Αθηναίων Πολιτεία

Part 11

Chapter 1184 wordsPublic domain

309) «Αν δ' αποφύγη» . . .

310) «Εκκηρύξαι» . . .

311) «Επιβολήν επιβάλλειν».

312) Ανέκαθεν δύο υπήρχον ιερά πλοία των Αθηναίων αποστελλόμενα εις θρησκευτικάς αποστολάς: η Πάραλος και η Σαλαμινία. Όταν δε η λατρεία του Διός Άμμωνος διεδόθη εν Ελλάδι, κυρίως από της βασιλείας του μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος επωνομάσθη μόνος του υιός του Άμμωνος, η Σαλαμινία μετωνομάσθη η &του Άμμωνος&, θα ετροποποιήθησαν δε βεβαίως τότε αι δι' αυτής θρησκευτικαί αποστολαί. Η μετονομασία έγινε προ της αναγνωρίσεως της θειότητος του Μ. Αλεξάνδρου το 324 π. Χ. υπό των Αθηναίων (ίδε Υπερείδ. κατά Δημ. 30, εκδ. Blass), διότι εξ επιγραφών βεβαιώνεται ότι ήδη το 333 η λατρεία του Άμμωνος υπήρχεν εις τας Αθήνας.

313) «Αι μεν μετ' εννέα αρχόντων εκ της φυλής όλης κληρούμεναι» . . .

314) «Αι δ' εν Θησείω κληρούμεναι διηρούντο εις τους δήμους» . . . ήτοι κάθε δήμος παρουσίαζε κατάλογον υποψηφίων, εκ του οποίου εγίνετο η κλήρωσις.

315) «Μισθοφορούσι δε» . . .

316) «Ο δήμος» . . .

317) Η δραχμή είχεν έξ οβολούς. Η τιμή δε της δραχμής πρέπει να υπολογισθή τετραπλασία της σημερινής.

318) «Τοις δε προτανεύουσιν εις σίτησιν οβολός προστίθεται [δέκα προστίθενται]». Αι δύο τελευταίαι λέξεις είναι παρέμβλητοι. Πιθανή κατ' εμέ διόρθωσις είναι: «τοις δε δέκα πρυτανεύουσιν οβολός προστίθεται» . .

319) &Πληρούσιν& πρέπει να αναγνωσθή αντί του &κληρούσιν& του κειμένου.

320) «Κληρωτήρια».

321) «Πινάκιον πύξινον» . . . Από ξύλον πύξου (τσιμσιριού).

322) «Ο θεσμοθέτης επικληρώση» . . .

323) «Α δει προσπαρατίθεσθαι τοις δικαστηρίοις» . . .

324) «Εφ' έκαστον το δικαστήριον, το γράμμα το λαχόν».

325) Σανίς ξυλίνη έχουσα οπάς, εις τας οποίας εσφηνώνοντο αι πινακίδες.

326) «Καλεί τους ειληχότας ο [κήρυξ]».

327) «Τοις γαρ δικαστηρίοις χρώμα επιγέγραπται εκάστω επί τω σφηκίσκω της εισόδου». Ήτο δε ο σφηκίσκος μακρόν εις οξύ λήγον ξύλον (σουβλί, κοντάρι) αλλέως λεγόμενον και σκόλοψ. Πρβλ. Αριστοφ. Πλούτος 31 «Μέγαν λαβόντες ημμένον σφηκίσκον εκτυφλώσαι». Εκ του συμβόλου τούτου των δικαστηρίων έλαβεν ο Αριστοφ. τον τίτλον της κωμωδίας του «Σφήκες» παίζων με τας λέξεις σφηκίσκος και σφήκες.

328) Πρβλ. Rose Frag. 460. — Σχολ. &Πλούτου& Αριστοφ. 278.

329) «Ίνα εκ τούτων σκοπούντες αποδιδώσι τον μισθόν». Ο μισθός, ημερήσιος, επληρώνετο μετά την διεξαγωγήν της δίκης. Εις αυτόν δε αποβλέποντες οι πολίται συνωστίζοντο προ των δικαστηρίων ελπίζοντες να κληρωθούν λόγω του πλήθους των καθ' ημέραν δικαστών.

330) Εις τα δικαστήρια, τα οποία απετελούντο τοιουτοτρόπως από δικαστάς διά κλήρου λαμβανομένους, προήδρευον αι αρχαί αι επί τούτω ωρισμέναι, καθώς ανωτέρω, εις τα περί δικαιοδοσίας εκάστου αξιώματος, διαλαμβάνεται. Αλλά και αι μόνιμοι αύται δικαστικαί αρχαί διά κλήρου κατενέμοντο εις τα δικαστήρια.

331) Ήτοι διά την επίβλεψιν της κλεψύδρας. Ήτο δε η κλεψύδρα &ωρονομικόν σκεύασμα&, ήτοι όργανον διά του οποίου εμετρούντο αι ώραι. Ο λαιμός του αγγείου ήτο στενός, ο δε πυθμήν πλατύς και είχε μικράν οπήν από της οποίας άφηναν να τρέχη το ύδωρ. «Εν δικαστηρίω μεστόν ύδατος ετίθετο, και είων ρειν, άχρι της οπής, προς ο έλεγον οι ρήτορες». Πρβλ. και Γαληνού, περί Ψυχ. σφαλμάτων. Κεφ. Ε'.

332) «Και το πρόγραμμα καθ' ό λήψονται».

333) Ήτοι ως προς την τάξιν και τον τρόπον της εισαγωγής των δικών.

334) Πιθανώς δύο.

335) Έμπροσθεν μέρος, ήτοι το μέρος του κατηγόρου και του κατηγορουμένου διά να δύνανται ούτοι να εποπτεύουν την εκροήν του ύδατος.

336) «Ο δ' επί το ύδωρ τας δίκας μετρεί» . . .

337) Η εντός των αγκυλών περίοδος περιέχει κατά συμπερασμόν την έννοιαν του κειμένου, το οποίον εις το τμήμα τούτο του παπύρου και εις το επόμενον είναι κατά το πλείστον κατεστραμμένον. Ο Αρποκρ. ευτυχώς αναπληροί την έλλειψιν (Frag. 463) αναφέρων: «Διαμεμετρημένη ημέρα· μέτρον τι εστιν ύδατος προς μεμετρημένον ημέρας διάστημα ρέον. Εμετρείτο δε το Ποσιδεώνι μηνί· προς δη τούτο ηγωνίζοντο οι μέγιστοι και περί των μεγίστων αγώνες· διενέμοντο δε τρία μέρη το ύδωρ, το μεν τω διώκοντι, το δε τω φεύγοντι, το δε τρίτον τοις δικάζουσι. &Αριστοτέλης δ' εν Αθηναίων πολιτεία διδάσκει περί τούτων»&. Πρβλ. και Αισχίν. 2, 126 «προς ένδεκα γαρ αμφορέας εν διαμεμετρημένη τη ημέρα κρίνομαι». Ο δε Ποσιδεών (Δεκέμβριος — Ιανουάριος) έκτος μην του Αττικού ημερολογίου είχε τας ολιγωτέρας ώρας την ημέραν.

338) «Τον αυλίσκον» . . .

339) «Επειδάν δ' η προς διαμεμετρημένην την ημέραν η δίκη, τότε δε ουκ επιλαμβάναυσιν αυτόν» . . . διορθ. &δη& αντί δε.

340) Ήτοι η δικαστική ημέρα λογίζεται έχουσα τόσας ώρας, όσας ώρας έχουν αι ημέραι του μηνός Ποσιδεώνος (8 — 9)· και θέτουν εις τας κλεψύδρας τόσον ύδωρ, όσον δύναται να εκρεύση εις το χρονικόν διάστημα των ωρών τούτων.

341) Οι άλλοι δύο επόπται (διότι ως ανωτέρω αναφέρεται εκληρώνοντο τέσσαρες) εχρησίμευαν πιθανώς ως αναπληρωταί.

342) Αι εντός των αγκυλών περίοδοι παρέχουν κατά συμπεμασμόν την έννοιαν του κατεστραμμένου κειμένου, μόναι δε αι δια κυρτών στοιχείων λέξεις αντιστοιχούν πιστώς προς λέξεις του κειμένου, το οποίον εν συνόλω έχει ως εξής:

— — — — — — — — ντα[ι] χρώντ — — — — — — — — — — θαι τακτη — — — — — — — — ωσιν οι δι[κ]ασ[ταί — — — — — — — Ε ίσον έ- καστοι λ — — — — — — οι διώκοντ]ες] έσ- πευδο[ν αν — — — — — — ρος εξω- θείν τους [φεύγοντας — — — — — τ]ο ύδωρ λαμβαν — — — — — — — — ο] μεν έτε- ρος τοις δ[ιώκουσιν, ο δ' έτερος τοις φ)εύγο[υσι]ν. εν δε τοις — — — — — — — — εξει τ]ω διαψη[φι — — — — — — — είται δ . . . α ε]πί τοις — — — — — — — — τοις πρόσ- ε]στι δεσμ[ός — — — — — δ]ήμευσις χ]ρημάτ[ων — — — — — ο]τι χρη παθείν ή αποτελεί[σαι — — — — — δικ]αστηρίων έστι φ' — — — — — — — ασιν, όταν δε δέ[η — — — — — — ει]σαγαγείν, συν — — — — — — — της ηλικίαν ΤΑΛ — — — — — — — τ]ης δ[ί]κ[η]ς

343) Ηλιαία ελέγετο το δικαστικόν σώμα, αλλά και το δικαστήριον, ήτοι το δημόσιον κτίριον όπου εγίνοντο αι Δίαιται και όπου συνήρχετο το μέγα τούτο δικαστήριον (των Ηλιαστών), το οποίον απετελείτο από πεντακοσίους, κάποτε δε χιλίους και κάποτε χιλίους πεντακοσίους, καθημένους και συνεδριάζοντας κυρίως όταν εκρίνοντο δημόσια πράγματα και εδικάζοντο πολιτικοί άνδρες. Ωνομάζετο δε ούτω κατά παλαιάν ετυμολογίαν «δια το εν υπαίθρω είναι τόπω και υπό του ηλίου βάλλεσθαι» ή ευλογώτερον από το αλίζεσθαι, συναθροίζεσθαι = αλιαία. Πρβλ. Παυσαν. I, 18,8, Α. και Σχολ. Ευριπ. Ορ. 659 ΕΜ.

344) «Επειδάν ειρημένοι ώσιν οι λόγοι» . . .

345) Η επομένη περίοδος λόγου είναι τόσον κατεστραμμένη ώστε δεν δύναται να γίνη ουδεμία κατ' εικασίαν εξήγησις αυτής. Η προ αυτής όμως συμπληρούται επαρκώς εκ του Αρποκρ. (Frag. 464).

346) «Διαιρετοί» . . . ήτοι δυνάμενοι να διαιρούνται εις το καθ' αυτό αγγείον και εις το σκέπασμά του.

347) «Ο μεν χαλκούς κύριος, ο δε ξύλινος άκυρος».

348) Ώστε ενώ οι αμφορείς ήσαν ξέσκεποι εφ' όσον εξηκολούθει η δίκη, όταν επρόκειτο να ψηφίσουν οι δικασταί, ο χάλκινος αμφορεύς εκαλύπτετο με το σκέπασμά του, το οποίον είχε την μικράν δια την ψηφοφορίαν οπήν.

349) «Ανακηρύττει» . . .

350) «Η τετρυπημένη του πρότερον λέγοντος, η δε πλήρης του ύστερον λέγοντος». Ήτοι οποίος θέλει να ψηφίση υπέρ του κατηγόρου (πρότερον λέγοντος) θα ρίψη εις τον χάλκινον αμφορέα την τρυπημένην ψήφον κλπ.

351) «Λυχνείον» . . . Κυριολεκτικώς σημαίνει την βάσιν ή τον δίσκον επί του οποίου υπάρχει λύχνος.

352) Ήτοι εκείνην, διά της οποίας εκφράζει την απόφασίν του.

353) Ήτοι τον χάλκινον, εις τον οποίον ερρίπτετο η δικάζουσα ψήφος. Ούτω μετεχειρίζοντο δύο κάλπας (αμφορείς) διά να μη φαίνεται τι εψήφισε κάθε δικαστής.

354) Η έννοια ολωσδιόλου κατ' εικασίαν. Το κείμενον έχει ούτω. . . ΑΥΤΑΟC. . . (αυτίκα;) ΛΙ . . Ρ. . . . . . . του αρίθμησαι . . .] ν.

355) «Και τα διάκενα αυτών και τα πλήρη δήλα τοις αντιδίκοις».

356) Υπήρχεν εις το δικαστήριον τράπεζα, της οποίας η επιφάνεια ήτο δίσκος, άβαξ, χωρών ωρισμένον αριθμόν ψήφων. Τοιουτοτρόπως εγίνετο εύκολα η αρίθμησις, αφού πρότερον αι πλήρεις ψήφοι εχωρίζοντο από τας τρυπημένας. Πρβλ. Πολυβ. Ε', 26.

357) «Η δε τίμησίς εστιν προς ημίχουν ύδατος εκατέρω».

358) Η τελευταία αύτη περίοδος διεσώθη αρτία εις το χειρόγραφον και κάτωθεν αυτής υπάρχει κορωνίς, ήτοι το σημείον τέλους του όλου έργου.

End of Project Gutenberg's The Constitution of the Athenians, by Aristotle