Part 5
Αφού δε έγιναν αυτά, το πολίτευμα απέβη πολύ πλέον δημοκρατικόν παρά το του Σόλωνος· διότι πράγματι οι μεν νόμοι του Σόλωνος συνέβη να επιφέρωσι την εξάλειψιν του τυραννικού αξιώματος — διότι τούτο δεν είχε χρησιμοποιηθή καλώς — ο δε Κλεισθένης άλλους νέους νόμους εισήγαγεν αποβλέπων εις ενίσχυσιν της λαϊκής δυνάμεως, μεταξύ δε τούτων παρενεβλήθη και ο περί εξοστρακισμού νόμος. Πρώτον μεν λοιπόν κατά το πέμπτον έτος μετά την νέαν αυτήν πολιτικήν κατάστασιν επί της αρχοντίας του Ερμοκρέοντος έκαμε διά την βουλήν των πεντακοσίων τον όρκον (93) τον οποίον ακόμη και τώρα ομνύουν οι βουλευταί· έπειτα τους στρατηγούς εξέλεγον κατά φυλάς, από κάθε φυλήν ένα, όλου δε του στρατεύματος αρχηγός ήτον ο πολέμαρχος. Κατά δε το δωδέκατον μετά ταύτα έτος νικήσαντες εις την εν Μαραθώνι μάχην επί της αρχοντίας του Φαινίππου, μετά πάροδον δύο ετών από της νίκης, ότε ο λαός ανέλαβε το θάρρος του, τότε διά πρώτην φοράν εφήρμοσαν τον νόμον τον περί εξοστρακισμού, ο οποίος είχε τεθή από υποψίαν προς τους έχοντας δύναμιν, υποψίαν προκύψασαν εκ του ότι ο Πεισίστρατος, ηγέτης πολιτικής μερίδος ων και στρατηγός, έγινε τύραννος. Και πρώτος εξωστρακίσθη ο εκ των συγγενών εκείνου (του Πεισιστράτου) ο Ίππαρχος ο υιός του Χάρμου, Κολλυτεύς, διά τον οποίον και κυρίως έθεσε τον νόμον ο Κλεισθένης, θέλων να διώξη αυτόν εκ της πόλεως. Διότι οι Αθηναίοι σύμφωνα με την συνειθισμένην αγαθότητα του λαού των άφηναν να κατοικώσιν εις την πόλιν τους φίλους των τυράννων, εκείνους όσοι δεν ήθελαν συμπαρεκτραπή εις τας ταραχάς· των οποίων (φιλοτυράννων) αρχηγός και προστάτης ήτον ο Ίππαρχος. Το επόμενον δε αμέσως έτος επί της αρχοντίας του Τελεσίνου διά κυάμων (ψήφων) εξέλεξαν τους εννέα άρχοντας κατά φυλάς εκ του καταλόγου των προεκλεγέντων υπό των δημοτών πεντακοσίων (94), διά πρώτην τότε φοράν [μετά την εποχήν της τυραννίας] (95) · προηγουμένως δε όλοι οι άρχοντες εξελέγοντο απ' ευθείας. Και τότε εξωστρακίσθη ο Μεγακλής, ο υιός του Ιπποκράτους εκ του δήμου της Αλωπεκής. Επί τρία μεν λοιπόν έτη εξωστράκιζαν (ούτω) τους φίλους των τυράννων, διά τους οποίους και έγινεν ο νόμος αυτός· μετά δε ταύτα κατά το τέταρτον έτος και εκ των άλλων, εάν κανείς εφαίνετο ότι ήτο μεγαλύτερος (εις την δύναμιν), εξωρίζετο· και πρώτος εκ των μη εχόντων σχέσιν προς τους τυράννους εξωστρακίσθη ο Ξάνθιππος ο υιός του Αρίφρονος. Εις το τρίτον δε κατόπιν έτος επί της αρχοντίας του Νικομήδους, κατά τον καιρόν που ευρέθησαν τα μεταλλεία εις την Μαρώνειαν (96) και επορίσθη εξ αυτών η πόλις εκατόν τάλαντα, ενώ μερικοί εσυμβούλευαν τον δήμον να γίνη διανομή του χρήματος (εις τους πολίτας), ο Θεμιστοκλής εμπόδισε τούτο, μη λέγων μεν κατά ποίον τρόπον θα εχρησιμοποίει τα χρήματα, αλλά προτείνων να δοθώσι ταύτα ως δάνειον εις τους πλέον πλουσίους εκ των Αθηναίων εκατόν, ανά έν τάλαντον εις καθένα, κατόπιν δε, εάν μεν ήθελεν είναι αρεστός (εις τον λαόν) ο τρόπος της δαπάνης, να λογίζεται αύτη εις βάρος της πόλεως, ει δ' άλλως να εισπράττωνται τα χρήματα από τους δανεισθέντας, διά του τρόπου δε τούτου λαβών τα χρήματα κατεσκεύασεν εκατόν τριήρεις, με το να ναυπηγήση καθένας από τους εκατόν ανά μίαν, με τας οποίας έκαμε την εν Σαλαμίνι ναυμαχίαν προς τους βαρβάρους. Εξωστρακίσθη δε κατ' εκείνον τον καιρόν ο Αριστείδης ο υιός του Λυσιμάχου. Μετά τρία δε έτη επί της αρχοντίας του Υψιχίδου εψήφισαν να δεχθώσι την επάνοδον όλων των εξωστρακισμένων, τούτο δε ένεκα της εκστρατείας του Ξέρξου. (97) Και ώρισαν εις το εξής, οι εξοστρακιζόμενοι να μη εγκαθίστανται πέραν της Γεραιστού και του Σπηλαίου (98), ει δ' άλλως να κηρύττωνται διά παντός στερημένοι των πολιτικών αυτών δικαιωμάτων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
ΜΗΔΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ — ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ — ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ
Τότε μεν λοιπόν μέχρι του σημείου τούτου ανεπτύχθη η πολιτεία παραλλήλως προς το δημοκρατικόν πολίτευμα ολίγον κατ' ολίγον προοδεύουσα. Μετά δε τους Μηδικούς πολέμους απέκτησεν εκ νέου δύναμιν η βουλή του Αρείου Πάγου και εκυβέρνα την πόλιν, μη λαβούσα την εξουσίαν με καμμίαν επίσημον απόφασιν, αλλά διότι (η βουλή αυτή) εστάθη αιτία της περί την Σαλαμίνα ναυμαχίαν. Διότι ενώ οι στρατηγοί ηυρέθησαν εις απορίαν διά τα πράγματα κ' έβγαλαν κήρυγμα να φροντίση καθένας διά την σωτηρίαν του, η βουλή του Αρείου Πάγου επρομήθευσε και εμοίρασεν εις έκαστον — — οκτώ δραχμάς και επεβίβασεν αυτούς εις τα πλοία· δι' αυτήν λοιπόν την αιτίαν υπετάσσοντο εις την εξουσίαν της και εκυβερνώντο οι Αθηναίοι καλώς επίσης και κατά την εποχήν αυτήν. Διότι συνέβη εις αυτούς, εις το χρονικόν εκείνο διάστημα, και να αναπτύξουν τας πολεμικάς αυτών δυνάμεις και ν' αποκτήσουν αγαθήν υπόληψιν μεταξύ των Ελλήνων και να λάβουν την ηγεμονίαν της θαλάσσης παρά την θέλησιν των Λακεδαιμονίων.
Ήσαν δε προϊστάμενοι (αρχηγοί) του δήμου κατά τους καιρούς αυτούς ο Αριστείδης ο υιός του Λυσιμάχου και ο Θεμιστοκλής ο υιός του Νεοκλέους, ούτος μεν εξησκημένος εις τα πολεμικά, εκείνος δε ικανός εις τα πολιτικά πράγματα και υπέροχος των συγχρόνων του εις την δικαιοσύνην· δι' ό και μετεχειρίζοντο τον μεν ως στρατηγόν, τον δε ως σύμβουλον. Και την μεν ανοικοδόμησιν των τειχών από κοινού οι δύο έφεραν εις πέρας, αν και ευρισκόμενοι εις διάστασιν μεταξύ τους, ως προς δε την απομάκρυνσιν των Ιώνων από της συμμαχίας των Λακεδαιμονίων ο Αριστείδης υπήρξεν ο προτρέψας εις αυτήν, επιληφθείς της ευκαιρίας καθ' ήν οι Λάκωνες είχον υποστή μείωσιν της υπολήψεώς των εξ αιτίας του Παυσανίου. Διά τούτο δε και αυτός (ο Αριστείδης) ήτον ο επιβαλών τους πρώτους φόρους εις τας πόλεις κατά το τρίτον έτος μετά την εν Σαλαμίνι ναυμαχίαν επί της αρχοντίας του Τιμοσθένους, και αυτός διεξήγαγε τα της ορκήσεως των Ιώνων, σύμφωνα με την οποίαν ωρίζετο να έχουν τους αυτούς (με τους Αθηναίους) εχθρούς και φίλους, εις πίστωσιν των οποίων και τους πυρακτωμένους στρογγυλούς λίθους έρριψαν ομού εις την θάλασσαν (99).
Μετά δε ταύτα, καθ' όσον ήδη ελάμβανε πεποίθησιν εις τας δυνάμεις της η πόλις και χρήματα πολλά είχαν συναθροισθή, συνεβούλευεν (ο Αριστείδης) ν' αναλάβωσιν αυτοβούλως την ηγεμονίαν και καταβαίνοντες εκ των αγρών να κατοικούν εις την πόλιν διότι τα της συντηρήσεως θα υπήρχον δι' όλους, εις άλλους μεν ως απησχολημένους εις εκστρατείας, εις άλλους δε ως έχοντας την φρούρησιν της χώρας, εις άλλους δε ως διαχειριζομένους τα κοινά· έπειτα κατά τοιούτον τρόπον (οργανούμενοι) θα καταλάβωσι την ηγεμονίαν. Πεισθέντες δε εις ταύτα και λαβόντες την εξουσίαν εφέροντο προς τους συμμάχους πλέον δεσποτικώς, εκτός εις τους Χίους και τους Λεσβίους και τους Σαμίους· τούτους δε τους είχαν φύλακας της ηγεμονίας, αφήσαντες εις αυτούς και τα ίδιά των πολιτεύματα και την εξουσίαν επί όσων παλαιότερα ήσαν άρχοντες. Εθέσπισαν δε και υπό του δημοσίου παροχήν των προς διατροφήν απαιτουμένων εις τον λαόν, καθώς υπέδειξε τούτο ο Αριστείδης. Τοιουτοτρόπως από των αμέσων και των εμμέσων φόρων και από των εισπραττομένων από τους συμμάχους συνέβη να συντηρούνται περισσότεροι από είκοσι χιλιάδες άνθρωποι. Διότι δικασταί μεν ήσαν έξ χιλιάδες, τοξόται δε χίλιοι εξακόσιοι και προς τούτοις χίλιοι διακόσιοι ιππείς, μέλη δε της βουλής πεντακόσιοι και φρουροί των νεωρείων πεντακόσιοι και προς τούτοις φρουροί εις την πόλιν (100) πενήντα, διαχειρισταί των εξουσιών (101) εγχωρίως μεν έως επτακόσιοι άνδρες, έξω δε της χώρας έως επτακόσιοι· επί πλέον, όταν κατόπιν έκαμαν τον πόλεμον, υπήρχον στρατιώται μεν δύο χιλιάδες πεντακόσιοι, πλοία δε φρουρούντα είκοσιν, άλλα δε πλοία μεταφέροντα τους διά ψηφοφορίας εκλεγομένους δύο χιλιάδας φρουρούς [των υποτελών πόλεων]· ακόμη δε υπήρχον το πρυτανείον, οι ορφανοί και οι δεσμοφύλακες· διότι εις όλους τούτους η συντήρησις παρείχετο από του δημοσίου ταμείου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
ΠΡΟΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ — ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Η μεν λοιπόν διατροφή του λαού διά των τρόπων τούτων εγίνετο. Δεκαεπτά δε και πλέον έτη μετά τους Περσικούς πολέμους διετηρήθη η πολιτεία υπό την διεύθυνσιν των μελών του Αρείου Πάγου, αν και ολίγον κατ' ολίγον κατέπιπτεν. Όταν δε ηυξήθησαν αι λαϊκαί τάξεις, γενόμενος αρχηγός του λαού ο Εφιάλτης ο υιός του Σοφωνίδου, έχων υπόληψιν ότι και αδωροδόκητος ήτο και δίκαιος προς το πολίτευμα, επετέθη ούτος εναντίον της βουλής· και πρώτον μεν καθήρεσε πολλούς των Αρεοπαγιτών· προκαλών εναντίων αυτών δίκας περί της διαχειρίσεώς των (102)· έπειτα δε επί της αρχοντίας του Κόνωνος αφήρεσεν από την βουλήν όλας τας εξουσίας, διά των οποίων αυτή καθίστατο φρουρός του πολιτεύματος και άλλας μεν των εξουσιών έδωκεν εις τους πεντακοσίους, άλλας δε εις την συνέλευσιν του δήμου και εις τα δικαστήρια. [Διέπραξε (103) δε αυτά με το να γίνη συνεργός του ο Θεμιστοκλής, ο οποίος ήτο μεν μέλος του Αρείου Πάγου, επρόκειτο δε να δικασθή κατηγορούμενος διά φιλίαν προς τους Πέρσας (μηδισμόν)· θέλων δε ο Θεμιστοκλής να καταργηθή η εξουσία της βουλής, προς μεν τον Εφιάλτην έλεγεν ότι η βουλή εσχεδίαζε να τον συλλάβη, προς δε τους Αρεοπαγίτας ότι θα υποδείξη τινάς συνεννοημένους διά να καταλύσουν το πολίτευμα. Οδηγήσας δε τους προς τούτο υπό της βουλής εκλεγέντας εις το μέρος όπου διέμενεν ο Εφιάλτης, συνωμίλει με πολλήν ζωηρότητα μαζί τους. Ο δε Εφιάλτης, καθώς είδε τούτο, καταφεύγει μισοενδυμένος (104) ικέτης εις τον βωμόν. Αφού δε όλοι εξεπλάγησαν διά το συμβάν και η βουλή των πεντακοσίων συνήλθεν εις συνεδρίασιν, επετέθησαν διά διαφόρων κατηγοριών εναντίον των Αρεοπαγιτών και ο Εφιάλτης και ο Θεμιστοκλής και πάλιν έπειτα προ της εκκλησίας του δήμου κατά όμοιον τρόπον, έως ου τους αφήρεσαν την εξουσίαν]. Εφονεύθη δε και ο Εφιάλτης δολοφονικώς, όχι μετά πολύν καιρόν, διά του Ταναγραίου Αριστοδίκου.
Η μεν λοιπόν βουλή των Αρεοπαγιτών τοιουτοτρόπως απεστερήθη της ανωτάτης εποπτείας· μετά δε ταύτα συνέβαινε να χαλαρώνεται ολοένα περισσότερον το πολίτευμα εξ αιτίας των εμπαθών δημαγωγών· διότι κατά την εποχήν εκείνην συνέπεσεν ουδέ αρχηγόν να έχουν οι μετριοπαθέστεροι, αλλά να προΐσταται αυτών ο Κίμων ο υιός του Μιλτιάδου ενώ ήτον ακόμη νέος (105) και αργά είχεν αναμιχθή εις τα πολιτικά πράγματα· προς δε τούτοις και διότι είχον εκλείψη οι περισσότεροι του κόμματος τούτου εις τας πολεμικάς επιχειρήσεις· διότι με το να σχηματίζεται κατά τους χρόνους εκείνους ο προς εκστρατείαν στρατός εκ του καταλόγου των εκλεξίμων πολιτών (106) και με το να διορίζωνται στρατηγοί άπειροι μεν εις τα του πολέμου τιμώμενοι δε διά τας πατρικάς δόξας, συνέβαινε πάντοτε να χάνωνται δύο ή τρεις χιλιάδες από τους εκστρατεύοντας, να εξολοθρεύωνται δε τοιουτοτρόπως οι μετριοπαθείς και εκ της τάξεως του λαού και εκ της τάξεως των ευπόρων.
Όλα μεν λοιπόν τα άλλα πράγματα της πολιτείας εκυβέρνων όχι όμοια όπως πρότερον και σύμφωνα με τους κειμένους νόμους, τον δε τρόπον της εκλογής των εννέα αρχόντων δεν μετέβαλον, παρά μόνον μετά το έκτον έτος μετά τον θάνατον του Εφιάλτου απεφάσισαν να προεκλέξουν και εκ της τάξεως των πολιτών εκείνους εκ του καταλόγου, των οποίων θα ελαμβάνοντο διά κλήρων οι εννέα άρχοντες, και πρώτος εκ της τάξεως αυτών άρχων υπήρξεν ο Μνησιθείδης· οι δε προ τούτου άρχοντες όλοι ήσαν εκ των τάξεων των ιππέων και των πεντακοσιομεδίμνων, οι δε ζευγίται διωρίζοντο εις τα κατώτερα αξιώματα, αν μη εγίνετο παράβλεψις καμμία κάποτε εις τους νόμους. Κατά το πέμπτον δε έτος μετά ταύτα επί της αρχοντίας του Λυσικράτους επανήλθεν εν ισχύι ο θεσμός των τριάκοντα δικαστών, των λεγομένων δημοτικών (107). Και τρία έτη κατόπιν αυτού επί της αρχοντίας του Αντιδότου εξ αιτίας του πλήθους των πολιτών κατά πρότασιν του Περικλέους απεφάσισαν να μη έχη πολιτικά δικαιώματα εκείνος, όστις δεν είχε γεννηθή εκ γονέων αμφοτέρων πολιτών (Aθηναίων).
Κατόπιν δε τούτων, ότε την αρχηγίαν του λαού έλαβεν ο Περικλής και διά πρώτην φοράν είχε διακριθή, ότε υπέβαλε καταγγελίαν ζητών να λογοδοτήση διά τας πράξεις της στρατηγίας του ο Κίμων, ενώ ακόμη ήτο (ο Περικλής) νέος, έγινεν ακόμη πλέον φιλολαϊκή η δημοκρατία. Διότι και των Αρεοπαγιτών μερικάς εξουσίας αφήρεσε και την πόλιν παρεκίνησεν εις αύξησιν της ναυτικής δυνάμεως, ένεκα της οποίας συνέβη να λάβη περισσότερον θάρρος ο λαός, ώστε να συγκεντρώση βαθμηδόν όλας τας εκ του πολιτεύματος εξουσίας εις εαυτόν. Μετά πενήντα δε μείον έν έτη από της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας επί της αρχοντίας του Πυθοδώρου επήλθεν ο προς τους Πελοποννησίους πόλεμος, καθ' όν περιορισθείς ο λαός εντός της πόλεως και συνηθίσας ν' αναλαμβάνη υπηρεσίαν εις τα στρατιωτικά σώματα με μισθόν, προέβη εις την απόφασιν εν μέρει μεν θεληματικώς εν μέρει δε ακουσίως να διοική την πόλιν αυτός.
Πρώτος δε ο Περικλής έκαμε και τα δικαστήρια μισθοφόρα, δημαγωγικώς παρουσιάζων αντιστάθμισμα της ευπορίας (του λαού) της υπαρχούσης επί της εποχής του Κίμωνος. Διότι ο Κίμων έχων ιδικήν του ηγεμονικήν (108) περιουσίαν, πρώτον μεν ο ίδιος τα βάρη των δημοσίων αξιωμάτων (109) εξετέλει κατά τρόπον λαμπρόν, έπειτα δε πολλούς των συνδημοτών του συνετήρει εξ ιδίων του· διότι κάθε πολίτης εκ του δήμου των Λακιαδών (110) ηδύνατο αν ήθελε μεταβαίνων καθημέραν εις αυτόν (τον Κίμωνα) να λαμβάνη τα προς συντήρησιν· προς τούτοις δε και οι αγροί του όλοι ήσαν απερίφρακτοι, διά να δύναται όστις ήθελε να λαμβάνη εξ αυτών οπώρας. Εις αυτάς λοιπόν τας παροχάς μη δυνάμενος διά της περιουσίας του να επαρκέση ο Περικλής, κατά συμβουλήν του Δάμωνος, του υιού του Δαμωνίδου δημότου Όας (111) (ο οποίος επιστεύετο ότι υπήρξεν εις τον Περικλέα εισηγητής των περισσοτέρων τούτου διαβημάτων, διό και εξωστρακίσθη ύστερον), επειδή ως προς την ατομικήν του περιουσίαν ήτο κατώτερος διά να παράσχη εις τον λαόν τα εις αυτόν ανήκοντα, ώρισε παροχήν μισθού εις τους απαρτίζοντας (καθημέραν) τα δικαστήρια· εξ αιτίας του οποίου, ως μερικοί κατηγορούσιν, έγιναν χειρότερα τα δικαστήρια, διότι με φροντίδα ιδιάζουσαν εκληρώνοντο πάντοτε οι τυχόντες μάλλον άνθρωποι παρά οι έγκριτοι. Ήρχισε δε κατόπιν και η δωροδοκία, της οποίας πρώτος έκαμεν αρχήν ο Άνυτος μετά την στρατηγίαν του εις Πύλον (112). Διότι καταγγελθείς υπό τινων ως αίτιος της απωλείας της Πύλου, αγοράσας διά &δώρων τους δικαστάς&, απηλλάγη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
ΟΙ ΔΗΜΑΓΩΓΟΙ
Εφ' όσον μεν λοιπόν ο Περικλής προΐστατο του λαού ήσαν καλύτερα της πολιτείας τα πράγματα. Όταν δε απέθανεν ο Περικλής απέβησαν πολύ χειρότερα. Διότι πρώτον τότε ο λαός έλαβεν ηγέτην αυτού άνθρωπον μη έχοντα υπόληψιν μεταξύ των εγκρίτων πολιτών. Κατά δε τους προγενεστέρους χρόνους πάντοτε έγκριτοι πολίται υπήρξαν αρχηγοί του λαού (δημαγωγοί). Διότι αρχικώς μεν και πρώτος του λαού ηγέτης έγινεν ο Σόλων, δεύτερος δε ο Πεισίστρατος, οι οποίοι ήσαν εκ της τάξεως των ευγενών και γνωστών οικογενειών. Ότε δε κατελύθη η τυραννίς (του Πεισιστράτου) ο Κλεισθένης, ο οποίος ήτον εκ του γένους των Αλκμεωνιδών, και τούτων μεν ουδείς υπήρξε πολιτικός αντίπαλος, αφ' ότου εξέπεσε το πολιτικόν κόμμα του Ισαγόρα. Μετά δε ταύτα της μεν λαϊκής τάξεως ηγέτης υπήρξεν ο Ξάνθιππος, των δε ευπόρων ο Μιλτιάδης, κατόπιν δε ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης· μετά δε τούτους ο Εφιάλτης μεν υπήρξεν ηγέτης του λαού, ο Κίμων δε ο υιός του Μιλτιάδου υπήρξεν ηγέτης των ευπόρων έπειτα δε ο Περικλής μεν του λαού, ο Θουκυδίδης (113) δε των άλλων, συγγενής ων του Κίμωνος. Ότε δε απέθανεν ο Περικλής, των μεν εγκρίτων ηγέτης υπήρξεν ο Νικίας, ο αποθανών εν Σικελία, του δε λαού ο Κλέων ο υιός του Κλεαινέτου, ο οποίος φαίνεται κατ' εξοχήν επέφερε την διαφθοράν των διαθέσεων του λαού και πρώτος επί του βήματος εκραύγαζε και απηύθυνεν ύβρεις και φορέσας ζώνην (114) εδημηγόρησε, ενώ οι άλλοι ρήτορες ωμίλουν με κοσμιότητα. Έπειτα κατόπιν αυτών αρχηγός των μεν άλλων υπήρξεν ο Θηραμένης ο υιός του Άγνωνος, του δε λαού ο Κλεοφών ο κατασκευαστής λυρών, ο οποίος και πρώτος εισήγαγε την συνήθειαν της διωβολίας (115). Και επί τινα μεν χρόνον η συνήθεια αύτη εφηρμόζετο, μετά δε ταύτα κατήργησεν αυτήν ο Καλλικράτης ο Παιανιεύς, πρώτος αυτός δώσας εις τον λαόν υπόσχεσιν ότι θα προσθέση εις τους δύο οβολούς ένα ακόμη οβολόν. Αυτούς μεν λοιπόν και τους δύο κατεδίκασαν ύστερα εις θάνατον· διότι έχει συνήθειαν το πλήθος και αν παρασυρθή δι' απάτης να μισή κατόπιν εκείνους οι οποίοι το παρέσυραν να κάμη κάτι όχι καλόν. Από δε της εποχής του Κλεοφώντος πλέον διαδοχικώς ανελάμβανον πάντοτε την αρχηγίαν του λαού (δημαγωγίαν) εκείνοι όσοι είχον διάθεσιν να είναι περισσότερον θρασείς και να είναι ευχάριστοι εις τους πολλούς, αποβλέποντες εις την επιτυχίαν της στιγμής.
Λογίζονται δε ότι υπήρξαν οι καλύτεροι των εις τας Αθήνας υπαρξάντων πολιτικών μετά τους παλαιούς ο Νικίας, ο Θουκυδίδης και ο Θηραμένης· και περί μεν του Νικίου και του Θουκυδίδου όλοι σχεδόν ομοφώνως λέγουν ότι υπήρξαν όχι μόνον καλοί και αγαθοί αλλά και με πολιτικόν νουν και προς όλους τους πολίτας φερόμενοι πατρικώς, περί δε του Θηραμένους, καθ' όσον συνέβη επί της εποχής του να είναι ταραχώδη τα πολιτικά πράγματα, υπάρχει αμφισβήτησις της κρίσεως. Φαίνεται όμως εις εκείνους οι οποίοι δεν αποφαίνονται επιπολαίως ότι αυτός όχι όπως τον συκοφαντούσι κατέλυεν όλους τους τρόπους της πολιτικής διοικήσεως, αλλ' απεναντίας όλους υπεστήριζε τους τρόπους μέχρις ότου δεν παρεξετρέποντο διόλου εις παρανομίας, δεικνύων ότι ηδύνατο να πολιτεύεται με οιονδήποτε πολίτευμα — το οποίον και ακριβώς είναι έργον αγαθού πολίτου — όταν δε παρεξετρέποντο εις παρανομίας, μη συγχωρών αλλ' αποστρεφόμενος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
Η ΕΝ ΣΙΚΕΛΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ — ΣΤΑΣΙΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΩΝ
Εφ' όσον μεν λοιπόν αι περιπέτειαι του πολέμου ήσαν ισόρροποι διετήρουν το δημοκρατικόν πολίτευμα. Όταν δε μετά την συμφοράν την επελθούσαν εις την Σικελίαν απέβησαν ισχυρότεροι οι Λακεδαιμόνιοι ένεκα της συμμαχίας των με τον βασιλέα (των Περσών), ηναγκάσθησαν οι Αθηναίοι μεταβαλόντες την δημοκρατίαν να συστήσωσι το πολίτευμα των τετρακοσίων και τον μεν προ του ψηφίσματος λόγον είπεν ο Μηλόβιος, την δε πρότασιν υπέβαλεν εγγράφως ο Πυθόδωρος ο Αναφλύστιος, εις αυτήν δε κατεπείσθησαν κυρίως οι πολλοί, διότι επίστευαν ότι ο βασιλεύς μάλλον με το μέρος των θα ταχθή εις τον πόλεμον εάν εγκαταστήσωσι πολίτευμα ολιγαρχικόν.
Ήτο δε το υποβληθέν ψήφισμα του Πυθοδώρου τοιούτον: «Ο λαός να εκλέξη εκτός των προϋπαρχόντων δέκα προβούλων και άλλους είκοσιν εκ των εχόντων ηλικίαν πλέον των σαράντα ετών, οι οποίοι αφού ορκισθούν ότι δεν θα προτείνουν (116) ειμή εκείνα τα οποία ήθελον νομίζη συμφερώτερα εις την πόλιν, να υποβάλουν προτάσεις αποβλεπούσας εις την σωτηρίαν της πόλεως (117)· να είναι δε επιτετραμμένον εις όποιον θέλει από τους άλλους πολίτας να υποβάλη τοιαύτας εγγράφους προτάσεις, ίνα εξ όλων αυτών εκλέξωσι το καλύτερον μέτρον. Ο δε Κλειτοφών τα μεν άλλα είπεν όμοια με τον Πυθόδωρον, προσέθηκε δε εις την έγγραφον πρότασίν του να ασχοληθώσιν οι εκλεγέντες εις αναζήτησιν των πατρίων νόμων, τους οποίους έκαμεν ο Κλεισθένης ότε ίδρυσε την δημοκρατίαν, ίνα ο λαός γνωρίζων και τους νόμους αυτούς αποφασίση το άριστον, καθ' όσον ουχί δημοκρατική αλλά παραπλησία με την του Σόλωνος ήτον η νομοθεσία του Κλεισθένους· οι δε εκλεχθέντες πρώτον μεν επρότειναν ότι είναι επάναγκες οι πρυτάνεις να υποβάλωσιν εις ψηφοφορίαν όλα τα προτεινόμενα προς σωτηρίαν, κατόπιν δε κατήργησαν τας επί παρανομία καταγγελίας και τας δι' επιβουλήν του πολιτεύματος μηνύσεις και τας ενώπιον της συνελεύσεως του λαού εγκλήσεις, ίνα ούτω όλοι οι θέλοντες Αθηναίοι υποβάλωσι συμβουλάς επί των υπό συζήτησιν πραγμάτων. Εάν δε κανείς εξ αιτίας τοιαύτης ή ήθελεν επιβάλη πρόστιμον ή ήθελε καταγγείλη ενώπιον της Συνελεύσεως του λαού ή ήθελεν εισαγάγη εις δίκην ενώπιον δικαστηρίου, τούτο ν' αποτελή ένδειξιν παρανομίας αυτού και να προκαλή την παραπομπήν αυτού εις τους στρατηγούς, οι δε στρατηγοί να παραδίδωσιν αυτόν εις τους ένδεκα προς επιβολήν θανατικής ποινής (118).
Μετά δε ταύτα εκανόνισαν τα πράγματα της πολιτείας με τον εξής τρόπον· τα μεν χρήματα, τα εισπραττόμενα, να μη είναι επιτετραμμένον να δαπανώσιν εις άλλο τι παρά εις τον πόλεμον, τα δε δημόσια υπουργήματα όλα να εκτελώσιν οι έχοντες αυτά άνευ μισθού, έως ότου εξακολουθεί ο πόλεμος, πλην των εννέα αρχόντων και των πρυτάνεων, οποιοιδήποτε και αν είναι· ούτοι δε να λαμβάνουν μισθόν τρεις οβολούς την ημέραν ο καθένας. Όλη δε η άλλη κυβέρνησις της πόλεως ν' ανατεθή εις τους πλέον δυνατούς και σωματικώς και χρηματικώς να διεξαγάγωσιν αυτήν, όχι ολιγωτέρους παρά πέντε χιλιάδες, έως ότου ο πόλεμος εξακολουθή. Ούτοι δε να είναι κύριοι και συνθήκας να συνομολογούν με οποιονδήποτε θέλουν. Να εκλέγουν δε διά ψηφοφορίας από καθεμίαν φυλήν δέκα άνδρες ηλικίας άνω των σαράντα ετών, οι οποίοι να διαλέξουν τους πεντακισχιλίους, αφού προηγουμένως ορκισθούν κατά ιεροτελεστίαν επίσημον (119).
Οι μεν λοιπόν εκλεγέντες αυτούς τους νόμους συνέταξαν. Αφού δε εκυρώθησαν οι νόμοι ούτοι υπό του λαού, οι πέντε χιλιάδες (120) εξέλεξαν μεταξύ των τάξεων αυτών τους εκατόν άνδρας, οι οποίοι θα συνέταττον το οριστικόν πολίτευμα. Οι δε εκλεγέντες συνέταξαν και υπέβαλαν τα εξής: Να γίνωνται μεν κατ' έτος μέλη της βουλής οι έχοντες ηλικίαν άνω των τριάκοντα ετών άνευ απολαυών μισθού· απ' αυτούς δε να είναι στρατηγοί και οι εννέα άρχοντες και ο ιερομνήμων (121) και οι ταξίαρχοι και οι ίππαρχοι και οι φύλαρχοι (122) και οι διοικηταί των φρουρίων και οι ταμίαι των ιερών χρημάτων των αφιερωμένων εις την θεάν (Aθηνάν) και εις τους άλλους δέκα θεούς και ταμίαι των συμμαχικών χρημάτων και όλων των άλλων διά κοινωφελείς σκοπούς χρημάτων, είκοσιν εν όλω ταμίαι διαχειρισταί, προς δε τούτοις οι επιμεληταί των ιερών πραγμάτων και οι επόπται δέκα τον αριθμόν, να εκλέγωνται δε όλοι ούτοι εκ της τάξεως των προκρίτων, προτιμωμένων εις αυτά τ' αξιώματα περισσοτέρων εκ των εν ενεργεία βουλευτών· (123) εις όλα δε τα άλλα διοικητικά αξιώματα να εκλέγωνται διά κλήρου και όχι εκ της τάξεως των βουλευτών οι δε ταμίαι των συμμαχικών χρημάτων, οι έχοντες την διαχείρισιν, να μη επιτρέπεται να υποβάλωσι προτάσεις· να καταρτίζωνται δε τέσσαρα χωριστά βουλευτικά σώματα εκ πολιτών εχόντων την ειρημένην ηλικίαν και άνω, και εξ αυτών των σωμάτων διά κλήρου λαμβανόμενον έν ν' αποτελή την εν ενεργεία βουλήν· να κατανέμωνται δε υπ' αυτών και οι άλλοι νέοι πολίται εις τα βουλευτικά ταύτα σώματα, καθ' όσον συμπληρούται η ηλικία των (124). Οι δε αρχικώς υποδεικνυόμενοι ήδη εκατόν άνδρες να κατανείμωσιν εαυτούς και τους άλλους εις τέσσαρα μέρη κατά ίσην όσω το δυνατόν αναλογίαν και να ενεργήσωσι την ως άνω κλήρωσιν και οι διά κλήρου υποδειχθέντες προς συγκρότησιν της (πρώτης) βουλής να διατελώσιν εν ενεργεία βουλευταί δι' έν έτος· να λαμβάνωσι δε ως βουλευταί αποφάσεις οποιασδήποτε ήθελον νομίση ότι είναι ωφελιμώτεραι και ως προς τα χρήματα, ίνα διαφυλάττωνται ανέπαφα και δαπανώνται όπου πρέπει και περί των άλλων, μετά περισσοτέρας όσω το δυνατόν επιμελείας· εάν δε ήθελον να συσκεφθώσι με περισσοτέρους διά ζήτημά τι, να προσκαλή καθένας των εις την συνεδρίασιν ένα προσκεκλημένον, όποιον θέλει εκ της αυτής ηλικίας· αι δε συνεδριάσεις της βουλής να γίνωνται κάθε πέντε ημέρας, εάν μη υπάρχη ανάγκη περισσοτέρων συνεδριάσεων· την κλήρωσιν δε της βουλής να ενεργώσιν οι εννέα άρχοντες (125). Τας δε δι' υψώσεως της χειρός ψηφοφορίας να κρίνωσι πέντε, (126) οι διά κλήρου υποδεικνυόμενοι εκ των βουλευτών και εκ τούτων είς να υποδεικνύεται καθ' ημέραν ως προϊστάμενος με διπλήν ψήφον (127). Οι δε ούτω κληρωνόμενοι πέντε να εκλέγουν διά κλήρου τους θέλοντας να παρουσιασθούν προ της βουλής πρώτον μεν δι' υποθέσεις θρησκευτικάς, δεύτερον δε διά κηρύγματα προς τον λαόν, τρίτον διά πρεσβείας, τέταρτον δι' όλα τα άλλα· τα δε αναγόμενα εις τον πόλεμον, όταν παρουσιασθή ανάγκη, υποβάλλοντες εις την βουλήν άνευ κληρώσεώς των οι στρατηγοί να διαπραγματεύονται περί αυτών. Όστις δε δεν ήθελε να προσέλθη εις την βουλήν κατά την ωρισμένην ώραν να πληρώνη μίαν δραχμήν διά κάθε ημέραν, εάν δεν έχη απουσιάση λαβών άδειαν της βουλής.