Αθηναίων Πολιτεία

Part 4

Chapter 426 wordsPublic domain

διότι, λέγει (περαιτέρω ο Σόλων), εάν κανείς άλλος ετύχαινε να λάβη αυτήν την εξουσίαν,

δεν θ' άφηνεν από την εξουσίαν του τον λαόν και δεν θα έπαυε πριν αναταράξας αυτόν ήθελεν αφαιρέσει το πάχος από το γάλα. Εγώ δε τούτων (των αντιπάλων) καθώς εις το μεταίχμιον μένων έγινα σύνορον μεταξύ των (67).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΦΡΑΤΡΙΑΙ

Την μεν λοιπόν αποδημίαν επεχείρησε δι' αυτά τα αίτια. Ότε δε απεδήμησεν ο Σόλων, ενώ η πόλις ευρίσκετο ακόμη εις ταραχάς, επί τέσσαρα μεν έτη επέρασεν ο λαός ήσυχα· κατά δε το πέμπτον έτος μετά την αρχοντίαν του Σόλωνος δεν ανηγόρευσαν άρχοντα εξ αιτίας της στάσεως, και πάλιν κατά την διάρκειαν του πέμπτου έτους ένεκα του λόγου τούτου έμειναν εις αναρχίαν. Κατόπιν δε τούτων εις την εποχήν περίπου εκείνην ο Δαμασίας εκλεχθείς άρχων διετέλεσε τοιούτος επί δύο έτη και δύο μήνας, έως ου εξεδιώχθη της αρχής διά της βίας. Έπειτα δε απεφάσισαν, επειδή ευρίσκοντο εις διάστασιν, να εκλέξουν δέκα άρχοντας, πέντε μεν από την τάξιν των ευπατριδών, τρεις δε από την τάξιν των αγροτών, δύο δε από την τάξιν των επαγγελματιών (δημιουργών) και ούτοι (οι δέκα άρχοντες) έμειναν εις την εξουσίαν το έτος το μετά την αρχοντίαν του Δαμασία. Είναι δε φανερόν ότι μεγίστην είχε δύναμιν ο άρχων εκ του γεγονότος ότι διαρκώς ηγείρετο στάσις προς απόκτησιν αυτού του αξιώματος. Εξηκολούθουν δε ευρισκόμενοι εις όλως διόλου κακήν πολιτικήν κατάστασιν, άλλοι μεν ως αιτίαν και πρόφασιν έχοντες την αποκοπήν των χρεών (διότι είχε συμβή εις αυτούς να καταντήσουν πένητες), άλλοι δε δυσανασχετούντες εναντίον του πολιτεύματος ένεκα της μεγάλης μεταβολής, η οποία είχε γίνει, μερικοί δε ένεκα της μεταξύ των φιλονικίας· ήσαν δε τρεις αι πολιτικαί μερίδες· μία μεν η μερίς των παραλίων, της οποίας αρχηγός ήτο ο Μεγακλής ο υιός του Αλκμέωνος, οι οπαδοί δε της μερίδος αυτής εφαίνοντο να στέργουν κυρίως τον μετριοπαθή τύπον πολιτεύματος· άλλη δε μερίς ήτο των πεδινών, οι οποίοι εζήτουν την ολιγαρχίαν, αρχηγός δε αυτών ήτο ο Λυκούργος· τρίτη δε μερίς ήτο των διακρίων, της οποίας την ηγεσίαν είχεν ο Πεισίστρατος, φαινόμενος να είναι παραπολύ φίλος του λαού. Μαζί δε με τούτους (τους διακρίους) είχον συνταχθή και οι απελευθερωθέντες από τα χρέη ένεκα της πτωχείας των (68) και οι μη γνήσιοι την καταγωγήν ένεκα του φόβου των (69)· απόδειξις δε τούτου είναι ότι μετά την καθαίρεσιν των τυράννων έκαμαν (οι Αθηναίοι) εκκαθάρισιν (70) των εχόντων πολιτικά δικαιώματα, επί τω λόγω ότι ουχί νομίμως υπήρχον πολλοί μετέχοντες των πολιτικών δικαιωμάτων. Είχε δε καθεμία πολιτική μερίς την ονομασίαν της από τους τόπους, τους οποίους εκαλλιέργουν οι οπαδοί της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟΥ

Ο Πεισίστρατος δε φαινόμενος να είναι εξόχως φίλος του λαού και έχων μεγάλως ευδοκιμήσει εις τον πόλεμον κατά των Μεγαρέων, κατώρθωσε τραυματίσας σοβαρώς τον εαυτόν του να πείση τον λαόν ότι αυτά (τον τραυματισμόν δηλαδή) είχε πάθει από τους αντιθέτους, ώστε να δοθή εις αυτόν σωματοφυλακή, αφού επρότεινε το σχετικόν ψήφισμα ο Αριστίων. Λαβών δε τους ονομαζομένους ροπαλοφόρους (71) και μετ' αυτών στραφείς εναντίον του λαού κατέλαβε την ακρόπολιν, το τριακοστόν δεύτερον έτος μετά την θέσπισιν των νόμων, επί Κωμέου άρχοντος. Λέγεται δε ότι ο Σόλων, ότε ο Πεισίστρατος εζήτησε σωματοφυλακήν προς ασφάλειάν του, αντέκρουσε την αίτησιν και είπεν ότι (ο Πεισίστρατος δεν είχεν ανάγκην σωματοφυλακής, διότι) τούτων μεν ήτο σοφώτερος, εκείνων δε ανδρειότερος· ήτοι όσοι μεν (72) δεν εννοούσιν ότι ο Πεισίστρατος επιδιώκει να γίνη τύραννος, απ' αυτούς είναι σοφώτερος, όσοι δε γνωρίζοντες καλώς τούτο τηρούν σιωπήν, απ' αυτούς είναι ανδρειότερος. (73) Αφού δε λέγων αυτά δεν κατόρθωσε να πείση τον λαόν, αφαιρέσας απ' επάνω του τα όπλα (και κρεμάσας) προ των θυρών (της οικίας του) είπεν ότι αυτός μεν είχε παράσχει βοήθειαν εις την πατρίδα όσον του ήτο δυνατόν, (διότι τότε πλέον ήτο πολύ γέρων), έχει δε την αξίωσιν και οι άλλοι ομοίως να πράξωσιν. Ο Σόλων μεν λοιπόν τίποτε δεν κατώρθωσεν επιμόνως συμβουλεύων· ο δε Πεισίστρατος αναλαβών την εξουσίαν εκυβέρνα τα κοινά κατά φιλελεύθερον μάλλον τρόπον παρά τυραννικόν. Ενώ δε ακόμη δεν είχεν αρκετά στερεωθή η εξουσία του, συνενωθέντες οι περί τον Μεγακλέα και τον Λυκούργον εξεδίωξαν αυτόν κατά το έκτον έτος μετά την πρώτην αυτού άνοδον εις την εξουσίαν, επί άρχοντος Ηγησίου. Κατά το δωδέκατον δε έτος μετά ταύτα, πανταχόθεν στενοχωρούμενος ο Μεγακλής υπό της αντιθέτου μερίδος, πάλιν αποστείλας προς συμβιβασμόν κήρυκα προς τον Πεισίστρατον, υπό τον όρον να λάβη εις γάμον την θυγατέρα του ο Πεισίστρατος, επανέφερεν αυτόν κατά τρόπον παλαιικόν και πολύ απλοϊκόν. Διότι διαδώσας προηγουμένως σπερμολογίαν ότι τάχα η Αθηνά επανέφερε τον Πεισίστρατον, εξευρών μίαν γυναίκα ωραίαν και μεγαλόσωμον, καθώς μεν λέγει ο Ηρόδοτος από τον δήμον Παιανιέων, καθώς δε μερικοί άλλοι λέγουν από τον δήμον Κωλλυτού, δούλην από την Θράκην (74) πωλούσαν στεφάνους, η οποία ωνομάζετο Φύη, στολίσας δε αυτήν με στολισμόν απομιμούμενον την θεάν την έφερεν εντός της πόλεως μαζί με αυτόν, και ο Πεισίστρατος εισήρχετο επάνω εις άρμα, επί του οποίου με πλήρη πανοπλίαν, πλησίον αυτού εστέκετο ορθή η γυναίκα, οι δε πολίται προσκυνούντες υπεδέχοντο αυτόν με θαυμασμόν.

Η μεν λοιπόν πρώτη επάνοδος εις την πόλιν έγινε κατά τοιούτον τρόπον. Μετά ταύτα δε, αφού δευτέραν φοράν έπεσεν από την αρχήν, κατά το έβδομον μάλιστα έτος από την επάνοδόν του· — διότι όχι πολύν καιρόν έκτοτε διετήρησε την εξουσίαν, αλλά διότι δεν ηθέλησε να λάβη σύζυγόν του την θυγατέρα του Μεγακλέους, φοβηθείς και τας δύο πολιτικάς μερίδας έφυγεν από την πόλιν κρυφά· — πρώτον μεν εκατοίκισεν αυτός με τους ιδικούς του πλησίον του Θερμαίου κόλπου έν μέρος, τα οποίον ονομάζεται Ραίκηλος, εκείθεν δε μετέβη εις τα πλησίον εις το Πάγγαιον (όρος) μέρη, αφ' όπου αποκτήσας χρήματα και προσλαβών μισθωτούς στρατιώτας, ελθών εις Ερέτριαν πάλιν κατά το ενδέκατον έτος επεχείρησε κατ' αρχάς να αναλάβη την εξουσίαν διά της βίας, με την πρόθυμον βοήθειαν πολλών μεν άλλων, μάλιστα δε των Θηβαίων και του Λυγδάμιος του Ναξίου, προς δε τούτοις και της τάξεως των ιππέων των κυριαρχούντων εις την Ερέτριαν νικήσας δε εις την μάχην της Παλληνίδος (75) και καταλαβών την αρχήν και αφαιρέσας τα όπλα του λαού κατέλαβε στερεά πλέον την εξουσίαν ως τύραννος· και κυριεύσας την Νάξον κατέστησεν εκεί άρχοντα τον Λύγδαμιν.

Αφήρεσε δε τα όπλα του λαού κατά τον εξής τρόπον. Προσκαλέσας εις το Θησείον ένοπλον συνάθροισιν του λαού ήρχισε να αγορεύη προς αυτούς, εχαμήλωσε δε ολίγον την φωνήν του· ότε δε εφώναξαν ότι δεν ακούουν καλά, επρότεινεν εις αυτούς να αναβούν μαζί του εις το πρόπυλον της Ακροπόλεως, διά ν' αγορεύση πλέον δυνατά. Ενώ δε εκείνος εξηκολούθει αγορεύων προς τον λαόν, αφαιρέσαντες οι επίτηδες υπ' αυτού βαλμένοι τα (αποτεθειμένα) όπλα και περιορίσαντες (πολλούς) εις τα πλησίον του Θησείου οικήματα ανήγγειλαν τούτο ελθόντες προς τον Πεισίστρατον. Εκείνος δε, αφού συνεπλήρωσε την άλλην του αγόρευσιν, είπε και διά τα όπλα ότι δεν πρέπει να απορούν διά το πράγμα που είχε γίνει ούτε να δυσανασχετούν, αλλ' απελθόντες να φροντίζουν διά τας ιδιωτικάς των υποθέσεις, διά δε τας δημοσίας υποθέσεις, όλας, αυτός θα λάβη φροντίδα.

Η μεν λοιπόν τυραννίς του Πεισιστράτου εξ αρχής της εμφανίσεώς της ιδρύθη κατ' αυτόν τον τρόπον και τόσας υπέστη μεταβολάς. Ενήργει δε την διοίκησιν των πολιτικών πραγμάτων ο Πεισίστρατος, όπως ελέχθη, κατά μετριοπαθή τρόπον και πολιτικώς μάλλον παρά απολυταρχικώς· διότι και ως προς τα άλλα. ήτο φιλάνθρωπος και ήμερος και εις τους υποπίπτοντας εις παραβάσεις παρέχων συγχώρησιν· μάλιστα δε και εις τους πτωχούς έδιδε προκαταβολικά δάνεια διά τας εργασίας των, ώστε να πορίζωνται τας προς διατροφήν αυτών εκ της γεωργίας. Τούτο δε έκαμνε διά δύο λόγους· και ίνα μη διαμένουν εντός της πόλεως, αλλά ευρίσκωνται διεσπαρμένοι εις τους αγρούς και ίνα έχοντες κάποιαν μετρίαν ευπορίαν και προσηλωμένοι εις τα ιδιωτικά των συμφέροντα μήτε να επιθυμούν μήτε να χασομερούν φροντίζοντες διά τα πολιτικά πράγματα. Συγχρόνως δε προς το συμφέρον αυτού επήρχετο ούτως η αύξησις των εισοδημάτων διά της καλλιεργείας της χώρας· διότι εισέπραττεν ως φόρον την δεκάτην των προϊόντων. Διό και διώρισε τους δικαστάς (76) εις κάθε δήμον και αυτός έβγαινε συχνά έξω εις την αγροτικήν χώραν επιθεωρών και διαλύων τας διαφοράς των διαδίκων, ίνα μη καταβαίνοντες εις την πόλιν παραμελούν ούτω την καλλιέργειαν. Και εις μίαν τοιαύτην έξοδον του Πεισιστράτου λέγουν ότι του συνέβη το επεισόδιον με τον γεωργόν τον καλλιεργούντα εις τον Υμηττόν ένα τόπον, όπου ωνομάσθη κατόπιν αφορολόγητος.

Διότι ιδών ένα που έσκαπτε και εκαλλιέργει έδαφος όλως διόλου πετρώδες ηπόρησε και διέταξε τον δούλον (ο οποίος τον συνώδευε) να ερωτήση τι προϊόν παράγεται από τον τόπον εκείνον· ο δε γεωργός είπεν: όλα τα κακά και ψυχρά, (77) και απ' αυτά όμως τα κακά και ψυχρά χρειάζεται να δίδω εις τον Πεισίστρατον την δεκάτην. Και ο μεν άνθρωπος λοιπόν απεκρίθη (ούτως) αγνοών (με ποίον ωμίλει), ο δε Πεισίστρατος ευχαριστηθείς διά την ελευθεροστομίαν του και φιλεργίαν του έκαμεν αυτόν εντελώς αφορολόγητον. Και ως προς τα άλλα δε καθόλου δεν ενωχλούσε την λαϊκήν τάξιν με την εξουσίαν του, αλλ' εφρόντιζε πάντοτε να επικρατή ειρήνη και διετήρει την ησυχίαν διό και πολλάκις ελέγετο (78) ότι η βασιλεία του Πεισιστράτου ήτο ο επί Κρόνου βίος (79), διότι συνέβη κατόπιν, ότε διεδέχθησαν αυτόν οι υιοί του, ν' αποβή πολύ πλέον τυραννική η διοίκησις. Ο μεγαλύτερος δε από τους (δι' αυτόν) επαίνους ήτο ότι εις την συμπεριφοράν του ήτο δημοτικός και φιλάνθρωπος. Διότι ως προς τα άλλα ήθελε να διοική όλα σύμφωνα με τους νόμους, μη παρέχων εις τον εαυτόν του κανέν ιδιαίτερον πλεονέκτημα. Και κάποτε εναχθείς ενώπιον του Αρείου Πάγου διά καταγγελίαν εναντίον του επί φόνω αυτός μεν προσήλθε διά ν' απολογηθή, ο δε καταμηνύσας αυτόν φοβηθείς δεν προσήλθε. Διά τούτο και πολύν καιρόν έμεινεν εις την εξουσίαν (80) και οσάκις έπιπτεν απ' αυτήν πάλιν εύκολα την ανελάμβανε. Διότι τον ήθελαν οι περισσότεροι και από τους επιφανείς και από τον λαόν διότι εκείνους μεν διά της φιλίας, αυτούς δε διά της συνδρομής του εις τα ιδιωτικά των πράγματα προσείλκυε. Και προς τας δύο δε μερίδας (ούτω) προσηρμόζετο καλώς. (Άλλως) δε και οι αναφερόμενοι εις την βασιλικήν εξουσίαν νόμοι των Αθηναίων κατά την εποχήν εκείνην ήσαν μετριοπαθείς, και όλοι μεν οι άλλοι και μάλιστα ο νόμος εκείνος ο σχετιζόμενος με την εν ισχύι επαναφοράν του θεσμού της βασιλείας. Διότι ως προς τούτο υπήρχε παρ' αυτοίς (τοις Αθηναίοις) ο εξής νόμος:

«Νόμιμα και πατροπαράδοτα των Αθηναίων είναι τα εξής: Εάν τινες επιχειρήσουν στασιαστικόν κίνημα αποβλέπον εις σύστασιν βασιλικής εξουσίας, διά να γίνουν βασιλείς, ή εάν συνεργήσουν εις σύστασιν βασιλικής εξουσίας, στερούνται των πολιτικών δικαιωμάτων (γίνονται άτιμοι) αυτοί και το γένος των». (81)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

ΟΙ ΥΙΟΙ ΤΟΥ ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟΥ

Ο Πεισίστρατος μεν λοιπόν έμεινε μέχρι βαθέος γήρατος εις την εξουσίαν και απέθανεν ασθενήσας επί Φιλονέου άρχοντος, από της εποχής μεν που πρώτην φοράν έγινε τύραννος ζήσας τριάκοντα τρία έτη, είκοσι δε παρά εν έτη διαμείνας εις την εξουσίαν. Διότι κατά τα άλλα έτη ήτον εξόριστος. Διά τούτο και προδήλως λέγουν φλυαρίας οι ισχυριζόμενοι ότι ο Πεισίστρατος ήτον ερωμένος του Σόλωνος και ότι αυτός είχε την στρατηγίαν εις τον εναντίον των Μεγαρέων πόλεμον. Διότι δεν προσαρμόζονται αυτά προς τας ηλικίας, εάν τις αναλογισθή την ζωήν του καθενός εκ των δύο και επί εποχής ποίου άρχοντος απέθανεν. Αφού δε απέθανεν ο Πεισίστρατος, την εξουσίαν κατέλαβον οι υιοί του, διευθύνοντες τα πολιτικά πράγματα κατά τον αυτόν τρόπον. Ήσαν δε δύο μεν εκ του νομίμου γάμου του, ο Ιππίας και ο Ίππαρχος, δύο δε από την Αργείαν γυναίκα του, ο Ιοφών και ο Ηγησίστρατος, του οποίου παρωνύμιον ήτο Θεσσαλός. Διότι επήρεν ακόμη γυναίκα ο Πεισίστρατος από το Άργος, θυγατέρα ανδρός Αργείου, του οποίου το όνομα ήτο Γοργίλος, ονομαζομένην Τιμώνασσαν, την οποίαν πρότερον είχε σύζυγόν του ο Αρχίνος ο Αμπρακιώτης εκ του γένους των Κυψελίδων. Εκ του γεγονότος δε τούτου απορρέει και η φιλία (του Πεισιστράτου) προς τους Αργείους, από τους οποίους χίλιοι προσήλθον συμπολεμισταί του εις την μάχην της Παλληνίδος, οδηγήσαντος αυτούς εκεί του Ηγησιστράτου (82). Λέγουσι δε ότι ενυμφεύθη την Αργείαν γυναίκα άλλοι μεν μετά την πρώτην έκπτωσιν αυτού από της εξουσίας, άλλοι δε ενώ ακόμη κατείχε την εξουσίαν.

Ήσαν δε κύριοι των πραγμάτων και λόγω της επισήμου καταγωγής και λόγω της (μεγαλυτέρας) ηλικίας των ο Ίππαρχος και ο Ιππίας, μεγαλύτερος δε κατά την ηλικίαν ων ο Ιππίας και έχων εκ φύσεως πολιτικήν επιδεξιότητα και σύνεσιν προΐστατο της εξουσίας. Ο δε Ίππαρχος ήτο φίλος των νεανικών διασκεδάσεων και των ερωτικών απολαύσεων και των καλλιτεχνικών τέρψεων και αυτός είχε προσκαλέσει εις Αθήνας τον Ανακρέοντα, τον Σιμωνίδην και τους φίλους αυτών και τους άλλους ποιητάς. Ο Θεσσαλός δε (ο Ηγησίστρατος) ήτο πολύ νεώτερος και κατά την συμπεριφοράν θρασύς και υβριστής, εξ αιτίας του οποίου και έγινεν αρχή όλων των κακών. Διότι αγαπήσας ερωτικώς τον Αρμόδιον και αποτυχών εις το ν' αποκτήση την φιλίαν του δεν συνεκράτει την οργήν του, αλλά και κατά τα άλλα εδείκνυε προσβλητικήν κατ' αυτού συμπεριφοράν και ιδίως εμπόδισε την αδελφήν του από το να παρακολουθήση τα Παναθήναια ως κανηφόρος παρθένος, ενώ είχεν εκλεχθή προς τούτο, εξυβρίσας μάλιστα διά φράσεων τινων τον Αρμόδιον ως διεφθαρμένον· εκ τούτου δε (του επεισοδίου) συνέβη ερεθισθείς ο Αρμόδιος να εκτελέση μαζί με τον Αριστογείτονα τον φόνον με συμμετοχήν (εις το πραξικόπημα τούτο) πολλών. Την ημέραν των Παναθηναίων, παρατηρούντες (83) τον Ιππίαν εις την Ακρόπολιν, διότι αυτός ανέμενεν εκεί προς υποδοχήν την πομπήν, ενώ ο Ίππαρχος επεστάτει το ξεκίνημα, ιδόντες (δε) ένα από τους συμμετόχους της συνωμοσίας με πολλήν οικειότητα συνδιαλεγόμενον με τον Ιππίαν και υποπτευθέντες ότι καταγγέλλει (προς αυτόν) το πράγμα, θέλοντες να κάμουν κάτι πριν συλληφθούν, καταβάντες (ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων δηλαδή) και εκδηλώσαντες την εξέγερσίν των πριν από τους άλλους (συνωμότας)· εφόνευσαν τον Ίππαρχον πλησίον εις το Λεωκόριον, ενώ ετακτοποίει την πομπήν, έβλαψαν δε (τοιουτοτρόπως) το όλον συνωμοτικόν κίνημα. Εκ των δύο δε αυτών ο μεν Αρμόδιος ευθύς επί τόπου εφονεύθη υπό των δορυφόρων, ο δε Αριστογείτων κατόπιν, αφού συνελήφθη και επί πολύν καιρόν εκακοποιήθη. Διατελών δε υπό βασανιστήρια κατήγγειλεν (ως συνωμότας) πολλούς, οι οποίοι και κατά την καταγωγήν ήσαν επίσημοι και φίλοι των τυράννων διετέλουν. Διότι δεν ηδύναντο ούτοι (οι τύραννοι) να συγκομίσωσιν ευθύς τότε ενδείξεις περί της συνωμοσίας. Αλλ' όμως η επικρατούσα φήμη, ότι ο Ιππίας διατάξας να καταθέσουν τα όπλα των όλοι οι ακολουθούντες την πομπήν, εθεώρησεν ως επ' αυτοφώρω συλληφθέντας συνωμότας εκείνους που είχαν εγχειρίδια, δεν είναι αληθινή. Διότι δεν εγίνετο ακόμη την εποχήν εκείνην η πομπή με ενόπλους (ακολουθούντας αυτήν), αλλά τούτο αργότερα επεκράτησεν ως συνήθεια κατά τους δημοκρατικούς χρόνους. Κατηγορεί δε (ο Αριστογείτων) ως συνωμότας τους φίλους του τυράννου — καθώς μεν λέγουν οι δημοκρατικοί — επίτηδες ίνα καταδιώξη ούτος αδίκως αυτούς (και εξοργισθούν εναντίον του) και ίνα ούτως οι τύραννοι εξασθενήσουν κατά την ισχύν των, φονεύοντες τους αθώους και φίλους των· ως δε μερικοί λέγουν όχι κατά φαντασίαν πλάττων αλλά τους πράγματι συνωμότας ο Αριστογείτων κατήγγειλε. Και τέλος, επειδή δεν κατώρθωνε παρ' όλας αυτού τας προσπαθείας ν' αποθάνη, υποσχεθείς ότι είχε να καταμηνύση και πολλούς άλλους ακόμη και πείσας τον Ιππίαν να του δώση την δεξιάν προς επίσημον υπόσχεσιν, ότε έλαβεν αυτήν ονειδίσας τον τύραννον διότι εις τον φονέα του αδελφού του έδιδε την δεξιάν, τόσον πολύ εξηρέθισε τον Ιππίαν, ώστε ούτος (εκμανείς) υπό της οργής δεν ημπόρεσε να συγκρατηθή, αλλά ανασύρας την μάχαιράν του τον εφόνευσε.

Κατόπιν δε τούτων η τυραννίς έγινε πολύ τραχυτέρα· διότι με το να ζητή να λάβη εκδίκησιν διά τον αδελφόν του και με το να έχη φονεύσει και εξορίσει πολλούς εδείχθη προς όλους άπιστος και κακός. Μάλιστα δε κατά το τέταρτον έτος από της εποχής του θανάτου του Ιππάρχου, επειδή ευρίσκοντο εις κακήν (δι' αυτόν) κατάστασιν τα εν τη πόλει, επεχείρησε να οχυρώση με τείχος την Μουνιχίαν προς τον σκοπόν να μεταφέρη εκεί την έδραν της διαμονής του. Ενώ δε με αυτά κατεγίνετο, εξεδιώχθη υπό του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Κλεομένους, διότι κατ' επανάληψιν είχον παραγγείλει εις τους Λάκωνας οι χρησμοί να καταλύσουν την τυραννίδα, διά την εξής αιτίαν:

Οι εξόριστοι, των οποίων αρχηγοί ήσαν οι Αλκμεωνίδαι, αυτοί μεν μόνοι των δεν είχαν δυνάμεις διά να πραγματοποιήσουν την διά της βίας επάνοδον αυτών, αλλά πάντοτε απετύγχαναν διότι και εις τα άλλα, τα οποία επεχείρουν, απετύγχαναν και περικλείσαντες διά τείχους εις την (Αττικήν) χώραν το Λειψύδριον, το ευρισκόμενον εις ύψωμα του Πάρνηθος, όπου, φυγόντες από την πόλιν, ήλθαν μαζί τους μερικοί, ενικήθησαν διά πολιορκίας υπό των τυράννων· όθεν κατόπιν κάμνοντες υπαινιγμόν εις ταύτην την συμφοράν ετραγουδούσαν (οι Αθηναίοι) εις τα σκολιά (84) άσματά των πάντοτε·

Οχού Λειψύδριο προδοσιάρικο, τι άνδρες έφαγες, για πόλεμο ικανούς κι' όλο άρχοντες, που αυτοί τώδειξαν τότε τι πατέρων ήσαν γυιοί (85).

Αποτυγχάνοντες λοιπόν εις όλα τα άλλα ανέλαβαν εργολαβικώς την οικοδομήν του εν Δελφοίς ναού, εκ της επιχειρήσεως δε αυτής εκέρδισαν χρήματα, ώστε διά τούτων να επιτύχουν την βοήθειαν των Λακεδαιμονίων. Η δε Πυθία εις την αρχήν κάθε χρησμού προς τους Λακεδαιμονίους έλεγε (86) πάντοτε να ελευθερώσουν τας Αθήνας, με τόσην επιμονήν, ώστε έκαμε τους Σπαρτιάτας να το επιχειρήσουν, μολονότι οι Πεισιστρατίδαι συνεδέοντο διά δεσμών φιλοξενίας προς αυτούς· όχι δε ολιγώτερον συνετέλεσεν εις παρακίνησιν των Λακώνων η εκ μέρους των Πεισιστρατιδών υπάρχουσα φιλία προς τους Αργείους. Και κατά πρώτον μεν λοιπόν απέστειλαν διά θαλάσσης τον Αγχίμολον φέροντα στρατόν· ότε δε αυτός ενικήθη και εφονεύθη, διότι ήλθεν εις βοήθειαν (των Πεισιστρατιδών) ο Θεσσαλός Κινέας έχων χιλίους ιππείς, οργισθέντες ακόμη περισσότερον εξ αιτίας του συμβάντος αυτού έστειλαν εις την εκστρατείαν τον βασιλέα Κλεομένην διά ξηράς έχοντα μεγαλυτέραν πολεμικήν προετοιμασίαν· ούτος, αφού ενίκησε τους ιππείς των Θεσσαλών, επιχειρήσαντας να εμποδίσωσιν αυτόν να εισέλθη εις την Αττικήν, αποκλείσας τον Ιππίαν εις το τείχος το λεγόμενον Πελαργικόν επολιόρκει αυτόν έχων την βοήθειαν των Αθηναίων. Ενώ δε αυτός έμενεν εκεί, συνέπεσεν εξελθόντες κρυφίως να συλληφθώσιν οι υιοί των Πεισιστρατιδών ότε δε ούτοι ηχμαλωτίσθησαν, ελθόντες οι Πεισιστρατίδαι εις συνθηκολογίαν διά σωτηρίαν των τέκνων των και εντός πέντε ημερών μετακομίσαντες έξω των Αθηνών τα πράγματά των, παρέδωκαν την Ακρόπολιν εις τους Αθηναίους επί άρχοντος Αρπακτίδου, διατηρήσαντες την τυραννίδα μετά τον θάνατον του πατρός τως δεκαεπτά εν όλω έτη. Εν συνόλω δε μετά των ετών, τα οποία εβασίλευσεν ο πατήρ, πεντήκοντα έτη μείον έν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ

Αφού δε κατηργήθη η τυραννίς, ευρέθησαν εις διάστασιν προς αλλήλους (χάριν της εξουσίας) ο Ισαγόρας ο υιός του Τεισάνδρου, ο οποίος ήτο φίλος των τυράννων, και ο Κλεισθένης, ο καταγόμενος εκ του γένους των Αλκμεωνιδών. Νικηθείς δε εις τα πολιτικά σωματεία (ήτοι έχων με το μέρος του ολιγώτερα πολιτικά σωματεία) ο Κλεισθένης προσεταιρίσθη τον λαόν, υποσχόμενος ν' αποδώση εις τούτον την διοίκησιν της πολιτείας. Ο δε Ισαγόρας ευρεθείς (ούτως) ασθενέστερος ως προς την δύναμιν, καλέσας και πάλιν προς βοήθειάν του τον Κλεομένην, ο οποίος συνεδέετο μετ' αυτού διά δεσμού φιλοξενίας· έπεισε συνάμα αυτόν να εκδιώξη από την πόλιν την ανοσιουργίαν (το άγος), διότι επιστεύετο ότι οι Αλκμεωνίδαι ήσαν από τα γένη των ανοσιουργών. Ότε δε (ένεκα τούτου) εξήλθε κρυφίως της πόλεως ο Κλεισθένης με ολίγους οπαδούς του, εξορίζει εκείνος ως εναγείς επτακοσίας οικογενείας· αυτά δε διαπράξας, την μεν βουλήν έκαμεν απόπειραν να καταργήση, τον δε Ισαγόραν και τριακοσίους των φίλων μαζί με αυτόν να καταστήση κυρίους της πόλεως. Επειδή δε η βουλή αντεστάθη και ο λαός συνηθροίσθη (προς επίθεσιν), οι μεν περί τον Κλεομένην και τον Ισαγόραν κατέφυγαν εις την ακρόπολιν, ο δε λαός δύο μεν ημέρας σταθείς εκεί τους επολιόρκει, την δε τρίτην ημέραν αφήσας ελευθέρους να εξέλθουν συνεπεία ενόρκου συμφωνίας τον Κλεομένην και τους στρατιώτας του, έστειλε και προσεκάλεσε τον Κλεισθένην και τους άλλους φυγάδας. Αφού δε (ούτω) κύριος των πραγμάτων έγινεν ο λαός, έγινεν αρχηγός αυτού ο Κλεισθένης και προστάτης της λαϊκής τάξεως. Διότι κυριώτατα αίτιοι σχεδόν της εκδιώξεως των τυράννων έγιναν οι Αλκμεωνίδαι και ως επί το πλείστον (τον καιρόν της τυραννίδος) διετέλεσαν στασιώται. Και πρότερον δε ακόμη ο Κήδων, του γένους των Αλκμεωνιδών, επετέθη (87) εναντίον των τυράννων, διά τούτο δε και τον ανέφεραν και αυτόν εις τα παροίνια άσματα (σκολιά):

Βάλε και του Κήδωνος, δούλε υπηρέτη, και μη τον λησμονείς, 'σάν που πρέπει τους γενναίους άνδρας να τους κερνάμε κρασί (88).

Διά τους λόγους μεν λοιπόν τούτους ο λαός είχεν εμπιστοσύνην εις τον Κλεισθένην. Τότε δε προϊστάμενος του λαού αυτός, το τέταρτον έτος μετά την εκδίωξιν των τυράννων, επί άρχοντος Ισαγόρου, πρώτον μεν διήρεσεν όλους εις δέκα φυλάς, αντί των τεσσάρων, θέλων να αναμίξη ούτως αυτούς (τους Αθηναίους) προς τον σκοπόν ν' αποκτήσουν τοιουτοτρόπως περισσότεροι πολιτικά δικαιώματα, εξ ου και προέκυψεν η φράσις «δεν πρέπει να γίνεται διάκρισις φυλών», αναφερομένη εναντίον εκείνων οι οποίοι θέλουν να εξετάζουν τα γένη.

Έπειτα την βουλήν απετέλεσεν εκ πεντακοσίων αντί τετρακοσίων, (ορίσας) πεντήκοντα από καθεμίαν φυλήν· τότε δε ήσαν εκατόν από κάθε φυλήν, διά τούτο δε και δεν διήρεσεν εις δώδεκα φυλάς (89), διά να μη συμπέση με την υποδιαίρεσιν εις τριττύας, η οποία προϋπήρχε· ώστε η λαϊκή τάξις (το πλήθος) δεν συνέπιπτε να ευρίσκεται όλη εις ένα δήμον. Εχώρισε δε και την χώραν κατά δήμους εις τριάκοντα μέρη, δέκα μεν δήμους περί την πόλιν, δέκα δε της παραλίας και δέκα της μεσογείου χώρας, και αυτάς ονομάσας τριττύς ώρισε διά κλήρου να ληφθούν τρεις δήμοι διά να σχηματίζουν μίαν φυλήν, κατά τρόπον ώστε καθεμία φυλή να ευρίσκεται εις όλα τα μέρη της χώρας (90). Και διέστειλεν ως συνδημότας (έχοντας κοινήν δηλαδή προσωνυμίαν) τους κατοικούντας έκαστον δήμον, προς τον σκοπόν να μη φανερώνεται ποίοι έχουν λάβη νεωστί πολιτικά δικαιώματα διά της προσαγορεύσεως του οικογενειακού (πατρικού) ονόματος· έκτοτε δε επονομάζονται οι Αθηναίοι μεταξύ των εκ του ονόματος του δήμου (εις τον οποίον έκαστος ανήκει). Συνέστησε δε και αξίωμα δημάρχων, των οποίων αι δικαιοδοσίαι ήσαν αι αυταί με τας δικαιοδοσίας των προτέρων ναυκράρων· καθόσον αντικατέστησε τας ναυκραρίας με τους δήμους. Έδωκε δε εις τους δήμους ονόματα εις άλλους μεν εκ της τοποθεσίας, εις άλλους δε έδωκεν εκ των ιδρυτών αυτών διότι ουχί όλοι οι δήμοι υπήρχον εις προγενεστέρως εχούσας όνομα τοποθεσίας (91). Τα δε γένη και τας φρατρίας (92) και τα ιερατικά νόμιμα αφήκεν εις καθένα να έχουν κατά τα πατροπαράδοτα· εις τας φυλάς δε έδωκεν εκ των προεκλεγέντων εκατόν πατρογονικών ηρώων τα ονόματα των δέκα εξ αυτών, εκείνων τους οποίους υπέδειξεν η Πυθία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

ΑΝΑΠΤΥΞΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ — ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ