Μενέξενоς

Part 2

Chapter 23 wordsPublic domain

Κατηγορώντας δε ο Δαρείος ημάς και τους Ερετριείς με την πρόφασιν ότι είχομεν τάχα επιβουλευθή τας Σάρδεις και στέλλοντας πεντακόσιες μεν χιλιάδες στρατό με πλοία φορτηγά και πολεμικά, τριακόσια δε πολεμικά πλοία και επί κεφαλής τον Δάτιν, είπε του πως πρέπει να γυρίση φέροντας μαζί του (δούλους) τους Αθηναίους και τους Ερετριείς, αν ήθελε να μη χάση την κεφαλή του· εκείνος δε φθάσας με τα πλοία εις την Ερέτριαν εναντίον ανδρών, που μεταξύ των τότε Ελλήνων ελογίζοντο από τους πιο ικανούς στον πόλεμο και που δεν ήσαν και λίγοι, τους ενίκησε μεν αυτούς εις τρεις ημέρας, διά να μη ξεφύγη δε κανένας τους ερεύνησε καλά όλην την χώραν των με τον ακόλουθον τρόπον: Εις τα σύνορα της χώρας των Ερετριέων ελθόντες οι στρατιώται του απλώθηκαν από τη μια θάλασσα ως την άλλη και ενώνοντας τα χέρια των ο ένας με τον άλλον επέρασαν έτσι όλην την χώραν, ώστε να μπορούν να ειπούν στον βασιλέα πως ουδ' ένας δεν τους είχε ξεφύγει ().

Και κατά νουν έχοντες τα αυτά να κάμουν εκατέβησαν από της Ερετρίας εις τον Μαραθώνα, ωσάν να τους ήτον όμοια πρόχειρον να ζέψουν και τους Αθηναίους με το αυτόν τρόπον αναγκαστικώς μαζί με τους Ερετριείς και να τους φέρουν [εις την Ασίαν]. Ενώ δε αυτά άλλα μεν είχαν πραγματοποιηθή, άλλα δε επιχειρούντο, ούτε τους Ερετριείς εβοήθησε κανένας εκ των Ελλήνων ούτε τους Αθηναίους, εκτός μόνον οι Λακεδαιμόνιοι· και αυτοί δε έφθασαν την επομένην της μάχης ημέραν· όλοι δε οι άλλοι έχοντες πάθει κατάπληξιν έμεναν ήσυχοι, θέλοντας να σωθούν κατά το παρόν τουλάχιστον. Εις αυτά λοιπόν τα συμβάντα φθάνοντας δύναται καθένας να εννοήση τι μεγάλην ανδρείαν είχαν εκείνοι που επήγαν εις τον Μαραθώνα διά ν' αντικρούσουν την δύναμιν των βαρβάρων και που ετιμώρησαν την αλαζονείαν όλης της Ασίας και που πρώτοι στήσαντες τρόπαια [από νίκην κατά] των βαρβάρων έγιναν αρχηγοί και διδάσκαλοι εις τους άλλους ως προς το ότι δεν ήτον απολέμητη η δύναμις των Περσών, αλλ' ότι κάθε πλήθος και κάθε πλούτος υποτάσσεται εις την ενάρετον ανδρείαν.

Εγώ μεν λοιπόν λέγω πως είναι οι άνδρες εκείνοι όχι μόνον των σωμάτων των ιδικών μας πατέρες, αλλά και της ελευθερίας, και της ιδικής μας, ακόμη δε και [της ελευθερίας) όλων που κατοικούν αυτήν εδώ την ήπειρον διότι έχοντες εις τον νουν εκείνο το κατόρθωμα έλαβαν την τόλμην οι Ελληνες να ριψοκινδυνεύσουν εις τας μάχας που κατόπιν έγιναν υπέρ της σωτηρίας, γενόμενοι [έτσι] μαθηταί των πολεμιστών του Μαραθώνος.

Τα μεν πρωτεία λοιπόν κατά τον λόγον [αυτόν εδώ] πρέπει να δώσωμεν εις εκείνους, τα δευτερεία δε εις αυτούς που κατά θάλασσαν επολέμησαν και ενίκησαν κοντά εις την Σαλαμίνα και απ' έξω από το Αρτεμίσιον. Σαν που και διά τους άνδρας αυτούς πολλά θα ηδύνατο κανένας να εξιστορήση, πόσον μεγάλας δηλαδή δυνάμεις, που είχαν επέλθει [εναντίον μας], αντέκρουσαν και κατά γην και κατά θάλασσαν και με ποίον [καλόν] τρόπον έκαμαν τον αμυντικόν εναντίον εκείνων πόλεμον· όμως εκείνο που μου φαίνεται ότι είναι το καλύτερό τους [ανδραγάθημα], αυτό θα το αναφέρω, ότι δηλαδή την συνέχειαν του έργου των πολεμιστών του Μαραθώνος αυτοί την έκαμαν. Διότι οι μεν πολεμήσαντες εις τον Μαραθώνα τούτο μόνον έκαμαν φανερόν εις τους Έλληνας, ότι ολίγοι τους μπορούν να υπερασπισθούν εναντίον των βαρβάρων έστω πολλών, ως προς τον ναυτικόν όμως πόλεμον τούτο ήτο άδηλον και οι Πέρσαι μάλιστα είχαν φήμην πως ήσαν ακαταπολέμητοι κατά θάλασσαν και διά το πλήθος [των πλοίων] και διά τον πλούτον και διά την τέχνην και διά την δύναμιν· αυτό λοιπόν είναι εις έπαινον των ανδρών που επολέμησαν τότε κατά θάλασσαν, ότι τον φόβον που εκρατούσε τους Έλληνας τον διέλυσαν και τους έκαμαν να παύσουν να φοβούνται το πλήθος των πλοίων και των ανδρών. Ώστε συμπίπτει και υπό των δύο, ήτοι και εκείνων που επολέμησαν εις τον Μαραθώνα και εκείνων που εναυμάχησαν εις την Σαλαμίνα, να έχουν διδαχθή οι άλλοι Έλληνες μαθόντες από μεν τους πρώτους διά τον κατά ξηράν πόλεμον, από δε τους δευτέρους διά τον κατά θάλασσαν και συνηθίσαντες να μη φοβούνται τους βαρβάρους.

Εις τρίτην δε σειράν, λέγω, έρχεται το κατόρθωμα των Πλαταιών, και λόγω του αριθμού και λόγω της ανδρείας συντελεστικόν της σωτηρίας των Ελλήνων — κατόρθωμα που έγινεν από κοινού πλέον υπό των Αθηναίων και υπό των Λακεδαιμονίων. Και το πλέον μέγα λοιπόν και πλέον δύσκολον κατορθωμα έκαμαν αυτοί όλοι [τότε εις την περίστασιν εκείνην] πολεμούντες προς άμυναν και διά την ανδρείαν των αυτήν και τώρα από ημάς εγκωμιάζονται και εις το μέλλον [θα εγκωμιασθούν] υπό των κατόπιν ανθρώπων· ύστερα δε απ' αυτά πολλαί μεν πόλεις των Ελλήνων ήσαν ακόμη με το μέρος του βαρβάρου, διεδίδετο δε είδησις ότι αυτός ο ίδιος βασιλεύς [της Περσίας] ελογάριαζεν αυτοπροσώπως να επιχειρήση πάλιν εκστρατείαν κατά των Ελλήνων· ώστε δίκαιον επί του προκειμένου είναι να κάμωμεν ημείς λόγον [τιμητικόν] τώρα και δι' αυτούς, οι οποίοι έφεραν εις τέλος την σωτηρίαν [των Ελλήνων] καθορίσαντες τελειωτικά και αποδιώξαντες κάθε βαρβαρικήν δύναμιν από την θάλασσαν· αυτοί δε ήσαν και οι ναυμαχήσαντες απ' έξω από τον Ευρυμέδοντα και οι εκστρατεύσαντες εις την Κύπρον και οι πλεύσαντες εις την Αίγυπτον και εις πολλά άλλα μέρη, που πρέπει να κάμωμεν λόγον δι' αυτούς και να τους χρεωστούμεν χάριν, διότι έκαμαν τον βασιλέα φοβισμένον να σκεφθή διά την ιδικήν του σωτηρίαν και όχι να βάνη επίβουλα εις τον νουν του, την καταστροφήν των Ελλήνων.

Και αυτός μεν, ως γνωστόν, ο πόλεμος έγινε με όλας τας δυνάμεις της πόλεως προς υπεράσπισιν και ιδικήν μας και των άλλων ομοφύλων εναντίον των βαρβάρων. Όταν δε έγινεν ειρήνη και η πόλις μας ετιμάτο (απ' όλους) έπεσεν εναντίον αυτής, εκείνο δα που έχει συνήθεια να αναπτύσσεται (εις την ψυχήν) των ανθρώπων εναντίον των ευτυχισμένων, στην αρχή μεν ζηλοτυπία, κατόπιν δε από ζηλοτυπίαν φθόνος· και αυτό έφερε αυτήν εδώ την πόλιν να ευρεθή μη θέλοντας εις πόλεμον εναντίον των Ελλήνων· και όταν έτσι συνέβη πόλεμος εβοήθησαν μεν (οι Αθηναίοι) προς υπεράσπισιν της ελευθερίας των Βοιωτών πολεμώντας εις την Τανάγραν εναντίον των Λακεδαιμονίων, σαν που έμεινε δε αμφισβητήσιμον το αποτέλεσμα της μάχης, εφανερώθηκεν η υπεροχή (εις ποίον ανήκεν) από ό,τι έγινε κατόπιν· διότι εκείνοι μεν που είχαν έλθει βοηθοί των Βοιωτών αφήνοντάς τους έφυγαν, οι δε ιδικοί μας (πολεμισταί) στην τρίτην ημέρα νικήσαντες εις τους Οινοφύτους όλους εκείνους που άδικα έφευγαν, τους εξανάγκασαν δίκαια να επιστρέψουν. Αυτοί λοιπόν έτσι πρώτοι ύστερ' από τον Περσικό πόλεμο ερχόμενοι την φοράν αυτήν βοηθοί Ελλήνων υπέρ της ελευθερίας εναντίον άλλων Ελλήνων, γενόμενοι άνδρες ενάρετοι και αποδώσαντες την ελευθερίαν εις εκείνους που επήγαν να βοηθήσουν εβάλθησαν από την πολιτείαν τιμητικά πρώτοι εις τούτο εδώ το μνήμα. Κατόπιν δε απ' αυτά όταν άναψεν ο πόλεμος και όλοι οι Έλληνες έκαμαν εκστρατείαν εναντίον μας και ερήμαζαν την χώραν μας και ανάξια έτσι επλήρωναν την χάριν [που εχρεωστούσαν] εις την πόλιν, νικήσαντες όλους αυτούς εις ναυμαχίαν οι δικοί μας και συλλαβόντες τους αρχηγούς των τους Λακεδαιμονίους εις την Σφαγίαν, ενώ τους ήτον βέβαια δυνατόν να τους σκοτώσουν, όμως δεν τους επείραξαν και τους έδωκαν πίσω [εις την πατρίδα τους] και έκαμαν ειρήνην, έχοντες την γνώμην ότι με τους ομοφύλους μεν πρέπει να γίνεται ο πόλεμος μέχρι νίκης και να μη εξολοθρευθή το σύνολον των Ελλήνων από τον θυμόν μιας ιδιαιτέρως πόλεως, προς δε τους βαρβάρους [πρέπει να γίνεται ο πόλεμος] μέχρις εξολοθρευμού. Ώστε τούτους εδώ τους άνδρας αξίζει να επαινέσωμεν, οι οποίοι αυτόν τον πόλεμον πολεμήσαντες είναι εδώ θαμμένοι, διότι απέδειξαν, αν κανείς ευρίσκετο που να το αμφισβητούσε, ότι εκείνος που θα έλεγε τυχόν ότι εις τον πρωτυτερινόν πόλεμον τον εναντίον των βαρβάρων υπήρξαν άλλοι καλύτεροι των Αθηναίων δεν θα ισχυρίζετο κάτι αληθινόν· διότι αυτοί εδώ απέδειξαν τούτο, όταν η Ελλάς ευρέθη εις εμφύλιον πόλεμον, υπερισχύσαντες εις τον πόλεμον και κάμνοντες υποχειρίους των τους προϊσταμένους των άλλων Ελλήνων, που μαζί τους άλλοτε ενικούσαν τους βαρβάρους, νικώντας αυτούς τώρα ιδιαιτέρως.

Τρίτος δε πόλεμος ύστερ' απ' αυτήν την ειρήνην συνέβηκεν ανέλπιστος και φοβερός, που εις αυτόν αποθανόντες πολλοί και αγαθοί ευρίσκονται εδώ θαμμένοι, πολλοί μεν απ' αυτούς εις την Σικελίαν στήσαντες πλείστα τρόπαια πολέμου υπέρ της ελευθερίας των Λεοντίνων, που βοηθώντας τους διά να είναι πιστοί εις τους όρκους εταξίδεψαν εις εκείνους τους τόπους· ότε δε εξ αιτίας της μεγάλης αποστάσεως ευρέθη εις αμηχανίαν η πόλις και δεν ημπόρεσε να τους στείλη βοήθειαν, εξαντληθέντες αυτοί έπεσαν εις δυστυχίαν. Όμως και από τους εχθρούς των και από εκείνους που επολέμησαν με αυτούς έλαβαν έπαινον σωφροσύνης και ανδρείας περισσότερον παρ' ό,τι λαβαίνουν άλλοι [έπαινον] από τους φίλους των· πολλοί δε άλλοι υπήρξαν νικηταί εις τας ναυμαχίας που έγιναν εις τον Ελλήσποντον εις μίαν μόνην ημέραν αιχμαλωτίσαντες όλα τα πλοία των εχθρών, πολλάς δε και άλλας νικήσαντες νίκας. Εκείνο δε που προηγουμένως είπα, ότι δηλαδή ο πόλεμος υπήρξε φοβερός και ανέλπιστος, το είπα, διότι εις τόσην έχθριτα διά την πόλιν μας έφθασαν οι άλλοι Έλληνες, ώστε ν' αποτολμήσουν να στείλουν κήρυκας φιλίας εις τον βασιλέα [των Περσών], εκείνον, που μαζί μας είχαν διώξει, αυτόν τον ίδιον μόνοι τους να καλέσουν να έλθη, ένα βάρβαρον εναντίον των Ελλήνων και να συμμαζέψουν έτσι εναντίον της πόλεως όλους και τους Έλληνας και τους βαρβάρους. Απ' αυτό δα όμως έγινε καταφάνερη και η δύναμις και η ανδρεία της πόλεως. Διότι εκεί που ενόμιζαν [οι εχθροί] ότι χωρίς άλλο η πόλις μας θα κατανικηθή και ενώ είχαν απομείνει τα πλοία μας εις την Μυτιλήνην, αυτοί εδώ, αναλαβόντες την υπεράσπισιν με εξήντα πλοία και επιβιβασθέντες εις τα πλοία αυτοί οι ίδιοι και δειχθέντες πολεμισταί άριστοι, όπως γενικώς ωμολογήθη, νικήσαντες μεν τους εχθρούς, γλυτώσαντες δε τους φίλους, επειδή τους ήλθε τύχη που δεν τους άξιζε, διότι δεν διεσώθησαν όταν ευρέθησαν εις την θάλασσαν ναυαγοί, αποθανόντες, ευρίσκονται εδώ θαμμένοι. Αυτούς ημείς πρέπει πάντοτε να τους φέρωμεν εις την ενθύμησίν μας και να τους επαινούμεν διότι χάρις εις την ανδρείαν εκείνων ενικήσαμεν όχι μόνον εις την ναυμαχίαν τότε, αλλά και εις όλον γενικώς τον πόλεμον διότι απέκτησεν η πόλις εξ αιτίας αυτών την υπόληψιν ότι δεν θα είναι δυνατόν ποτέ να νικηθή η πόλις μηδέ από όλους τους ανθρώπους μαζί. Και αληθινή είναι η υπόληψις αυτή. Από την αναμεταξύ μας διάστασιν δε ενικήθημεν και όχι από άλλους· διότι ανίκητοι είμεθα ακόμη και τώρα από εκείνους τουλάχιστον, ημείς δε μόνοι μας και τον εαυτόν μας ενικήσαμεν και από τον εαυτόν μας ενικηθήκαμεν.

Ύστερα δε απ' αυτά όταν έγινεν ησυχία και ειρήνη προς τους άλλους, ο δικός μας ανάμεσό μας πόλεμος τοιουτοτρόπως διεξήχθη, ώστε, αν πεπρωμένον είναι εις ανθρώπους ποτέ να ευρεθούν εις στάσιν (2), θα έπρεπε καθένας τους να εύχεται η δική του πατρίδα να μη πάθη αυτήν την αρρώστια διαφορετικά [από ημάς]. Διότι και από τον Πειραιά και από την πόλιν με πόσην προθυμίαν και οικειότητα συνενώθησαν πάλιν οι πολίται κατά τρόπον απροσδόκητον διά τους άλλους Έλληνας και με πόσην μετριοπάθειαν δεν έκαμαν τον πόλεμον της Ελευσίνος! και όλων αυτών αιτία τίποτ' άλλο δεν είναι παρά η πραγματική συγγένεια, που προκύπτει απ' αυτήν σταθερά και αδελφική φιλία, φανερωνομένη όχι με λόγους αλλά με έργα. Πρέπει λοιπόν να κάμωμε μνείαν και εκείνων που απέθαναν εις τον πόλεμον αυτόν, [φονευόμενοι] αναμεταξύ τους και με όποιον τρόπο μας είναι δυνατόν να τους συμφιλιώσωμεν, με προσευχάς δηλαδή και με θυσίας εις την περίστασιν αυτήν, προσευχόμενοι διά τούτο εις τους εξουσιαστάς των [τους θεούς δηλ. του Άδου] αφού και ημείς εσυμφιλιώθημεν. Διότι ούτε από κακίαν ούτε από έχθραν ευρέθηκαν αντιμέτωποι, αλλ' από κακήν τύχην. Μάρτυρες δε αυτών είμεθα ημείς οι ίδιοι οι ζώντες. Διότι την ιδίαν καταγωγήν με αυτούς έχοντες εδώκαμεν ο ένας εις τον άλλον συγχώρησιν και δι' όσα [κακά] εκάμαμεν και δι' όσα επάθαμεν.

Κατόπιν δε τούτου, όταν αποκατεστάθη ανάμεσό μας τελεία ειρήνη, έμενεν η πόλις μας ήσυχη συγχωρώντας μεν τους βαρβάρους, διότι παθόντες απ' αυτήν σημαντικά εξεδικήθησαν όχι ολίγον, έχουσα όμως αγανάκτησιν εναντίον των Ελλήνων, διότι ενθυμείτο πώς ευεργετημένοι απ' αυτήν της επλήρωσαν έτσι [αχάριστα] την ευεργεσίαν ελθόντες εις σύμπραξιν με τους βαρβάρους, και αφαιρέσαντές της τα πλοία, που μια φορά τους είχαν σώσει αυτούς τους ίδιους, και κατεδαφίσαντες τα τείχη της σε καιρό που είχαμ' εμποδίσει ημείς πρωτύτερα να κατεδαφισθούν τα δικά τους. Κ' έχοντες την απόφασιν η πόλις να μην έλθη πλέον εις βοήθειαν των Ελλήνων μήτε εις περίστασιν που Έλληνες αναμεταξύ των επιχειρούν να υποδουλώνη ο ένας τον άλλον μήτε εις περίστασιν που βάρβαροι επιχειρούν τούτο, εκυβερνάτο έτσι [ήσυχα]. Όμως, ενώ ημείς τοιουτοτρόπως εσκεπτόμεθα, οι Λακεδαιμόνιοι νομίσαντες, ότι ημείς μεν οι υπερασπισταί της ελευθερίας έχομεν ξεπέσει, ότι δε ιδικόν τους πλέον έργον είναι να υποδουλώσουν τους άλλους, εβάλθηκαν εις ενέργειαν.

Όμως τις η ανάγκη να μακραίνω τον λόγον; αφού όχι παλαιά ουδ' εις άλλην ανθρώπων εποχήν γενόμενα συμβάντα θα έλεγα, ιστορώντας όσα κατόπιν συνέβησαν· διότι ημείς [από ιδίαν μας αντίληψιν] γνωρίζομεν πως έχοντες κυριευθή από κατάπληξιν ήλθαν εις την ανάγκην [να ζητήσουν την βοήθειαν] της πόλεως και οι πρώτοι ανάμεσα στους Έλληνας οι Αργείοι, οι Βοιωτοί, οι Κορίνθιοι και ακόμα τούτο δε είναι το θαυμασιώτερον όλων — ο βασιλεύς [των Περσών] έχοντες περιπέσει εις τόσην αμηχανίαν, ώστε να παρσυσιασθή εις αυτόν απαραίτητα η ανάγκη από πούπετα αλλούθε να κατορθώση την σωτηρίαν του παρά απ' αυτήν εδώ την πόλιν, που τόσον επιθυμούσε να την εξολοθρεύση. Και αληθινά αν κανείς ήθελε να κατηγορήση την πόλιν μας δίκαια, μόνον τούτο λέγοντας σωστά θα την κατηγορούσε, το ότι είναι πάντα της πολύ φιλεύσπλαχνος και πρόθυμη να βοηθή τους πλέον αδυνάτους (3). Έτσι και τότε δεν μπόρεσε να συγκρατήση τον εαυτό της και να τηρήση αυτά που είχεν αποφασισμένα, δηλαδή να μη έλθη εις βοήθειαν κανενός απ' αυτούς που την αδίκησαν, αν εκινδύνευεν αυτός να υποδουλωθή, αλλά εμαλάκωσε και ήλθεν εις βοήθειαν και τους μεν Έλληνας αυτή μόνη της βοηθήσασα τους έλυσεν από την δουλείαν, ως που πάλιν αυτοί μόνοι τους οι ίδιοι υπεδούλωσαν τον εαυτόν τους, εις δε τον βασιλέα αυτή μεν [επισήμως] δεν έλαβε την τόλμην να έλθη εις βοήθειάν του, μη θέλοντας να ντροπιάση έτσι τα τρόπαια του Μαραθώνος, της Σαλαμίνος και των Πλαταιών, όμως με το ν' αφήση μόνον φυγάδες και εθελοντάς να γίνουν βοηθοί, έτσι κατά την κοινήν ομολογίαν τον έσωσε. Κτίσασα δε πάλιν τα τείχη της και κατασκευάσασα στόλον, όταν ευρέθη πάλιν εις την ανάγκην να πολεμήση, δεχθείσα άφοβα τον πόλεμον [όταν τον εκίνησαν εναντίον της] επολεμούσεν υπέρ των Αργείων εναντίον των Λακεδαιμονίων.

Φοβηθείς τότε την πόλιν ο βασιλεύς [της Περσίας], όταν έβλεπε τους Λακεδαιμονίους να είναι υποδεέστεροι εις τον πόλεμον κατά θάλασσαν, θέλοντας να έλθη εις διάστασιν [με ημάς] απαιτούσε να του δοθούν [ως υπήκοοι] οι Έλληνες της Ασίας, που πρωτύτερα τους είχαν παραχωρήσει εις αυτόν οι Λακεδαιμόνιοι, θέτων τούτο ως όρον αν ηθέλαμεν να γίνη σύμμαχος εις ημάς και εις τους άλλους συμμάχους, νομίζων πως δεν θα το εστέργαμεν και έτσι θα είχε πρόφασιν ν' αποτραβηχθή. Και διά μεν τους άλλους συμμάχους ευρέθη απατημένος, διότι έδειξαν την θέλησιν να του παραχωρήσουν και συνεφώνησαν μεταξύ τους και ωρκίσθησαν οι Κορίνθιοι και οι Αργείοι και οι Βοιωτοί και οι άλλοι σύμμαχοι, αν πραγματικώς έδιδεν [ο βασιλεύς] χρήματα, να του παραχωρήσουν τους εις την Ασίαν Έλληνας· μόνοι δε ημείς δεν είχαμεν αυτήν την τόλμην ούτε να προβούμεν εις την παραχώρησιν ούτε να ορκισθώμεν διά τούτο. Τόσον είναι πράγματι σταθερόν και εύρωστον το αίσθημα γενναιότητος και ελευθερίας και μισοβαρβαρισμού, το οποίον έχει η πόλις μας διά τον λόγον ότι γνήσιοι είμεθα Έλληνες και με βαρβάρους δεν ήλθαμεν εις επιμιξίαν. Διότι ούτε διάφοροι Πέλοπες, ούτε διάφοροι Κάδμοι, ούτε Αιγύπτιοι και Δαναοί, ούτε διάφοροι άλλοι πολλοί βάρβαροι κατά το γένος των και μόνον κατά νόμον Έλληνες έχουν κατοικήσει μαζί μας, αλλ' ημείς Έλληνες και όχι με βαρβάρους ανάκατοι είμεθα της χώρας ημών κάτοικοι, δι' αυτό δε υπάρχει εσωτερικόν εις την πόλιν μας και αμετάβλητον το μίσος εναντίον ξένων φυλών. Έτσι όμως και δι' αυτό απομονώθημεν πάλιν, διότι δεν εστέρξαμεν να διαπράξωμεν έργον αισχρόν και ανόσιον, Έλληνας παραχωρούντες εις βαρβάρους. Ελθόντες λοιπόν εις την αυτήν κατάστασιν, εις την οποίαν και πρωτύτερα ευρισκόμενοι είχαμεν καταβληθή εις τον πόλεμον, τώρα εκάμαμεν με την βοήθειαν του θεού καλύτερα τον πόλεμον παρά τότε· διότι εβγήκαμεν από τον πόλεμον έχοντες και πλοία και τείχη και τας αποικίας τας ιδικάς μας· τόσον πρόθυμοι ήσαν να βγουν από τον πόλεμον και οι αντίπαλοί μας· όμως και εις τον πόλεμον αυτόν εχάσαμεν άνδρας εναρέτους και εκείνους που εφονεύθησαν εις την Κόρινθον ένεκα της κακής τοποθεσίας και εκείνους που εφονεύθησαν εις το Λέχαιον από προδοσίαν· ανδρείοι δε υπήρξαν και εκείνοι που ελευθέρωσαν τον βασιλέα και έδιωξαν από την θάλασσαν τους Λακεδαιμονίους, εκείνους δε εγώ μεν σας τους υπενθυμίζω, σεις δε πρέπει να επαινήτε όμοια και να εγκωμιάζετε τοιούτους άνδρας.

Και τα μεν έργα λοιπόν την ανδρών που είναι εδώ θαμμένοι και των άλλον όσοι χάριν της πατρίδος απέθαναν είναι αυτά, πολλά μεν και ωραία όσα ειπώθηκαν, πολύ δε περισσότερα ακόμη και καλύτερα είναι τα υπόλοιπα· διότι πολλά ημερόνυχτα δεν θα έφθαναν εις εκείνον που θα επρόκειτο όλα τελειωτικώς να ειπή. Ώστε ημείς ενθυμίζοντας αυτούς εις τους απογόνους των πρέπει να συμβουλεύωμεν κάθε άνδρα, όπως διά τον πόλεμον (γίνεται τούτο), να μη εγκαταλίπη την τάξιν των προγόνων μηδέ να επιστρέφη εις τα οπίσω αθλίως οπισθοχωρών. Εγώ μεν λοιπόν, ω παιδιά γενναίων ανδρών, και τώρα σας προτρέπω και εις το μέλλον όπου τυχαίνει να σας συναντώ θα σας υπενθυμίζω και θα σας προτρέπω να προσπαθήτε πρόθυμα να είσθε άριστοι. Κατά το παρόν δε σωστό είναι να σας επαναλάβω όσα οι πατέρες σας όταν επέσκηπταν οι κίνδυνοι, μας εσυνιστούσαν, αν τους συνέβαινε να πάθουν, διά να τα ειπούμεν ημείς εις τους επιζώντας [συγγενείς των]: και όσα θα σας έλεγαν μ' ευχαρίστησίν των αυτοί οι ίδιοι, αν μπορούσαν [να μιλήσουν], συμπεραίνοντές τα εγώ απ' όσα έλεγαν εκείνοι τότε· πρέπει όμως ακούοντας όσα θ' απαγγέλλω να νομίζετε ότι απ' αυτούς τους ίδιους τακούετε· έλεγαν δε τα εξής:

Ω παίδες, το ότι μεν είσθε από πατέρας ανδρείους, τούτο αποδεικνύεται από το ήδη παρόν (4). Ημείς δε, ενώ μας ήτο δυνατόν να ζώμεν καλώς, επροτιμήσαμεν ν' αποθάνωμεν καλύτερα πριχού σας και τους ύστερ' από σας αφήσωμεν ντροπιασμένους και πριχού τους πατέρας μας και όλους τους προγόνους μας εντροπιάσωμε· έχοντες την γνώμην ότι εκείνος που ντροπιάζει το γένος του δεν αξίζει να ζη και ότι ένας τέτοιος ούτε εις τους ανθρώπους, ούτε εις τους θεούς δύναται να είναι αγαπητός, ούτε επάνω εις την γην, ούτε αποκάτω από την γην όταν αποθάνη. Πρέπει λοιπόν έχοντες εις την μνήμην σας τους ιδικούς μας λόγους, εάν και άλλην [εκτός της πολεμικής) καμμίαν ασχολίαν έχετε, να την εξασκήτε με αρετήν, γνωρίζοντες καλά ότι όλα, όταν αυτό τους λείπει, και τα κτήματα και τα επαγγέλματα είναι άσχημα και κακά· διότι ούτε ο πλούτος φέρνει λαμπρότητα εις εκείνον που τον έχει όντας άνανδρος, διότι δι' άλλους ο τοιούτος είναι πλούσιος και όχι διά τον εαυτόν του· ούτε η ωραιότης του σώματος και η δύναμις, υπάρχοντα εις δειλόν και άνανδρον, φαίνονται ταιριασμένα επάνω του, αλλ' ανάρμοστα και κάνουν μάλιστα περισσότερον να παρουσιάζεται εκείνος που τα έχει [τι είδους άνθρωπος είναι] και φανερώτερην κάνουν την δειλίαν του· και κάθε σοφή γνώσις χωρίς να συνοδεύεται από την δικαιοσύνην και από την άλλην αρετήν φαίνεται πονηρία και όχι σοφία. Δι' αυτούς λοιπόν τους λόγους η πρώτη και η τελευταία και η παντοτινή φροντίδα σας να είναι πώς να προσπαθήτε πάντοτε κατά ποίον τρόπον να υπερβήτε και ημείς ακόμη τους προγόνους σας εις την δόξαν. Ει δ' αλλέως, ξέρετέ το, εάν μεν σας νικώμεν ως προς την αρετήν, η νίκη μας αυτή μας φέρει εντροπήν, εάν δε νικώμεθα από σας [εις την αρετήν], η ήττα μας φέρει ευδαιμονίαν. Και χωρίς άλλο ημείς ήθελε νικηθώμεν και σεις ηθέλετε νικήσει, εάν παρασκευάσετε τον εαυτόν σας τοιουτοτρόπως, ώστε να μη κάμετε κατάχρησιν της δόξης των προγόνων μηδέ να καταδαπανήσετε αυτήν, γνωρίζοντες ότι εις άνδρα που θαρρεί ότι είναι κάτι δεν γίνεται πιο μεγάλη εντροπή από το να παρουσιάζη τον εαυτόν του να τον τιμούν όχι διά την αξίαν του εαυτού του, αλλά διά την δόξαν των προγόνων· διότι είναι μεν η τιμή των γονέων ωραίος θησαυρός και μεγαλοπεπής εις τους απογόνους· το να μεταχειρίζεται όμως ένας θησαυρόν χρημάτων και τιμών και να μη αφήνη αυτόν εις τους απογόνους του είναι κακόν και άνανδρον, διότι φανερώνει την αναξιότητά του εις το να κάμη ο ίδιος μόνος του αποκτήματα και τιμάς. Και αν μεν αυτά [όσα σας λέγομεν] εφαρμόσετε εις την ζωήν σας θα έλθετε φίλοι να μας εύρετε φίλους, όταν της μοίρας σας η τάξις σας φέρη [εις τον Άδην]· αν δε τα αμελήσετε και ξεπέσετε εις κακίαν, κανείς δεν θα σας υποδεχθή φιλικά. Εις τα παιδιά μεν αυτά ας είναι ειπωμένα.

Τους πατέρας μας δε, όσοι τυχόν ζουν, και τας μητέρας μας πρέπει πάντα να τους παρακινούμεν παρήγορα πώς να υποφέρουν ελαφρότερα την συμφορών, όταν τύχη αυτή να συμβή, και να μη προσπαθούν ν' αυξάνουν την θλίψιν των — διότι δεν θα υπάρχη έλλειψις θλιβερού πράγματος, διότι αρκετά η τύχη θα πορίζη εις αυτούς τούτο [το θλιβερόν] — αλλά να προσπαθώμεν ν' ανακουφίζωμεν αυτούς και να τους ησυχάζωμεν ενθυμίζοντάς τους ότι εκείνα τα μεγαλύτερα που ηύχοντο τα εισήκουσαν οι θεοί και τα επραγματοποίησαν· διότι δεν έκαναν ευχάς τα παιδιά τους να γίνουν αθάνατα, αλλά ανδρεία και δοξασμένα· και αυτά δα, που είναι τα μεγαλύτερα αγαθά, τα έλαβαν. Αλλέως και δεν είναι εύκολον εις άνδρα θνητόν όλα να του βγαίνουν εις το διάστημα της ζωής, όπως τα σκέπτεται. Και υποφέροντες γενναία τας συμφοράς θα φανούν ότι πραγματικά όντας ανδρείων παιδιών πατέρες είναι και αυτοί τοιούτοι [ανδρείοι]· ενώ, αν καταβάλλωνται από την λύπην, θα γεννήσουν την υποψίαν ή ότι δεν είναι δικοί μας πατέρες ή ότι εκείνοι που μας επαινούν λέγουν ψέμματα. Κανένα δε από τα δύο αυτά δεν ταιριάζει, αλλ' απεναντίας εκείνοι μάλιστα πρέπει να γίνωνται δι' έργων επαινέται μας, φανερώνοντας τον εαυτόν τους έτσι ώστε να δείχνεται ότι πράγματι είναι άνδρες πατέρες ανδρών. Όμως και εις την περίστασιν αυτήν το παλαιόν λόγιον «μηδέν άγαν» λεγόμενον παρουσιάζεται καλώς λεγόμενον διότι αληθινά επιτυχώς τώρα λέγεται. Διότι όποιος δεν εξαρτά παρά από τον εαυτόν του τα μέσα διά να φθάση εις την ευδαιμονίαν ή να την πλησιάση και δεν κρεμιέται απ' άλλους ανθρώπους, ώστε από το αν ευτυχήσουν ή δυστυχήσουν αυτοί αναγκαστικά να λαμβάνη ομοίως περιπετείας και η ζωή του, αυτός είναι ο αληθινά συνετός και αυτός είναι ο ανδρείος και ο φρόνιμος. Αυτός, και όταν αποκτήση χρήματα και παιδιά και τα χάση, όμοια θα συμμορφωθή με την παροιμίαν. Ούτε χαιρόμενος υπερβολικά ούτε λυπούμενος [υπερβολικά] θα φανή, διότι εις τον εαυτόν του μόνον δίδει βάσιν. Τέτοιοι δε έχομεν ημείς τουλάχιστον την αξίωσιν να είναι οι ιδικοί μας και τέτοιους τους θέλομεν και υποστηρίζομεν ότι είναι και τέτοιο παρουσιάζομεν τον εαυτό μας, χωρίς δηλαδή υπερβολικήν αγανάκτησιν ουδέ φόβον, αν τυχόν είναι χρεία τώρα ν' αποθάνωμεν· παρακαλούμεν λοιπόν και τους πατέρας και τας μητέρας αυτών, έχοντας τον όμοιον τρόπον σκέψεως, να περάσουν την επίλοιπη ζωή τους και να ξέρουν καλά πως όχι θρηνώντας και μυρολογώντας μας θα μας είναι πολύ ευχάριστοι, αλλ' αν οι πεθαμμένοι διατηρούν κάποιαν αίσθησιν των ζώντων τόσο πιο πολύ θα μας δυσαρεστούσαν, όσο έκαναν τυχόν τον εαυτόν τους να υποφέρη και ελυπούντο βαριά διά τας συμφοράς· ελαφρά δε και μέτρια λυπούμενοι παραπολύ θα μας ήσαν ευχάριστοι. Διότι η δική μας ζωή θα έχη πλέον το καλύτερον τέλος απ' όσα μπορεί να συμβούν εις τους ανθρώπους, ώστε αρμόζει να εγκωμιάζουν μάλλον αυτό παρά να θρηνολογούν, λαμβάνοντες δε φροντίδα για της γυναίκες μας και τα παιδιά μας και ανατρέφοντές τα και εις τούτο αφιερώνοντες την προσοχήν των, έτσι και την δυστυχίαν περισσότερον όσο το δυνατόν θα ελησμονούσαν και ωραιότερα θα εζούσαν και ορθότερα και αγαπητότερα εις ημάς. Αυτά δα λοιπόν είναι αρκετά να ειπωθούν από μέρους μας εις τους ιδικούς μας· προς την πόλιν δε ηθέλαμεν κάμει την δέησιν να λάβη προς χάριν μας φροντίδα των πατέρων μας και των παιδιών μας, αυτά μεν μορφώνοντας καλά, εκείνους δε γηροκομώντας όπως αξίζει· αν και καλά γνωρίζομεν ότι, και αν ημείς δεν παρακαλέσωμεν, πάντοτε αρκετά θα φροντίση δι' αυτό [η πόλις] μόνη της.