Part 5
— Είναι λοιπόν τη αληθεία, και αν κανείς δεν ήθελε να το παραδεχθή, ο πραγματικός τύραννος πραγματικός δούλος, υποκείμενος εις την μεγίστην δουλείαν και εξευτελισμόν, και κόλαξ των ταπεινοτάτων ανθρώπων· ποτέ δεν ημπορεί να ικανοποιήση και να χορτάση και τας κοινοτέρας του επιθυμίας, αλλά στερείται των πάντων και παρουσιάζεται πράγματι πτωχός εις εκείνον, που γνωρίζει να εξετάση όλον το βάθος της ψυχής του, και διατελεί καθ' όλον τον βίον του υπό το κράτος φόβων και σφαδασμών και οδυνών, εάν είναι αληθές ότι ομοιάζει με την πόλιν της οποίας είναι ο κύριος· και ομοιάζει πράγματι· δεν είναι έτσι; — Βεβαιότατα. — Ακόμη δε ας προσθέσωμεν εις τας τόσας αθλιότητας και εκείνα, που είπαμεν προηγουμένως, ότι από ημέρας εις ημέραν γίνεται αναγκαίως, χάρις εις την αρχήν την οποίαν κατέχει, ακόμη περισσότερον από πριν φθονερός, άπιστος, άδικος, άφιλος, ανόσιος, πάσης κακίας πανδοχείον και οικοτροφείον, και δι' όλους αυτούς τους λόγους δυστυχής μεν ο ίδιος, αφορμή δε της δυστυχίας και όλων των άλλων, που τον πλησιάζουν. — Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα έχη την παραμικροτέραν αντίρρησιν εις όλα αυτά.
— Έλα λοιπόν τώρα κάμε μου την χάριν, όπως ο κριτής που εκφέρει την τελικήν κρίσιν μετά το πέρας όλων των αγώνων, να εκφέρης και συ τώρα πλέον την κρίσιν σου, ποίος κατά την ιδέαν σου έρχεται πρώτος ως προς την ευδαιμονίαν, ποίος δεύτερος και ούτω καθ' εξής, από τους πέντε που έχομεν να κρίνωμεν, τον βασιλικόν, τιμοκρατικόν, ολιγαρχικόν, δημοκρατικόν και τυραννικόν. — Αλλά καθόλου δύσκολος δεν είναι η κρίσις· εγώ τουλάχιστον τους κρίνω, υπό έποψιν αρετής και κακίας, ευδαιμονίας και δυστυχίας, κατά την σειράν που εισήλθον, όπως οι χοροί των τραγωδιών, εις την σκηνήν. — Θέλεις λοιπόν να μισθώσωμεν ένα κήρυκα, ή να κάμω εγώ ο ίδιος αυτό το έργον και να κηρύξω ότι, ο υιός του Αρίστωνος τον εναρετώτατον και δικαιότατον άνθρωπον έκρινεν ως τον ευτυχέστατον, και αυτός είναι ο βασιλικώτατος, εκείνος δηλαδή που εξουσιάζει περισσότερον τον εαυτόν του, τον δε κάκιστον και αδικώτατον ως τον δυστυχέστατον, και αυτός πάλιν είναι εκείνος που έχει τον τυραννικώτατον χαρακτήρα και εξασκεί του χειροτέρου είδους την τυραννίαν και επί του εαυτού του και επί της πόλεως; — Μάλιστα, να το κηρύξης εκ μέρους μου. — Να προσθέσω δε εις το κήρυγμά μου: και αν ακόμη τους γνωρίζουν ή δεν τους γνωρίζουν, ότι είναι τοιούτοι, όλοι και θεοί και άνθρωποι; — Να το προσθέσης.
— Πολύ καλά· αύτη λοιπόν είναι μία απόδειξις του ζητουμένου μας· υπάρχει όμως και μία άλλη, την οποίαν, εάν θέλης, ημπορώ να σου δώσω. — Και ποία είναι αυτή; — Επειδή, όπως μία πολιτεία είναι διηρημένη εις τρία μέρη, τοιουτοτρόπως και η ψυχή του καθενός μας διαιρείται επίσης εις τρία μέρη, ημπορούμεν, μου φαίνεται, να εξαγάγωμεν εξ αυτού και μίαν άλλην απόδειξιν. — Να την ακούσωμεν. — Ιδού την· εις τα τρία αυτά μέρη της ψυχής αντιστοιχούν και τρία είδη ηδονών, μία διά το καθένα· επίσης και τρία είδη επιθυμιών και αρχών. — Εξήγησέ μου το καλύτερα. — Το πρώτον εκ των μερών τούτων της ψυχής είναι, είπομεν, εκείνο διά του οποίου ο άνθρωπος μανθάνει· το δεύτερον εκείνο, διά του οποίου θυμούται· το δε τρίτον έχει πολλάς διαφόρους μορφάς, ώστε να δύναται να περιληφθή υπό ένα ιδιαίτερον όνομα· από το ισχυρότερον όμως και επικρατέστερον χαρακτηριστικόν του, το ωνομάσαμεν επιθυμητικόν, ένεκα της μεγάλης σφοδρότητος, που έχουν αι επιθυμίαι του φαγητού και του ποτού και των αφροδισίων και των άλλων σχετικών, ακόμη δε και φιλοχρήματον, επειδή διά των χρημάτων προ πάντων ικανοποιούνται αυταί αι επιθυμίαι. — Και πολύ σωστά. — Και αν άραγε ηθέλαμεν ειπή, ότι η ηδονή και η αγάπη του μέρους τούτου της ψυχής είναι η αγάπη του κέρδους, δεν θα καθωρίζαμεν γενικώς την ιδιαιτέραν φύσιν αυτού, ώστε να έχωμεν σαφή αντίληψιν του πράγματος, οσάκις ηθέλαμεν να το ονομάσωμεν; δεν θα είχαμεν δίκαιον να το ονομάσωμεν φιλοχρήματον και φιλοκερδές; — Αυτό λέγω και εγώ.
— Το δε θυμοειδές μέρος της ψυχής δεν είναι εκείνο, διά του οποίου ορμάται αύτη ολόκληρος να επιζητή την ευδοκίμησιν, την επικράτησιν, την νίκην; — Μάλιστα. — Δεν θα εταίριαζε λοιπόν τάχα να το ονομάσωμεν αυτό ακόμη και φιλόνικον και φιλότιμον; — Και πολύ μάλιστα. — Όσον δε αφορά το μέρος, διά του οποίου μανθάνομεν, είναι φανερόν εις όλους, ότι τείνει ολόκληρον να γνωρίση την αλήθειαν, πανταχού όπου υπάρχει, και ότι καμμίαν σημασίαν δεν δίδει διά τα πλούτη και την δόξαν και τα τοιαύτα. — Μάλιστα. — Δεν θα ημπορούσαμεν λοιπόν να το ονομάσωμεν δικαίως φιλομαθές και φιλόσοφον; — Πώς όχι; — Δεν είναι ακόμη αληθές, ότι εις άλλους μεν ανθρώπους επικρατεί το ένα απ' αυτά, εις άλλους δε το άλλο, κατά πώς τύχη; — Έτσι είναι. — Και δι' αυτόν τον λόγον ακριβώς δεν δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα τρία κύρια είδη των ανθρωπίνων χαρακτήρων είναι ο φιλόσοφος, ο φιλόδοξος και ο φιλοκερδής; — Βεβαιότατα. — Και τρία είδη επίσης ηδονών αντιστοιχούντα εις έκαστον από αυτούς τους τρεις χαρακτήρας; — Μάλιστα. — Γνωρίζεις δε, ότι, αν ερωτήσης τρεις τοιούτους ανθρώπους τον καθένα χωριστά, ποίον από αυτούς τους βίους θεωρεί ευτυχέστερον, θα εγκωμιάση έκαστος περισσότερον τον ιδικόν του· ο φιλοκερδής έξαφνα δεν θα μας είπη, ότι η ηδονή της μαθήσεως ή της δόξης δεν έχουν καμμίαν αξίαν εμπρός εις την ηδονήν του κέρδους, εφόσον τουλάχιστον δεν μας παρέχουν και καμμίαν υλικήν ωφέλειαν; — Είναι αληθές. — Τι δε ο φιλόδοξος; την μεν ηδονήν του κέρδους δεν την θεωρεί ταπεινήν, την δε της μαθήσεως αφ' ετέρου καπνόν και φλυαρίαν, εκτός τουλάχιστον αν προσπορίζη και κάποιαν δόξαν και τιμάς; — Έτσι είναι. — Ο δε φιλόσοφος, τι φαντάζεσαι ότι νομίζει τας άλλας ηδονάς εμπρός εις εκείνην, που παρέχει η γνώσις της αληθείας και η αποκλειστική εις αυτήν αφοσίωσις; δεν θα έλεγεν ότι πολύ απέχουν της αληθινής ηδονής και ότι είναι το πολύ ανάγκαι τας οποίας ούτε καν θα εσκέπτετο, αν δεν τας επέβαλλεν η φύσις; — Δι' αυτό δα πρέπει να είμεθα τελείως βέβαιοι.
— Αφού λοιπόν αμφισβητούνται τα τρία ταύτα είδη των ηδονών και οι αντιστοιχούντες προς αυτά βίοι, πώς θα κάμωμεν διά να κρίνωμεν ποίος από τους τρεις έχει δίκαιο; πώς να εύρωμεν, αν όχι ποίος βίος από αυτούς είναι ωραιότερος και ασχημότερος ή καλύτερος και χειρότερος, αλλά τουλάχιστον ευχαριστότερος και αλυπότερος; — Ξεύρω κ' εγώ; — Σκέψου να ιδής· πώς δυνάμεθα να κρίνωμεν ασφαλώς περί της αληθείας ενός πράγματος; ουχί διά της εμπειρίας, της φρονήσεως και του ορθού λόγου; ή μήπως έχομεν κανένα άλλο καλύτερον κριτήριον; — Όχι βέβαια. — Πρόσεξε λοιπόν ποίος από αυτούς τους τρεις ανθρώπους έχει μεγαλυτέραν εμπειρίαν όλων των ηδονών, που ανεφέραμεν; νομίζεις ότι ο φιλοκερδής, αν επεδίδετο εις την σπουδήν της αληθείας, θα ήτο ικανώτερος να κρίνη περί της ηδονής, την οποίαν παρέχει η γνώσις, ή ο φιλόσοφος περί της ηδονής, την οποίαν παρέχει το κέρδος; — Πολύ διαφέρει το πράγμα· διότι ο μεν φιλόσοφος είναι υποχρεωμένος από την παιδικήν του ηλικίαν να δοκιμάζη και τας άλλας ηδονάς, ενώ ο φιλοκερδής δεν έχει καμμίαν ανάγκην να σπουδάση την αλήθειαν της φύσεως των όντων, διά να δοκιμάση, πόσον γλυκεία είναι αυτή η ηδονή, και να αποκτήση επομένως την εμπειρίαν της· μάλλον δε, και αν είχε όλην την καλήν διάθεσιν και προθυμίαν, το πράγμα θα ήτο ανώτερον των δυνάμεών του. — Ώστε ο φιλόσοφος υπερτερεί κατά πολύ τον φιλοκερδή ως προς την εμπειρίαν αμφοτέρων των ηδονών. — Πολύ μάλιστα. — Τον δε φιλότιμον; έχει τάχα ολιγωτέραν εμπειρίαν της ηδονής, που δίδουν αι τιμαί και η δόξα, παρ' όσην έχει ο φιλότιμος της ηδονής, που παρέχουν η μάθησις και η επιστήμη; — Κάθε άλλο· διότι τιμάς μεν και δόξαν ευρίσκει έκαστος των τριών αυτών ανθρώπων, όταν ευδοκιμήση εξαιρετικώς εις το έργον εις το οποίον ήθελεν επιδοθή, και ο πλούσιος τιμάται υπό πολλών όπως και ο ανδρείος και ο σοφός· ώστε, όσον δι' αυτήν την ηδονήν των τιμών, τι πράγμα είναι, όλοι έχουν ίσην εμπειρίαν ενώ, ποίαν ηδονήν παρέχει η εύρεσις της αληθείας των όντων, κανείς άλλος δεν ημπορεί να την έχη δοκιμάση παρά μόνον ο φιλόσοφος. — Επομένως, όσον εξαρτάται από την εμπειρίαν, ο φιλόσοφος είναι εις θέσιν να κρίνη πολύ καλύτερα από τους δύο άλλους. — Χωρίς καμμίαν αντίρρησιν.
— Αλλ' είναι και ο μόνος ακόμη ο οποίος, μετά της εμπειρίας συνδυάζει και την φρόνησιν. — Πώς όχι; — Προσέτι δε και το όργανον, διά του οποίου δυνάμεθα να κρίνωμεν ορθώς, δεν ανήκει εις τον φιλοκερδή ουδέ εις τον φιλότιμον, αλλ' αποκλειστικώς εις τον φιλόσοφον. — Το ποίον; — Δεν είπαμεν ότι χρειάζεται ο ορθός λόγος διά να κρίνωμεν ορθώς; — Ναι. — Αλλ' ακριβώς το προσιδιάζον όργανον του φιλοσόφου είναι ο ορθός λόγος. — Πώς όχι; — Λοιπόν, εάν ήρκει το κέρδος και τα πλούτη διά να κρίνωμεν ορθώς περί των πραγμάτων, εκείνα τα οποία θα επήνει ή θα έψεγεν ο φιλοκερδής, κατ' ανάγκην θα ήσαν και τα αληθέστερα. — Βεβαίως. — Εάν δε ήρκει η τιμή, η νίκη και η ανδρεία, τότε δεν θα ήσαν αληθή εκείνα, τα οποία θα επήνει ο φιλότιμος και ο φιλόνικος; — Φανερόν. — Αφού όμως τα πράγματα κρίνονται διά της εμπειρίας, της φρονήσεως και του ορθού λόγου; — Τότε κατ' ανάγκην αληθή είναι εκείνα μόνον, τα οποία επαινεί ο φιλόσοφος, ο φίλος του ορθού λόγου. — Και επομένως, από τας τρεις ηδονάς της ψυχής, γλυκυτέρα είναι η ηδονή της μαθήσεως και της επιστήμης, και εκείνος ο άνθρωπος, εις τον οποίον επικρατεί αύτη, θα διάγη βέβαια τον γλυκύτερον βίον. — Πώς ημπορεί να είναι αλλέως; έχει πράγματι όλα του τα δίκαια ο φιλόσοφος, όταν επαινή ως άριστον τον ιδικόν του βίον. — Ποίον δε βίον και ποίαν ηδονήν θέτει εις την δευτέραν σειράν ο κριτής; — Φυσικά του φιλοδόξου και του πολεμικού· διότι αυτόν θεωρεί πλησιέστερον προς τον ιδικόν του, ή του χρηματιστού. — Ώστε, καθώς φαίνεται, εις τον τελευταίον τούτον δίδει την τελευταίαν θέσιν. — Αναμφιβόλως.
— Ιδού λοιπόν δύο αλλεπάλληλοι νίκαι, εις τας οποίας ο δίκαιος ενίκησε τον άδικον· αλλά και τρίτην ακόμη θα νικήση, αληθώς ολυμπιακήν, διά την οποίαν θα αποδώση χάριτας εις τον σωτήρα τον Ολύμπιον Δία· και ιδού αυτή: κάθε άλλη ηδονή, εκτός του σοφού, δεν είναι τελείως αληθής και καθαρά, αλλ' είναι απλώς μία σκιαγραφία της ηδονής, καθώς ενθυμούμαι να ήκουσα από κάποιον σοφόν· και αυτό βέβαια θα ήτο η μεγαλυτέρα και τελειωτική ήττα του αδίκου. — Βέβαια· αλλά πώς το αποδεικνύεις; — Εσύ αποκρίνου εις τας ερωτήσεις μου και από κοινού αναζητούντες θα το εύρωμεν. — Ερώτα με λοιπόν. — Σε ερωτώ· η λύπη δεν λέγομεν ότι είναι το εναντίον της ηδονής; — Είναι βέβαια. — Δεν υπάρχει δε και μία κατάστασις, κατά την οποίαν ούτε χαίρομεν ούτε λυπούμεθα; — Μάλιστα. — Και η κατάστασις αύτη, κειμένη εν τω μέσω της ηδονής και της λύπης, αποτελεί διά την ψυχήν μίαν κατάστασιν ησυχίας απέναντι και των δύο· ή δεν είναι αυτή η ιδέα σου; — Αυτή μάλιστα. — Αλλά ενθυμείσαι άραγε τους λόγους, που λέγουν οι άρρωστοι κατά την ασθένειάν των; — Ποίους λόγους; — Ότι δεν υπάρχει γλυκύτερον πράγμα από την υγείαν, αλλά δεν ήσαν εις θέσιν να γνωρίζουν όλην του την αξίαν πριν ασθενήσουν. — Ναι, τους ενθυμούμαι. — Δεν ήκουsες επίσης και εκείνους, που υποφέρουν από καμμίαν μεγάλην λύπην, να λέγουν, ότι τίποτε δεν είναι γλυκύτερον παρά να μην υποφέρη κανείς πλέον; — Μάλιστα. — Αλλά και εις πολλάς άλλας τοιαύτας περιστάσεις κάμνουν, νομίζω, το ίδιον οι άνθρωποι· όταν λυπούνται, εγκωμιάζουν ως το γλυκύτερον πράγμα το να μη λυπάται κανείς, την απαλλαγήν από της λύπης και την ησυχίαν, και όχι την χαράν. — Διότι αυτό ίσως τους φαίνεται τότε γλυκύ και ευχάριστον πράγμα, η ησυχία. — Κατά τον ίδιον επομένως λόγον και όταν παύση κανείς να χαίρη, αυτή η ησυχία της χαράς, θα του επροξενούσε λυπηρόν συναίσθημα. — Κατά πάσαν πιθανότητα. — Ώστε αυτή η ησυχία της ψυχής, η οποία είπαμεν ότι κείται μεταξύ της ηδονής και της λύπης, θα είναι, κατά τας περιστάσεις και τα δύο, και λύπη και ηδονή. — Έτσι φαίνεται. — Αλλά είναι δυνατόν, αφού δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, να είναι και τα δύο μαζί; — Δεν το πιστεύω. — Κάθε λυπηρόν ή ευχάριστον συναίσθημα δεν παραδέχεσαι ότι είναι κάποια κίνησις της ψυχής; — Ναι. — Ενώ απεναντίας το να μην αισθάνεται κανείς ούτε χαράν ούτε λύπην, δεν είπαμεν ότι είναι μία κατάστασις ησυχίας και κάτι τι το διάμεσον μεταξύ των δύο εκείνων συναισθημάτων; — Μάλιστα. — Πώς είναι λοιπόν λογικόν να παραδεχθή κανείς, ότι η άρνησις της λύπης είναι ηδονή, και η άρνησις της ηδονής λύπη; — Καθόλου βέβαια λογικόν δεν είναι. — Ώστε αυτή η κατάστασις της ησυχίας δεν είναι καθ' εαυτήν ούτε ευχάριστον ούτε δυσάρεστον συναίσθημα· αλλά φαίνεται απλώς ευχάριστον παραβαλλόμενον προς την λύπην, και δυσάρεστον εν σχέσει προς την ηδονήν· και εις όλα επομένως αυτά τα φαντάσματα δεν υπάρχει αληθής ηδονή, αλλά μόνον κάποια γοητεία. — Καθώς τουλάχιστον απεδείχθη διά του συλλογισμού. . . .
— Διά να μη σου μένη λοιπόν κανένας λόγος να φαντάζεσαι, ότι δεν είναι άλλο τίποτε η ηδονή εις αυτόν τον κόσμον παρά απαλλαγή από της λύπης και η λύπη απαλλαγή από της ηδονής, πρόσεξε να ιδής ηδονάς, αι οποίαι δεν προέρχονται κατόπιν από λύπας. — Πού είναι αυταί και ποίου είδους; — Πολλαί μεν και άλλαι, αλλά πρόσεξε, διά να εννοήσης, τας ηδονάς της οσφρήσεως· αυταί, χωρίς να προηγηθή κανένα δυσάρεστον αίσθημα, προξενούν έξαφνα ισχυροτάτην εντύπωσιν εις την ψυχήν, και αφού παύσουν, δεν της αφήνουν καμμίαν λύπην. — Είναι αλήθεια αυτό. — Ας μη φανταζώμεθα λοιπόν, ότι η καθαρά ηδονή είναι απλώς απαλλαγή από την λύπην, και η πραγματική λύπη απαλλαγή από την ηδονήν. — Όχι. — Και μολαταύτα αι λεγόμεναι ακριβώς ηδοναί, όσαι διά των αισθήσεων του σώματος φθάνουν εις την ψυχήν, αι περισσότεραι, ίσως και αι ισχυρότεραι, ανήκουν εις αυτό το είδος, είναι δηλαδή απαλλαγαί από κάποιαν λύπην. — Σύμφωνος. — Δεν συμβαίνει δε το ίδιον και με τας προαισθήσεις της χαράς και της λύπης, που προκαταβολικώς δοκιμάζομεν επί τη προσδοκία ευχαρίστου τινός ή δυσαρέστου πράγματος; — Το ίδιον.
— Γνωρίζεις δε τι είναι αύται αι ηδοναί και με τι δύναταί τις να τας παραβάλη; — Με τι; — Δεν αγνοείς ότι υπάρχει εις την φύσιν άνω, κάτω, και μέσον. — Μάλιστα. — Ένας, ο οποίος μεταβαίνει από το κάτω εις το μέσον, δεν φαντάζεται ότι πηγαίνει προς τα άνω; και όταν φθάση εις το μέσον και γυρίζη και βλέπη από πού εξεκίνησε, τι άλλο ημπορεί να φαντασθή, παρά ότι ευρίσκεται εις το άνω, επειδή δεν είδεν ακόμη το πραγματικώς άνω; — Μα την αλήθειαν, δεν νομίζω ότι θα φαντασθή αλλέως το πράγμα. — Εάν δε πάλιν εφέρετο προς τα κάτω, θα επίστευε βέβαια ότι καταβαίνει, και δεν θα είχεν άδικον να το πιστεύη. — Όχι βέβαια. — Όλα δε αυτά θα τα επάθαινε, διότι δεν γνωρίζει το πραγματικόν άνω, και το κάτω, και το μέσον. — Φυσικά. — Θα παραξενευθής λοιπόν, εάν άνθρωποι άπειροι της αληθείας έχουν εσφαλμένην ιδέαν, όπως περί πολλών άλλων πραγμάτων, τοιουτοτρόπως και περί ηδονής και λύπης και της μέσης εκείνης μεταξύ αυτών καταστάσεως; ούτως ώστε, όταν περιπίπτουν εις καμμίαν λύπην, πιστεύουν ότι υποφέρουν, και υποφέρουν πράγματι· αλλ' όταν εκ της λύπης μεταβαίνουν εις την μέσην κατάστασιν, είναι τελείως πεπεισμένοι ότι ευρίσκονται εις την πλήρη ικανοποίησιν, εις την πλήρη απόλαυσιν της ηδονής; ενώ απλούστατα απατώνται από άγνοιαν της πραγματικής ηδονής και διότι θεωρούν την λύπην κατ' αντιπαραβολήν μόνον προς την έλλειψιν της λύπης, όπως ένας, που δεν γνωρίζει το λευκόν χρώμα, θα έπαιρνε το φαιόν διά λευκόν, εν συγκρίσει προς το μέλαν. — Πολύ περισσότερον θα μου εφαίνετο παράξενον, αν το εναντίον συνέβαινε.
— Τώρα πρόσεχε εις αυτό, που θα σου είπω· η πείνα, η δίψα και αι άλλαι φυσικαί ανάγκαι, δεν αποτελούν διά το σώμα ένα είδος κενού, το οποίον ζητεί να πληρωθή; — Μάλιστα. — Παρομοίως δε η άγνοια και η αφροσύνη δεν είναι ένα είδος κενού και αυταί διά την ψυχήν; — Αναμφιβόλως. — Και το μεν κενόν, που δημιουργεί η πείνα, δεν το γεμίζει ο άνθρωπος λαμβάνων τροφήν, το δε κενόν της ψυχής τρέφων την διάνοιάν του; — Πώς όχι; — Και ποία είναι τελειοτέρα πλήρωσις, εκείνη που γίνεται με πράγματα περισσότερον ουσιαστικά, ή ολιγώτερον; — Με πράγματα βέβαια περισσότερον ουσιαστικά. — Και ποία πράγματα σου φαίνεται ότι μετέχουν περισσότερον της καθαράς ουσίας του όντος, τα φαγητά άραγε και τα ποτά και εν γένει αι τροφαί, ή αι αληθείς δοξασίαι; και αι επιστήμαι και τα διανοήματα και με μίαν λέξιν όλαι αι αρεταί; κρίνε δε το πράγμα ως εξής· περισσοτέραν πραγματικότητα σου φαίνεται ότι έχει εκείνο, που προέρχεται από το ον το πάντοτε αναλλοίωτον και αθάνατον και αληθές και είναι και αυτό τοιούτον και παράγεται επίσης εντός τοιούτου τινός, ή εκείνο που προέρχεται από πράγματα υποκείμενα εις την αλλοίωσιν και την φθοράν και είναι και αυτό τοιούτον και παράγεται επίσης εντός τοιούτων; — Εκείνο βέβαια που προέρχεται από το πάντοτε αναλλοίωτον. — Τα δε πράγματα τα υποκείμενα εις αλλοίωσιν μήπως μετέχουν τάχα περισσοτέρας πραγματικότητος ή επιστήμης; — Διόλου. Μήπως τάχα αληθείας; — Ούτε τούτο. — Αφού λοιπόν μετέχουν ολιγωτέρας αληθείας, δεν θα μετείχον και ολιγωτέρας πραγματικότητος; Κατ' ανάγκην. — Ώστε γενικώς, όλα, όσα χρησιμεύουν προς συντήρησιν του σώματος δεν μετέχουν ολιγωτέρας αληθείας και πραγματικότητος, παρ' εκείνα, που χρησιμεύουν εις την συντήρησιν και θεραπείαν της ψυχής; — Αναμφιβόλως. — Και αυτό δε το σώμα δεν έχει ολιγωτέραν πραγματικότητα από την ψυχήνq — Μάλιστα. — Η πλήρωσις επομένως της ψυχής, αφού γίνεται με πράγματα ουσιαστικώτερα, μετέχει δε και η ιδία περισσοτέρας πραγματικότητος, είναι τωόντι πολύ πραγματικωτέρα από την πλήρωσιν του σώματος. — Πώς όχι;
— Εάν λοιπόν η ηδονή συνίσταται εις το να πληρούται τι με τα πράγματα, που είναι σύμφωνα με την φύσιν του, εκείνο που πληρούται αληθώς με τα πράγματα, τα οποία έχουν περισσοτέραν πραγματικότητα, οφείλει βεβαίως να απολαμβάνη μίαν ηδονήν όντως πραγματικωτέραν και αληθεστέραν, ενώ εκείνο το οποίον πληρούται με πράγματα ολιγώτερον μετέχοντα από την πραγματικότητα, θα πληρούται κατά τρόπον ολιγώτερον αληθή και βέβαιον και η ηδονή, την οποίαν απολαμβάνει, θα είναι πολύ ολιγώτερον αληθής και βεβαία. — Είναι απόλυτος ανάγκη να συμβαίνη αυτό. — Εκείνοι επομένως που δεν γνωρίζουν τι θα ειπή σοφία και αρετή, και είναι παραδομένοι εις τας απολαύσεις της κοιλίας και άλλας τοιαύτας υλικάς ηδονάς, φέρονται διαρκώς προς τα κάτω και το πολύ πάλιν έως εις το μέσον, και εις όλην των την ζωήν ανεβοκαταιβαίνουν μεταξύ των δύο τούτων σημείων, χωρίς ποτέ να ημπορέσουν να το υπερβούν και χωρίς ποτέ να σταθούν ικανοί, να σηκώσουν τα βλέμματά των προς το αληθώς άνω, ούτε να απολαύσουν πραγματικώς το αληθώς ον, και να γευθούν την καθαράν και γνησίαν ηδονήν· αλλά πάντοτε βλέποντες προς τα κάτω, δίκην ζώων, και σκυμμένοι επάνω εις την γην και εις τραπέζας βόσκουν κτηνωδώς χορταίνοντες την κοιλίαν των και τας σαρκικάς των επιθυμίας, και από την πλεονεξίαν αυτών των ηδονών λακτίζονται και κερατίζονται μεταξύ των και εις το τέλος και αλληλοφονεύονται με τα σιδηρά των κέρατα και τας οπλάς επάνω εις την λύσσαν της απληστίας των, διότι δεν είναι εις θέσιν να γεμίσουν με πράγματα ουσιαστικά το μέρος εκείνο του εαυτού των, που μετέχει περισσότερον του όντος και που είναι το μόνον επιδεκτικόν αληθούς πληρώσεως. — Πιστότατα ως χρησμολόγος απεικόνισες τον βίον των πολλών, Σωκράτη. — Δεν είναι λοιπόν ανάγκη και να γνωρίζουν μόνον ηδονάς αναμεμιγμένας με λύπας, απλά είδωλα της αληθούς ηδονής, ατελείς σκιαγραφίας, που λαμβάνουν χρώμα μόνον εκ της προς αλλήλας αντιπαραθέσεως και φαίνονται τόσον ισχυραί και αι δύο, ώστε γεννούν λυσσώδεις έρωτας εις τους άφρονας, και γίνονται τόσον περιμάχητοι, όπως έγινε περιμάχητον, κατά τον Στησίχορον, το είδωλον της Ελένης εις τους εν Τροία, επειδή δεν εγνώριζαν την αληθινήν Ελένην; — Πράγματι τοιούτον τι θα συμβαίνη κατ' ανάγκην και με αυτό.
— Αλλά πώς; το ίδιον δεν θα συμβαίνη κατ' ανάγκην και με το θυμοειδές, όταν η φιλοδοξία υποδαυλιζομένη υπό του φθόνου, το φιλόνικον του χαρακτήρος υπό της αυθαιρεσίας και η φυσική αγριότης υπό της οργής, ωθούν τον άνθρωπον να επιδιώκη δίχως νουν και κρίσιν την πλησμονήν της τιμής, της νίκης και του θυμού; — Τοιαύτα θα συμβαίνουν κατ' ανάγκην και με αυτό. — Τι λοιπόν; δεν δυνάμεθα να είπωμεν μετά θάρρους, ότι και αι επιθυμίαι, που ανήκουν εις τα δύο αυτά μέρη της ψυχής, το φιλόνικον και το φιλοκερδές, όταν οδηγούνται υπό της επιστήμης και του λογικού και υπό την οδηγίαν αυτών δεν επιδιώκουν άλλας ηδονάς, παρά όσας υποδεικνύει η φρόνησις, θα αισθανθώσι τότε τας αληθεστάτας ηδονάς και τας πλέον συμφώνους προς την φύσιν των που είναι δυνατόν να δοκιμάσουν, διότι αφ' ενός μεν τας οδηγεί η αλήθεια και διότι, αφ' ετέρου, εκείνο το οποίον είναι συμφερώτερον εις κάθε πράγμα, είναι συγχρόνως και οικειότερον προς την φύσιν του; — Είναι πράγματι αληθές τούτο. — Όταν λοιπόν ολόκληρος η ψυχή βαδίζη όπισθεν του λογικού και δεν επικρατή στάσις μεταξύ των διαφόρων αυτής μερών, εκτός του ότι έκαστον εξ αυτών περιορίζεται εις το να πράττη το έργον του, συμφώνως με τον ορισμόν της δικαιοσύνης, καρπούται προσέτι και τας ηδονάς, που του ανήκουν, τας καθαρωτέρας δηλαδή και αληθεστέρας ηδονάς, που ημπορεί να απολαύση — Δίχως αμφιβολίαν. — Ενώ απεναντίας, όταν επικρατήση κανένα από τα δύο άλλα μέρη της ψυχής, συμβαίνει ώστε εν πρώτοις αυτό το ίδιον να μην ημπορή να εύρη την ηδονήν, που του προσιδιάζει, εξαναγκάζει δε αφ' ετέρου και τα άλλα να επιδιώκουν ηδονάς ξένας προς την φύσιν των και επομένως όχι αληθινάς. — Έτσι είναι. — Ώστε εκείνα, που περισσότερον απέχουν από την φιλοσοφίαν και τον ορθόν λόγον, αυτά ακριβώς δεν θα έφερον τα ολέθρια ταύτα αποτελέσματα; — Χωρίς άλλο. — Δεν απέχει δε ένα πράγμα από τον ορθόν λόγον, όσον περισσότερον απέχει από τον νόμον και την τάξιν; — Φανερόν. — Δεν εύρομεν δε ότι περισσότερον από κάθε άλλο απέχουν αι τυραννικαί και αι ερωτικαί επιθυμίαι; — Μάλιστα. — Ολιγώτερον δε αι βασιλικαί και αι κόσμιαι; — Ναι. — Κατά συνέπειαν περισσότερον μεν θα απέχη από την αληθινήν και προσιδιάζουσαν εις τον άνθρωπον ηδονήν ο τύραννος, ολιγώτερον δε ο βασιλεύς· — Κατ' ανάγκην. — Επομένως η δυστυχεστέρα μεν ζωή και αηδεστέρα θα είναι του τυράννου, η ευχαριστοτέρα δε και ευτυχεστέρα του βασιλέως. — Αυτό είναι αναντίρρητον. — Και γνωρίζεις κατά πόσον είναι δυστυχεστέρα η ζωή του τυράννου από του βασιλέως. — Αν μου το ειπής . . .
— Υπάρχουν, καθώς παρεδέχθημεν, τρεις ηδοναί, εκ των οποίων η μία αληθινή, αι δε δύο άλλαι νόθοι· ο τύραννος λοιπόν εχθρός του νόμου και του ορθού λόγου και περιστοιχούμενος πάντοτε υπό ακολουθίας ηδονών δουλικών, κείται εις το έσχατον άκρον των νόθων ηδονών, και πόσον επομένως υστερεί του άλλου κατά την ευτυχίαν, είναι δύσκολον να το ορίσωμεν, εκτός ίσως κατ' αυτόν τον τρόπον. — Κατά ποίον; — Ο τύραννος έρχεται εις την σειράν τρίτος, ευθύς κατόπιν από τον ολιγαρχικόν, διότι μεταξύ αυτών ευρίσκεται ο δημοκρατικός — Μάλιστα. — Επομένως, εάν όσα είπαμεν παραπάνω είναι αληθινά, το είδωλον της ηδονής, που απολαμβάνει ο τύραννος, είναι το έν τρίτον, ως προς την αλήθειαν, της ηδονής του ολιγαρχικού. — Ναι. — Ο δε ολιγαρχικός πάλιν έρχεται τρίτος εις την σειράν κατόπιν του βασιλικού και αριστοκρατικού, εάν δεχθώμεν αυτούς ως έν και μόνον πρόσωπον. — Μάλιστα τρίτος. — Ώστε ο τύραννος απέχει της αληθούς ηδονής το τριπλάσιον του τριπλασίου. — Φαίνεται. — Θα ηδύνατο επομένως το είδωλον της ηδονής του τυράννου, επί τη βάσει του αριθμού τούτου του μήκους, να παρασταθή δι' ενός επιπέδου. — Μάλιστα. — Εάν δε πολλαπλασιάσωμεν τον αριθμόν τούτον εφ' εαυτόν και τον υψώσωμεν εις την τρίτην του δύναμιν, είναι δύσκολον να ίδωμεν εις πόσην απόστασιν ευρίσκεται από την αληθινήν ηδονήν. — Βέβαια είναι εύκολον εις ένα μαθηματικόν να το υπολογίση. Εάν λοιπόν τώρα αντιστρέψωμεν αυτήν την αναλογίαν και ζητήσωμεν, πόσον η ηδονή του βασιλέως είναι αληθεστέρα από του τυράννου, θα εύρωμεν, ως εξαγόμενον του πολλαπλασιασμού, ότι ο βασιλεύς ζη επτακοσίας είκοσι εννέα φοράς ευτυχέστερον του τυράννου, και ο τύραννος δυστυχέστερον του βασιλέως άλλας τόσας φοράς. (3) — Καταπληκτικός είναι αυτός ο υπολογισμός της διαφοράς, που έστησες μεταξύ του δικαίου και του αδίκου, ως προς την ευτυχίαν και δυστυχίαν αυτών. — Αληθινός όμως αριθμός, καθόσον εκφράζει ακριβώς την ζωήν που ανήκει εις αυτούς, όπως τους ανήκουν αι ημέραι των και αι νύκτες και οι μήνες και τα έτη. — Πραγματικώς. — Αφού λοιπόν τόσον υπερέχει κατά την ευτυχίαν ο αγαθός και δίκαιος τον κακόν και άδικον, φαντάσου τώρα πόσον απείρως πρέπει να υπερέχη αυτόν κατά την κοσμιότητα του βίου και την ωραιότητα και την αξίαν! — Απείρως πράγματι.