Part 3
Το εναγές πραξικόπημα τούτο κατέστησε παρά τω λαώ μισητόν τον οίκον των Αλκμεονιδών, η δε φατρία του Κύλωνος ενισχυθείσα ούτω, εστασίαζεν εκ του φανερού κατ' αυτών. Ίνα δοθή πέρας εις τους εμφυλίους σπαραγμούς απεφάσισεν ο δήμος να υποβληθώσιν εις δίκην οι δράσται της εναγούς πράξεως προ δικαστηρίου τριακοσίων ανδρών εκλεγέντων εκ των επιφανών και ορκισθέντων προ των βωμών ίνα κρίνωσι την υπό του Μύρωνος υποβληθείσαν σχετικήν καταγγελίαν (32).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β. (33)
[ΤΟ ΕΥΡΕΘΕΝ ΚΕΙΜΕΝΟΝ]
. . . . . Ο Μύρων, αναλαβόντες δι' όρκου προ των βωμών την καταγγελίαν ότε δε απηγγέλθη καταδίκη εναντίον εκείνων διά το ανοσιούργημα, αυτοί μεν οι ανοσιουργήσαντες εξεχώθηκαν από τους τάφους των, οι δε απόγονοι των κατεδικάσθησαν εις παντοτινήν εξορίαν. Και κοντά εις αυτά έγινε θρησκευτική εξάγνισις (καθαρμός) από τον Επιμενίδην τον Κρήτα.
II. Ύστερα δε απ' αυτά συνέβη να καταντήσουν εις στασιασμόν αναμεταξύ των οι επίσημοι και ο λαός διά πολύν καιρόν, διότι το πολίτευμα ήτο και καθ' όλα μεν τα άλλα ολιγαρχικόν και επί πλέον δε οι πτωχοί ήσαν υποδουλωμένοι εις τους πλουσίους και αυτοί και τα παιδιά των και αι γυναίκες των· και ωνομάζοντο πελάται και εκτήμοροι (34). Διότι με τοιούτου είδους μίσθωσιν (ήτοι δίδοντες τα πέντε έκτα του εισοδήματος εις τον κύριον της γης) (35) εκαλλιεργούσαν τους αγρούς των πλουσίων. Όλη δε η γη ανήκεν εις ολίγους. Και αν δεν έδιδαν όλον το μίσθωμα (οι γεωργοί) ήσαν εκ του νόμου υποκείμενοι εις δουλείαν αυτοί και τα τέκνα των και τα χρέη εξ οιασδήποτε αιτίας επέφεραν υποχρέωσιν σωματικής δουλείας (του χρεώστου) έως εις τον καιρόν του Σόλωνος· αυτός δε πρώτος έγινε προστάτης της λαϊκής τάξεως. Το σκληρότατον μεν λοιπόν και πικρότατον (απ' όλα) εις εκείνην την πολιτικήν κατάστασιν ήτο διά τους πολλούς ο τοιούτος θεσμός της δουλείας, αλλ' όμως και διά τα άλλα πολιτικά πράγματα επίσης ήσαν δυσαρεστημένοι· διότι δεν είχαν καμμίαν, διά να είπωμεν ούτω, συμμετοχήν εις όλην εν γένει την διαχείρισιν της πολιτείας.
Η δε οργάνωσις του αρχαίου πολιτεύματος, εκείνου που υπήρχε προ του Δράκοντος, ήτο ως εξής. Οι μεν άρχοντες προήρχοντο από την αριστοκρατικήν και από την πλουτοκρατικήν τάξιν. Και κατ' αρχάς μεν ισοβίως, έπειτα δε διά μίαν δεκαετίαν. Τα πλέον μεγάλα δε και πρώτα αξιώματα ήσαν ο βασιλεύς, ο πολέμαρχος και ο άρχων· εκ τούτων δε πρώτον αξίωμα ήτο (το αξίωμα) του βασιλέως, διότι αυτό υπήρχε πατροπαράδοτα, δεύτερον δε αξίωμα ιδρύθη η πολεμαρχία, ένεκα του ότι υπήρξαν μερικοί των βασιλέων ανίκανοι εις τα πολεμικά πράγματα· εξ αιτίας δε τούτου και είχαν προσκαλέσει τον Ίωνα (ως στρατηγόν), ότε ευρέθησαν εις κρίσιμον περίστασιν· τελευταίον δε αξίωμα εσυστήθη το του άρχοντος, διότι, ως μεν λέγουν οι περισσότεροι, επί της αρχοντίας του Μέδωνος, ως δε λέγουν μερικοί, επί της αρχοντίας του Ακάστου ιδρύθη το αξίωμα αυτό. Ούτοι δε προβάλλουν ως τεκμήριον του ισχυρισμού των το ότι εννέα άρχοντες ορκίζονται να τηρούν τας ενόρκους αυτών υποχρεώσεις όπως αύται ισχύουν από της εποχής του Ακάστου, ώστε επί της βασιλείας τούτου (συμπεραίνουν) παρεχώρησαν οι απόγονοι του Κόδρου μέρος του βασιλικού αξιώματος εις αντάλλαγμα των δοθεισών εις τον τότε άρχοντα (εκ του γένους των) δωρεών. Το πράγμα μεν λοιπόν, κατά ποίαν εκ των δύο υποθέσεων συνέβη, μικράν διαφοράν παρουσιάζει ως προς την εποχήν που συνέβη. Απόδειξις δε της μεταγενεστέρας ιδρύσεως του αξιώματος του άρχοντος είναι το ότι ούτος δεν διοικεί καμμίαν από τας πατροπαραδότους τελετάς, όπως ο βασιλεύς και ο πολέμαρχος (διοικούν), αλλά όλαι αι τελεταί, τας οποίας διευθύνει, είναι μεταγενέστεραι· διό και το αξίωμα τούτο έχει μεγαλυνθή εις νεωτέρους χρόνους, αυξηθέν βαθμηδόν με προσθέτους δικαιοδοσίας. Οι θεσμοθέται δε (άρχοντες) εξελέγησαν ύστερ' από πολλά έτη, ότε πλέον εγίνετο εκλογή των αρχόντων ετησίως, προς τον σκοπόν καταγράφοντες τους ψηφιζομένους νόμους να τους διαφυλάττουν, διά να δικάζωνται σύμφωνα με αυτούς οι παρανομούντες· ούτω και είναι το μόνον αξίωμα τούτο που δεν είχε ποτε διάρκειαν πλέον ή ετησίαν. Ως προς μεν λοιπόν τον χρόνον της ιδρύσεώς των έχουν τα αξιώματα τοιαύτην διαφοράν αναμεταξύ των. Δεν ήσαν δε όλοι εγκατεστημένοι εις έν μέρος οι εννέα άρχοντες. Αλλ' ο μεν βασιλεύς έμενεν εις το ονομαζόμενον τώρα Βουκόλιον, πλησίον του πρυτανείου (απόδειξις δε τούτου είναι ακόμη ότι και τώρα εκεί γίνεται η σύμμειξις της γυναικός του βασιλέως με τον Διόνυσον) (36). Ο δε άρχων έμενεν εις το πρυτανείον, ο δε πολέμαρχος εις το Επιλύκειον (το οποίον πρότερον μεν ελέγετο πολεμαρχείον, αφού δε ο Επίλυκος γενόμενος πολέμαρχος το ανοικοδόμησε και το εκαλλώπισεν, ωνομάσθη (Επιλύκειον), οι δε θεσμοθέται (άρχοντες) έμενον εις το θεσμοθετείον. Εις τον καιρόν δε του Σόλωνος όλοι ομού οι άρχοντες συνήλθον εις το θεσμοθετείον. Είχαν δε εξουσίαν τότε οι άρχοντες να δικάζουν κατ' ουσίαν και απ' ευθείας τας δίκας και όχι όπως τώρα να ενεργούν μόνον προανάκρισιν (επί των δικών).
Ο οργανισμός μεν λοιπόν της διοικήσεως τοιούτος ήτο. Η δε βουλή των Αρεοπαγιτών είχεν αποστολήν το να επιβλέπη εις τήρησιν των νόμων, διηύθυνε δε τα πλείστα κυβερνητικά πράγματα της πόλεως και τα μεγαλύτερα, έχουσα συνάμα εξουσίαν και να τιμωρή και να επιβάλλη πρόστιμον εις όλους ιδίως τους παραβαίνοντας τους κοινωνικούς θεσμούς. (Τούτο δε), διότι η εκλογή των αρχόντων εγίνετο εκ της αριστοκρατικής τάξεως και της πλουτοκρατικής, εξ εκείνων δε που είχον διετελέσει άρχοντες εγίνοντο οι Αρεοπαγίται· διό και εξ όλων των αξιωμάτων μόνον τούτο διετηρήθη ισόβιον έως τώρα (37). Ο οργανισμός μεν λοιπόν του πρώτου πολιτεύματος τοιούτος ήτο εις τας γενικάς του γραμμάς. Μετά δε τούτα ύστερα από την πάροδον όχι πολλού καιρού, επί του άρχοντος Αρισταίχμου, ο Δράκων έθεσε τους πολιτικούς νόμους αυτού. Το δε σύστημα των νόμων τούτο ήτο κατά τον εξής τρόπον· τα πολιτικά μεν δικαιώματα επενεμήθησαν εις τους έχοντας να εισφέρουν ένα πολεμικόν οπλισμόν στρατιώτου· διά δε τα αξιώματα των εννέα αρχόντων και των ταμιών ήσαν εκλέξιμοι όσοι είχον περιουσίαν όχι μικροτέραν των δέκα μνων, ελευθέραν (από κάθε βάρος), διά δε τα άλλα αξιώματα τα μικρότερα εκλέξιμοι ήσαν όλοι οι εισφέροντες ένα πολεμικόν οπλισμόν· στρατηγοί δε και ίππαρχοι εγίνοντο από τους έχοντας περιουσίαν όχι ολιγωτέραν των εκατόν μνων, ελευθέραν (από κάθε βάρος) και τέκνα γνήσια από νόμιμον γυναίκα μεγαλύτερα των δέκα ετών. Τούτους δε έπρεπε να κρατούν υπό εγγύησιν οι πρυτάνεις και οι στρατηγοί και οι ίππαρχοι, οι του παρελθόντος έτους, μέχρις ου ήθελαν δώσει λογοδοσίαν, ως εγγυηταί δε ήσαν δεκτοί εκ της αυτής τάξεως των στρατηγών και των ιππάρχων. Συνέστη δε βουλή από τετρακοσίους και ένα, οριζομένους διά κληρώσεως εκ των εχόντων πολιτικά δικαιώματα. Διά την κλήρωσιν δε ταύτην καθώς και διά τα άλλα αξιώματα ελαμβάνοντο οι άνω των τριάκοντα ετών και ωρίσθη να μη γίνεται δύο φοράς άρχων ο αυτός πριν ή όλοι οι πολίται ήθελον γίνει άρχοντες· τότε δε πάλιν να γίνεται εξ αρχής νέα κλήρωσις (προς εκλογήν αρχόντων). Και αν κανείς εκ των βουλευτών απουσίαζεν από την συνέλευσιν ότε συνεδρίαζεν η βουλή ή συνήρχετο ο δήμος, αυτός επλήρωνε πρόστιμον τρεις μεν δραχμάς ο πεντακοσιομέδιμνος, δύο δε ο ιππεύς και μίαν ο ζευγίτης. Η δε Βουλή του Αρείου Πάγου ήτο φύλαξ των νόμων και επέβλεπε τους άρχοντας, όπως κυβερνούν σύμφωνα με τους νόμους· είχε δε δικαίωμα κάθε αδικούμενος να καταγγέλλη ενώπιον της Βουλής των Αρεοπαγιτών, ορίζων τον νόμον, κατά παράβασιν του οποίου αυτός (ο καταγγέλλων) ηδικείτο· τα χρέη όμως επέφεραν (και τότε) υποχρέωσιν σωματικής δουλείας, καθώς έχει προαναφερθή· και η ιδιοκτησία της γης ευρίσκετο εις χείρας ολίγων (38).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΩΝΟΣ
Ενώ δε τοιαύτη ήτο η πολιτική οργάνωσις και οι πολλοί διετέλουν δούλοι των ολίγων έκαμεν επανάστασιν ο δήμος (ο λαός) εναντίον των επιφανών επειδή δε η επανάστασις ήχο ισχυρά και οι αντίπαλοι επί πολύν καιρόν ευρίσκοντο εις διάστασιν προς αλλήλους, εξέλεξαν από κοινού ως συνδιαλλακτήν και άρχοντα τον Σόλωνα και ανέθεσαν εις αυτόν να συντάξη την πολιτικήν οργάνωσιν, συνεπεία της ελεγείας (του ελεγειακού ποιήματος) την οποίαν αυτός είχε κάμει, και η οποία αρχίζει ως εξής:
Γνωρίζω εγώ κ' εις την ψυχή μου μέσα φωλιάζει η θλίψη που βλέπω έτσι την παλαιότερη χώρα της Ιωνίας δυστυχισμένην. (39)
Εις αυτήν (την ελεγείαν) συνηγορεί και υπέρ των δύο αντιπάλων μερίδων και συζητεί τας αξιώσεις των και μετά ταύτα συμβουλεύει ομού και τους δύο να καταπαύσουν την υπάρχουσαν φιλονικίαν.
Ήτο δε ο Σόλων κατά μεν την καταγωγήν και την υπόληψιν μεταξύ των πρώτων, κατά δε την περιουσίαν και την κατάστασιν μεταξύ των της μεσαίως τάξεως, όπως και εκ των άλλων πραγμάτων είναι ομολογούμενον και όπως αυτός ο ίδιος εις τα ακόλουθα ποιήματά του βεβαιώνει, συμβουλεύων τους πλουσίους να μην είναι πλεονέκται:
Σεις δε πρααίνοντας στην ψυχή τον δυνατό πόθο που απ' τα πολλά αγαθά τον χορτασμό επιτύχατε, σε μετριοπάθεια βάλετε την υψηλοφροσύνη σας· τι ούτε εμείς (αλλοιώς) θα στέρξωμε, ούτε αυτά σε καλό θα σας βγουν, (40)
και καθ' ολοκληρίαν πάντοτε την αιτίαν της στάσεως (ο Σόλων εις την ελεγείαν του) επιρρίπτει εις τους πλουσίους· διό και εις την αρχήν της ελεγείας λέγει ότι φοβείται αυτός «και την φιλαργυρίαν και την υπερηφάνειαν», διότι εξ αιτίας αυτών προέκυψεν η έχθρα.
Κύριος δε γενόμενος των πολιτικών πραγμάτων ο Σόλων και τον λαόν αποκατέστησεν εις ελευθερίαν, και κατά το παρόν και κατά το μέλλον, απαγορεύσας να συνομολογούνται δάνεια με σωματικήν εγγύησιν (και νόμους συνέταξε) (41) και έκαμε κατάργησιν των χρεών και των ιδιωτικών και των δημοσίων, την οποίαν (κατάργησιν) ονομάζουν σε ισάχθειαν, διότι απέσεισαν τα βάρη. Και ως προς τούτο μερικοί προσπαθούν να επικρίνουν συκοφαντικώς αυτόν διότι συνέβη εις τον Σόλωνα ενώ επρόκειτο να εφαρμόση την σεισάχθειαν να προείπη τούτο εις μερικούς των γνωρίμων του· έπειτα, όπως μεν λέγουν οι δημοκρατικοί, (ένεκα της προανακοινώσεως) έγινε καταστρατήγησις του νόμου υπό των φίλων προς όφελός των, όπως δε λέγουν οι θέλοντες να υβρίσουν, από την καταστρατήγησιν και αυτός επορίσθη ωφέλειαν. Διότι ούτοι (οι καταστρατηγήσαντες τον νόμον) δανεισθέντες ηγόρασαν πολλήν έκτασιν γης και μετ' ολίγον, ότε έγινεν η αποκοπή των χρεών, ευρέθησαν πλούσιοι· ως εκ τούτου λέγουν ότι έγιναν πλούσιοι οι κατόπιν παρουσιαζόμενοι ως ανέκαθεν πλούσιοι. Αλλ' όμως πιθανώτερον παρ' όλα ταύτα είναι το λεγόμενον υπό των δημοκρατικών. Διότι δεν είναι εύλογον ως προς μεν τα άλλα (να δειχθή ο Σόλων) τόσον μετριοπαθής και φιλόπατρις, ώστε, ενώ ήτο δυνατόν εις αυτόν εκτοπίζων τους άλλους να γίνη τύραννος της πόλεως, ν' αποκρούση και τα δύο ταύτα και να προτιμήση το καλόν και την σωτηρίαν της πόλεως μάλλον παρά την ιδικήν του επικράτησιν, ως προς τόσον μικρά δε και ανάξια να κατακηλιδώση τον εαυτόν του. Ότι δε ευρέθη εις τοιαύτην (δικτατωρικήν) εξουσίαν, τούτο μαρτυρούσι και η άθλια πολιτική κατάστασις και τα ποιήματα αυτού του ιδίου του Σόλωνος, ο οποίος εις πολλά μέρη των ποιημάτων αναφέρει τούτο (ότι δηλαδή θα ηδύνατο να γίνη απόλυτος άρχων) και όλοι οι άλλοι το ανομολογούσιν. Αυτή μεν λοιπόν η κατηγορία πρέπει να νομίζωμεν ότι είναι συκοφαντική.
Πολιτικόν δε οργανισμόν εσύστησε και νόμους έκαμεν άλλους· τους δε πολιτικούς θεσμούς του Δράκοντος έπαυσαν να τους μεταχειρίζωνται εκτός των νόμων περί φόνου· χαράξαντες δε τους νόμους επάνω εις τους κύρβεις (42), έστησαν τούτους εις την βασίλειον στοάν και ωρκίσθησαν να τους τηρούν όλοι. Οι δε εννέα άρχοντες ορκιζόμενοι προ του ιερού λίθου ωμολόγουν ότι, εάν ήθελον παραβή κανένα εκ των νόμων, θα προσέφερον (ως πρόστιμον της παραβάσεως) ένα ανδριάντα χρυσούν (43). Ώρισε δε (ο Σόλων) να ισχύωσιν οι νόμοι αμετάτρεπτοι δι' εκατόν έτη και ετακτοποίησε τον πολιτικόν οργανισμόν κατά τον εξής τρόπον. Κατά το τίμημα εχώρισε τον λαόν εις τέσσαρας τάξεις (τέλη) (44) όπως ακριβώς ήτο διηρημένος και πρότερον, ήτοι εις πολίτην πεντακοσιομέδιμνον, εις πολίτην ιππέα, εις πολίτην ζευγίτην και εις πολίτην θήτα.
Και τα μεν αξιώματα έδωκε προνόμιον να τα έχωσιν οι πεντακοσιομέδιμνοι και οι ιππείς και οι ζευγίται, ήτοι τα των εννέα αρχόντων και των ταμιών και των πωλητών (45) (οικονομικών υπαλλήλων) και των ένδεκα (46) και των κωλακρετών (47) δώσας εις κάθε μίαν απ' αυτάς τας τάξεις τα αξιώματα ταύτα αναλόγως της φορολογίας· εις δε την τάξιν των θητών έδωκε το δικαίωμα να μετέχουν μόνον της γενικής συνελεύσεως του λαού και των δικαστηρίων. Ωρίσθη δε να πληρώνη φόρους πεντακοσιομεδίμνου μεν εκείνος του οποίου η ιδική του περιουσία δίδει εισόδημα πεντακοσίους μεδίμνους (48) (μέτρα χωρητικότητος) καρπών ξηρών και υγρών (49) ομού, ιππέως δε φόρους ο έχων εισόδημα τριακοσίους μεδίμνους, ως δε μερικοί λέγουν, ο έχων τα μέσα να συντηρή ίππον· ούτοι δε ως απόδειξιν προβάλλουν και την ονομασίαν της πολιτικής αυτής τάξεως, ως προκύψασαν εκ του πραγματικού αυτού γεγονότος, και τα αφιερώματα των παλαιών· διότι υπάρχει εις την ακρόπολιν αναθηματική εικών ενός Διφίλου, επί της οποίας είναι γραμμένα τα εξής:
_Ο υιός του Διφίλου Ανθεμίων αυτήν εδώ (την εικόνα), εις τους θεούς αφιέρωσεν ανελθών από της τάξεως των θητών εις την τάξιν των ιππέων_ (50)
και ευρίσκεται πλησίον της επιγραφής ίππος εις ένδειξιν ότι τούτο (το σημείον) δηλοί την τάξιν των ιππέων. Αλλ' εντούτοις ευλογώτερον είναι το ότι (η τάξις των ιππέων) εκανονίσθη εκ του εισοδήματος όπως ακριβώς η τάξις των πεντακοσιομεδίμνων· εις την τάξιν δε των ζευγιτών κατετάχθησαν οι εκ της περιουσίας των έχοντες εισόδημα διακοσίων μεδίμνων καρπών εξ αμφοτέρων των ειδών (ξηρών και υγρών). Οι δε άλλοι, η θητική δηλαδή τάξις, δεν είχον συμμετοχήν εις κανέν αξίωμα. Διά τούτο και τώρα ακόμη όταν ερωτώνται οι προσερχόμενοι ως κληρώσιμοι δι' οποιονδήποτε αξίωμα, εις ποίαν τάξιν (φορολογικήν) ανήκουν, ουδείς εξ αυτών λέγει ποτέ ότι ανήκει εις την τάξιν των θητών.
Τας δε αρχάς (51) ώρισε να εκλέγωνται διά κλήρου από προηγουμένως κριθέντας (52) (ως εκλεξίμους), τους οποίους ήθελεν επί τούτω υποδείξει έκαστη φυλή. Εκάστη δε φυλή διά το αξίωμα των εννέα αρχόντων υπεδείκνυε δέκα και εκ τούτων εγίνετο η κλήρωσις· εκ τούτου ισχύει ακόμη το να κληρώνη εκάστη φυλή δέκα, εκ τούτων δε να γίνηται η εκλογή διά ψηφοφορίας (διά κυάμων). Του ότι δε τα αξιώματα διά του κλήρου ώρισεν (ο Σόλων) να παρέχωνται αναλόγως των τάξεων απόδειξις είναι ο νόμος περί ταμιών, ο ισχύων ακόμη και τώρα· διότι αυτός ο νόμος ορίζει να κληρώνονται οι ταμίαι εκ της τάξεως των πεντακοσιομεδίμνων (53).
Ο Σόλων μεν λοιπόν τοιούτους νόμους έθεσε περί των εννέα αρχόντων. Διότι εις παλαιοτέραν εποχήν η εν Αρείω Πάγω βουλή ώριζε τους εκλεξίμους διά τα αξιώματα μεταξύ των μελών αυτής και απ' αυτούς εξέλεγε τους μάλλον ικανούς δι' έκαστον αξίωμα δι έν έτος ορίζουσα (54) τούτους.
Αι φυλαί δε διετηρήθησαν όπως πρότερον τέσσαρες και φυλοβασιλείς ήσαν τέσσαρες. Εκάστη δε φυλή υποδιηρείτο εις τριττύας μεν τρεις, εις ναυκραρίας (55) δε τέσσαρας. Αρχηγός δε εκάστης ναυκραρίας ήτο είς ναύκραρος ωρισμένος να εποπτεύη τας εισφοράς και τας δαπάνας τας γινομένας, διά τούτο και εις τους νόμους του Σόλωνος, τους μη εν χρήσει πλέον, υπάρχει πολλαχού η διάταξις ότι οι ναύκραροι εισπράττουν και δαπανούν εκ του ναυκραρικού χρήματος.
Ίδρυσε δε και βουλήν εκ τετρακοσίων, εκατόν από κάθε φυλήν.
Εις δε την βουλήν του Αρείου Πάγου αφήκε την εποπτείαν της τηρήσεως των νόμων, καθώς ήτο αυτή και πρότερον επόπτης του πολιτεύματος, έχουσα το μεγαλύτερον και πλέον σημαντικόν μέρος της πολιτικής διαχειρίσεως, και δικαιουμένη να τιμωρή τους σφάλλοντας και επιβάλλουσα πρόστιμον και χρηματικάς ποινάς και καταθέτουσα εις το ταμείον της πόλεως τα εισπραττόμενα πρόστιμα, χωρίς να είναι υπόχρεος να παρέχη αιτιολογίαν των αποφάσεων αυτής. Εις την δικαιοδοσίαν αυτήν ο Σόλων επρόσθεσε την κρίσιν επί των πολιτικών στάσεων. Βλέπων δε την μεν πόλιν να στασιάζη συχνά, μερικούς δε των πολιτών εκ ραθυμίας απέχοντας και πολιτικώς αχρωματίστους, έθεσεν ειδικόν περί αυτών νόμον, κατά τον οποίον όστις, ενώ η πόλις ευρίσκεται εις στάσιν, δεν επεμβαίνει ενόπλως υπέρ μιας των αντιπάλων μερίδων καταδικάζεται εις ατιμίαν και στερείται των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Κατ' αυτόν μεν λοιπόν τον τρόπον εκανονίσθησαν αι περί αξιωμάτων διατάξεις.
Φαίνεται δε ότι το πολίτευμα του Σόλωνος περιείχε τρεις υπερβολικά ευνοϊκάς διατάξεις διά τον λαόν, τας εξής: Πρώτην μεν και μεγίστην το ότι απηγορεύθη η συνομολόγησις δανείων διά σωματικής εγγυήσεως. Δεύτερον το ότι απέκτησε το δικαίωμα έκαστος πολίτης (ο βουλόμενος) να υποβάλη μήνυσιν υπέρ των υφισταμένων αδίκημά τι (εναντίον του αδικούντος). Τρίτην δε (διάταξιν), διά της οποίας, ως λέγεται, ισχυροποιήθη πολύ ο λαός, (την ορίζουσαν) ότι έφεσις εναντίον των αποφάσεων των αρχών εθεσπίσθη να γίνεται ενώπιον του δήμου· διότι γινόμενος κύριος της διά ψηφοφορίας αποφάσεως ο δήμος αποβαίνει (ούτω) κύριος της πολιτείας. Τόσω μάλλον, όσω, επειδή οι νόμοι δεν έχουσι διατυπωθή με απλότητα και με σαφήνειαν (παραδείγματος χάριν όπως ο περί κλήρων και επικλήρων νόμος), προκύπτουσι κατ' ανάγκην πολλαί αμφισβητήσεις και περί όλων (τούτων) και επί των δημοσίων και των ιδιωτικών υποθέσεων, οριστικώς αποφαίνεται το δικαστήριον (56) του δήμου. — Πιστεύουν μεν λοιπόν μερικοί ότι αυτός (ο Σόλων) επίτηδες έκαμεν ασαφείς τους νόμους, ίνα απομένη κύριος ο δήμος να τους ερμηνεύη. Τούτο όμως δεν είναι εύλογον, αλλ' (εύλογον φαίνεται) το ότι ούτω συνέταξεν αυτούς, διότι δεν ηδύνατο ως προς όλα να περιλάβη την τελειοτέραν διάταξιν διότι δεν είναι δίκαιον να κρίνωμεν την θέλησιν εκείνου (του Σόλωνος) εκ των γινομένων τώρα, αλλ' εκ της άλλης πολιτικής οργανώσεως (την οποίαν αυτός συνέταξεν).
Εις μεν τους νόμους λοιπόν αυτούς φαίνεται ότι ώρισεν υπέρ του λαού τας νέας διατάξεις, προ της εφαρμογής δε της νομοθεσίας επιβαλών την αποκοπήν των χρεών και μετά ταύτα ενεργήσας την διακανόνισιν των μέτρων και των βαρών και την αύξησιν του νομίσματος. Διότι επί της εποχής εκείνου (του Σόλωνος) έγιναν και τα μέτρα μεγαλύτερα των Φειδωνείων (57) και η μνα έχουσα βάρος (αξίζουσα) πρότερον εβδομήκοντα δραχμάς (58) συνεπληρώθη εις εκατόν (δραχμάς).
Ο παλαιός δε νομισματικός τύπος ήτο το δίδραχμον. Έκαμε δε και μέτρα βάρους (σταθμά) σχετικά με το νόμισμα με τάλαντον υποδιαιρεθέν εις εξήκοντα μνας και με στατήρα ως υποδιαίρεσιν της μνας και με άλλας ακόμη υποδιαιρέσεις. Κανονίσας δε το πολίτευμα κατά τον τρόπον, ο οποίος ανωτέρω διετυπώθη, ότε προσερχόμενοι εις αυτόν πολλοί τον ηνώχλουν, άλλοι μεν επικρίνοντες, άλλοι δε ζητούντες ερμηνείας και επειδή ήθελε να μη μεταβάλη τίποτε από τα νομοθετηθέντα και να μη γίνη μισητός μένων εις την πόλιν, έκαμε ταξίδι δι' εμπορικόν άμα και περιηγητικόν σκοπόν εις την Αίγυπτον ειπών ότι δεν θα επανέλθη πριν (παρέλθουν) δέκα έτη. Διότι έκρινεν ότι δεν ήτο δίκαιον παραμένων (εις τας Αθήνας) να εξηγή τους νόμους, αλλ' ότι έκαστος εχρεώστει να εκτελή όσα είχον αναγραφή εις τους νόμους. Συγχρόνως δε συνέβη εις αυτόν να διατεθούν εχθρικώς εναντίον του πολλοί των επιφανών πολιτών ένεκα της αποκοπής των χρεών και διότι είχε δυσαρεστήσει και τας δύο πολιτικάς μερίδας νομοθετήσας το πολίτευμα παρά τας προσδοκίας αυτών. Ο δήμος πράγματι είχε νομίσει ότι αυτός (ο Σόλων) θα προέβαινεν εις εκ νέου διανομήν όλων των περιουσιών· οι δε προύχοντες απ' εναντίας ότι θα έφερε πάλιν εις ισχύν την παλαιάν πολιτικήν κατάστασιν ή ολίγον τι διαφορετικήν. Εκείνος όμως εδείχθη αντίθετος και προς τους δύο και ενώ ήτο δυνατόν εις αυτόν προσεταιριζόμενος οποιανδήποτε εκ των δύο μερίδων ήθελε να γίνη τύραννος, επροτίμησε να γίνη εχθρός προς αμφοτέρας, σώσας (τοιουτοτρόπως την πατρίδα και καταρτίσας νομοθεσίαν επί τη βάσει των αρίστων γνωμών).
Ταύτα δε ότι κατ' αυτόν τον τρόπον συνέβησαν και οι άλλοι όλοι συμφωνούσι και αυτός ο ίδιος εις το ποίημά του αναφέρει κάμνων περί αυτών λόγον εις τους εξής στίχους:
Εις τον δήμον μεν έδωκα τόσον μερίδιον όσον του ήτο αρκετόν, oύτε αφαιρέσας τίποτε από την τιμήν όσην είχεν ούτε επαυξήσας αυτήν πολύ· και δι' εκείνους δε, οι οποίοι είχον δύναμιν και υπερείχον εις πλούτον, και δι' αυτούς εσκέφθην να μη έχουν τίποτε περισσότερον του δικαίου, εστάθηκα δε εις το μέσον προτάξας ισχυράν ασπίδα απέναντι και των δύο, δεν επέτρεψα δε εις κανένα από τους δύο να επικρατήση αδίκως (59).
Πάλιν δε ομιλών περί του λαού, πώς δηλαδή πρέπει να φέρεται τις προς αυτόν, (λέγει):
Ο λαός δε κατά τον εξής τρόπον θα είναι δυνατόν να υπακούη τους ηγεμόνας. μήτε χαλαρόν έχων τον χαλινόν μήτε πολυτεντωμένον, διότι γεννά η υπερβολή την ύβριν, όταν μεγάλη εξουσία υπάρχη εις τους ανθρώπους εκείνους, όσοι δεν έχουν άρτιον τον νουν (60)
Και πάλιν δε κάπου αλλού λέγει διά τους θέλοντας να γίνη διανομή περιουσίας:
Ούτοι δε ήλθαν με σκοπόν αρπαγών, είχαν δε πλουσίαν ελπίδα κ' ενόμιζαν ότι καθένας απ' αυτούς θα εύρη πλούτον πολύν κ' εγώ που ωμιλούσα εις αυτούς με πραότητα τους εφάνην σκληρός, ώστε δυσάρεστα μεν τότε περί εμού εσκέφθησαν, τώρα δε κατ' εμού οργιζόμενοι εχθρικόν με ατενίζουν όλοι, ωσάν αίτιον καταστροφής. Τούτο δεν έπρεπε· διότι όσα μεν είπα με την βοήθειαν των θεών εξετέλεσα, άλλα δε όχι ματαίως έπραξα· ουδ' εις εμέ διά τυραννικής εξουσίας γεννάται ο πόθος να επιβάλω τι διά της βίας· ουδέ την αγαθήν γην της πατρίδος (αφήκα) να διανεμηθούν εξ ίσου οι ασήμαντοι και οι επιφανείς (61),
Πάλιν δε και διά την αποκοπήν των χρεών και διά τους όντας δούλους μεν πρότερον, ελευθερωθέντας δε με την εφαρμογήν της σεισαχθείας (γράφει):
Εγώ δε απ' εκείνα μεν, διά τα οποία συνήθροισα περί εμέ τον λαόν, ποίον πριν να κατορθώσω απ' αυτά, έπαυσα ενεργών; Μάρτυς δε λαμπρά ως προς ταύτα εις την δίκην (κρίσιν) που ο χρόνος θα κάμη θα μου είναι η μεγίστη μήτηρ των Ολυμπίων θεών, η μαύρη δηλαδή γη, που αυτής εγώ κάποτε αφήρεσα τα σύνορα (62) εκείνα, που εις πολλά μέρη ήσαν εμπηγμένα και η οποία, υπάρχουσα δούλη πριν, τώρα είναι ελευθέρα. Πολλούς δε εις τας Αθήνας την θεοκτισμένην (63) πατρίδα μας ελευθέρωσα, αγορασθέντας πριν ως δούλους άλλους άδικα κι' άλλους νόμιμα, εκείνους δε που από αδυσώπητην ανάγκην είχαν φύγει, και που την γλώσσαν την Αττικήν δεν ωμιλούσαν, περιπλανημένοι εις πολλά μέρη. κ' εκείνους που εδώ εις τον τόπον ανάρμοστην δουλείαν είχαν, φοβισμένοι από την αγριότητα των δεσποτών τους έκαμα εγώ ελευθέρους. Αυτά μεν με ισχύν εγώ, συναρμόσας μαζί την βίαν και τον νόμον, τα εξετέλεσα και τα έφερα εις πέρας, όπως είχα υποσχεθή. Ομοίως δε νόμους, και διά το κακόν και διά το αγαθόν αρμονικώς προνοήσας διά καθένα απ' αυτά, συνέθεσα. Την μάστιγα δε άλλος κανένας ως εγώ λαβών, κακομίλητος εάν ήτο και φιλοκερδής άνθρωπος, δεν θα ημπορούσε να εξουσιάση επί του λαού· διότι, αν εγώ ήθελα όσα εις τους αντιθέτους (64) ήσαν αρεστά τότε, ή και απεναντίας αν εδεχόμην όσα οι άλλοι υπαγόρευαν, αυτή εδώ η πόλις θα είχε στερηθή πολλών ανδρών τώρα. Και εξ αιτίας όλων τούτων επιδεικνύων σθένος απέναντι όλων εστράφηκα απέναντι των, όπως ο λύκος απέναντι πολλών σκύλλων (65).
Και πάλιν εξελέγχων ονειδιστικά τας ύστερον (μετά την θέσπισιν των νόμων) μεμψιμοιρίας των δύο μερίδων (λέγει):
Ίσως δε πρέπει τον λαόν τρανώς να επιτιμήσω, (λέγων) ότι όσα έχει τώρα ποτέ εις τους οφθαλμούς του δεν θα 'μπορούσε να τα ίδη και εις τον ύπνον του ακόμη. Εκείνοι δε που μεγαλύτεροι και ισχυρότεροι είναι (το ίδιο) πρέπει να μ' επαινούν και φίλον να με κάμουν (66).