Part 3
— Ζη δε πλέον απ' εδώ κ' εμπρός ο τοιούτος χωρίς να κάμνη καμμίαν διάκρισιν μεταξύ των αναγκαίων και περιττών ηδονών, διά την ικανοποίησιν των οποίων δεν φείδεται ούτε χρημάτων, ούτε κόπου, ούτε χρόνου· αλλ' εάν έχη τύχην και δεν παρασυρθή υπ' αυτών μέχρι παροξυσμού, με τον καιρόν δε και με την ηλικίαν, αφού κατευνασθή οπωσδήποτε η τρικυμία των παθών, ανακαλέση εκ της εξορίας μερικούς εκ των φυγάδων και δεν παραδώση μέχρι τέλους και ανεπιφυλάκτως τον εαυτόν του εις τους επεισελθόντας, αποκαθιστά τότε κάποιαν ισορροπίαν μεταξύ των επιθυμιών του και παραδίδει εκάστοτε την διοίκησιν της ψυχής του εις την μερίδα την οποίαν ήθελεν, ούτως ειπείν, ευνοήση ο κλήρος και πάλιν εις την άλλην, αφού κορεσθή με την πρώτην, χωρίς να κάμνη διάκρισιν, αλλά την αυτήν εύνοιαν τρέφων και διά τας δύο. — Πολύ σωστά. — Και δεν δέχεται, εννοείται, να ακούση ουδ' επιτρέπει την είσοδον εις το φρούριον, εάν έλθη ο ορθός λόγος να του είπη, ότι υπάρχουν δύο ειδών ηδοναί, αι μεν αποτέλεσμα των καλών και χρηστών επιθυμιών, αι δε των πονηρών και φαύλων, και ότι τας μεν πρώτας οφείλει να επιζητή και να εκτιμά, τας δε άλλας να καταστέλλη και να δαμάζη· αποκρούει κάθε τοιαύτην εισήγησιν και λέγει ότι πρέπει όλας εξ ίσου να εκτιμά. — Αυτό βέβαια πρέπει να κάμνη εις την κατάστασιν, που ευρίσκεται.
— Περνά λοιπόν την ζωήν του ημέραν με την ημέραν κατ' αυτόν τον τρόπον χαριζόμενος εις την πρώτην, που θα του παρουσιασθή επιθυμίαν του· σήμερον παραδίδεται εις την μέθην και την διασκέδασιν, αύριον εις την υδροποσίαν και την αυστηροτέραν δίαιταν, άλλοτε εις την αργίαν και την τελείαν αμεριμνησίαν των πάντων, και άλλοτε τάχα εγκύπτει εις την φιλοσοφίαν· το συχνότερον πολιτεύεται, ανέρχεται επί του βήματος και ό,τι φθάση λέγει και κάμνει· και άν ποτε ζηλώση την πολεμικήν δόξαν, επιδίδεται εις τα πολεμικά, άλλοτε πάλιν ζηλεύει τους επιχειρηματίας, και ιδού αυτός τοιούτος· και εν γένει καμμίαν τάξιν δεν έχει εις την ζωήν του, ούτε εννοεί να στενοχωρηθή από τίποτε, και αυτόν τον βίον εξακολουθεί μέχρι τέλους, τον οποίον ονομάζει ευχάριστον, ελεύθερον και μακάριον. Θαυμάσια εξεικόνισες τον χαρακτήρα του φίλου της ισονομίας. — Χαρακτήρα πολυσύνθετον, ο οποίος ενώνει εν εαυτώ ποικιλίαν ηθών και χαρακτήρων, όπως και εκείνη η δημοκρατική πολιτεία· και δεν είναι παράδοξον να τον ευρίσκουν πολλοί και πολλαί αξιοζήλευτον, αφού περιέχει όλα τα είδη των πολιτευμάτων και των χαρακτήρων. — Έτσι είναι. — Δεν αντιστοιχεί λοιπόν προς την δημοκρατικήν πολιτείαν ο τοιούτος άνθρωπος, ώστε να τον ονομάσωμεν ορθώς δημοκρατικόν; — Αντιστοιχεί βέβαια.
— Μας υπολείπεται λοιπόν τώρα πλέον να διεξέλθωμεν το κάλλιστον είδος του πολιτεύματος και τον άριστον ανθρώπινον χαρακτήρα, την τυραννίδα και τον τύραννον. — Μάλιστα. — Ας ίδωμεν λοιπόν, αγαπητέ φίλε, κατά ποίον τρόπον σχηματίζεται η τυραννίς· και ότι μεν την αρχήν της έχει από την δημοκρατίαν είναι σχεδόν φανερόν. — Βεβαίως. — Και άραγε κατά τον ίδιον τρόπον, που γίνεται από την ολιγαρχίαν η δημοκρατία, κατά τον ίδιον γίνεται και από την δημοκρατίαν η τυραννίς; — Πώς; — Εκείνο το οποίον εν τη ολιγαρχία εθεωρήθη το ανώτατον αγαθόν, και εις το οποίον εχρεώστει, είπαμεν, την γέννησίν της αύτη — ήτο δε τούτο ο πλούτος· ή όχι; — Ναι. — Η απληστία λοιπόν του πλούτου και η παραμέλησις όλων των άλλων προς απόκτησιν αυτού, είναι εκείνο που επέφερε την καταστροφήν της. — Αλήθεια. — Κατά τον ίδιον λοιπόν λόγον και η απληστία εκείνου, που θεωρείται εν τη δημοκρατία το ανώτατον αγαθόν, δεν επιφέρει και αυτής την καταστροφήν; — Και ποίον είναι αυτό το αγαθόν; — Η ελευθερία· διότι αυτό θα ακούσης να λέγουν εις μίαν δημοκρατουμένην πολιτείαν, ότι είναι το καλύτερον πράγμα που υπάρχει, και δι' αυτό εις τοιαύτην μόνον πολιτείαν αξίζει να ζη ένας, που είναι εκ φύσεως ελεύθερος. — Πραγματικώς λέγεται και πολύ μάλιστα αυτός ο λόγος. — Δεν είναι λοιπόν, και αυτό ακριβώς επρόκειτο να είπω τώρα, η απληστία της ελευθερίας και η αδιαφορία δι' όλα τα άλλα, που επιφέρει την κατάπτωσιν και αυτού του πολιτεύματος και παρασκευάζει την ανάγκην της τυραννίδος; — Πώς δηλαδή;
— Όταν μία δημοκρατουμένη πολιτεία, που έχει άσβεστον δίψαν ελευθερίας, τύχη να κυβερνάται από κακούς οινοχόους, και μεθύση, διότι της κερνούν παρά πάνω απ' ό,τι πρέπει άκρατον, τότε λοιπόν, αν δεν είναι παραπολύ καλόβολοι οι άρχοντες και δεν εξακολουθούν να της δίνουν ελευθερίαν όσην θέλη, τους κατηγορεί και τους τιμωρεί με την πρόφασιν ότι είναι καταχθόνιοι και αποβλέπουν εις την ολιγαρχίαν. — Το κάμνουν πραγματικώς αυτό. — Και όσοι μεν των πολιτών εξακολουθούν να υπακούουν εις τους άρχοντας, τους προπηλακίζει, ότι είναι δούλοι εκούσιοι και δεν αξίζουν τίποτε, τους δε άρχοντας που είναι όμοιοι με τους υπηκόους, και τους υπηκόους που είναι όμοιοι με τους άρχοντας, επαινεί και τιμά και ιδία και δημοσία· κατ' ανάγκην λοιπόν δεν θα εξαπλωθή παντού η ελευθερία εις μίαν τοιαύτην πόλιν; — Πώς όχι; — Θα εισδύση μάλιστα, φίλε μου, και εις τους κόλπους της οικογενείας, και εις το τέλος τέλος θα μεταδοθή το μίασμα της αναρχίας και εις αυτά τα κατοικίδια ζώα. — Τι εννοείς με τούτο; — Θέλω να είπω ότι οι πατέρες θα συνηθίσουν να θεωρούν τα τέκνα ως ίσους και ομοίους των και να φοβούνται τους υιούς των, το ίδιον πάλιν οι υιοί τους πατέρας και ούτε θα τους σέβωνται, ούτε θα τους φοβούνται, διά να είναι βέβαια ελεύθεροι· οι μέτοικοι θα εξισωθούν με τους πολίτας, οι πολίται με τους μετοίκους, ωσαύτως δε και οι ξένοι. — Αυτό ακριβώς και συμβαίνει.
— Αυτά λοιπόν γίνονται και άλλα μικρότερα τοιαύτα, εις αυτήν την πολιτείαν· ο διδάσκαλος φοβείται και περιποιείται τους μαθητάς του, οι μαθηταί καμμίαν σημασίαν δεν δίδουν διά τους διδασκάλους και τους παιδαγωγούς των· και εν γένει οι νέοι εννοούν να περνούν το ένα με τους γεροντοτέρους και να συνερίζωνται με αυτούς και εις τους λόγους και τα έργα, οι δε γέροντες πάλιν συγκατερχόμενοι μέχρι των νέων σπουδάζουν να μιμούνται τους τρόπους των και να κάμνουν τον χαρίεντα και τον ευτράπελον, διά να μη θεωρούνται φορτικοί και δεσποτικοί. — Αυτό είναι αλήθεια. — Αλλ' η πλέον ανυπόφορος κατάχρησις της ελευθερίας που συμβαίνει εις την τοιαύτην πολιτείαν, είναι να βλέπης τους δούλους τους αγορασμένους και τας δούλας, να απολαμβάνουν όχι μικροτέραν ελευθερίαν από εκείνους που τους ηγόρασαν· ελησμόνησα δε σχεδόν να είπω, πόση ισονομία και ελευθερία επικρατεί εις τας μεταξύ ανδρών και γυναικών σχέσεις. — Ας μη λησμονώμεν τίποτε και, κατά τον Αισχύλον, ας λέγωμεν ό,τι μας έρχεται εις το στόμα. — Πολύ καλά· και εγώ αυτό θα κάμω. Θα εδυσκολεύετο κανείς να το πιστεύση, αν τουλάχιστον δεν το έβλεπε, πόσον και αυτά τα ζώα τα εις την υπηρεσίαν των ανθρώπων απολαμβάνουν εδώ μεγαλυτέραν ελευθερίαν ή παντού αλλού· διότι πραγματικώς, όπως λέγει και η παροιμία, &κατά τον αφέντη και το σκυλί&, οι δε ίπποι και οι όνοι, συνηθισμένοι να πηγαίνουν ελεύθερα και με όλην των την μεγαλοπρέπειαν εις τους δρόμους, πίπτουν επάνω εις όσους τύχη να συναντήσουν, εάν δεν παραμερίσουν αυτοί· και τέλος πάντων όλα απολαμβάνουν απόλυτον ελευθερίαν. — Μου διηγείσαι το ιδικόν μου το όνειρον συχνά μου συμβαίνει αυτό, όταν πηγαίνω εις την εξοχήν.
— Εννοείς λοιπόν, ποίον είναι το κεφάλαιον όλων αυτών αν τα προσθέσωμεν· η ψυχή των πολιτών γίνεται τόσον ευπαθής, ώστε και εις την ελαχίστην υποψίαν καταναγκασμού, που θα ήθελέ τις να τους επιβάλη, αγανακτούν και εξεγείρονται· γνωρίζεις δε βέβαια ότι εις το τέλος καταντούν να μη λαμβάνουν καθόλου υπ' όψιν των και τους νόμους, είτε τους γραπτούς είτε τους αγράφους, διά να μην έχουν κανένα απολύτως κύριον. — Το γνωρίζω και πολύ καλά.
— Αυτή λοιπόν, φίλε μου, είναι η τόσον καλή και χαριτωμένη μορφή του πολιτεύματος, εκ της οποίας, κατά την ιδέαν μου, λαμβάνει την αρχήν η τυραννίς. — Πραγματικώς χαριτωμένη· αλλά τι συμβαίνει κατόπιν; — Το ίδιον νόσημα, το οποίον ανεφάνη εις την ολιγαρχίαν και επέφερε την καταστροφήν της, το ίδιον παρουσιάζεται και εις αυτήν αλλά υπό μορφήν βαρυτέραν, ένεκα της γενικής αμεριμνησίας, και επιφέρει την υποδούλωσιν της δημοκρατίας· διότι τωόντι η υπερβολή εις κάθε πράγμα επιφέρει συνήθως την μετάπτωσιν εις την εναντίαν υπερβολήν, όπως παρατηρείται εις τας εποχάς του έτους, εις τα φυτά, εις τα σώματά μας και μάλιστα και εις τας πολιτείας προπάντων. — Είναι πολύ φυσικόν να γίνεται. — Και λοιπόν και η υπερβολική ελευθερία, είτε εις τους ιδιώτας είτε και εις τα κράτη, εις τίποτε άλλο, φαίνεται, δεν οδηγεί παρά εις την ασυλείαν. — Έτσι είναι. — Είναι λοιπόν φυσικόν να μη προέρχεται εξ άλλης πολιτείας η τυραννίς παρά εκ της δημοκρατίας, εκ της ακροτάτης δηλαδή ελευθερίας η μεγαλύτερα και αγριωτέρα δουλεία. — Το πράγμα έχει τον λόγον του. — Δεν είναι όμως αυτό που με ερωτούσες, αλλά ποίον νόσημα παρουσιάζεται εις την δημοκρατίαν, το ίδιον απαράλλακτα όπως κανείς την ολιγαρχίαν, και επιφέρει την υποδούλωσιν αυτής. — Έχεις δίκαιον.
— Εννοώ λοιπόν εκείνο το είδος των αργών και πολυδαπάνων ανθρώπων, εκ των οποίων οι μεν γενναιότεροι τίθενται επί κεφαλής, οι δε άλλοι, οι ανανδρότεροι, τους ακολουθούν τους πρώτους, ενθυμείσαι, τους παρεβάλαμεν με τους κηφήνας, που έχουν κέντρα, και τους άλλους με τους κηφήνας, που δεν έχουν. — Και πολύ ορθώς. — Αυτά λοιπόν τα δύο είδη των ανθρώπων επιφέρουν γενικήν διατάραξιν εις πάσαν πολιτείαν, που εμφανίζονται, απαράλλακτα όπως συμβαίνει με το φλέγμα και την χολήν εις το ανθρώπινον σώμα· πρέπει λοιπόν ο καλός ιατρός και νομοθέτης της πολιτείας να λάβη εξ αρχής όλα τα μέτρα του, όπως ένας έμπειρος μελισσουργός, προπάντων μεν διά να μη εισχωρήσουν καθόλου εις την κυψέλην, αν δε τύχη και εισχωρήσουν, να τους πετάξη έξω μίαν ώραν αρχύτερα μαζί με τας βεβλαμμένας κηρήθρας. — Δεν έχει, μα την αλήθειαν, καλύτερον να κάμη. — Ας λάβωμεν όμως το πράγμα ως εξής, διά να εννοήσωμεν σαφέστερα αυτό που θέλομεν. — Πώς; — Ας διαιρέσωμεν την δημοκρατουμένην πολιτείαν εις τρεις τάξεις, πράγμα το οποίον άλλως τε είναι και αληθές· η πρώτη περιλαμβάνει αυτούς ακριβώς που ελέγαμεν τώρα, και οι οποίοι από την γενικήν ελευθερίαν, πολλαπλασιάζονται όχι ολιγώτερον παρά εις την ολιγαρχικήν πολιτείαν. — Έτσι είναι — Είναι δε, εννοείται, και πολύ βλαβερώτεροι εις την δημοκρατικήν παρά εις εκείνην. — Πώς; — Εκεί μεν, επειδή το είδος αυτό των ανθρώπων, δεν έχει καμμίαν υπόληψιν και το απομακρύνουν από κάθε αρχήν, μένει ούτως ειπείν αγύμναστον και ατροφικόν· ενώ απεναντίας εις μίαν δημοκρατίαν αυτό διαχειρίζεται, ως γνωστόν, την ανωτάτην εξουσίαν, εκτός ολίγων εξαιρέσεων και οι μεν επιτηδειότεροι εξ αυτών λέγουν και πράττουν, οι δε άλλοι περιβομβούν προσκολλημένοι γύρω εις το βήμα και δεν επιτρέπουν εις κανένα να έχη την αντίθετον γνώμην, ώστε τα πάντα διεξάγονται εις αυτήν την πολιτείαν υπό των τοιούτων, εκτός ενός πολύ μικρόν αριθμού. — Είναι αληθές. — Είναι τώρα μία δευτέρα τάξις, η οποία μένει πάντα χωρισμένη από το πλήθος. — Ποία είναι αυτή; — Επειδή όλοι εις αυτήν την πολιτείαν εργάζονται διά να πλουτήσουν, οι φρονιμώτεροι και πλέον μετρημένοι εκ φύσεως μεταξύ των γίνονται και πλουσιώτεροι. — Φυσικά. — Και από αυτούς είναι, νομίζω, που τραυούν το περισσότερον μέλι και προχειρότερα οι κηφήνες. — Και τι να τραυήξουν βέβαια από εκείνους, που δεν έχουν τίποτε; — Αυτοί λοιπόν οι πλούσιοι είναι, που τους λέγουν: το βοτάνι των κηφήνων. — Επάνω κάτω. — Η δε τρίτη τάξις είναι ο μικρός λαός, όσοι είναι τεχνίται και δεν πολυανακατώνονται εις τα πράγματα και που μόλις επαρκούν να ζήσουν με τα ολίγα που έχουν· και είναι μολαταύτα εις μίαν δημοκρατίαν η πολυπληθεστέρα και κυριωτέρα τάξις αύτη, όταν συσσωματωθή.
Έτσι είναι· αλλά δεν συνηθίζει να το κάμνη αυτό συχνά, εάν δεν πάρη και αυτός το μερίδιόν του από το μέλι. — Και το παίρνει πραγματικώς, καθόσον οι προεστώτες κάμνουν ό,τι ημπορούν δι' αυτό· αφαιρούν τας περιουσίας των πλουσίων και τας μοιράζουν εις τον λαόν, αφού, εννοείται, κρατήσουν αυτοί το μεγαλύτερον μέρος. — Κατ' αυτόν τον τρόπον πραγματικώς λαμβάνει και αυτός το μερίδιόν του. — Αναγκάζονται λοιπόν και οι πλούσιοι, των οποίων τας περιουσίας παίρνουν, να υπερασπίζωνται, λαμβάνοντες τον λόγον εις τας συναθροίσεις του δήμου ή ενεργούντες όπως άλλως δύνανται. — Πώς όχι; — Κατηγορούνται λοιπόν υπό των άλλων, και χωρίς να επιδιώκουν καμμίαν καινοτομίαν πολιτικήν, ότι τάχα σχεδιάζουν την ανατροπήν του δημοκρατικού πολιτεύματος και είναι ολιγαρχικοί. — Βεβαίως. — Και αυτοί λοιπόν εις το τέλος, αφού βλέπουν ότι ο δήμος, όχι ίσως τόσον από κακήν θέλησιν, αλλά εξ αγνοίας και απατώμενος από τους συκοφάντας, θέλει όλο να τους αδική, τότε πλέον, είτε το θέλουν είτε όχι, γίνονται πραγματικώς ολιγαρχικοί· και δεν πταίουν αυτοί, αλλ' αφορμή πάλιν του κακού είναι εκείνος ο ίδιος ο κηφήν, που τους καταδιώκει με το κέντρον του. — Αναμφιβόλως. — Αρχίζουν λοιπόν καταγγελίαι και κρίσεις και δικαστικοί αγώνες μεταξύ των. — Βέβαια. — Δεν έχει δε την συνήθειαν ο δήμος να αναδεικνύη εκάστοτε ένα κατ' εξοχήν προστάτην του, και να τον περιβάλλη με πάσαν ισχύν και εξουσίαν; — Μάλιστα. — Είναι λοιπόν φανερόν, ότι από αυτήν την ρίζαν των προστατών του δήμου ξεφυτρώνει ο τύραννος και από πουθενά άλλου. — Και πολύ μάλιστα φανερόν.
— Ποία λοιπόν είναι η αρχή της μεταβολής από του προστάτου εις τον τύραννον; δεν είναι προφανώς, όταν αρχίση ο προστάτης να κάμνη το ίδιον μ' εκείνο, που συμβαίνει, κατά τον μύθον, εις το εν Αρκαδία ιερόν του Λυκαίου Διός; — Τι δηλαδή; — Ότι τάχα εκείνος, που γευθή από το ένα ανθρώπινον σπλάγχνον, που είναι κομμένον μέσα εις τα πολλά άλλα σπλάγχνα των άλλων θυμάτων, κατ' αναπόδραστον ανάγκην μεταβάλλεται εις λύκον· ή δεν έχεις ποτέ σου ακούση αυτόν τον μύθον; — Μάλιστα. — Μήπως λοιπόν τοιουτοτρόπως και ο προστάτης του δήμου, όταν εύρη όχλον πρόθυμον να τον υπακούη και δεν κρατήση τας χείρας του καθαράς από το αίμα συμπολιτών του, αλλά με αδίκους κατηγορίας, όπως γίνεται πολύ συνήθως, ενώπιον των δικαστηρίων γίνη αφορμή να αδικοθανατήση άνθρωπος και γευθή τοιουτοτρόπως με γλώσσαν και στόμα ανόσιον συγγενικό αίμα και εξορίζει και φονεύει και υπόσχεται απόσβεσιν χρεών και αναδασμόν γης, μήπως, λέγω, κατ' ανάγκην τότε, ύστερ' απ' όλ' αυτά, είναι πεπρωμένον ο τοιούτος ή να πέση και αυτός θύμα των εχθρών του, ή να γίνη τύραννος και να μεταβληθή από άνθρωπος εις λύκον; Κατ' ανάγκην αυτό θα συμβή. — Αυτός λοιπόν είναι που στήνει πόλεμον με εκείνους που έχουν τας μεγάλας περιουσίας. — Αυτός. — Και εάν, αφού μίαν φοράν εξορισθή, επανέλθη παρ' όλην την αντίστασιν των εχθρών του, δεν επανέρχεται τέλειος πλέον τύραννος; — Αναμφιβόλως. — Αλλ' εάν δεν ημπορέσουν να τον εξορίσουν ή να τον φονεύσουν, κατηγορούντες αυτόν ενώπιον του δήμου, δεν συνωμοτούν να τον δολοφονήσουν κρυφίως; — Αυτό τουλάχιστον γίνεται συνήθως. — Και τότε συμβαίνει το πολυθρύλητον εκείνο τέχνασμα των τυράννων, εις το οποίον καταφεύγουν, όταν τα πράγματα καταντήσουν εις αυτό το σημείον, να ζητούν δηλαδή από τον δήμον σωματοφύλακας, διά να μην τους πάθη τίποτε ο υπερασπιστής του δήμου. — Μάλιστα. — Και του δίδουν πράγματι, επειδή φοβούνται μεν δι' εκείνον, δεν φοβούνται δε τίποτε διά τον εαυτόν τους. — Και βέβαια.
— &Όταν& λοιπόν το πράγμα φθάση εις αυτό το σημείον, κάθε άνθρωπος με μεγάλην περιουσίαν, και ο οποίος δι' αυτόν τον λόγον θεωρείται ως εχθρός του δήμου, εφαρμόζει τον χρησμόν, που εδόθη εις τον Κροίσον, και
$$στο χαλικοστρωμένον Έρμον $φεύγει, δε μένει, και δειλός δε ντρέπεται να γίνη.
— Διότι βέβαια δεν θα του δοθή περίστασις να εντραπή άλλην φοράν πλέον. — Πραγματικώς, διότι αν συλληφθή, θα λάβη άφευκτον θάνατον. — Κατ' ανάγκην. — Όσον δε αφορά τον προστάτην του δήμου, εκείνος πλέον τότε φαρδύς πλατύς, όχι πέφτει καταγής (όπως λέγει ο στίχος) αλλά, αφού καταρρίψη και άλλους πολλούς, ενθρονίζεται εις το άρμα της πόλεως και παρουσιάζεται πλέον τέλειος τύραννος αντί προστάτου. — Και ποίος θα τον ημπόδιζε;
— Ας ίδωμεν τώρα την ευδαιμονίαν αυτού του ανθρώπου και της πόλεως, η οποία θα έχη την ευτυχίαν να τον αποκτήση. — Ας ίδωμεν. — Και εις μεν τας πρώτας ημέρας της αρχής του, δεν φέρεται φιλομειδέστατα και καταδεκτικώτατα εις όλους που συναντά, και δεν αποστέργει και αυτό το όνομα του τυράννου; δεν σκορπίζει αφειδώς υποσχέσεις και ιδία και δημοσία και αναστέλλει πράγματι τα χρέη και μοιράζει γαίας εις τον δήμον και εις τους ανθρώπους του και εν γένει υποκρίνεται προς όλους τον πράον και ήμερον; — Είναι ηναγκασμένος να το κάμνη. Όταν όμως ησυχάση άπαξ με τους εξωτερικούς του εχθρούς, και με άλλους μεν εξ αυτών συμφιλιωθή, άλλους δε τους εξοντώση, πρώτον μεν αρχίζει να υποκινή κάθε φοράν και κάποιον πόλεμον, διά να έχη πάντοτε ο δήμος ανάγκην αρχηγού. — Είναι φυσικόν. — Αλλά προ πάντων δεν το κάμνει, διά να συνεισφέρουν εις τας ανάγκας δήθεν του πολέμου και τοιουτοτρόπως, μόλις επαρκούντες πλέον εις τας καθημερινάς των ανάγκας, να μην είναι εις θέσιν να τον επιβουλεύωνται; — Φανερόν. — Και διά να έχη ακόμη το μέσον να απαλλάσσεται με εύσχημον πρόφασιν από εκείνους, που υποπτεύεται ότι έχουν αρκετά φιλελεύθερον το φρόνημα, διά να μην υποκύψουν υπό τον ζυγόν του, εκθέτων αυτούς εις τους κινδύνους του πολέμου; δι' όλους αυτούς τους λόγους δεν έχει ανάγκην πάντοτε ο τύραννος να προκαλή κάποιον πόλεμον; — Μάλιστα. — Όλα όμως αυτά δεν τον κάμνουν να γίνεται επί μάλλον και μάλλον μισητός εις τους πολίτας; — Πώς όχι; — Μερικοί δε από εκείνους που συνετέλεσαν εις την ανύψωσίν του και έχουν διά τούτο κάποιαν δύναμιν πλησίον του, δεν θα αρχίσουν να κάμνουν λόγον μετά παρρησίας διά τας πράξεις του μεταξύ των, οι δε τολμηρότεροι και προς αυτόν τον ίδιον να τας κατακρίνουν; — Φυσικώτατα. — Όλους λοιπόν αυτούς πρέπει να τους βγάλη ο τύραννος από την μέσην, εάν θέλη να διατηρήση την εξουσίαν, έως ότου δεν αφίση κανένα, ούτε φίλον ούτε εχθρόν, που να έχη κάποιαν αξίαν. — Αυτό είναι φανερόν. — Πρέπει λοιπόν με άκραν οξύτητα να διακρίνη και να βλέπη ποίος είναι ανδρείος, ποίος μεγαλόφρων, ποίος φρόνιμος, ποίος πλούσιος· και τόσον ευτυχής είναι, ώστε πρέπει, εκών άκων, να τους θεωρή όλους αυτούς εχθρούς του και να επιζητή την καταστροφήν των, έως ότου καθαρίση τελείως την πόλιν από αυτούς. — Ωραίος καθαρισμός! — Ωραίος πράγματι, αλλ' αντίθετος από εκείνον που κάμνουν εις τα σώματα οι ιατροί· εκείνοι δηλαδή αφαιρούν τα χειρότερα και αφήνουν τα καλύτερα· αυτός δε το εναντίον. — Καθώς φαίνεται είναι ανάγκη να το κάμνη αυτό, αν εννοή να διατηρήση την αρχήν.
— Με αξιολάτρευτον, μα την αλήθειαν, ανάγκην είναι δεσμευμένος, η οποία του επιβάλλει, ή να ζη με τους πολλούς τους φαύλους και μάλιστα μισούμενος υπ' αυτών, ή να αποθάνη. — Αυτή είναι η θέσις του. — Αλλά όσον μισητότερος γίνεται εις τους πολίτας με αυτάς τας πράξεις του, δεν θα έχη ανάγκην και τόσον περισσοτέρων και πιστοτέρων δορυφόρων; — Πώς όχι; — Αλλά πού θα εύρη αυτούς τους πιστούς και από πού θα τους προσκαλέση; — Μόνοι των θα έλθουν πολλοί πετώντας, αρκεί να τους πληρώνη κανείς καλά. — Μου φαίνεται, μα τον κύνα, πως εννοείς κάποιους κηφήνας πάλιν, ξενικούς και κάθε λογής. — Σωστά το ηύρες. — Τι τάχα; δεν θα ημπορούσεν άραγε να είχεν εντοπίους; — Πώς; — Να πάρη τους δούλους από τους κυρίους των, να τους απελευθερώση και να αποτελέση από αυτούς την σωματοφυλακήν του. — Καλά το εσκέφθης, διότι αυτοί πραγματικώς θα του είναι και τελείως αφωσιωμένοι. — Τι αξιοζήλευτον πράγμα, αλήθεια, που μας παριστάνεις τον τύραννον, αφού θα έχη τέτοιους φίλους και πιστούς ανθρώπους, διά να αντικαταστήση εκείνους τους άλλους που εξέκαμε πριν! — Και όμως αυτούς έχει. — Και τον θαυμάζουν βέβαια αυτοί οι νέοι του σύντροφοι και ζουν με οικειότητα μαζί του οι νέοι αυτοί πολίται, ενώ οι χρηστοί τον μισούν και τον αποφεύγουν. — Πώς να μη γίνεται αυτό;
— Έχουν λοιπόν δίκαιον να θεωρούν την τραγωδίαν εν γένει ταμείον πάσης σοφίας, και ιδιαιτέρως εν αυτή τον Ευριπίδην. — Διατί το λέγεις αυτό; — Διότι είπε μεταξύ των άλλων και αυτήν την βαθυστόχαστον ρήσιν ότι «γίνονται σοφοί οι τύραννοι με την συναναστροφήν των σοφών»· και έλεγε βέβαια σοφούς, αυτούς που ζουν με οικειότητα μαζί των. — Και ως ισόθεον ακόμη εγκωμιάζει την τυραννίδα και αυτός και οι άλλοι ποιηταί. — Πιστεύω όμως μολαταύτα, ότι, καθώς είναι σοφοί οι ποιηταί της τραγωδίας, θα μας συμπαθήσουν και ημάς και όλους, όσοι πολιτεύονται σύμφωνα με τας ιδικάς μας αρχάς, που δεν θα τους παραδεχθούμεν εις την πολιτείαν μας, επειδή εξυμνούν τους τυράννους. — Θα μας συμπαθήσουν, πιστεύω και εγώ, τουλάχιστον οι λεπτότεροι μεταξύ των. — Ημπορούν όμως, εννοείται, αξιόλογα να περιοδεύουν εις τας άλλας πολιτείας, να συναθροίζουν τους όχλους και μισθώνοντες τας ωραιοτέρας και ισχυροτέρας και πειστικωτέρας φωνάς, να προσελκύουν τα πλήθη υπέρ των τυραννίδων και των δημοκρατιών. Βεβαίως. — Δι' όλα αυτά μάλιστα λαμβάνουν και πλουσίας αμοιβάς και τιμάς, προπάντων μεν από τους τυράννους, κατά δεύτερον δε λόγον από τας δημοκρατίας· αλλ' όσον, εννοείται, παίρνουν τον ανήφορον προς τα τελειότερα πολιτεύματα, τόσον αποκάμνει και η υπόληψίς των, ως να την έπιασεν άσθμα και δεν ημπορεί να τους παρακολουθήση. — Έχεις δίκαιον.
— Αλλ' ας επανέλθωμεν από αυτήν την παρέκβασιν, που εκάμαμεν, και ας ιδούμεν τώρα πώς ο τύραννος θα διαθρέψη το ωραίον και πολυάριθμον και πολυποίκιλον και πάντοτε ανανεούμενον στρατόπεδόν του εκείνο. — Είναι φανερόν, ότι θα θέση χείρα βέβηλον εις τους ναούς και τους ιερούς θησαυρούς της πόλεως, και εφόσον το εκ της πωλήσεως αυτών χρήμα τον εξαρκεί, δεν θα επιβάλλη εις τον λαόν πολύ μεγάλας καταναγκαστικάς εισφοράς. — Αλλά τι θα γίνη όταν τελειώσουν αυτά; — Τότε βέβαια θαρχίση να τρέφεται και αυτός και οι καλεσμένοι του και οι φίλοι του και αι φίλαι του από τα πατρικά του. — Ενόησα· ότι ο λαός δηλαδή, που εγέννησε τον τύραννον, θα θρέψη και αυτόν και τους συντρόφους του. — Έχει βέβαια αυτήν την υποχρέωσιν. — Πώς το λέγεις αυτό; αλλ' αν ο λαός αγανακτήση επί τέλους και του είπη, ότι δεν είναι δίκαιον να τρέφεται από τον πατέρα του ένας υιός εις αυτήν την ηλικίαν πλέον, αλλά το εναντίον ο πατέρας επί τον υιόν, και ούτε τον εγέννησε και τον ανάστησε διά να του γίνη, όταν μεγαλώση, δούλος των δούλων του και να τον τρέφη και αυτόν και τους δούλους και όλον τον άλλον συρφετόν της ακολουθίας του, αλλά διά να απελευθερωθή με την βοήθειαν και την προστασίαν του από τους πλουσίους και τους ονομαζομένους επιφανείς, και τώρα τον προστάζει να φύγη από την πόλιν, και αυτός και οι φίλοι του, όπως ένας πατέρας που εκδιώκει από την οικίαν του τον υιόν του μαζί με τους οχληρούς συντρόφους του; — Τότε, μα τον θεόν, θα γνωρίση πλέον ο δήμος ποίον θρέμμα εγέννησε και εθέρμανε εις τον κόλπον του και εμεγάλωσε και ότι εκείνοι, που θέλει να εκδιώξη, είναι πολύ ισχυρότεροι του. — Τι κάθεσαι και λέγεις; θα τολμήση να επιβάλη βίαν εις τον πατέρα του ο τύραννος, και αν δεν υποχωρήση, να τον κτυπήση ακόμη; — Μάλιστα, αφού πρώτα τον αφοπλίση. — Μα εσύ μας τον παριστάνης τον τύραννον σωστόν πατροφάγον και διεστραμμένον γηροτρόφον και, καθώς φαίνεται, αυτό πραγματικώς είναι που ονομάζει όλος ο κόσμος τυραννίδα· ο λαός, κατά το λεγόμενον, διά να αποφύγη τον καπνόν της δουλείας ανθρώπων ελευθέρων, έπεσε μέσα εις τη φωτιά δεσποτείας δούλων και ήλλαξε το φόρεμα της μεγάλης εκείνης και αναρμόστου ελευθερίας με το φόρεμα της σκληροτάτης και πικροτάτης δουλείας των δούλων. — Έτσι γίνονται αυτά τα πράγματα. — Και λοιπόν, θα είχαμεν τώρα άδικον να ισχυρισθώμεν, ότι αρκετά καλά ανεπτύξαμεν πώς γίνεται η μετάβασις από την δημοκρατίαν εις την τυραννίδα, και ποίος είναι ο χαρακτήρ αυτής; — Και πολύ καλά μάλιστα.
ΒΙΒΛΙΟΝ Θ'.