι είναι ανάγκη τώρα να εξετάσωμεν εκείνο που τότε παρελείψαμεν. — Το ποίον τούτο; — Ελέγαμεν καθώς ενθυμείσαι και τότε, ότι ένας άνθρωπος μετρημένος, εις τον οποίον ήθελε συμβή καμμία ατυχία, να χάση παραδείγματος χάριν τον υιόν του ή τίποτε άλλο που να του είναι εξαιρετικώς προσφιλές, θα υποφέρη την απώλειαν αυτήν με περισσοτέραν υπομονήν από κάθε άλλον. Βεβαίως. — Τώρα δε ας εξετάσωμεν και τούτο· τάχα καμμίαν πραγματικώς λύπην δεν θα αισθανθή, ή αυτό μεν είναι αδύνατον, θα περιορίση δε απλώς την θλίψιν του; Αυτό μάλλον μου φαίνεται ότι είναι το αληθές. — Πες μου δε ακόμη και αυτό· πότε νομίζεις ότι περισσότερον θα προσπαθήση να πολεμήση και να κατανικήση την λύπην του, όταν ευρίσκεται μεταξύ των ομοίων του και τον βλέπουν, ή όταν θα ευρεθή μόνος του χωρίς την παρουσίαν κανενός άλλου; — Πολύ βέβαια θα διαφέρη το πράγμα όταν τον βλέπουν άλλοι. — Ενώ όταν είναι μόνος του θα αφήση, υποθέτω, τον εαυτόν του να ξεσπάση εις θρήνους πολλούς και οδυρμούς, που πολύ θα εντρέπετο αν τον ήκουε κανείς, και πολλά θα έκαμνε, που δεν θα εδέχετο να τον έβλεπε κανείς να τα κάμνη. — Έτσι είναι.

— Εκείνο λοιπόν που τον διατάσσει να αντιστέκεται κατά της λύπης δεν είναι ο ορθός λόγος και ο νόμος; και απεναντίας εκείνο που τον σύρει εις αυτήν δεν είναι αυτό το πάθος; — Αληθώς. — Όταν δε ο άνθρωπος δοκιμάζη δύο συγχρόνως αντίθετα κινήματα εν σχέσει προς το αυτό αντικείμενον, κατ' ανάγκην, λέγομεν, ότι υπάρχουν εν αυτώ δύο διακεκριμένα μέρη. — Πώς όχι; — Λοιπόν το μεν ένα εξ αυτών είναι έτοιμον να υπακούση εις τον νόμον και να ακολουθήση τας υποδείξεις αυτού. Πώς; — Λέγει δηλαδή ο νόμος, ότι κάλλιστον είναι να διατηρή τις όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν ευστάθειαν εις τας συμφοράς του και να μην αγανακτή, διότι ούτε δυνάμεθα να γνωρίζωμεν τι είναι το καλόν και τι το κακόν εις αυτάς, ούτε κερδίζει κανείς τίποτε να στενοχωρήται υπερμέτρως, ούτε αξίζει να αποδίδωμεν μεγάλην σπουδαιότητα εις κανέν από τα ανθρώπινα· προπάντων δε διότι η λύπη γίνεται εμπόδιον εις το να σπεύση τάχιστα προς βοήθειαν ημών εκείνο, του οποίου απαραίτητον ανάγκην έχομεν εις αυτάς τας περιστάσεις. — Και ποίον είναι αυτό; — Το λογικόν, διά να κρίνωμεν ψυχραίμως την επελθούσαν συμφοράν, και, όπως όταν εις τους κύβους μας έλθη καμμιά στραβή ριξιά, να κυττάξωμεν να κανονίσωμεν τα πράγματά μας σύμφωνα με την περίστασιν, όπως δηλαδή μας υποδείξη το λογικόν πως θα είναι καλύτερα, και να μην κάμνωμεν όπως τα παιδιά, που όταν τύχη να πέσουν, κρατούν το μέρος που εχτύπησαν και εξακολουθούν να ξεφωνίζουν· αλλά να συνηθίζωμεν την ψυχήν μας να επιλαμβάνεται όσον το δυνατόν γρηγορώτερα της θεραπείας του νοσήματος και της επανορθώσεως του ατυχήματος, καθιστώσα τοιουτοτρόπως διά της ιατρικής περιττάς τας ανωφελείς θρηνωδίας. — Αυτό πράγματι είναι το καλύτερον, που θα είχαμεν να κάμωμεν εις τας συμφοράς μας. — Λέγομεν λοιπόν ότι είναι το καλύτερον μέρος του εαυτού μας εκείνο, που γνωρίζει να ακολουθή αυτόν τον λογισμόν. — Φανερόν. — Ενώ εκείνο το άλλο μέρος, που μας τραυά αδιαλείπτως εις την ανάμνησιν του παθήματός μας και μας ρίπτει εις τους θρήνους και δεν ημπορεί να τους χορτάση, δεν έχομεν όλα μας τα δίκαια να το είπωμεν αλόγιστον και ανωφέλευτον και δειλόν; — Βέβαια θα το είπωμεν.

— Λοιπόν η μεν λύπη και η αγανάκτησις παρέχει πολλάς και ποικίλας αφορμάς εις την μίμησιν, ενώ απεναντίας ο φρόνιμος και γαλήνιος χαρακτήρ, ο οποίος είναι πάντοτε όμοιος προς εαυτόν, ούτε εύκολον είναι να τον μιμηθή κανείς, ούτε πολύ πρόσφορος να κατανοηθή, μάλιστα υπό του πολυποικίλου εκείνου πλήθους που συναθροίζεται συνήθως εις τας πανηγύρεις και τα θέατρα· διότι είναι όλως διόλου ξένη προς αυτούς η μίμησις τοιαύτης ψυχικής διαθέσεως. — Πράγματι όλως διόλου. — Άλλως τε ο μιμητικός ποιητής δεν είναι εκ φύσεως πλασμένος να παριστάνη αυτό το μέρος της ψυχής και η σοφία του δεν είναι προορισμένη να αρέσκεται εις αυτό, αν θέλη να ευδοκιμήση παρά τοις πολλοίς, αλλά να εξεικονίζη τους παθητικούς χαρακτήρας, των οποίων η ποικιλία καθιστά ευκολωτέραν την μίμησιν. — Το πράγμα είναι ευνόητον. — Θα είχαμεν λοιπόν δίκαιον να καταδικάσωμεν και αυτόν και να τον βάλωμεν εις την ανάλογον θέσιν με τον ζωγράφον; διότι έχει κοινόν προς αυτόν το ότι συνθέτει πράγματα δίχως αξίαν, εν σχέσει με την αλήθειαν· ακόμη δε του ομοιάζει, διότι εργάζεται να αρέση εις το χειρότερον και όχι εις το καλύτερον μέρος της ψυχής. Τοιουτοτρόπως λοιπόν θα είμεθα πληρέστατα δικαιολογημένοι να μην τον παραδεχθώμεν εις την ευνομουμένην πολιτείαν μας, διότι εξεγείρει και τρέφει το κακόν τούτο μέρος της ψυχής και όσον ισχυροποιεί αυτό τόσον καταστρέφει το λογιστικόν· και όπως όταν εις μίαν πολιτείαν καθιστά τις τους κακούς ισχυροτέρους και παραδίδει εις αυτούς την διοίκησιν της πόλεως και εξαφανίζει τους χρηστοτέρους, το ίδιον θα είπωμεν και διά τον μιμητικόν ποιητήν, ότι εγκαθιδρύει εις την ψυχήν εκάστου κακήν πολιτείαν, διότι χαρίζεται εις το ανόητον και αλόγιστον αυτής μέρος και δεν ημπορεί να ξεχωρίση ούτε τα μεγαλύτερα ούτε τα μικρότερα, αλλά εκλαμβάνει τα αυτά άλλοτε μεν μεγάλα άλλοτε δε μικρά, και πλάττει είδωλα, τα οποία απέχουν απείρως από την αλήθειαν — Αυτό είναι βέβαιον.

— Και μολαταύτα ακόμη δεν είπαμεν το μεγαλύτερον κακόν που προξενεί η ποίησις· διότι δεν είναι πράγματι φοβερώτατον να βλέπωμεν, ότι, εκτός πάρα πολύ ολίγων, είναι ικανή να διαφθείρη και αυτούς τους σοφούς; — Αλήθεια φοβερώτατον, εάν πράγματι κατορθώνη και αυτό. — Άκουσε και θα κρίνης· γνωρίζεις ότι και οι καλύτεροι ακόμη από ημάς, όταν ακούωμεν μέρη από τον Όμηρον ή και από κανένα άλλον τραγικόν ποιητήν, τα οποία παρουσιάζουν ένα ήρωα που ευρίσκεται εις μεγάλην λύπην και εν μέσω των οδυρμών του απαγγέλλει μακράν ρήσιν, ή και μοιρολογεί και κτυπά το στήθος του, αισθανόμεθα μίαν ευχαρίστησιν, την οποίαν ασυναισθήτως αφήνομεν κατά μικρόν να μας κυριεύση και ενώ αφ' ενός συμπάσχομεν με τον ήρωα, αφ' ετέρου με όλην μας την σοβαρότητα θαυμάζομεν και επαινούμεν τον ποιητήν, που μας παρέχει αυτήν την συγκίνησιν. — Το γνωρίζω, πώς όχι; — Και όμως όταν συμβή εις κανένα από ημάς τους ιδίους καμμία λύπη μεγάλη, γνωρίζεις επίσης ότι φιλοτιμούμεθα να φερώμεθα κατά τρόπον όλως διόλου αντίθετον, να δεικνύωμεν δηλαδή ησυχίαν και υπομονήν, αν ημπορούμεν, διότι αυτή είναι η διαγωγή που αρμόζει εις άνδρα, ενώ εκείνο, που επαινούσαμεν τότε, μόνον εις γυναίκας ταιριάζει. — Το γνωρίζω και αυτό. — Είναι λοιπόν ορθός αυτός ο έπαινος, να βλέπωμεν τοιούτον άνδρα, που δεν θα κατεδέχετο κανείς αλλά και θα εντρέπετο να είναι εις την θέσιν του, χωρίς να αισθανώμεθα βδελυγμίαν, αλλ' απεναντίας να χαίρωμεν και να επαινούμεν; — Πραγματικώς δεν φαίνεται καθόλου εύλογον το πράγμα. — Αναμφιβόλως, αν μάλιστα το θεωρήσης υπ' αυτήν την έποψιν. — Την ποίαν; — Εάν σκεφθής ότι το μέρος εκείνο της ψυχής μας, το οποίον διά της βίας συγκρατούμεν εις τας συμφοράς μας, και χάνεται διά δάκρυα και οδυρμούς και ποτέ του δεν τα χορταίνει αρκετά, επειδή αυτή είναι η φύσις του να επιθυμή τα τοιαύτα, αυτό, λέγω, το μέρος είναι εκείνο που κολακεύουν οι ποιηταί και σπουδάζουν να το ευχαριστούν· το δε άλλο μέρος της ψυχής, που είναι εκ φύσεως το καλύτερον, επειδή ακόμη δεν είναι αρκετά ενδυναμωμένον υπό του λόγου και της συνηθείας, αφήνει ελεύθερον τον χαλινόν του θρηνητικού εκείνου, με την δικαιολογίαν ότι είναι απλώς θεατής ξένων δυστυχιών και δεν είναι καθόλου εντροπή δι' αυτό να επαινή και να ελεή έναν άλλον, που μολονότι έχει να καυχάται διά την ανδρείαν του και την υπεροχήν του, παραδίδεται εις ακαίρους θρήνους· και τοιουτοτρόπως θεωρεί τουλάχιστον κέρδος την ευχαρίστησιν που δοκιμάζει, και δεν θα εδέχετο κατ' ουδένα λόγον να την στερηθή καταδικάζων ολόκληρον το ποίημα· διότι παρά πολύ ολίγοι είναι εις θέσιν να σκεφθούν, πόσον τα ξένα αισθήματα επιδρώσιν ασυναισθήτως επί των ιδικών μας· ούτως ώστε, όταν κανείς αναθρέψη και δυναμώση την ευαισθησίαν αυτού με την θέαν των δυστυχιών του άλλου, είναι δύσκολον να την συγκρατή εις τας ιδικάς του. — Αυτό είναι βέβαιον.