Αθηναίων Πολιτεία

Part 7

Chapter 774 wordsPublic domain

Και το μεν πρώτον έτος τοιουτοτρόπως διάγουν· το δε επόμενον έτος, όταν γίνη εκκλησία (173) του δήμου εις το θέατρον, επιδείξαντες οι έφηβοι ενώπιον του δήμου την εξάσκησιν αυτών εις τα στρατιωτικά (174) και παρά της πόλεως λαβόντες ασπίδα και δόρυ καθίστανται φύλακες περίπολοι εις την χώραν και μένουσιν ως σκοποί εις τα φρούρια. Υπηρετούσι δε ως φρουροί κατά τα δύο έτη φορούντες χλαμύδας και είναι καθ' όλα αφορολόγητοι· και ούτε ενάγουσιν ούτε ενάγονται εις τα δικαστήρια (175), διά να μη υπάρχη πρόφασις απουσίας, εκτός εάν πρόκειται περί κληρονομικής υποθέσεως και περί επικλήρου, η εάν λόγω καταγωγής ανατεθή εις κανένα εξ αυτών ιερατικόν αξίωμα. Όταν δε περάσουν τα δύο έτη, προσέρχονται πλέον εις την τάξιν όλων των άλλων πολιτών.

Τα μεν λοιπόν αφορώντα εις την εγγραφήν των πολιτών και εις τους εφήβους τοιουτοτρόπως έχουσι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

ΒΟΥΛΗ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

Όλα δε τα αξιώματα, τα αναγόμενα εις την συνήθη διοίκησιν παρέχονται διά κλήρου, εκτός του ταμίου των στρατιωτικών και των ταμιών διά τα θεωρικά χρήματα και του επιμελητού των κρηνών της υδρεύσεως. Εις δε τα αξιώματα ταύτα διορίζουσι ψηφοφορούντες διά χειροτονίας και οι χειροτονηθέντες άρχοντες είναι από της εορτής των Παναθηναίων έως την επομένην εορτήν των Παναθηναίων. Διά χειροτονίας δε εκλέγουν και όλους τους διά τον πόλεμον άρχοντας.

Η δε βουλή απαρτίζεται διά κλήρου εκ πεντακοσίων πενήντα από κάθε φυλήν. Έχει δε την πρυτανείαν (176), ιδιαιτέρως κάθε φυλή κατά σειράν όπως ήθελον έλθη διά κλήρου, αι μεν πρώται τέσσαρες, τριάντα έξ ημέρας η καθεμία, αι δε κατόπιν έξ, τριάντα πέντε ημέρας η καθεμία. Διότι το έτος υπολογίζουν σεληνιακόν. Εκείνοι δε εξ αυτών οι οποίοι είναι πρυτάνεις πρώτον μεν συντηρούνται διά συσσιτίου (παρεχομένου υπό της πόλεως) εις την Θόλον, (177) μισθοδοτούμενοι υπό της πόλεως, δεύτερον δε είναι επιφορτισμένοι να προσκαλώσιν εις συνέλευσιν την βουλήν και τον λαόν· την μεν βουλήν κάθε ημέραν, εκτός εάν είναι ημέρα εορτής, τον δε λαόν τέσσαρας φοράς εις καθεμίαν πρυτανείαν. Και όσα πρέπει να συζητήση η βουλή και ό,τι ειδικώς εις καθεμίαν ημέραν και πού να συνέλθη, ούτοι (οι πρυτάνεις) τα προδιορίζουν· προδιορίζουν δε ούτοι και τας συνελεύσεις του λαού· μιαν μεν συνέλευσιν κυρίαν κατά την οποίαν είναι ωρισμένον να αποφαίνωνται διά χειροτονίας ως προς την κυβέρνησιν, εάν δηλαδή καλώς κυβερνά, και να συσκέπτωνται διά τον σιτισμόν και διά την φρούρησιν της χώρας· και τας μηνύσεις διά πολιτικά εγκλήματα (178) την ημέραν εκείνην οφείλουν να κάμνουν οι θέλοντες και αι απογραφαί των δημευομένων κτημάτων (179) πρέπει να αναγινώσκωνται και αι λογοδοσίαι επί κληρονομικών υποθέσεων και επί της διαχειρίσεως κληρονομικών περιουσιών γυναικών ανυπάνδρων, (180) διά να μη διαφεύγη την γνώσιν κανενός τίποτε απροστάτευτον (181). Εις τον καιρόν δε της έκτης πρυτανείας ομού με τα ειρημένα (η συνέλευσις του λαού) διά χειροτονίας ψηφίζει περί της οστρακοφορίας (182), εάν πρέπη να ενεργηθή τοιαύτη ή μη, και περί επιβολής ποινών περιουσιακών (183) εις συκοφάντας Αθηναίους και μετοίκους, έως τρεις από καθεμίαν εκ των δύο τούτων τάξεων (184), και περί κατηγορίας εναντίον τινός, ο οποίος τυχόν υπεσχέθη τι εις τον δήμον και δεν το εξετέλεσεν. Άλλη δε συνέλευσις είναι διά τας αιτήσεις, εις την οποίαν υποβάλλει αίτησιν οποίος θέλει δι' όσα τυχόν θέλει και ιδιωτικής και δημοσίας φύσεως να ομιλήση προς τον δήμον (185). Αι δε δύο άλλαι πρυτανικοί συνελεύσεις είναι περί των άλλων δημοσίων υποθέσεων· εις αυτάς δε ορίζουσιν οι νόμοι να συζητούνται εις καθεμίαν τρία μεν ζητήματα αφορώντα εις τα ιερά, τρία δε αφορώντα εις αποστολάς κηρύκων και πρεσβείας και τρία αφορώντα εις τα όσια (186). Συζητούσι δε και αποφασίζουσι κάποτε χωρίς να προηγηθή διά χειροτονίας ψηφοφορία περί εισαγωγής του ζητήματος (187). Παρουσιάζονται δε και οι κήρυκες εις τους πρυτάνεις πρώτον (188)· και οι φέροντες (προς τον δήμον Αθηναίων) επιστολάς εις τούτους τας επιδίδουσιν (189).

Υπάρχει δε επόπτης (αρχηγός) των πρυτάνεων (190) ένας διά κλήρου εκλεγόμενος· αυτός δε εποπτεύει νύκτα και ημέραν και δεν επιτρέπεται ούτε διά περισσότερον καιρόν ούτε δύο φοράς να χρηματίση ο ίδιος. Φυλάττει δε ούτος και τας κλείδας των ιερών κτιρίων, όπου υπάρχουν τα χρήματα και τα έγγραφα της πόλεως, και την δημοσίαν σφραγίδα· και αυτός να μένη εις την Θόλον είναι επιβεβλημένον καθώς και τρεις ακόμη των πρυτάνεων, εκείνοι τους οποίους αυτός ήθελεν ορίση. Και όταν συγκαλέσουν οι πρυτάνεις την βουλήν ή τον δήμον, ούτος διά κλήρου ορίζει εννέα προέδρους, ένα από κάθε φυλήν, πλην εκείνης η οποία έχει την πρυτανείαν, και εκ των εννέα τούτων ένα επόπτην, και παραδίδει εις αυτούς το πρόγραμμα (της ημερησίας διατάξεως) διά την συνέλευσιν· αυτοί δε παραλαβόντες το πρόγραμμα και διά την τήρησιν της τάξεως φροντίζουν και υποβάλλουν τα ζητήματα επί των οποίων θα γίνη συζήτησις και αποφαίνονται διά το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας διά χειροτονίας και όλα τα άλλα διοικούσι και εξουσίαν έχουν να διαλύσουν την συνέλευσιν. Και να είναι τις επόπτης δεν επιτρέπεται παρά μίαν φοράν το έτος, να γίνη δε πρόεδρος (μιας φυλής) επιτρέπεται μίαν φοράν εις κάθε πρυτανείαν.

Διενεργούσι δε (οι πρυτάνεις) και αρχαιρεσίας στρατηγών και αρχηγών του ιππικού και των άλλων πολεμικών αξιωμάτων υπό της συνελεύσεως του δήμου σύμφωνα με τας εν αυτή αποφάσεις του λαού. Διενεργούσι δε τας αρχαιρεσίας οι μετά την έκτην πρυτανείαν πρυτανεύοντες, εκείνοι επί της αρχής των οποίων οι οιωνοί θα εφαίνοντο ευνοϊκοί προς τούτο (191). Είναι δε ανάγκη να προηγηθή προκαταταρκτική της βουλής απόφασις (192) και περί τούτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'.

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Η δε βουλή εις προγενεστέραν εποχήν είχεν εξουσίαν και χρηματικήν ποινήν να επιβάλη και δεσμά και θάνατον (193)· και ότε αυτή έφερεν εις τον δήμιον κάποιον Λυσίμαχον, ο οποίος εκάθητο ήδη επί του εδωλίου της θανατικής εκτελέσεως και επρόκειτο να φονευθή, ο Ευμηλίδης ο εκ του δήμου Αλωπεκής απέσπασεν αυτόν λέγων ότι κανείς δεν πρέπει χωρίς δικαστικήν διαδικασίαν (194) να θανατώνεται· και με το να γίνη ούτω δίκη ενώπιον του δικαστηρίου ο μεν Λυσίμαχος απηλλάγη (195) και έλαβε παρωνύμιον «ο από του τυπάνου» (196), ο δε δήμος αφήρεσεν από την βουλήν το δικαίωμα του να καταδικάζη εις θάνατον και εις δεσμά και εις χρηματικήν ποινήν και έκαμεν νόμον ότι: αν η βουλή καταδικάση τινά ως υποπεσόντα εις αδίκημα ή του επιβάλλη πρόστιμον, τας τοιαύτας καταδίκας και χρηματικάς ποινάς να υποβάλλουν προς έγκρισιν οι θεσμοθέται εις το δικαστήριον και ό,τι οι δικασταί ήθελαν ψηφίση, τούτο να έχη οριστικήν ισχύν (197).

Κρίνει δε η βουλή τα της διαχειρίσεως των αξιωμάτων, των περισσοτέρων, κυρίως δε των αφορώντων εις χρηματικήν διαχείρισιν· η απόφασις δε αυτής δεν είναι τελεσίδικος, αλλά υπόκειται εις έφεσιν προ του δικαστηρίου. Έχουν δε δικαίωμα και οι ιδιώται να υποβάλουν καταγγελίαν εναντίον οιασδήποτε αρχής ήθελον, ότι δεν ασκείται νομίμως· έφεσις δε και επί τούτων χωρεί εις το δικαστήριον, εάν η βουλή ήθελε καταδικάση.

Ενεργεί δε και τον έλεγχον (198) των βουλευτών οι οποίοι κατά το επόμενον έτος θ' ασκήσωσι το βουλευτικόν αξίωμα, προς δε και των εννέα αρχόντων. Και πρότερον μεν είχεν εξουσίαν να αποκλείση (τινά εκ των αξιωμάτων τούτων), τώρα δε και ως προς αυτά χωρεί έφεσις εις το δικαστήριον.

Ως προς ταύτα μεν λοιπόν δεν έχει εξουσίαν ν' αποφασίζη τελεσιδίκως η βουλή (199). Αποφασίζει δε προηγουμένως (200) περί των ζητημάτων, τα οποία θα υποβληθούν εις την κρίσιν της εκκλησίας του δήμου και δεν επιτρέπεται τίποτε μη προεψηφισμένον υπό της βουλής ουδέ καν ό,τι ήθελον υποβάλη προς συζήτησιν γραπτώς οι πρυτάνεις να ψηφίση η εκκλησία του δήμου· διότι ακριβώς ως προς αυτά κατ' αυτόν τον τρόπον ο επιτυχών τοιαύτην υπό του δήμου ψήφισιν καθίσταται ένοχος παρανόμου υποβολής νομοσχεδίου. (201)

Έχει δε η βουλή και την επιμέλειαν των ναυπηγημένων πλοίων και των σκευών και των ναυστάθμων και ενεργεί την ναυπήγησιν νέων τριήρεων και τετρήρεων (202), όποιον εκ των δύο τούτων ειδών (πολεμικών πλοίων) διά χειροτονίας αποφασίση ο δήμος και σκεύη δι' αυτά και ναυστάθμους (203)· διά χειροτονίας δε ο λαός ορίζει αρχιτέκτονας διά τα πλοία. Αν δε δεν παραδώσουν ταύτα τελείως ναυπηγημένα εις την νέαν βουλήν, δεν επιτρέπεται να λάβωσιν αυτοί (οι παλαιοί βουλευταί) την επί τούτω παρεχομένην δωρεάν διότι οι βουλευταί της μετέπειτα βουλής την λαμβάνουν. Κατασκευάζει δε τας τριήρεις εκλέγουσα δέκα άνδρας εκ του βουλευτικού σώματος τριηροποιούς. Έχει δε την επίβλεψιν και των δημοσίων κτιρίων όλων και, αν νομίση ότι αδικεί τις τα δημόσια, καταγγέλλει αυτόν εις τον δήμον και, όταν τον καταδικάση ο δήμος, παραπέμπει αυτόν εις το δικαστήριον.

Μετέχει δε της διοικήσεως και των άλλων αρχών ως προς τα πλείστα. Διότι πρώτον μεν &οι ταμίαι της Αθηνάς& είναι μεν δέκα, κληρώνεται δε ένας από κάθε φυλήν εκ της τάξεως των πεντακοσιομεδίμνων σύμφωνα με τον νόμον του Σόλωνος (διότι ακόμη έχει κύρος ο νόμος), γίνεται δε άρχων ο κληρωθείς ακόμη και αν είναι πολύ πτωχός. Παραλαμβάνουν δε και το άγαλμα της Αθηνάς και τας Νίκας (204) και τα άλλα κειμήλια και τα χρήματα ενώπιον της βουλής.

Υπάρχουν ακόμη οι δέκα &πωληταί&, διά κλήρου δε λαμβάνονται ένας από κάθε φυλήν· παρέχουν δε εις μίσθωσιν ούτοι όλα τα μισθώματα και πωλούσι τα μέταλλα και τους παρεχομένους εις μίσθωσιν φόρους, (συνεργαζόμενοι προς τούτο) με τον ταμίαν των στρατιωτικών χρημάτων και με τους εκλεγομένους ταμίας του θεωρικού χρήματος, ενεργούντες τας μισθώσεις ενώπιον της βουλής και κατακυρούσιν εις όποιον η βουλή ήθελε ψηφίση· ομοίως και τα προς πώλησιν μέταλλα και τα διά κατεργασίαν και τα πωλούμενα (προς εξόρυξιν από της γης) διά τρία έτη (205) και τα παρεχόμενα εις μίσθωσιν (206) διά . . . έτη. Και τας περιουσίας των καταδικαζομένων υπό του Αρείου Πάγου και των άλλων (του Δημοσίου χρεωστών) πωλούσιν ενώπιον της βουλής, κάμνουν δε την κατακύρωσιν της πωλήσεως οι εννέα άρχοντες. Και τους φόρους τους μισθουμένους (εις ιδιώτας) ετησίως, αναγράφοντες εις ασπρισμένους πίνακας (207) και τον μισθωτήν και όσα έχει μισθώση, παραδίδουν εις την βουλήν. Αναγράφουν δε εις δέκα πίνακας χωριστά μεν εκείνους οι οποίοι υποχρεούνται να καταβάλλουν (φόρον) εις καθεμίαν πρυτανείαν, χωριστά δε εκείνους οι οποίοι υποχρεούνται να καταβάλουν τρις φοράς το έτος, συντάσσοντες πίνακας κατά την καταβολήν του καθενός, χωριστά δε καταγράφουν εκείνους όσοι υποχρεούνται να καταβάλλουν επί της ενάτης πρυτανείας (208). Καταχωρίζουσι δε εις πίνακας και τα κτήματα και τας οικίας, όσα έχουν απογραφή και πωληθή δικαστικώς. Διότι και ταύτα πωλούσιν αυτοί. Υποχρεούται δε ο αγοραστής των μεν οικιών εντός πέντε ετών να καταβάλη το τίμημα, των δε κτημάτων εντός δέκα ετών. Πληρώνουν δε αυτά επί της ενάτης πρυτανείας.

Καταθέτει δε και ο άρχων βασιλεύς τας μισθώσεις των κτημάτων των ανηκόντων εις ιερά καθιδρύματα (209), αναγράφων αυτάς εις ασπρισμένους πίνακας. Είναι δε και τούτων η μίσθωσις διά δέκα έτη, πληρώνεται δε επί της ενάτης πρυτανείας· διό και πολλά χρήματα εισπράττονται επί της πρυτανείας αυτής.

Κατατίθενται μεν λοιπόν εις την βουλήν οι πίνακες περιέχοντες καθεμίαν καταβολήν κατά τάξιν, φυλάττει δε αυτούς ο δημόσιος δούλος· όταν δε έρχεται η προθεσμία πληρωμής χρημάτων, παραδίδει αυτούς τους ιδίους πίνακας εις τους αποδέκτας, αφού τους ξεκρεμάση από τα επιστύλια, εκείνους δηλαδή τους πίνακας των οποίων τα χρήματα είναι πληρωτέα την ιδίαν αυτήν ημέραν και αποσβεστέα. Οι δε άλλοι πίνακες (οφειλών προς το Δημόσιον) μένουν χωριστά αποτεθειμένοι διά να μη προαποσβεσθούν.

Είναι δε αποδέκται (210) δέκα, κληρωμένοι κατά φυλάς· ούτοι δε παραλαμβάνοντες τους πίνακας απαλείφουν τα καταβαλλόμενα χρήματα ενώπιον της βουλής εις το βουλευτήριον και πάλιν αποδίδουν τους πίνακας εις τον δημόσιον δούλον· και αν κανείς δεν πληρώση εκεί (ενώπιον της βουλής) σημειούται επί του πίνακος και υποχρεούται να καταβάλη διπλάσιον το καθυστερούμενον ή να φυλακισθή· και τα ούτω οφειλόμενα έχει εξουσίαν η βουλή να εισπράττη και προς τούτο να φυλακίζη κατά τους νόμους. Την μεν πρώτην ημέραν της πρυτανείας δέχονται τας πληρωμάς και διανέμουν (τα εισπραττόμενα ποσά) εις τας αρχάς της πόλεως, την δε επομένην και την διανομήν καταγράψαντες εις σανίδα υποβάλλουν και αναρτώσιν εις το βουλευτήριον και αναφέρουν προς την βουλήν εάν τις γνωρίζη τινά αδικούντα κατά την διανομήν ή άρχοντα ή ιδιώτην και εκδίδουν γνωμοδοτήσεις, εάν τις φαίνεται εις αυτούς ότι αδικεί εις τι.

Εκλέγουσι δε διά κλήρου εκ του σώματος αυτών οι βουλευταί και δέκα λογιστάς, οι οποίοι θα κάμουν με τας αρχάς τους λογαριασμούς κάθε πρυτανείας. Επίσης δε διά κλήρου εκλέγουν &ευθύνους& (211) ένα από κάθε φυλήν και δύο παρέδρους δι' έκαστον εκ των &ευθύνων&, εις τους οποίους είναι υποχρέωσις να συνεδριάζωσι διά τας μηνύσεις (212) (καθένας των ευθύνων ομού μετά των δύο παρέδρων) διά κάθε φυλήν χωριστά ενώπιον του επωνύμου άρχοντος και εάν κανείς θέλη να προσκαλέση κανένα εις λογοδοσίαν είτε ιδιωτικής είτε δημοσίας διαχειρίσεως, εντός τριών ημερών αφ' ότου έδωκε λογοδοσίαν, γράψας εις πίνακα ασπρισμένον το όνομα και το ιδικόν του και το του μηνυομένου και το αδίκημα διά το οποίον καταγγέλλει και καθορίσας υπ' ευθύνην του το πληρωτέον ποσόν, εγχειρίζει (τον πίνακα) εις τον εύθυνον. Ούτος δε λαβών αυτόν και αναγνώσας, αν αποδεχθή την μήνυσιν, παραδίδει τας μεν ιδιωτικάς υποθέσεις εις τους δικαστάς κάθε δήμου αναλόγως με την φυλήν εις την οποίαν ανήκουσιν οι μηνυόμενοι, τας δε υποθέσεις του Δημοσίου αναφέρει γραπτώς εις τους θεσμοθέτας. Οι δε θεσμοθέται, εφ' όσον ήθελον παραλάβη τοιουτοτρόπως, εισάγουσιν επίσης και την υπόθεσιν αυτήν λογοδοσίας (213) εις το δικαστήριον, ό,τι δε αποφασίσουν οι δικασταί, τούτο είναι τελεσίδικον (214).

Κάμνει δε επιθεώρησιν (215) και των ίππων η βουλή και, αν μεν κανείς πλούσιος ων καλόν ίππον φαίνεται να συντηρή κακώς, εις αυτόν επιβάλλει ως πρόστιμον την εξ ιδίων παρ' άλλου συντήρησιν (216) (του ίππου)· εις δε τους ίππους, οι οποίοι δεν ημπορούν να τρέχουν και δεν είναι ικανοί να μένουν εις παράταξιν, αλλά φεύγουν (217), χαράσσουν σφραγίδα επί της γνάθου και ο υποστάς το σφράγισμα τούτο ίππος δεν είναι μάχιμος (218). Εξετάζει δε και τους προδρόμους ίππους (219), ποίοι δηλαδή φαίνονται να είναι ικανοί να προπορεύωνται και αν κανένα εξ αυτών ψηφίση ως ανίκανον, υποβιβάζεται ούτος. Επιθεωρεί δε και τους βοηθούς ιππείς (220) και όποιον ήθελε καταψηφίση, αυτός παύει να μισθοδοτήται· τους ιππείς δε καταγράφουν εις τον κατάλογον οι &καταλογείς&, ήτοι δέκα άνδρες, εκείνοι τους οποίους ο δήμος ήθελε διά χειροτονίας ορίση· όσους δε αυτοί εγγράφουν εις τον κατάλογον τους παραδίδουν εις τους ιππάρχους και εις τους φυλάρχους, ούτοι δε παραλαβόντες τον κατάλογον τον υποβάλλουν εις την βουλήν, και (οι της βουλής) ανοίξαντες τον πίνακα, εις των οποίον είναι γραμμένα τα ονόματα των ιππέων, εκείνους μεν εκ των πρότερον εις αυτόν γραμμένων, οι οποίοι ενόρκως βεβαιώνουν ότι δεν είναι κατά το σώμα δυνατοί να ιππεύουν, τους σβύνουν από τον πίνακα, τους δε περιληφθέντας εις τον νέον κατάλογον προσκαλούσι και, αν μεν κανείς απ' αυτούς ενόρκως βεβαιώση ότι δεν δύναται είτε διά σωματικούς είτε διά περιουσιακούς λόγους να είναι ιππεύς, απαλάττουν αυτόν, δι' όποιον δε ουχί ενόρκως βεβαιώση αδυναμίαν ψηφίζουν διά χειροτονίας οι βουλευταί, ποίον εκ των δύο, είναι ικανός να ιππεύη ή όχι· και αν μεν τον ψηφίσουν ικανόν, εγγράφουν αυτόν εις τον πίνακα, ειδεμή, και αυτόν απαλάττουν.

Έκρινε δε άλλοτε η βουλή και τας προμηθείας τας αναγομένας εις τον πέπλον (221) της Αθηνάς, τώρα δε αποφαίνεται δι' αυτάς το δικαστήριον, όποιον ήθελε τύχη· διότι επιστεύθη ότι αυτοί (οι βουλευταί) εχαρίζοντο εις τας αποφάσεις των. Και διά την διακόσμησιν των Νικών (222) και διά τα βραβεία τα παρεχόμενα εις την εορτήν των Παναθηναίων έχει μαζί με τον ταμίαν των στρατιωτικών την επιμέλειαν η βουλή.

Κάμνει δε και επιθεώρησιν των ανικάνων η βουλή· διότι υπάρχει νόμος ο οποίος ορίζει ότι, τους έχοντας περιουσίαν μικροτέραν των τριών μνων και έχοντας σωματικάς βλάβας, ώστε να μη δύνανται να κάμνουν κανέν έργον, τους εξετάζει μεν η βουλή, δίδει δε εκ του δημοσίου ταμείου διά τροφήν δύο οβολούς την ημέραν εις καθένα. Και ταμίας διά κλήρου εκλεγόμενος υπάρχει δι' αυτούς.

Μετέχει δε (η βουλή) της διοικήσεως και των άλλων δημοσίων διαχειρίσεων κατά τα πλείστα δυνατόν ειπείν.

Τα μεν λοιπόν υπαγόμενα εις την δικαιοδοσίαν της βουλής είναι ταύτα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.

ΕΤΗΣΙΑΙ ΚΑΤΩΤΕΡΑΙ ΑΡΧΑΙ ΚΛΗΡΩΤΑΙ

Εκλέγονται δε διά κλήρου και &επισκευασταί& των ιερών δέκα άνδρες, οι οποίοι λαμβάνοντες τριάκοντα μνας παρά των ταμιών πληρωμής επισκευάζουν τα ιερά ιδρύματα, τα έχοντα μεγαλυτέραν ανάγκην επισκευής. Και &αστυνόμοι& εκλέγονται δέκα· εξ αυτών δε πέντε μεν ασκούσι την εξουσίαν των εις τον Πειραιά, πέντε δε εις την πόλιν, και τας αυλητρίδας και τας αοιδούς και τας κιθαριστρίας αυτοί επιβλέπουν, ίνα μη πληρώνωνται περισσότερον από δύο δραχμάς και, αν πολλοί θέλουν την ιδίαν να λάβουν, ούτοι θέτουν κλήρον και μισθώνεται αυτή εις όποιον λάχη ο κλήρος. Και επιβλέπουν όπως κανείς από τους οδοκαθαριστάς (κοπρολόγους) αποθέτη τας συλλεγομένας ακαθαρσίας εντός αποστάσεως δέκα σταδίων από του τείχους (223). Και εμποδίζουν να εγείρωνται οικοδομαί επί των οδών και ξύλινοι εξώσται να επεκτείνωνται υπεράνω των οδών (224) και να κατασκευάζωνται οχετοί μετέωροι έχοντες εκροήν εις την οδόν και να γίνωνται θύραι ανοιγόμεναι προς την οδόν (225). Και τους αποθνήσκοντας εις τους δρόμους σηκώνουν, έχοντες (προς τούτο) δημοσίους υπηρέτας.

Διά κλήρου δε εκλέγονται και &αγορανόμοι& (226), πέντε μεν εις τον Πειραιά, πέντε δε εις την πόλιν. Εις αυτούς δε υπό των νόμων επιβάλλεται να επιβλέπουν τα πωλούμενα τρόφιμα όλα, διά να πωλούνται καθαρά και γνήσια.

Διά κλήρου δε εκλέγονται και &μετρονόμοι&, πέντε μεν εις την πόλιν, πέντε δε εις τον Πειραιά· και ούτοι έχουν την επίβλεψιν όλων των μέτρων και των σταθμών διά να τα μεταχειρίζωνται δικαίως οι πωληταί.

Υπήρχαν δε και &σιτοφύλακες& διά κλήρου εκλεγόμενοι, πέντε μεν εις τον Πειραιά, πέντε δε εις την πόλιν, τώρα δε είκοσι μεν εις την πόλιν, δεκαπέντε δε εις τον Πειραιά. Ούτοι δε φροντίζουν πρώτον μεν όπως ο εις την αγοράν αποκείμενος σίτος πωλείται δικαίως, έπειτα δε όπως οι μυλωθροί πωλούν τα άλευρα σύμφωνα με τας τιμάς των κριθών, και οι αρτοπώλαι σύμφωνα με τας τιμάς των αλεύρων πωλούν τους άρτους, και ορίζοντες τα ζύγια του άρτου όπως ούτοι (οι σιτοφύλακες) τάξουν· διότι ο νόμος προστάζει ούτοι να κάμνουν την διατίμησιν.

Διά κλήρου δε λαμβάνουν δέκα &επιμελητάς εμπορίου&· εις αυτούς δε επιβάλλεται και να επιβλέπουν τας εμπορικάς αγοράς (227) και ν' αναγκάζουν τους εμπόρους να φέρουν εις την πόλιν τα δύο τρίτα του σίτου ο οποίος φθάνει διά θαλάσσης εις το σιτεμπόριον.

Διορίζουν δε διά κλήρου και τους ένδεκα, οι οποίοι έχουν την επιστασίαν των φυλακισμένων και οι οποίοι δικαιούνται τους κλέπτας και τους άρπαγας ανθρώπων (προς πώλησιν) (228) και τους λωποδύτας, αν μεν ομολογούν την ενοχήν, να καταδικάζουν εις θάνατον, εάν δε την αρνούνται, να τους εισάγουν εις το δικαστήριον και αν μεν αθωωθούν, να τους αφήνουν ελευθέρους, ειδεμή, να θανατώνουν αυτούς (229). Και τα προς αναγκαστικήν πώλησιν απογραφόμενα κτήματα και οικίας αυτοί (είναι εντεταλμένοι) να τα δηλώσουν εις το δικαστήριον και, όσα ήθελον καταλογισθή ως δημευμένα, να παραδίδουν εις τους πωλητάς και να είναι εισηγηταί των μηνύσεων επί παραβάσει πολιτικών νόμων (230). Τινών δ' εξ αυτών εισηγηταί είναι και οι θεσμοθέται.

Εκλέγονται δε διά κλήρου και &εισαγωγείς& (εισαγγελείς) πέντε άνδρες, οι οποίοι προ του δικαστηρίου εισάγουν τας δίκας όσαι δέον να εκδικασθούν εντός του μηνός (231), ένα ανά δύο φυλάς. Είναι δε εντός του μηνός δικαστέαι όσαι δίκαι αφορώσιν εις προίκα, εάν τις δηλαδή οφείλων τοιαύτην δεν καταβάλλη και αν τις δανεισθείς με συμφωνημένον τόκον δραχμής (232) (ένα τοις εκατόν κατά μήνα) καθυστερή και αν τις δι' εμπορικήν αιτίαν δανεισθείς παρά τινος χρεωστή (233). Επίσης δε και αι δίκαι δι' αικίας και διά καθυστερήσεις οφειλής παρασχεθείσης φιλικώς και δι' υποθέσεις απορρεούσας εκ κοινωνικών χρεών και δι' αφορώσας εις αγοραπωλησίας δούλων και υποζυγίων (234) και εις τριηραρχίας και δι' υποθέσεις τραπεζιτικάς. Ούτοι μεν λοιπόν δικάζουσιν αυτάς εισάγοντες προ του δικαστηρίου εντός μηνός, οι δε ταμίαι επί των εισπράξεων επίσης τας υποθέσεις τας αφορώσας εις εισπράκτορας φόρων (235) και εναντίον εισπρακτόρων φόρων διά μεν τας μέχρι δέκα δραχμών αποφασίζοντες αυτοί οριστικώς, τας δε άλλας εισάγοντες εις το δικαστήριον προς εκδίκασιν εντός μηνός.

Εκλέγουν δε διά κλήρου και τους τεσσαράκοντα, τέσσαρας από κάθε φυλήν, εις τους οποίους αι άλλαι δίκαι ανατίθενται· οι οποίοι πρότερον μεν ήσαν τριάκοντα και περιερχόμενοι κατά δήμους εδίκαζον, μετά δε την ολιγαρχίαν των τριάκοντα έγιναν τεσσαράκοντα (236). Και τας μεν υποθέσεις μέχρι δέκα δραχμών είχον δικαιοδοσίαν μόνοι των να δικάζουν, τας δε άνω του ποσού τούτου παραδίδουν εις τους διαιτητάς. Αυτοί δε παραλαβόντες την υπόθεσιν, εάν μεν δύνανται να διαλύσουν τας διαφοράς, αποφαίνονται· και αν μεν αρέσουν και εις τους δύο (διαδίκους) τα αποφασισθέντα και τ' αποδέχωνται, τελειώνει η δίκη. Εάν δε ένας των αντιδίκων κάμη έφεσιν εις το δικαστήριον, θέσαντες τας μαρτυρικάς καταθέσεις και τας αγωγάς (237) και τους σχετικούς νόμους μέσα εις δικαστικά κιβωτίδια (238), χωριστά μεν τας του ενάγοντος, χωριστά δε τας του εναγομένου, και σφραγίσαντες οι ίδιοι τα κιβωτίδια και προσαρτήσαντες την γνωμοδότησιν του διαιτητού γραμμένην εις πίνακα (239), παραδίδουν αυτά εις τους τέσσαρας, τους δικάζοντας την φυλήν του εναγομένου (240). Ούτοι δε παραλαβόντες εισάγουν εις το δικαστήριον, τας μεν υποθέσεις μέχρι χιλίων δραχμών (241) ενώπιον διακοσίων ενός δικαστών, τας δε άνω των χιλίων ενώπιον τετρακοσίων ενός. Δεν επιτρέπεται δε ούτε νόμους ούτε αγωγάς (προκλήσεις) ούτε μαρτυρίας να προβάλλουν άλλας παρά τας του διαιτητού, εκείνας αι οποίαι είναι αποτεθειμέναι εις τα κιβωτίδια.

Διαιτηταί δε γίνονται όσοι είναι εξήκοντα ετών. Τούτο δε εξακριβούται εκ του υπολογισμού των επωνύμων αρχόντων (242). Διότι είναι επώνυμοι δέκα μεν οι των φυλών, τεσσαράκοντα δύο δε οι των ηλικιών· οι δε έφηβοι εγγραφόμενοι (εις τον κατάλογον των πολιτών) πρότερον μεν ενεγράφοντο εις ασπρισμένους πίνακας και μαζί με τ' όνομά των εγράφοντο και ο άρχων (επώνυμος), επί της αρχοντίας του οποίου ενεγράφησαν, και ο επώνυμος ο υπάρξας το προηγούμενον έτος, τώρα δε εις στήλην χαλκήν αναγράφονται και είναι στημένη η στήλη προ του βουλευτηρίου πλησίον των επωνύμων. Λαβόντες δε τον τελευταίον (243) των επωνύμων οι τεσσαράκοντα μοιράζουν μεταξύ των τας διά διαιτησίας δίκας και διά λαχνού ορίζουσι ποίας καθείς θα δικάση· και είναι υπόχρεως καθείς όσας διά κλήρου λάβη διαιτησίας να εκκαθαρίζη. Διότι ο νόμος ορίζει ότι, εάν τις δεν γίνη διαιτητής όταν η ηλικία του έλθη, στερείται των πολιτικών του δικαιωμάτων, εκτός εάν τύχη να έχη άλλο τι αξίωμα το έτος εκείνο η αποδημή· ούτοι δε μόνον απαλλάσσονται της υποχρεώσεως. Επιτρέπεται δε να γίνεται και καταγγελία ενώπιον των διαιτητών, εάν κανείς ήθελεν αδικηθή υπό διαιτητού και, αν ούτος ήθελε καταδικασθή, ορίζουν οι νόμοι ν' αποστερήται των πολιτικών του δικαιωμάτων χωρεί δε και επί τούτων έφεσις. Κάμνουν δε χρήσιν των επωνύμων και διά τας εκστρατείας και, όταν κάμνουν επιστράτευσιν, ορίζουν από τίνος άρχοντος επωνύμου μέχρι τίνων καλούνται (οι πολίται) εις στράτευσιν.

Διά κλήρου δε εκλέγουν και τας εξής αρχάς· πέντε &οδοποιούς&, εις τους οποίους επιβάλλεται να επισκευάζουν τας οδούς έχοντες (προς τούτο) δημοσίους εργάτας και δέκα &λογιστάς& και αναπληρωτάς (244) τούτων δέκα, προς τους οποίους όλους υποχρεούνται οι διαχειρισθέντες τα αξιώματα να λογοδοτήσουν διότι αυτοί είναι οι μόνοι κάμνοντες λογαριασμούς με τους υπολόγους και εισάγοντες τας εκ της εξελέγξεως διαφοράς εις το δικαστήριον. Και αν μεν εξελέγξουν κανένα κλέπτοντα, οι δικασταί τον καταδικάζουν διά κλοπήν και το καταλογισθέν ποσόν πληρώνεται υπ' αυτού εις το δεκαπλάσιον· εάν δε ανακαλύψουν και καταδείξουν τινά λαβόντα δώρα, καταδικάζουν αυτόν οι δικασταί ως δωροδόκον (245)· πληρώνεται δε και η αξία των δώρων εις το δεκαπλάσιον· αν δε καταλογίσουν είς τινα αδικίαν, καταδικάζουν αυτόν δι' αδίκημα (246), πληρώνεται δε τούτο απλούν, εάν ο υπόχρεως πληρώση προ της ενάτης πρυτανείας. Το δε δεκαπλούν δεν διπλασιάζεται (διά καθυστέρησιν πληρωμής).