Part 6
Τούτο μεν λοιπόν το πολίτευμα συνέταξαν διά το μέλλον, διά δε τον παρόντα καιρόν συνέταξαν το εξής· να είναι μεν βουλευταί τετρακόσιοι σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα, τεσσαράκοντα από κάθε φυλήν, λαμβανόμενοι εξ αριθμού προεκλεγομένων υπό των φυλετών ηλικίας άνω των τριάκοντα ετών· ούτοι δε και τους άρχοντας να διορίζουν και τον όρκον, τον οποίον οι άρχοντες θα ορκίζωνται, να συντάξουν και διά τους νόμους και διά τας ευθύνας και διά τα άλλα να πράττουν όπως ήθελον νομίση συμφέρον. Τους δε νόμους, οι οποίοι τοιουτοτρόπως θα ετίθεντο ως προς τα πολιτικά, να μεταχειρίζωνται και να μη είναι επιτετραμμένον ούτε να τροποποιούν ούτε να μεταβάλλουν. Οι δε στρατηγοί διά το παρόν να εκλεχθούν εξ όλων των πέντε χιλιάδων, η δε βουλή όταν καταρτισθή, αφού ενεργήση επιθεώρησιν των ενόπλων, να εκλέξη δέκα άνδρας και ένα γραμματέα αυτών· οι δε ούτω εκλεγέντες να είναι άρχοντες στρατηγοί διά το επόμενον έτος με απεριόριστον εξουσίαν και εν ανάγκη συσκεπτόμενοι μετά της βουλής. Να εκλέξουν δε και ένα αρχηγόν του ιππικού και δέκα φυλάρχους. Εις δε το μέλλον η εκλογή όλων τούτων να γίνεται υπό της βουλής σύμφωνα με τα υπό του νόμου ωρισμένα· πλην δε των βουλευτών και των στρατηγών, ως προς τα άλλα αξιώματα να μη επιτρέπεται ούτε εις τους παρόντας άρχοντας ούτε εις άλλον κανένα να διατηρούν το αυτό αξίωμα πλέον ή άπαξ. Ίνα δε εις το μέλλον κατανεμηθώσιν οι τετρακόσιοι εις τας τέσσαρας βουλευτικάς εκκλησίας, (128) όταν οι πολίται θα επιτρέπεται να συνέρχωνται εις συνέλευσιν μετά των άλλων (των βουλευτών δηλαδή) ωρίσθη να κατανείμωσιν αυτούς από τούδε οι εκατόν άνδρες.
Οι μεν λοιπόν εκατόν οι εκλεχθέντες υπό των πέντε χιλιάδων τούτο συνέταξαν το πολίτευμα. Αφού δε αυτά επεκυρώθησαν υπό του λαού, προϊσταμένου εις την διαλογήν των ψήφων του Αριστομάχου, (129) η μεν βουλή η κατά το έτος της αρχοντίας του Καλλίου διελύθη πριν συμπληρώση τας συνεδριάσεις της (130) την 14 του μηνός Θαργηλιώνος, οι δε τετρακόσιοι εισήλθον εις την εξουσίαν την 22 του Θαργηλιώνος· (131) ώφειλε δε η διά ψηφοφορίας συγκροτηθείσα βουλή ν' αναλάβη το αξίωμα αυτής την 14 του Σκιροφοριώνος. Η μεν λοιπόν ολιγαρχία κατά τοιούτον τρόπον καθιδρύθη επί της αρχοντίας του Καλλίου, σωστά δε εκατόν έτη (132) μετά την εκδίωξιν των τυράννων, γενομένων πρωτουργών (της μεταβολής) του Πεισάνδρου, του Αντιφώντος και του Θηραμένους, οι οποίοι ήσαν άνδρες και καλών οικογενειών και έχοντες μεγάλην υπόληψιν συνέσεως και ευθυκρισίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΤΕΤΡΑΚΟΣΙΩΝ
Ότε δε κατέστη το πολίτευμα τούτο, οι μεν πέντε χιλιάδες ονομαστικώς μόνον εξελέγησαν, οι δε τετρακόσιοι μετά των δέκα των εχόντων απεριόριστον εξουσίαν (αυτοκρατόρων) εγκατασταθέντες εις το βουλευτήριον εκυβέρνων την πόλιν και αποστείλαντες πρέσβεις προς τους Λακεδαιμονίους επρότειναν τέλος του πολέμου επί τη βάσει να διατηρήσουν καθένας εκ των δύο συνθηκολογούντων όσα τότε κατείχεν. Επειδή δ' εκείνοι δεν απεδέχοντο ειμή υπό τον όρον να παραιτηθώσιν (οι Αθηναίοι) και της ηγεμονίας της θαλάσσης, ένεκα τούτου διέκοψαν τας διαπραγματεύσεις.
Σχεδόν λοιπόν τέσσαρας μήνας διετηρήθη το πολίτευμα των τετρακοσίων (133) και εκ τούτων έγινεν άρχων ο Μνησίλοχος διά δύο μήνας επί της αρχοντίας του Θεοπόμπου, ο οποίος διετέλεσεν άρχων τους επιλοίπους δέκα μήνας. Νικηθέντες δε οι Αθηναίοι εις την ναυμαχίαν πλησίον της Ερετρείας και επειδή ολόκληρος η Εύβοια πλην του Ωρεού απεστάτησε, στενοχωρηθέντες διά την συμφοράν αυτήν περισσότερον παρά διά τας προγενεστέρας (διότι περισσότερα ωφελήματα είχον από την Εύβοιαν παρά απ' αυτήν την Αττικήν) κατέλυσαν την κυβέρνησιν των τετρακοσίων και παρέδωκαν την διεύθυνσιν των πολιτικών πραγμάτων εις τους πεντακισχιλίους τους ανήκοντας εις την τάξιν των στρατευομένων πολιτών (134) ψηφίσαντες να μη είναι κανέν πολιτικόν αξίωμα έμμισθον. Κυρίως δε την κατάλυσιν (των τετρακοσίων) ενήργησαν ο Αριστοκράτης και ο Θηραμένης, μη ευχαριστούμενοι με τα διαπραττόμενα υπό των τετρακοσίων, διότι όλα ούτοι ενήργουν μόνοι των, δι' ουδέν ζητούντες την γνώμην των πέντε χιλιάδων. Φαίνεται δε ότι καλώς εκυβερνήθη η πόλις εις εκείνους τους καιρούς, ενώ υπήρχε πόλεμος και η διοίκησις ήτο στρατοκρατική (135).
Από τούτους μεν λοιπόν αφήρεσεν ο δήμος την διοίκησιν της πολιτείας πολύ γρήγορα (136). Κατά το έκτον (137) δε έτος μετά την κατάλυσιν των τετρακοσίων επί της αρχοντίας του Καλλίου, του εκ της περιφερείας Αγγελή (138) ότε εγένετο η εν Αργινούσαις ναυμαχία, πρώτον μεν οι δέκα στρατηγοί οι νικήσαντες εις την ναυμαχίαν συνέβη να καταδικασθώσιν όλοι ομού διά μιας ψηφοφορίας γενομένης δι' υψώσεως των χειρών, ενώ άλλοι μεν εξ αυτών ουδ' είχον λάβη μέρος εις την ναυμαχίαν, άλλοι δε εις ξένον πλοίον (ως ναυαγοί δηλαδή) είχον διασωθή, και τούτο διότι εξηπατήθη ο λαός υπό ανθρώπων, οι οποίοι του εξήγειραν επιτηδείως την οργήν κατόπιν δε, ότε οι Λακεδαιμόνιοι εδήλωσαν ότι δέχονται να αποσυρθούν από την Δεκέλειαν διά να συνομολογηθή ειρήνη υπό τον όρον να κρατήση καθένας εκ των δύο ότι κατέχει, μερικοί μεν προθύμως έστεργον, το δε πλήθος δεν απεδέχθη, διότι εξηπατήθη από τον Κλεοφώντα, ο οποίος, ελθών εις την εκκλησίαν του δήμου μεθυσμένος και φορών θώρακα, ημπόδισε να γίνη ειρήνη, λέγων ότι δεν θα επιτρέψη τούτο, εάν οι Λακεδαιμόνιοι δεν αφήσουν όλας τας πόλεις. Μη διαχειρισθέντες δε τότε καλώς τα πράγματα, ενόησαν μετ' ολίγον καιρόν το λάθος των διότι κατά το επόμενον έτος επί της αρχοντίας του Αλεξίου έπαθαν την συμφοράν της εν Αιγός Ποταμοίς ναυμαχίας, συνεπεία της οποίας, γενόμενος ο Λύσανδρος κύριος της πόλεως, εγκαθίδρυσε τους τριάκοντα (τυράννους) με τον εξής τρόπον. Αφού η ειρήνη συνομολογήθη με αυτούς (τους Αθηναίους) υπό τον όρον να εξακολουθήσουν κυβερνώμενοι κατά το πάτριον πολίτευμα, οι μεν λαϊκοί προσεπάθουν να διασώσουν την δημοκρατίαν, εκ δε των επιφανών οι μεν ανήκοντες εις πολιτικάς εταιρείας και μετ' αυτών εκείνοι εκ των εξορίστων, όσοι επανήλθον μετά την ειρήνην, επεθύμουν ολιγαρχίαν, όσοι δε εις καμμίαν εταιρείαν πολιτικήν δεν ανήκον, είχον δε πολιτικήν υπόληψιν ουχί κατωτέραν, εζήτουν το πάτριον (παλαιόν) πολίτευμα, μεταξύ των οποίων ήτο μεν και ο Αρχίνος και ο Άνυτος και ο Κλειτοφών και ο Φορμίσιος και άλλοι πολλοί, προεξήρχε δε κυρίως ο Θηραμένης. Ότε δε ο Λύσανδρος προσετέθη με τους ολιγαρχικούς, ο λαός κυριευθείς από φόβον ηναγκάσθη να ψηφίση ολιγαρχικόν πολίτευμα. Υπέβαλε δε ενυπογράφως το ψήφισμα ο Δρακοντίδης ο Αφιδναίος (139).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ
Οι μεν λοιπόν τριάκοντα κατ' αυτόν τον τρόπον έλαβαν την εξουσίαν επί της αρχοντίας, του Πυθοδώρου, (140) γενόμενοι δε κύριοι της πόλεως, τα μεν άλλα τα ψηφισθέντα περί οργανώσεως του πολιτεύματος παρέβλεψαν, καταστήσαντες δε πεντακοσίους βουλευτάς και τα άλλα αξιώματα μεταξύ χιλίων προεκλεγέντων επί τούτω και εκλέξαντες μόνοι των απ' ευθείας δέκα άρχοντας του Πειραιώς και ένδεκα φύλακας του δεσμωτηρίου και τριακοσίους μαστιγοφόρους υπηρέτας έμεναν εξουσιασταί της πόλεως μόνοι των. Και κατ' αρχάς μεν ήσαν μετριοπαθείς προς τους πολίτας και προσεποιούντο ότι επεδίωκαν την εφαρμογήν του πατροπαραδότου πολιτεύματος και κατήργησαν τους νόμους του Εφιάλτου και του Αρχιστράτου τους περί των Αρεοπαγιτών (141), καθώς και εκ των θεσμών του Σόλωνος εκείνους όσοι διήγειρον αμφισβητήσεις και την αυθαίρετον ερμηνείαν την εις τους δικαστάς αναγνωριζομένην κατήργησαν, ως εάν ήθελαν να επανορθώσουν το πολίτευμα και ν' αποδώσουν εις αυτό κύρος. Παραδείγματος χάριν την διάταξιν ότι δύναταί τις να δώση (ν' αφήση) την περιουσίαν του εις όποιον αυτός θέλη, απλοποιήσαντες και αφήσαντες τούτο μόνον (142), αφήρεσαν τους συναφείς περιορισμούς, ήτοι τον όρον «εάν δεν είναι ακαταλόγιστος εξ αιτίας γηρατείων ή εάν δεν παρασυρθή εις τούτο υπό γυναικός» διά να μη δύνανται να επεμβαίνουν οι συκοφάνται. Ομοίως δε τούτο (τοιαύτην δηλαδή απλοποίησιν) έκαμναν και επί των άλλων νόμων. Κατ' αρχάς μεν λοιπόν ταύτα έπραττον και τους συκοφάντας και τους ομιλούντας προς τον λαόν δημαγωγικώς αντιθέτως προς το ωφέλιμον, ραδιούργους όντας και πονηρούς, εθανάτωναν δι' αυτά δε συντελούμενα ευχαριστούντο οι πολίται, νομίζοντες ότι χάριν της κοινής ωφελείας ενήργουν αυτοί. Όταν δε εστερέωσαν περισσότερον την εξουσίαν των, δεν ευλαβούντο πλέον κανένα εκ των πολιτών, αλλά εθανάτωναν τους διακρινομένους είτε διά την περιουσίαν των είτε διά το γένος των είτε διά τα αξιώματά των και διά ν' απαλλάσωνται του εξ αυτών φόβου και διότι ήθελαν να διαρπάζουν τας περιουσίας τούτων και εις διάστημα ολίγου καιρού είχαν θανατώση όχι ολιγωτέρους από χίλιους πεντακοσίους.
Ενώ δε τοιουτοτρόπως εξέπιπτεν η πόλις (143), ο Θηραμένης αγανακτών διά τα διαπραττόμενα συνεβούλευε (τους τριάκοντα) να παύσωσι μεν την τοιαύτην κατάχρησιν της εξουσίας (144), να δώσουν δε εις τους εγκρίτους των πολιτών συμμετοχήν εις την διοίκησιν της πολιτείας. Εκείνοι δε κατ' αρχάς εναντιωθέντες, όταν διεδόθησαν οι λόγοι ούτοι εις το πλήθος και οι πολλοί ήσαν ευνοϊκοί προς τον Θηραμένην, φοβηθέντες μη αυτός γενόμενος αρχηγός του λαού καταλύση την δυναστικήν εξουσίαν των, εκλέγουν και καταγράφουν τρισχιλίους εκ των πολιτών διά να δώσουν εις αυτούς συμμετοχήν εις την διοίκησιν της πολιτείας. Ο Θηραμένης δε και πάλιν τους επικρίνει δι' αυτά, πρώτον μεν διότι θέλοντες να δώσουν πολιτικά δικαιώματα εις τους εγκριτωτέρους, απένειμαν τοιαύτα εις τρισχιλίους μόνον, ως εάν εις τον αριθμόν τούτον ακριβώς περιελαμβάνετο το πλήθος των εναρέτων, εξ άλλου δε ότι κάμνουν τα δύο εναντιώτατα, καθιστώντες επί της βίας στηριζομένην την εξουσίαν και εν ταυτώ αδυνατωτέραν των εξουσιαζομένων. Εκείνοι δε εις αυτά μεν δεν έδωκαν προσοχήν, τον δε κατάλογον των τρισχιλίων διά πολύν μεν καιρόν ανέβαλαν να εφαρμόσουν, είχαν όμως υπ' όψιν και εις αυτόν να περιλαμβάνουν τους γνωστούς ότι είναι φίλοι των, οσάκις δε ήθελαν νομίση πρόσφορον εις αυτούς να γνωστοποιούν (μεταβολάς του καταλόγου), άλλους μεν από τους περιλαμβανομένους εις αυτόν έσβυναν, άλλους δε εις αντικατάστασιν τούτων έξωθεν κατεχώρουν.
Ήδη δε εις την αρχήν του χειμώνος, ότε ο Θρασύβουλος μετά των εξορίστων κατέλαβε το φρούριον της Φυλής και αφού από την επίθεσιν κατ' αυτού, την οποίαν επεχείρησαν οι τριάκοντα διά στρατού, κακώς απεχώρησαν, έλαβαν απόφασιν ν' αφαιρέσουν μεν τα όπλα των άλλων να φονεύσουν δε τον Θηραμένην κατά τον εξής τρόπον:
Υπέβαλαν εις την βουλήν δύο σχέδια νόμου προστάζοντες να τα ψηφίση· εξ αυτών ο μεν ένας νόμος έκαμνεν απολύτους εξουσιαστάς (αυτοκράτορας) τους τριάκοντα να θανατώνουν όσους έκριναν εκ των πολιτών των μη περιλαμβανομένων εις τον κατάλογον των τρισχιλίων· ο δε άλλος απηγόρευε το να μετέχουν της παρούσης πολιτείας όσοι τυχόν είχαν κατεδαφίση το εν Ηετιωνεία τείχος ή είχαν πράξη τι εναντίον των τετρακοσίων των ιδρυτών της προγενεστέρας ολιγαρχίας· εις αυτά δε και τα δύο είχε λάβη μέρος ο Θηραμένης, ώστε με την ψήφισιν των νόμων συνέβαινε και να ευρίσκεται στερημένος αυτός πολιτικών δικαιωμάτων (145) και οι τριάκοντα να γίνωνται κύριοι να τον θανατώσουν· ότε δε εφονεύθη ο Θηραμένης, και τα όπλα αφήρεσαν όλων εκτός των τρισχιλίων και κατά τα άλλα πολύ εξετράπησαν εις σκληρότητα και πονηρίαν, αποστείλαντες δε πρέσβεις εις Λακεδαίμονα κατηγόρουν τον Θηραμένην, συνάμα δε εζήτουν (από τους Λακεδαιμονίους) να τους βοηθήσουν· τα οποία ακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν αρμοστήν (146) και ως επτακοσίους στρατιώτας, οι οποίοι ελθόντες εφρούρουν την Ακρόπολιν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΔΕΚΑ. — ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.
Μετά δε ταύτα ότε οι από της Φυλής εκυρίευσαν την Μουνυχίαν και ενίκησαν εις μάχην τους μετά των τριάκοντα εκστρατεύσαντας εναντίον αυτών, οι εκ της πόλεως επιστρέψαντες μετά την συμπλοκήν εντός της πόλεως και συναθροισθέντες την επομένην ημέραν εις την αγοράν, τους μεν τριάκοντα καθήρεσαν από την εξουσίαν, εκλέγουν δε εκ των πολιτών δέκα αναθέτοντες εις αυτούς απόλυτον εξουσίαν διά την κατάλυσιν του πολέμου· ούτοι δε παραλαβόντες την κυβέρνησιν της πόλεως δεν έκαμναν μεν εκείνα, διά τα οποία εξελέγησαν, έστειλαν δε εις την Λακεδαίμονα μήνυμα ζητούντες βοήθειαν και διά να δανεισθούν χρήματα. Επειδή δε οι πολίται δυσηρεστούντο δι' αυτά, εκείνοι (οι δέκα άρχοντες) φοβούμενοι μη εκδιωχθούν από την εξουσίαν και θέλοντες να καταπλήξουν τους άλλους, το οποίον και συνέβη, συλλαβόντες τον Δημάρατον, ένα εκ των επιφανών πολιτών εφόνευσαν αυτόν και κατείχον την κυβέρνησιν ασφαλώς, με την βοήθειαν και του Καλλιβίου και των υπαρχόντων εις την πόλιν Πελοποννησίων (147) και μερικών εκ της τάξεως των ιππέων· προς τούτοις· διότι κυρίως εκ των πολιτών της τάξεως αυτής μερικοί εφρόντιζαν επιμόνως να μη επιστρέφουν εις την πόλιν οι ευρισκόμενοι εις το φρούριον της Φυλής.
Ότε δε ούτοι, οι τον Πειραιά και την Μουνυχίαν έχοντες, επειδή όλος ο λαός απεστάτησε προς αυτούς, υπερίσχυον εις τον πόλεμον, τότε καθαιρέσαντες τους δέκα τους πρώτους εκλεγέντας, άλλους εξέλεξαν δέκα, εκείνους οι οποίοι επιστεύετο ότι ήσαν οι άριστοι· και επί της κυβερνήσεως τούτων επετεύχθη να γίνη η συνδιαλλαγή (148) των πολιτών και επανήλθεν εις την πόλιν ο λαός χάρις εις την συνδρομήν και προθυμίαν όλων· προεξήρχε δε αυτών κυρίως Ρίνων ο Παιανιεύς και Φαύλος ο Αχερδούσιος· διότι ούτοι πριν να φθάση ο Παυσανίας έστειλαν προς συνεννόησιν εις τους μένοντας εις τον Πειραιά και όταν εκείνος ήλθε συνειργάσθησαν με αυτόν προθύμως διά την επιστροφήν των πολιτών εις τον δήμον.
Διότι την ειρήνην και την συνδιαλλαγήν έφερεν εις πέρας ο Παυσανίας, ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων, ομού με τους δέκα συνδιαλλακτάς, τους ελθόντας ύστερον από την Λακεδαίμονα, τους οποίους αυτός επειγόντως εζήτησε να έλθουν. Οι δε περί τον Ρίνωνα και διά την ευνοϊκήν υπέρ του λαού πολιτικήν των επηνέθησαν και αναλαβόντες την διοίκησιν εις καιρόν ολιγαρχίας, έδοσαν λογοδοσίαν εις καιρόν δημοκρατίας και κανείς διά τίποτε δεν κατήγγειλεν αυτούς ούτε εκ των πολιτών όσοι είχαν μείνη εις την πόλιν, ούτε εκ των πολιτών όσοι είχαν επανέλθη από τον Πειραιά, αλλά διά ταύτα και στρατηγός εξελέγη ευθύς έπειτα ο Ρίνων.
Έγιναν δε αι συμφιλιώσεις επί της αρχοντίας του Ευκλείδου (149) κατά τας εξής συνθήκας:
Όσοι εκ των Αθηναίων των μεινάντων εις την πόλιν ήθελαν να εγκατασταθώσιν έξω απ' αυτήν (150), ούτοι να κατοικήσουν εις την Ελευσίνα διατηρούντες όλα τα πολιτικά των δικαιώματα και έχοντες αυτοτέλειαν και αυτοδιοίκησιν ως προς τον εαυτόν τους και λαμβάνοντες τα εισοδήματα των περιουσιών των (151). Το δε ιερόν της Ελευσίνος να είναι κοινόν και εις τους δύο, να έχουν δε την επιμέλειαν αυτού οι Κήρυκες και οι Ευμολπίδαι (152) σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα. Να μη επιτρέπεται δε μήτε εις τους εκ της Ελευσίνος να πηγαίνουν εις την πόλιν μήτε εις τους εκ της πόλεως να πηγαίνουν εις την Ελευσίνα πλην εις τας ημέρας της τελέσεως των (Ελευσινίων) μυστηρίων. Να καταβάλλουν δε οι Ελευσίνιοι την υποχρεωτικήν εισφοράν από των εισοδημάτων αυτών εις το συμμαχικόν ταμείον ακριβώς όπως οι άλλοι Αθηναίοι (153). Εάν δέ τινες των αποχωρούντων της πόλεως γίνωνται ιδιοκτήται οικίας εις την Ελευσίνα, πρέπει να συμφωνούν προς τούτο με τον πρότερον ιδιοκτήτην· εάν δε δεν μένουν σύμφωνοι μεταξύ τους να εκλέγη καθένας των τρεις εκτιμητάς και την τιμήν την οποίαν ούτοι θα ώριζαν, αυτή να καταβάλλεται. Από δε τους Ελευσινίους σύνοικοι (των νέων εγκαταστάτων) να μένουν μόνον εκείνοι τους οποίους αυτοί (οι εγκατάστατοι) θα ήθελαν. Η δε απογραφή διά τους θέλοντας να κατοικήσουν έξω της πόλεως να γίνη ως προς μεν τους διαμένοντας εις την πόλιν εντός δέκα ημερών, αφ' ότου ήθελον δώση τον όρκον (της τοιαύτης συμφωνίας) και η εκ της πόλεως έξοδος εντός είκοσι ημερών, ως προς δε τους απόντας, αφ' ότου ήθελον επιστρέψη εις την πόλιν κατά τας αυτάς προθεσμίας. Να μη επιτρέπεται δε ν' αναλάβη κανέν διοικητικόν εις την πόλιν αξίωμα ο κατοικών εις την Ελευσίνα, πριν ή δι' απογραφής δηλώση πάλιν ότι θα κατοικήση εις την πόλιν. Αι δε δίκαι διά φόνον να γίνωνται κατά τα πατροπαράδοτα, εάν τις ιδιοχείρως ήθελε φονεύση ή τραυματίση τινά. Διά δε τα περασμένα να μη επιτρέπεται ουδείς εναντίον ουδενός να διατηρή έχθραν εκτός προς τους τριάκοντα και τους δέκα και τους ένδεκα και τους κυριεύσαντας τον Πειραιά, ούτε δε προς αυτούς ακόμη εάν ήθελον προσέλθη και δώση λογοδοσίαν· λογοδοσίαν δε να δίδουν οι μεν καταλαβόντες τον Πειραιά εις τους εν Πειραιεί κατοίκους, οι δε κυβερνήσαντες εις την πόλιν ενώπιον των εχόντων δικαιοδοσίαν διορισμού, εις πολιτικά αξιώματα (154). Κατόπιν μετά την τοιαύτην διαδικασίαν να δύνανται όσοι απ' αυτούς θέλουν να εγκατασταθώσιν έξω της πόλεως. Τα δε χρήματα τα οποία αι δύο πολιτικαί μερίδες εδανείσθησαν εις τον πόλεμον καθεμία ν' αποδώση χωριστά.
Ότε δε έγιναν τοιαύται αι συμφωνίαι συνδιαλλαγής και επειδή εφοβούντο όσοι μετά των τριάκοντα συνεπολέμησαν και πολλοί είχον μεν κατά νουν να εγκατασταθούν έξω της πόλεως, ανέβαλλαν δε την προς τούτο γραπτήν δήλωσιν εις τας τελευταίας της προθεσμίας ημέρας, όπως όλοι συνηθίζουν να κάμνουν, ο Αρχίνος αντιληφθείς ότι ούτοι ήσαν πολλοί και θέλων να τους εμποδίση αφήρεσε τας τελευταίας ημέρας της εγγράφου δηλώσεως (155), ώστε πολλοί ομού να εξαναγκασθούν να μείνουν παρά την θέλησίν των έως ου έλαβαν θάρρος. Και φαίνεται ότι και εις τούτο καλώς επολιτεύθη ο Αρχίνος και μετά ταύτα καταγγείλας ως παρά τον νόμον προτεινόμενον (156) το ψήφισμα του Θρασυβούλου, διά του οποίου παρείχοντο πολιτικά δικαιώματα εις όλους τους εκ Πειραιώς επανελθόντας, εκ των οποίων μερικοί αναντιρρήτως ήσαν δούλοι, και τρίτον όταν τις ήρχισε να εκδηλώνη έχθραν εναντίον των επανελθόντων, οδηγήσας διά της βίας αυτόν ενώπιον της βουλής και πείσας (τους βουλευτάς) να καταδικάσουν αυτόν εις θάνατον χωρίς δίκην, λέγων ότι εις την περίστασιν αυτήν θα δείξουν αν πράγματι θέλουν να σώσουν την δημοκρατίαν και να μείνουν πιστοί εις τους όρκους· διότι, αν μεν αθωώσουν αυτόν, θα παρακινήσωσιν (εις ομοίαν παρεκτροπήν) και άλλους, εάν δε τον θανατώσουν, θα δώσουν παράδειγμα εις όλους· το οποίον και συνέβη· διότι με το να θανατωθή αυτός κανένας ποτέ πλέον δεν εφανέρωσεν εχθροπάθειαν κατόπιν. Αλλά απεναντίας φαίνονται οι Αθηναίοι (τότε) ότι καλλίτερα και πολιτικώτερα από κάθε άλλον λαόν και ιδιαιτέρως και από κοινού επολιτεύθησαν απέναντι των προηγουμένων συμφορών διότι δεν εξήλειψαν μόνον τας αμοιβαίας αιτιάσεις περί των πρότερον γενομένων, αλλά και εις τους Λακεδαιμονίους απέδωσαν από κοινού τα χρήματα, τα οποία οι τριάκοντα έλαβαν διά τον πόλεμον, ενώ αι συνθήκαι ώριζαν καθεμία εκ των δύο μερίδων ν' αποδώση τα δανεισθέντα χωριστά, και οι εκ της πόλεως και οι εκ του Πειραιώς, φρονούντες ότι τούτο πρώτον έπρεπε προ παντός να επικρατήση, η ομόνοια· εις δε τας άλλας πόλεις όχι μόνον από τα ιδικά των δεν δίδουν οι επικρατήσαντες και ιδρύσαντες ούτω δημοκρατικόν πολίτευμα, αλλά προβαίνουσι και εις νέαν διανομήν της γης (157). Συνεφιλιώθησαν δε τελειωτικώς και με τους εγκατασταθέντας εις την Ελευσίνα, το τρίτον έτος μετά την εκεί εγκατάστασιν επί της αρχοντίας του Ξενενέτου.
Ταύτα μεν λοιπόν συνέβη να γίνωσιν εις τους μετέπειτα χρόνους· τότε δε, δημοκρατική μερίς (ο λαός) γενομένη κυρία των πραγμάτων εγκατέστησε την υπάρχουσαν τώρα πολιτείαν επί της αρχοντίας μεν του Πυθοδώρου, κατά την κοινήν δε γνώμην δικαίως ο λαός ανέλαβε την διοίκησιν της πολιτείας, διά τον λόγον ότι αφ' εαυτού (ο λαός) επετέλεσε την επάνοδον αυτού εις την πόλιν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.
ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΙΣ
Ήτο δε κατ' αριθμητικήν τάξιν ενδεκάτη η μεταβολή του πολιτεύματος αυτή (158). Διότι πρώτη μεν πολιτική οργάνωσις αρχήθεν έγινεν η του Ίωνος και εκείνων οι οποίοι μετ' αυτού εκατοίκησαν (εις την Αττικήν). Διότι τότε διά πρώτην φοράν κατενεμήθησαν εις τας τέσσαρας φυλάς αναμεταξύ των και καθίδρυσαν τους φυλοβασιλείς. Δευτέρα δε και πρώτη κατόπιν ταύτης κυρίως έχουσα μορφήν πολιτεύματος είναι η γενομένη επί Θησέως, έχουσα μικράν τινα παρέκκλισιν από του βασιλικού πολιτεύματος. Ύστερα δε απ' αυτήν (έρχεται) η επί της εποχής του Δράκοντος, ότε και διά πρώτην φοράν συνέταξαν γραπτούς νόμους (159). Τρίτη δε είναι η μετά την στάσιν, η επί της εποχής του Σόλωνος, από της οποίας έγινεν αρχή δημοκρατίας. Τετάρτη δε είναι η τυραννίς (το πολίτευμα των τυράννων) επί Πεισιστράτου. Πέμπτη δε η μετά την κατάλυσιν των τυράννων, η επί της εποχής του Κλεισθένους, έχουσα δημοκρατικώτερον χαρακτήρα παρά η του Σόλωνος. Έκτη δε είναι η μετά τους Μηδικούς πολέμους, οπότε την επίβλεψιν του πολιτεύματος είχεν η εξ Αρείου Πάγου βουλή. Εβδόμη δε και μετά ταύτην είναι εκείνη την οποίαν και ο Αριστείδης μεν υπέδειξεν, επραγματοποίησε δε ο Εφιάλτης με την κατάργησιν της εξουσίας του Αρείου Πάγου· κατά την οποίαν συνέβησαν και πολλά σφάλματα της πόλεως ως προς την ηγεμονίαν της θαλάσσης εξ αιτίας των δημαγωγών. Ογδόη δε υπήρξεν η πολιτική κατάστασις των τετρακοσίων. Και κατόπιν αυτής ενάτη η δημοκρατία πάλιν. Δεκάτη δε υπήρξεν η των τριάκοντα και η των δέκα τυραννική εξουσία. Ενδεκάτη δε η μετά την κάθοδον εκ Φυλής και εκ Πειραιώς, από της οποίας απορρέει το πολίτευμα έως τώρα, ολοένα πλειότερον παρέχουσα την εξουσίαν εις το πλήθος.
Διότι όλων των πολιτικών πραγμάτων κύριον έκαμεν ο λαός τον εαυτόν του και όλα διοικούνται διά ψηφισμάτων και διά δικαστηρίων, εις τα οποία η λαϊκή τάξις έχει την υπεροχήν. Διότι και η νομοθετική δικαιοδοσία της βουλής μετεφέρθη εις την συνέλευσιν του λαού (160)· και τούτο φαίνεται ότι ορθώς (οι Αθηναίοι) πράττουσι· διότι πλέον εύκολα διαφθείρονται οι ολίγοι παρά οι πολλοί διά της παροχής κέρδους ή χαρίτων.
Παροχήν δε μισθού εις τους συνερχομένους εις εκκλησίαν του δήμου κατ' αρχάς μεν απεφάσισαν να μη κάμουν επειδή δε δεν συνηθροίζοντο εις την εκκλησίαν, αλλ' υπήρχεν ανάγκη να σοφίζωνται πολλά οι πρυτάνεις διά να συναθροίζεται το πλήθος το επαρκούν διά να είναι έγκυρος η δι' ανυψώσεως των χειρών ψηφοφορία (161), πρώτον μεν ο Αγύρριος παρέσχεν ένα οβολόν (ως μισθόν εκάστου προσερχομένου), μετά δε τούτον ο Ηρακλείδης ο Κλαζομένιος (162), ο επονομαζόμενος βασιλεύς παρέσχε δύο οβολούς, πάλιν δε ο Αγύρριος τριώβολον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟN ΙΖ'.
ΕΓΓΡΑΦΗ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΩΝ — ΕΦΗΒΙΑ (163)
Η σημερινή δε κατάστασις της πολιτείας είναι κατά τον εξής τρόπον:
Μετέχουσι μεν των πολιτικών δικαιωμάτων όσοι έχουν γεννηθή από αμφοτέρους τους γονείς των πολίτας· εγγράφονται δε εις τον κατάλογον των δημοτών όταν έχουν ηλικίαν δεκαοκτώ ετών. Όταν δε εγγράφωνται ούτοι, ψηφίζουν περί αυτών οι ήδη δημόται ενόρκως, πρώτον μεν εάν πιστεύουν ότι έχουν την υπό του νόμου οριζομένην ηλικίαν, και αν δεν γίνη πιστευτόν ότι έχουν αυτήν, επιστρέφουν εις την τάξιν των παίδων· δεύτερον δε εάν καθένας απ' αυτούς είναι και έχη γεννηθή ελεύθερος σύμφωνα με τον νόμον έπειτα δε εάν μεν δώσουν αρνητικήν ψήφον (164), ότι δηλαδή δεν είναι ένας ελεύθερος, αυτός μεν εφεσιβάλλει (165) την απόφασιν εις το δικαστήριον, οι δε δημόται εκλέγουν πέντε εξ αυτών άνδρας ίνα υποστηρίξουν την κατηγορίαν, και αν μεν δεν γίνη δεκτόν ότι έχει δίκαιον να εγγραφή πολίτης, πωλεί αυτόν η πόλις (ως δούλον)· αν δε κερδήση την δίκην (166) αναγκαστικώς εγγράφουν αυτόν (εις το μητρώον των πολιτών) οι δημόται. Μετά δε ταύτα εξελέγχει (167) τον κατάλογον των εγγραφέντων η βουλή και, αν κανείς εξ αυτών λογισθή τότε νεώτερος των δεκαοκτώ ετών, επιβάλλει (η βουλή) πρόστιμον (168) εις τους πολίτας, οι οποίοι τον ενέγραψαν. Όταν δε υποστώσι τον τοιούτον έλεγχον οι έφηβοι, τότε κατά φυλάς συναθροισθέντες οι πατέρες των εκλέγουν κατόπιν ορκωμοσίας τρεις εκ καθεμιάς φυλής (169) έχοντας ηλικίαν άνω των τεσσαράκοντα ετών, εκείνους τους οποίους ήθελαν κρίνη ως τους καλλιτέρους και πλέον καταλλήλους διά να αναλάβωσι την επίβλεψιν των εφήβων, εξ αυτών δε ο δήμος εκλέγει διά χειροτονίας ένα από κάθε φυλήν ως &σωφρονιστήν& και &κοσμητήν& επί όλων εν γένει (170). Παραλαβόντες δε ούτοι όλους ομού τους εφήβους, πρώτον μεν περιέρχονται μετ' αυτών τα ιερά (171), έπειτα μεταβαίνουν μαζί τους εις Πειραιά και τους εγκαθιστώσιν φρουρούς άλλους μεν εις την Μουνυχίαν, άλλους δε εις την Ακτήν. Εκλέγει δε διά χειροτονίας ο δήμος και δύο παιδαγωγούς δι' αυτούς και διδασκάλους, οι οποίοι τους διδάσκουν να οπλομαχώσι, να τοξεύωσι, ν' ακοντίζωσι και να χειρίζωνται τον καταπέλτην (172).
Δίδει δε η πολιτεία και διά τροφήν εις μεν τους σωφρονιστάς μίαν δραχμήν εις καθένα, εις δε τους εφήβους τέσσαρας οβολούς εις καθένα. Ο δε σωφρονιστής λαμβάνων τα χρήματα τα προωρισμένα διά τους εφήβους της ιδικής του φυλής ο καθένας, αγοράζει τα αναγκαιούντα εις όλους από κοινού (διότι έχουν συσσίτιον κατά φυλάς) και φροντίζει αυτός δι' όλα τα άλλα.