Part 6
— Έστω λοιπόν και αφού εφθάσαμεν τώρα εδώ, ας επαναλάβωμεν εκείνα που είπαμεν εις την αρχήν αρχήν και τα οποία έδωσαν αφορμήν εις αυτήν την συζήτησιν· ελέγετο δε τότε, νομίζω, ότι η αδικία ωφελεί εις τον τελείως άδικον, φθάνει να περνά διά δίκαιος· δεν ελέχθη πράγματι αυτό: — Μάλιστα. — Ας το εξετάσωμεν λοιπόν και αυτό, τώρα που εμείναμεν σύμφωνοι περί των αποτελεσμάτων, τα οποία έχουν επί της ψυχής και τα άδικα έργα και τα δίκαια. — Πώς; — Ας πλάσωμεν διά της φαντασίας μίαν εικόνα της ψυχής, διά να ιδή, τι έλεγεν εκείνος που το υπεστήριζεν αυτό. — Τι είδους εικόνα. — Μίαν εικόνα κατά το είδος της Χίμαιρας και της Σκύλλας και του Κέρβερου και των άλλων μυθολογουμένων τεράτων, τα οποία παριστάνουν συγκείμενα από πολλάς και διαφόρους φύσεις ηνωμένας. — Πολύ καλά. — Πλάττε λοιπόν εν πρώτοις ένα τέρας ποικίλον και πολυκέφαλον, που να έχη γύρω άλλας μεν κεφαλάς ημέρων ζώων και άλλας αγρίων, και που να ημπορή να τας παράγη μόνον του όλας αυτάς και να τας μεταβάλλη κατά βούλησιν. — Χρειάζεται πολύ επιτήδειος τεχνίτης δι' αυτό το έργον· αφού όμως είναι πολύ ευκολώτερον να πλάττη κανείς διά της φαντασίας παρά με τον κηρόν, ας υποθέσωμεν ότι το επλάσαμεν το τέρας σου. — Κάμε τώρα και μίαν εικόνα λέοντος και μίαν ανθρώπου· αλλά να είναι πολύ μεγαλυτέρα η πρώτη εικών από τας δύο άλλας, και η δευτέρα μεγαλυτέρα από την τελευταίαν. — Αυτά είναι ευκολώτερα και έγιναν ήδη. — Σύναψε τώρα αυτάς τας τρεις εικόνας ώστε να συνδεθούν καλά και να αποτελέσουν έν όλον. — Έτοιμον και αυτό. — Να το ενδύσης τώρα όλο αυτό γύρω με την εικόνα ενός ανθρώπου, ούτως ώστε ένας, που δεν ημπορεί να ιδή τι έχει μέσα του, αλλά βλέπει μόνον το εξωτερικόν περίβλημα, να του φαίνεται πως είναι απλώς ένας άνθρωπος. — Έγινε και αυτό.
— Ας είπωμεν τώρα εις εκείνον που υποστηρίζει ότι η αδικία ωφελεί εις τούτον τον άνθρωπον και η δικαιοσύνη δεν τον συμφέρει, ας του είπωμεν, λέγω, ότι είναι το ίδιον να υποστηρίζη πως τον συμφέρει, να καλοθρέφη το πολυκέφαλον τέρας και να τρανεύη τον λέοντα και τα περί τον λέοντα, να αφήνη δε τον άνθρωπον να αποθνήσκη από την πείναν και να αδυνατίζη, εις τρόπον ώστε να σύρνεται όπου τον τραυούν τα άλλα δύο θηρία, και ούτε καν να εξοικειώνη και αυτά μεταξύ των διά να ζουν με αγάπην, αλλά να τα αφήνη να μαλλώνουν και να δαγκάνωνται και να τρώγωνται. — Τίποτε άλλο πράγματι δεν λέγει εκείνος που επαινεί την αδικίαν. — Ενώ απεναντίας εκείνος, που υποστηρίζει ότι η δικαιοσύνη ωφελεί, δεν λέγει ότι πρέπει πάντα τα έργα μας και πάντες οι λόγοι μας να τείνουν εις το να καταστήσουν επικρατέστερον τον εσωτερικόν άνθρωπον, και δεν θα επιμελήται και το πολυκέφαλον τέρας ως έμπειρος γεωργός, λαμβάνων και την βοήθειαν του λέοντος, διά να τρέφη μεν και αναπτύσση τα ήμερα, εμποδίζη δε τα άγρια να φυτρώνουν, και να φροντίζη από κοινού δι' όλα, ώστε να ζουν με αγάπην και ομόνοιαν μεταξύ των; — Αυτό ακριβώς βέβαια λέγει εκείνος που επαινεί την δικαιοσύνην. — Ώστε κατά πάντα τρόπον εκείνος μεν που εγκωμιάζει την δικαιοσύνην λέγει την αλήθειαν, ψεύδεται δε εκείνος που επαινεί την αδικίαν· και πραγματικώς, είτε προς την ηδονήν, είτε προς την δόξαν, είτε προς την ωφέλειαν αποβλέψη τις, ο μεν επαινετής της δικαιοσύνης αληθεύει, ο δε κατήγορος αυτής τίποτε το σωστόν δεν λέγει, ουδέ καν γνωρίζει εκείνο που κατηγορεί. — Πραγματικώς μου φαίνεται πως δεν γνωρίζει.
— Ας προσπαθήσωμεν όμως να τον εξαγάγωμεν από την πλάνην του, αφού αύτη βέβαια δεν είναι εκουσία. Ευλογημένε, θα του είπωμεν, επί τίνος βάσεως έχει καθιερωθή η διάκρισις μεταξύ του καλού και του αισχρού; τα μεν καλά δεν είναι εκείνα που υποτάσσουν το ζωώδες μέρος της φύσεως ημών υπό το ανθρώπινον, ή μάλλον το θείον, αισχρά δε απεναντίας εκείνα, που υποδουλώνουν το ήμερον εις το άγριον και θηριώδες; τι λέγεις, θα συμφωνήση; — Αν θέλη να με ακούση. — Τούτου τεθέντος, ημπορεί ποτε να είναι ωφέλιμον εις κανένα, να πάρη χρήματα αδίκως, εάν πρόκειται με τα χρήματα που θα πάρη να υποδουλώση το καλύτερον μέρος του εαυτού του εις το ελεεινότερον; σκέψου δα εάν επρόκειτο απέναντι χρημάτων να πωλήση δούλον τον υιόν του ή την θυγατέρα του, και μάλιστα εις ανθρώπους αγρίους και κακούς, δεν θα τον εσύμφερε βέβαια το πράγμα, και τους μεγαλυτέρους θησαυρούς ακόμη αν ελάμβανεν· όταν δε υποδουλώνη το θειότατον μέρος του εαυτού του εις το αθεώτατον και μιαρώτατον, δεν είναι πράγματι άθλιος, και ο χρυσός, τον οποίον δέχεται απέναντι, δεν θα του στοιχίση δεινότερον όλεθρον, παρ' ό,τι εις την Εριφύλην το χρυσούν περιδέραιον, το οποίον εδέχθη απέναντι της ζωής του συζύγου της; — Πολύ δεινότερον βέβαια, θα σου αποκριθώ εγώ εκ μέρους του.
— Διά ποίον λόγον, σε παρακαλώ, κατεδικάσθη πάντοτε και ανέκαθεν ο ακόλαστος βίος, παρά διότι η ακολασία αφίνει αχαλίνωτον το φοβερόν εκείνο και μεγάλον και πολυκέφαλον τέρας πέραν του δέοντος; — Δι' αυτόν βέβαια τον λόγον. — Διατί δε καταδικάζουν την αυθαιρεσίαν και το ασυμβίβαστον του χαρακτήρος, παρά διότι αναπτύσσουν και επιτείνουν παρά το αρμόζον μέτρον την φύσιν του λέοντος και του όφεως εν τω ανθρώπω; — Αναμφιβόλως. — Εάν δε ψέγουν τον τρυφηλόν και μαλθακόν βίον, δεν είναι διότι εκνευρίζει και εκφυλίζει την ιδίαν αυτήν φύσιν, όταν την μεταβάλλη εις ανανδρίαν; — Πώς όχι; — Διατί ακόμη ψέγουν την κολακείαν και την ανελευθερίαν, παρά διότι υποδουλώνει αυτό το ίδιον, το θυμοειδές, εις το ταραχώδες εκείνο θηρίον και διότι εξευτελιζόμενον χάριν χρημάτων και ένεκα της απληστίας εκείνου το συνηθίζει εκ νεαράς ηλικίας να γίνεται αντί λέοντος πίθηκος; — Έτσι είναι. — Διά τίνα δε λόγον τα βάναυσα επαγγέλματα και τας χειρωνακτικάς εργασίας δεν τας έχουν εις καμμίαν υπόληψιν; όχι διότι εκείνοι που τας εξασκούν έχουν τόσον αδύνατον εκ φύσεως το άριστον μέρος της ψυχής, το λογικόν, ώστε μη δυνάμενοι να χαλιναγωγήσουν και να κυβερνήσουν τα θηρία εκείνα, που είναι μέσα των, αναγκάζονται να τα περιποιούνται, και δεν είναι εις θέσιν τίποτε άλλο να μάθουν, παρά τα μέσα με τα οποία να κολακεύουν τας αδυναμίας των; — Έτσι φαίνεται.
— Λοιπόν, διά να λάβουν και οι τοιούτοι ένα άρχοντα όμοιον με εκείνον, υπό του οποίου κυβερνάται ο τέλειος άνθρωπος, δεν πρέπει να γίνωνται υπήκοοι και δούλοι εκείνου του τελείου, ο οποίος και αυτός κυβερνάται εσωτερικώς υπό του θείου, χωρίς βέβαια να νομίζωμεν ότι η υποταγή αύτη θα είναι επί βλάβη του υπηκόου, καθώς διισχυρίζετο ο Θρασύμαχος εν γένει περί των υπηκόων, αλλ' επειδή είναι διά πάντα άνθρωπον συμφερώτερον να κυβερνάται υπό άρχοντος σοφού και θείου, είτε τον έχει εντός του και είναι ιδικός του (το οποίον θα ήτο και το καλύτερον) είτε και του επιβάλλεται έξωθεν, ίνα κατά το δυνατόν γίνωμεν όλοι όμοιοι προς αλλήλους και φίλοι κυβερνώμενοι υπό της αυτής αρχής: — Και πολύ σωστά. — Είναι δε φανερόν, ότι τον ίδιον σκοπόν προτίθεται και ο νόμος, όταν παρέχη την βοήθειάν του ανεξαιρέτως εις όλα τα μέλη της πολιτείας· και η εξάρτησις δε, υπό την οποίαν κρατούμεν τους παίδας, επί της αυτής αρχής στηρίζεται· διότι δεν τους αφήνωμεν ελευθέρους να κάμνουν ό,τι θέλουν, εφ' όσον προηγουμένως δεν εγκαθιδρύσωμεν εντός αυτών, όπως εις μίαν πόλιν, ένα πολίτευμα σταθερόν, και εφ' όσον δεν καλλιεργήσωμεν το λογικόν των διά του ιδικού μας, ώστε να είναι εις θέσιν να επαγρυπνή επ' αυτών και να ρυθμίζη την διαγωγήν των· τότε δε μόνον τους χειραφετούμεν. — Πράγματι επ' αυτής της αρχής στηρίζεται ο νόμος. — Πώς λοιπόν, αγαπητέ Γλαύκων, και επί τίνος λόγου στηριζόμενοι θα ημπορούσαμεν να είπωμεν ότι ωφελεί να αδική τις ή να ακολασταίνη ή να κάμνη καμμίαν αισχράν πράξιν, έστω και αν, χειρότερος γινόμενος, επρόκειτο να κερδίση χρήματα πολλά ή άλλην τινά δύναμιν; — Κατ' ουδένα τρόπον. — Ή τι θα ωφελούσε ακόμη, και αν η αδικία έμενε κρυμμένη και ατιμώρητος; μήπως η ατιμωρησία δεν καθιστά τον κακόν ακόμη χειρότερον; ενώ απεναντίας, όταν το έγκλημα ανακαλύπτεται και τιμωρήται, το μεν θηριώδες μέρος της ψυχής καταπραΰνεται και εξημερούται, το δε ήμερον επανακτά όλα του τα δικαιώματα, ολόκληρος δε η ψυχή αποκαθισταμένη εις την αρίστην αυτής φύσιν ανυψούται, διά της σωφροσύνης και της δικαιοσύνης και της φρονήσεως, εις κατάστασιν τόσον πολύ ανωτέραν από το σώμα, το οποίον ήθελεν αποκτήση δύναμιν και καλλονήν και υγείαν, όσον η ψυχή είναι καθ' εαυτήν ανωτέρα του σώματος. — Αυτό είναι βέβαιον. — Ώστε ένας άνθρωπος με νουν θα βάλη βέβαια όλα του τα δυνατά διά να επιτύχη αυτό το τέλειον είδος της ζωής· και εν πρώτοις θα εκτιμά παρά παν άλλο τα μαθήματα, που συντείνουν εις την τελειοποίησιν της ψυχής, περιφρονών όλα τα άλλα. — Αναντιρρήτως. — Έπειτα, ως προς την σωματικήν δίαιταν, δεν θα παραδώση τον εαυτόν του εις την κτηνώδη και άλογον ηδονήν διά να ζη μόνον με την απόλαυσιν αυτής, αλλ' ουδέ πάλιν θα επιδοθή εις την αποκλειστικήν επιμέλειαν της υγείας του, διά να γίνη δυνατός και υγιής και ωραίος, εάν δεν πρόκειται να αποκτήση δι' αυτών συγχρόνως και την εγκράτειαν, αλλά θα επιζητή πάντοτε την εν τω σώματι αρμονίαν, χάριν μόνον της εν τη ψυχή συμφωνίας. — Βεβαιότατα, εάν τουλάχιστον πρόκειται να είναι αληθινός μουσικός.
— Και επομένως και εις την απόκτησιν των χρημάτων θα τηρήση το αυτό μέτρον και την αυτήν βεβαίως αρμονίαν, χωρίς να τον θαμβώνη ο όγκος του πλούτου, που τον μακαρίζουν συνήθως οι πολλοί, διά να ζητή και αυτός να τον αυξήση επ' άπειρον, αυξάνων όμως συγχρόνως επ' άπειρον και τα κακά που τον συνοδεύουν. — Και εγώ δεν πιστεύω να το κάμη αυτό. — Αλλ' αποβλέπων πάντοτε εις το εσωτερικόν του πολίτευμα και προσέχων μήπως επιφέρη καμμίαν εις αυτό διατάραξιν είτε η περίσσεια του πλούτου είτε η ανεπάρκεια αυτού, θα φροντίση επ' αυτής της βάσεως να κανονίση τα έσοδα και τα έξοδά του συμφώνως προς τας δυνάμεις του. — Αναμφιβόλως. — Επί της αυτής ακόμη αρχής στηριζόμενος και ως προς τας τιμάς και τα αξιώματα, θα επιζητή μεν και ευχαρίστως μάλιστα θα δοκιμάζη εκείνα, που έχει την ιδέαν ότι θα τον κάμουν καλύτερον, θα αποφεύγη όμως, είτε εις τον ιδιωτικόν είτε εις τον δημόσιον βίον του, όσα θα ημπορούσαν να διαταράξουν την αρμονίαν, που βασιλεύει εις την ψυχήν του. — Τότε λοιπόν δεν θα θελήση να αναμιχθή εις τα πολιτικά, εάν, καθώς λέγεις, τόσον φροντίζη δι' αυτό. — Θα θελήση, μα τον κύνα, και παρά πολύ μάλιστα, τουλάχιστον εις την ιδικήν του πόλιν, όχι όμως ίσως και εις την πατρίδα του, εκτός τουλάχιστον αν γίνη κανένα θαύμα . . . — Α, εκατάλαβα· εννοείς την πόλιν, την οποίαν ιδρύσαμεν ημείς, και η οποία μόνον κατά φαντασίαν υφίσταται, διότι δεν πιστεύω να υπάρχη εις κανένα μέρος της γης. — Αλλ' ίσως να ευρίσκεται εις τον ουρανόν το πρότυπον αυτής, τουλάχιστον δι' εκείνον που θέλει να το βλέπη· και να ρυθμίζη επί τη βάσει αυτού το πολίτευμα της ψυχής του· άλλως τε δεν σημαίνει τίποτε αν υπάρχη, ή αν θα υπάρξη κάποτε· διότι ο σοφός και τέλειος άνθρωπός μας μόνον εις της τοιαύτης πόλεως τα πολιτικά θα αναμιχθή και καμμιάς άλλης. — Και είναι πολύ φυσικόν.
ΒΙΒΛΙΟΝ Ι'.
— Και πραγματικώς πολλούς και άλλους λόγους έχω να κρίνω, ότι η πολιτεία που ιδρύσαμεν ημείς είναι η τελειοτέρα από κάθε άλλην, όχι δε ολιγώτερον το λέγω αυτό και όταν αναλογισθώ εκείνο που είπαμεν διά την ποίησιν. — Το ποίον; — Το ότι κατ' ουδένα τρόπον παραδεχόμεθα το καθαρώς μιμητικόν αυτής μέρος· τώρα μάλιστα, καθώς νομίζω, φαίνεται απαραίτητος η ανάγκη να το αποκλείσωμεν ολότελα, αφού έχομεν πλέον σαφώς διακρίνη τα μέρη εις τα οποία διαιρείται η ψυχή. — Πώς τούτο; — Διά να το είπωμεν μεταξύ μας, διότι δεν θα με προδώσετε βέβαια εις τους τραγικούς ποιητάς και εις όλους τους άλλους τους μιμητικούς, όλα αυτά τα είδη της ποιήσεως δεν είναι δι' άλλο παρά να διαφθείρουν τον νουν των ακροατών, όσοι τουλάχιστον δεν έχουν αντιφάρμακον την ακριβή εκτίμησιν των πραγμάτων αυτών. — Πώς σκέπτεσαι διά να φθάσης εις αυτό το συμπέρασμα; — Θα σου το ειπώ, αν και μου κρατεί την γλώσσαν μου μια κάποια αγάπη και σεβασμός, που τρέφω εκ παιδικής ηλικίας διά τον Όμηρον· διότι φαίνεται ότι αυτός είναι ο πρώτος διδάσκαλος και ο αρχηγός όλων αυτών των καλών μας τραγικών ποιητών^ αλλ' επειδή όμως ο άνθρωπος οφείλει να υποχωρήση εμπρός εις την αλήθειαν, πρέπει να το ειπώ αυτό που λέγω. — Πολύ σωστά βέβαια.
— Άκουε λοιπόν, ή καλύτερα απάντησέ μου. — Ερώτα με. — Ημπορείς να μου ειπής μίμησις γενικώς τι είναι; διότι εγώ δεν κατορθώνω πολύ καλά να εννοήσω τι θέλει να ειπή. — Πολύ ωραία λοιπόν τότε θα το εννοήσω εγώ! — Δεν θα ήτο και παράδοξον το πράγμα, διότι πολλάκις άνθρωποι με αμβλείαν την όρασιν βλέπουν κάτι τι πρωτύτερα από τους οξυδερκείς. — Αυτό είναι αλήθεια, αλλά ποτέ εγώ εμπρός σου δεν θα ήμουν ικανός να τολμήσω να ειπώ την ιδέαν μου δι' οτιδήποτε· ώστε βλέπε συ ο ίδιος.
— Θέλεις λοιπόν να αρχίσωμεν και αυτήν την εξέτασιν από την συνηθισμένην μας μέθοδον; συνηθίζομεν, ηξεύρεις, να περιλαμβάνωμεν υπό μίαν ιδέαν γενικήν εκάστην χωριστήν πληθύν των όντων, εις τα οποία αποδίδομεν το αυτό όνομα· ή δεν εννοείς; — Εννοώ. — Ας λάβωμεν λοιπόν και τώρα ό,τι θέλεις από αυτά τα πολλά· υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, πολλαί κλίναι και τράπεζαι. — Πώς όχι; — Αλλά αυτά τα δύο είδη των επίπλων περιλαμβάνονται το ένα υπό την ιδέαν της κλίνης, το άλλο υπό την ιδέαν της τραπέζης. — Ναι. — Δεν συνηθίζομεν δε ακόμη να λέγωμεν, ότι ο τεχνίτης που κατασκευάζει το ένα ή το άλλο από αυτά τα δύο είδη των επίπλων, έχει υπ' όψιν του την ιδέαν και τοιουτοτρόπως κατασκευάζει ο ένας τας κλίνας και ο άλλος τας τραπέζας, τας οποίας μεταχειριζόμεθα ημείς, και όλα τα άλλα κατ' αυτόν τον τρόπον; διότι βέβαια αυτήν την ιδέαν κανείς τεχνίτης δεν την κατασκευάζει· είναι δυνατόν; — Όχι βέβαια.
— Κοίταξε λοιπόν τώρα τι όνομα θα δώσης και εις αυτόν τον τεχνίτην που θα σου ειπώ. — Τον ποίον; — Εκείνος που κάμνει όλα όσα κάμνουν χωριστά καθένας από τους χειροτέχνας. — Φοβερός και θαυμαστός θα είναι αυτός που μας λέγεις. — Περίμενε να ιδής ακόμη και τότε πολύ περισσότερον θα τον θαυμάσης· διότι ο ίδιος αυτός ο τεχνίτης είναι άξιος να κάμη όχι μόνον όλα τα έπιπλα και σκεύη, αλλά και όλα τα δημιουργήματα της φύσεως, και ζώα και φυτά και όλα τα άλλα πράγματα και τον εαυτόν του ακόμη, και εκτός τούτων και την γην και τον ουρανόν και τον Άδην κάτω από την γην. — Πάρα πολύ αξιοθαύμαστον σοφόν μας λέγεις. — Δεν το πιστεύεις; Αλλά ειπέ μου, σε παρακαλώ· σου φαίνεται απολύτως αδύνατον να υπάρξη, ένας τέτοιος τεχνίτης, ή υπό μίαν μεν έποψιν ημπορεί ένας να κάμνη όλα αυτά, υπό άλλην δε έποψιν όχι; ή μήπως δεν γνωρίζεις ότι και συ ο ίδιος θα ήσουν ικανός με ένα κάποιον τρόπον να τα κάμης όλα αυτά; — Και ποίος είναι αυτός ο τρόπος; — Το πράγμα δεν είναι δύσκολον, αλλά γίνεται συχνάκις και γρήγορα· και εις την στιγμήν μάλιστα, αν θέλης να κάμης την δοκιμήν, πάρε ένα καθρέπτην και γύρισέ τον απ' όλα τα μέρη· αμέσως θα κάμης τον ήλιον και όσα υπάρχουν εις τον ουρανόν, αμέσως θα κάμης την γην, και τον εαυτόν σου και τα άλλα ζώα και τα σκεύη και τα φυτά και όλα που ελέγαμεν προ ολίγου.
Ναι, φαινόμενα, όχι όμως και αληθώς υπάρχοντα. — Πολύ καλά το είπες, και έρχεσαι ακριβώς εκεί που ζητεί ο λόγος· και ο ζωγράφος, νομίζω, είναι τεχνίτης αυτού του είδους, ή όχι; — Βεβαιότατα. — Αλλά, υποθέτω, δεν θα ειπής ότι είναι αληθινά και πραγματικά εκείνα που κάμνει· αν και υπό μίαν τινά έποψιν και ο ζωγράφος κάμνει κλίνην ή όχι; — Ναι, αλλά φαινομενικήν κλίνην. — Τι δε ο κλινοποιός; δεν έλεγες προ μικρού ότι δεν κατασκευάζει την ιδέαν, η οποία ακριβώς δεχόμεθα ότι είναι εκείνο που κατ' ουσίαν είναι η κλίνη, αλλ' απλώς μίαν κλίνην; — Ναι, το έλεγα. — Αφού λοιπόν δεν κάμνει εκείνο που κατ' ουσίαν υπάρχει, δεν κάμνει επομένως τίποτε πραγματικόν, αλλά κάτι τι που ομοιάζει με το πραγματικόν, χωρίς όμως να είναι αυτό· εάν δε τις ήθελεν είπη, ότι είναι πραγματικώς ον το έργον του κλινοποιού ή άλλου τινός τεχνίτου, δεν φαίνεται ότι απατάται προφανώς; — Αυτό τουλάχιστον θα παραδεχθούν όσοι διατρίβουν με αυτά τα ζητήματα. — Ας μη μας φαίνεται λοιπόν παράδοξον εάν και αυτό είναι κάτι τι πολύ αμυδρόν παραβαλλόμενον προς την αλήθειαν. — Μάλιστα.
— Θέλεις λοιπόν επ' αυτών τα οποία είπαμεν να εξετάσωμεν τι πράγμα είναι ο μιμητής ούτος; — Εάν το θέλης. — Υπάρχουν λοιπόν τριών ειδών κλίναι· μία, η οποία υπάρχει, εν τη φύσει, και την οποίαν, καθώς νομίζω, ημπορούμεν να είπωμεν ότι την κατεσκεύασεν ο θεός· διότι εις ποίον άλλον δυνάμεθα να την αποδώσωμεν; — Εις κανένα άλλον, νομίζω. — Δευτέρα, την οποίαν κατασκευάζει ο ξυλουργός. — Μάλιστα. — Και μία τρίτη, την οποίαν κάμνει ο ζωγράφος· δεν είναι έτσι; — Έτσι είναι. — Ζωγράφος λοιπόν, κλινοποιός, θεός, είναι τρεις τεχνίται εις τους οποίους ανήκουν τρία διάφορα είδη κλινών. — Μάλιστα τρεις. — Και ο μεν θεός, είτε δεν ήθελεν, είτε υπήρχεν ανάγκη τις να μη κατασκευάαη παρά μίαν μόνον κλίνην εν τη φύσει, κατεσκεύασε πραγματικώς μίαν μόνην, εκείνην ακριβώς που είναι η καθ' αυτό κλίνη· δύο δε τοιαύται ή περισσότεραι ούτε εδημιουργήθησαν, ούτε είναι δυνατόν να δημιουργηθώσι. — Διά ποίον λόγον; — Διότι αν ήθελε κατασκευάση δύο μόνον, αμέσως θα παρουσιάζετο και μία τρίτη, της οποίας η ιδέα θα ήτο κοινή και εις τας δύο εκείνας, και τότε αυτή θα ήτο η καθ' αυτό κλίνη, και όχι αι δύο άλλαι. — Πολύ σωστά. — Αυτά λοιπόν, υποθέτω, τα εγνώριζεν ο θεός, και επειδή ήθελε να είναι πράγματι ποιητής κλίνης πραγματικώς και καθ' εαυτήν υπαρχούσης, και όχι όπως ο κλινοποιός κατασκευαστής αυτής ή εκείνης της κλίνης, δι' αυτό εδημιούργησε την κλίνην η οποία εκ φύσεως είναι μία. — Έτσι πρέπει να είναι το πράγμα. — Θέλεις λοιπόν αυτόν μεν να τον ονομάσωμεν δημιουργόν της κλίνης, ή κάπως έτσι αλλέως; — Θα είναι δίκαιον, διότι αφ' εαυτού εδημιούργησε και της κλίνης την ουσίαν και όλων των άλλων πραγμάτων. — Τον δε κλινοποιόν; δεν θα τον ονομάσωμεν κατασκευαστήν κλίνης; — Ναι. — Τον δε ζωγράφον θα ονομάσωμεν επίσης κατασκευαστήν και δημιουργόν αυτής; — Καθόλου. — Αλλά τι λοιπόν θα τον ονομάσης της κλίνης; — Μα, υποθέτω, το καλύτερον που Θα εταίριαζε είναι να τον ονομάσωμεν μιμητήν εκείνου, του οποίου οι άλλοι είναι κατασκευασταί. — Πολύ καλά· μιμητήν λοιπόν ονομάζεις τον ποιητήν ενός έργου, που απέχει τρεις βαθμίδας από την φύσιν; — Ακριβώς. — Τοιουτοτρόπως λοιπόν και ο τραγωδιοποιός, αφού είναι μιμητής, απέχει τρεις βαθμούς από τον βασιλέα και από την αλήθειαν, καθώς και όλοι οι άλλοι οι μιμηταί. — Έτσι φαίνεται.
— Περί μεν λοιπόν του μιμητού εμείναμεν σύμφωνοι· ειπέ μου δε τώρα περί του ζωγράφου· φρονείς τάχα ότι έργον έχει να μιμήται εκείνο που είναι εν τη φύσει καθ' εαυτό έν, ή τα έργα των τεχνιτών; — Τα έργα των τεχνιτών. — Και άραγε όπως είναι ή όπως φαίνονται; αυτό ακόμη να μου καθορίσης. — Πώς εννοείς; — Ως εξής· μία κλίνη, είτε εκ του πλαγίου την παρατηρείς, είτε κατ' ενώπιον, είτε απ' όπου αλλού, μεταβάλλεται καθόλου, ή απλώς μόνον φαίνεται διαφορετική; το ίδιον δε και δι' όλα τα άλλα πράγματα; — Φαίνεται μόνον διαφορετική, χωρίς να μεταβάλλεται καθόλου. — Εδώ λοιπόν τώρα πρόσεξε· ποίος είναι ο σκοπός της ζωγραφικής; έργον έχει να μιμήται το αντικείμενον, όπως πραγματικώς υπάρχει, ή το φαινόμενον όπως φαίνεται; είναι με άλλους λόγους μίμησις του φαινομενικού ή της πραγματικότητος; — Του φαινομενικού. Απέχει λοιπόν πολύ της αληθείας η μίμησις και, καθώς φαίνεται, δι' αυτό κάμνει τόσα πράγματα, διότι παίρνει πάρα πολύ μικρόν μέρος από το κάθε τι, και αυτό ακόμη δεν είναι παρά φαινομενικόν μόνον· παραδείγματος χάριν ο ζωγράφος, λέγομεν, θα μας ζωγραφήση ένα υποδηματοποιόν, τον ξυλουργόν, τους άλλους τεχνίτας, χωρίς να γνωρίζη τίποτε από την τέχνην κανενός· μ' όλα ταύτα, εάν είναι καλός ο ζωγράφος, ημπορεί να εξαπατήση τα παιδιά και τους αμαθείς ανθρώπους, επιδεικνύων από μακράν εις αυτούς ένα ξυλουργόν, που έχει ζωγραφίση, εις τρόπον ώστε να πιστεύουν ότι είναι αληθινός ξυλουργός. — Πώς όχι; — Αλλ' όμως, φίλε μου, αυτήν την ιδέαν πρέπει να σχηματίσωμεν περί όλων αυτών όταν έλθη κανείς να μας είπη, ότι συνήντησε κάποιον άνθρωπον, που γνωρίζει όλας τας τέχνας, και ότι όλα τα άλλα πράγματα, τα οποία γνωρίζουν οι άλλοι χωριστά ο καθένας, αυτός τα γνωρίζει πολύ καλύτερα από αυτούς, πρέπει να του απαντήσωμεν ότι χωρίς άλλο είναι πολύ απλοϊκός να το πιστεύη, και, καθώς φαίνεται, ευρήκε κανένα μάγον ή μιμητήν, από τον οποίον εξηπατήθη ώστε να τον νομίση πάνσοφον, επειδή ο ίδιος δεν είναι εις θέσιν να ξεχωρίση την επιστήμην και την ανεπιστημοσύνην και την μίμησιν. — Αυτό είναι αληθέστατον.