Part 1
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold characters in the book have been included in &&. Footnotes have been converted to endnotes. Lysis is not included in this Gutenburg edition due to greek copyright issues.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Έντονες λέξεις έχουν συμπεριληφθεί μεταξύ &&. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Ο Λύσις δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν την έκδοση λόγω θέματος πνευματικών δικαιωμάτων.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΕΡΒΟΥ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Εις την σειράν των Πλατωνικών διαλόγων ο Μενέξενος έχει θέσιν μοναδικήν. Και αν, ακολουθούντες την σχολαστικήν κατάταξιν, ηθέλαμεν να τον χαρακτηρίσωμεν, δεν θα ηδυνάμεθα ούτε &σωκρατικόν&, ούτε &μεταφυσικόν&, ούτε &αισθητικόν&, ούτε &πολιτικόν& να τον ονομάσωμεν. Πολύ ολιγώτερον δεν θα ηδυνάμεθα να τον είπωμεν &ηθικόν&, όπως τον σημειώνει η αρχαία γραμματική παράδοσις. Διότι απλώς και μόνον είναι ο Μενέξενος θαυμάσιον σατυρικόν κομψοτέχνημα του Πλάτωνος — μία ειρωνική σάτυρα και σατυρική ειρωνεία κατά των ρητόρων εκείνης της εποχής και γενικώτερα κατά της ρητορείας μέσα εις την οποίαν εκολυμβούσαν τότε οι Αθηναίοι όλοι, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, πολιτικοί και λαός. Η γραφομένη αττική διάλεκτος, μάλλον κατασκεύασμα των τότε ανεπτυγμένων παρά αυθόρμητη γλώσσα του λαού, σοφά ζωντανευμένη όμως με τους ιδιωτισμούς και τας ποικιλίας της εκφράσεως του Αθηναϊκού λαού, έγινε θαυμαστόν και ίσως μοναδικόν όργανον φιλοσοφικής και περιεκτικής και λογικευτικής εκφράσεως. Ο τρόπος του συνδυασμού των λέξεων και της συναρτήσεως των φράσεων, ιδίως των μετοχικών και απαρεμφατικών, καθώς και η επιτηδεία χρήσις επιρρηματικών μορίων και αφηρημένων επιθετικών προσδιορισμών, έδιδαν όλ' αυτά μαζί κάποιαν ενάργειαν εις τον ορισμόν κάθε σκέψεως και κάθε πράγματος και συνάμα κάποιαν γενικότητα χαρακτηρισμών. Ώστε από ένα βαθύγνωμον Θουκυδίδην ή από ένα σοφώτατον Πλάτωνα ή από ένα καλλιτέχνην Ξενοφώντα να διατάσσεται η Αττική έκφρασις με αρτιότητα καταπληκτικήν, άφθαστον, τελείως δε αρμονίζουσαν την έννοιαν με τον ήχον.
Ακριβώς όμως η τελειότης της Αττικής γλώσσης και η θαυμαστή φανέρωσις της τελειότητός της εις τα έργα των μεγάλων συγγραφέων και εις τους λόγους των υπερόχων πολιτικών και σοφιστών παρέσυραν τους πολλούς και τους συνήθεις εις γλωσσικήν παρεκτροπήν, ήτοι εις παιγνιώδη χρήσιν της γλώσσης δι' αντιθέσεων και διαστολών ασυνηθίστων, διά συνδυασμών και συναρτήσεων απροσδοκήτων, διά φορτικής παρεμβολής μορίων και δι' άλλων ποικίλων τρόπων φρασεολογικών. Εις τόσον δε πολύ έφθασεν η παρεκτροπή, ώστε, ως δύναται κανείς εύκολα να συμπεράνη από τας λεπτομερείας της ιστορίας των Αθηναίων εκατάντησε να πείθουν οι ρήτορες και να παρασύρουν όχι με νοήματα εμβριθή αλλά με φρασεολογίας στομφώδεις. Κ' εκατάντησεν ακόμα να εκλαμβάνεται υπό του λαού η γραμματισμένη φλυαρία αντί σοφίας και η σπουδή της ρητορικής ως ανωτέρα μόρφωσις. Το δε χειρότερον έγινεν η γλωσσομανία αίτιον, από τα κυριώτερα μάλιστα, της ελαφρογνωμίας και της απραγμοσύνης των ανθρώπων, σύγκαιρα δε της επιπολαιότητος και της ανοησίας εις την διαχείρισιν των πολιτικών πραγμάτων.
Εκείνον τον καιρόν υπήρξαν ρήτορες (αυτού του είδους), επαγγελματίαι συζητηταί των κυβερνητικών ζητημάτων και άλλοι ρήτορες φλύαροι των δικαστηρίων και άλλοι ακόμη διδάσκαλοι ρήτορες διά να πληθύνεται έτσι η ρητορευτική γενεά, παράλληλα με την άλλην εκείνην γενεάν των επαγγελματιών σοφιστών, η οποία βαθμηδόν διέστρεψε την φυσικήν αίσθησιν και την λογικήν.
Εις την ακμήν της εποχής αυτής των λόγων είχεν επιστρέψει το 389 ο Πλάτων εις τας Αθήνας, ξενιτεμμένος πριν δέκα χρόνους, αφ' όταν δηλαδή έφυγεν από τας Αθήνας αγανακτημένος και θλιμμένος διά τον τραγικόν θάνατον του Σωκράτη. Και βλέποντας τώρα ταθηναϊκά πράγματα με την ώριμον, ποικίλην δε σοφίαν του και με την γενικήν, πολύτροπον δε πείραν του αισθάνθη αγανάκτησιν και παρωξύνθη εις επίκρισιν. Έπειτα — και τούτο είναι πάντοτε ιδιάζουσα ροπή των υπερόχων — η αγανάκτησις εξετυλίχθη εις ειρωνείαν καλλιτεχνικήν και λεπτοτάτην. Αργότερα η μεγάλη και υψηλή δημιουργικότης του εφανερώθηκεν ακέραια εις την φιλοσοφίαν και εις την καθολικήν σκέψιν με τον αυτόν διαλογικόν τύπον, αλλά ποιητικώτερα και με ολιγώτερον συζητητικόν τρόπον.
Εις την πρώτην περίοδον της συγγραφικής φανερώσεως του Πλάτωνος, πριν ίσως γραφούν οι διάλογοι που απέβλεπαν εις διαιώνισιν της μνήμης του Σωκράτη και της Σωκρατικής διδασκαλίας, εγράφη πιθανώς ο Μενέξενος — διάλογος που δεν έχει τίποτε το φιλοσοφικόν, είναι δε μόνον λεπτή σάτυρα της πολιτικής ρητορείας και των τότε ρητόρων, ιδίως του Λυσία και του Ισοκράτη. Έχοντας εις τον νουν τους πολιτικούς λόγους αυτών και άλλων ρητόρων της εποχής και ανακατεύοντας σκέψεις των συνηθισμένας και φράσεις των στερεοτύπους και μιμήσεις των από την ρητορικήν του Περικλέους, χρησιμευόμενος δε υπερβολικά ως ακριβώς εκείνοι τα πολλά της Αττικής διαλέκτου μόρια (δη, τοι, μέντοι, γαρ, ουν κ. τ. λ.) όχι όπου εχρειάζετο εις το νόημα, αλλ' όπου εσυμπλήρωναν τον ήχον και τέλος σοφιστικά, όπως εκείνοι λογικευόμενος διά να συμβιβάση τασυμβίβαστα και να δικαιολογήση ταδικαιολόγητα, έγραψεν ένα λόγον επιτάφιον, εγκωμιαστικόν διά πεσόντας εις τον πόλεμον Αθηναίους. Και ως αφετηρίαν λαμβάνων τον περίφημον επιτάφιον του Περικλή, που μας τον διέσωσεν ο Θουκυδίδης εις την ιστορίαν του και που είχε χρησιμεύσει, φαίνεται, ως πρότυπον αδεξίων έπειτα μιμήσεων, κατεσκεύασε τον παραδοξότερον ίσως ρητορικόν λόγον εξ όσων ποτέ εγράφησαν, εκπληκτικόν μίγμα κρίσεως και ακρισίας, αληθείας και ψεύδους, ευθύτητος και σοφιστείας — «Pastiche curieux de l' éloquence des rheteurs du temps», ως ωραία τον χαρακτηρίζει σοφός φιλόλογος.
Φαίνεται δε ότι έγινεν αισθητή εις όλους η ειρωνεία και ότι άρεσεν η καλλιτεχνική διατύπωσις αυτής, διότι έγινε γνωστότατος από τότε ο Μενέξενος.
Η ονομασία του διαλόγου — όπως συνήθως έγινε διά τους περισσοτέρους Πλατωνικούς διαλόγους — εδόθη από τον συνομιλητήν του Σωκράτους Μενεξένου, που υπήρξεν ένας των νεωτέρων μαθητών του Σωκράτη, νέος από ευγενικήν οικογένειαν και ωραίος, εξάδελφος του Κτησίππου του Παιονέως. Ο λαμπρός και ωραίος επίσης Κτήσιππος φαίνεται να επρωτοδίδαξε τον Μενέξενον την σοφιστικήν τέχνην, εις την οποίαν και διεκρίθη.
Παλαιότερα μερικοί φιλόλογοι αμφισβήτησαν την γνησιότητα του διαλόγου, κάπως αυθαίρετα, διότι και η επιδεξιότης της εκφράσεως και η λεπτότης της σκέψεως και ο ειρωνικός τρόπος και η χάρις του ύφους εις τον Μενέξενον είναι όλα πλατωνικά και αμίμητα. Σήμερον όμως διά τούτους και δι' άλλους ειδικούς λόγους η κριτική αναγνωρίζει τον Μενέξενον ως αυθεντικόν του Πλάτωνος έργον.
Εις την μετάφρασιν επροσπάθησα ν' ακολουθήσω τας παραλαγάς και μεταπτώσεις και διαφοράς ύφους, που υπάρχουν εις το πρωτότυπον, επίτηδες διά να φανή η ειρωνική μίμησις του ενός ή του άλλου ρήτορος, ο στόμφος ή ο όγκος ή το ακαλαίσθητον, περίτεχνον ή σκολιόν της φράσεως. Δεν παρέλειψα δε και το φόρτωμα της φράσεως με μόρια, επιρρήματα δηλαδή και συνδέσμους, διά να αποδοθή όσο το δυνατόν ο σκοπός τού διαλόγου η πλατωνική δηλαδή ειρωνεία της ρητορείας.
Αι λέξεις όσαι είναι εις αγκύλας είναι πρόσθετοι, βαλμέναι διά να σαφηνίζεται το νόημα και να διευκολύνεται η αντίληψις εις πρόχειρον ανάγνωσιν.
I. ΖΕΡΒΟΣ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ
(ή επιτάφιος· ηθικός).
Σωκράτης
Από την αγοράν έρχεσαι, Μενέξενε, ή από πού αλλού;
Μενέξενος
Από την αγοράν, Σωκράτη, και μάλιστα από το βουλευτήριον.
Σωκράτης
Και τι σχέσιν εσύ έχεις με το βουλευτήριον; ή μήπως κρίνεις ότι ετελειοποιήθης πλέον εις την μόρφωσιν και εις την φιλοσοφίαν και ωσάν ικανός πλέον σκέπτεσαι να ασχοληθής με μεγαλύτερα και να γίνης άρχων, ω θαυμαστέ μου, ημών των γεροντοτέρων, εις τοιαύτην ηλικίαν ευρισκόμενος συ, διά να μη παύση δίνοντάς μας η οικογένειά σου πάντοτε κανένα κυβερνήτην;
Μενέξενος
Αν συ μου το επιτρέπης, Σωκράτη, και αν είναι της γνώμης σου να γίνω άρχων, θα επιδιώξω πρόθυμα τούτο· ειδ' αλλέως όχι. Και όσο για τώρα επήγα εις το βουλευτήριον μαθόντας πως η βουλή πρόκειται να εκλέξη ποιος θα κάμη λόγον εις τους αποθανόντας· διότι το γνωρίζεις βέβαια ότι πρόκειται να τους κάμουν επίσημον ενταφιασμόν.
Σωκράτης
Βεβαιότατα [το ξέρω]· αλλά ποιον εξέλεξαν;
Μενέξενος
Κανένα· αλλ' έκαμαν αναβολήν δι' αύριον· θαρρώ όμως πως τον Αρχίνον ή τον Δίωνα θα εκλέξουν.
Σωκράτης
Ώστε που καταντά, Μενέξενε, να είναι διά πολλούς λόγους ωραίον πράγμα το να πεθαίνη κανείς στον πόλεμο. Διότι και κηδείαν ωραίαν μεγαλοπρεπή έτσι πετυχαίνει, ακόμη κι' όταν πεθάνη όντας πτωχός, και στον ίδιο καιρό ακόμη, κι' αν ήτο τιποτένιος, λαβαίνει έπαινο από άνδρας που είναι σοφοί και που δεν επαινούν έτσι πρόχειρα, αλλά με λόγους συνταγμένους με χρονοτριβήν και που τόσον ώμορφα διατυπώνουν τους επαίνους αυτοί, ώστε και τα υπάρχοντα και τα μη υπάρχοντα (καλά) λέγοντες για τον καθένα και κάπως με ωραιότατες λέξεις στολίζοντάς τα μας γοητεύουν τας ψυχάς, και για την πόλιν κάνοντας εγκώμια με όλους τους τρόπους κ' εκείνους που έχουν πέσει στον πόλεμο επαινούντες και τους προγόνους μας όλους όσοι προϋπήρξαν κ' ακόμα εμάς τους ιδίους τους ζωντανούς. Ώστε εγώ τουλάχιστον, ω Μενέξενε, λαβαίνω μεγάλην ιδέαν για τον εαυτό μου σαν επαινούμαι απ' αυτούς και κάθε φορά [που μιλούν] στέκομ' έτσι ακούοντάς τους κ' ευχαριστούμενος, θαρρώντας πως μονομιάς έχω γίνει μεγαλύτερος και γενναιότερος και ωμορφότερος. Και σαν που της περσότερες φορές πάντα βρίσκονται να μ' ακολουθούν μερικοί ξένοι κι' ακούουν μαζί μου, σ' αυτούς δα πιο αξιόπρεπος έτσι πρόχειρα φανερώνομαι· γιατί κι' όλα παθαίνουν μου φαίνεται κ' εκείνοι τα ίδια και σχετικώς μ' εμέ και σχετικώς με όλη την άλλη πόλιν, νομίζοντάς την πλέον αξιοθαύμαστη παρ' ό,τι πριν την ενόμιζαν, αποκτώντας την τέτοια γνώμη από εκείνον που ομιλεί. Και σε μένα η αξιοπρέπεια αυτή βαστά κάτι παραπάνω από τρεις μέρες. Έτσι ζωντανά και τα λόγια και η απαγγελία απ' αυτόν που τα λέγει μπαίνει μέσα στ' αυτιά μου, ώστε μόλις στην τετάρτην ή την πέμπτη ημέρα ξαναθυμάμαι τον εαυτόν μου και ανανοιόνω σε ποιον τόπο της γης βρίσκομαι, γιατί ως την ώρα εκείνη μόνο που εις τα νησιά των μακάρων δεν λέω να βρίσκωμαι· τόσον άξιοι μάς είναι οι ρήτορές μας.
Μενέξενος
Πάντα εσύ, Σωκράτη, περιγελάς τους ρήτορας. Όσο για τώρα όμως εγώ θαρρώ πως εκείνος που θα εκλεχθή δεν θα καλοπεράση και πολύ· γιατί όλως διόλου πρόχειρα θα έχη γίνει η εκλογή, ώστε ίσως βρεθή στην ανάγκη όποιος θα κάμη το λόγο να μιλήση αυτοσχεδιάζοντας σχεδόν [την ώρα που μιλεί).
Σωκράτης
Από πού [το συμπέρασμα], λαμπρέ μου άνθρωπε; Είναι τους για καθέν απ' αυτά τα πράγματα λόγοι έτοιμοι πρωτύτερα· και συνάμα ουδ' είναι δύσκολο να μιλά κανείς πρόχειρα για τα τέτοια τουλάχιστον πράγματα, Γιατί, αν ήταν ανάγκη να επαινεθούν οι Αθηναίοι μπροστά σε Πελοποννησίους ή μπροστά στους Αθηναίους (να επαινεθούν) οι Πελοποννήσιοι, θα εχρειαζότουν να είναι καλός ρήτορας ένας για να τους πείση και να κάμη καλήν εντύπωσιν. Αλλ' όταν κανείς αγωνίζεται (ομιλή) ανάμεσα σ' εκείνους που ακριβώς αυτούς τους ίδιους επαινεί, τότε δεν είναι, θαρρώ, μεγάλο κατόρθωμα το να μιλήση καλά.
Μενέξενος
Δεν το θαρρείς [μεγάλο], Σωκράτη;
Σωκράτης
Όχι δα, μα τον Δία.
Μενέξενος
Θαρρείς λοιπόν πως θα ήσουν και συ άξιος να κάμης τον λόγο, αν ήτον ανάγκη, και σε είχε τυχόν εκλέξει η βουλή.
Σωκράτης
Και ως προς εμέ λοιπόν, Μενέξενε, δεν θα ήτον αξιοθαύμαστον αν θα ήμουν ικανός να μιλήσω, που έτυχε να είναι διδάσκαλός μου εις την ρητορικήν όχι καμμία ανίκανη, αλλά η γυναίκα εκείνη που και άλλους έχει φτιάσει πολλούς και καλούς ρήτορας, ένα δε μάλιστα υπέροχον μεταξύ των Ελλήνων, τον Περικλέα, τον υιόν του Ξανθίππου.
Ποιά είν' αυτή; Μήπως, βέβαια, για την Ασπασία θέλεις να πης;
Σωκράτης
Γι' αυτήν βέβαια θέλω να πω και μαζί μ' αυτήν για τον Κόνον, τον υιόν του Μητροβίου, διότι οι δύο τους είναι διδάσκαλοί μου, αυτός μεν της μουσικής, εκείνη δε της ρητορικής· λοιπόν ο έτσι μορφωμένος δεν είναι άξιον απορίας αν έχει ικανότητα εις την ρητορείαν. Αλλά και όποιος τυχόν εσπούδασε χειρότερά μου, την μουσικήν έχοντας διδαχθή από τον Λάμπρον, την δε ρητορικήν από τον Αντιφώντα τον Ραμνούσιον, κι' αυτός ακόμη θα ήτον ικανός τους Αθηναίους επαινώντας μπρος στους Αθηναίους να κάμη καλήν εντύπωσιν.
Μενέξενος
Και τι λοιπόν θα μπορούσες να πης, αν τυχόν ήτον ανάγκη να κάμης εσύ τον λόγον;
Σωκράτης
Εγώ μεν ο ίδιος από δικά μου ίσως τίποτε, την Ασπασίαν όμως και χθες ακόμη την ήκουσα που έκαμνε το τέλος ενός επιταφίου λόγου γι' αυτά ακριβώς τα [σημερνά] πράγματα. Διότι έμαθε αυτά που λες και συ, ότι επρόκειτο οι Αθηναίοι να εκλέξουν ένα για ν' απαγγείλη επιτάφιον· έπειτα άλλα μεν μέρη [του λόγου) απροπαρασκεύαστα μου απήγγειλε, τι δηλαδή θα εχρειάζετο να ειπωθούν, άλλα δε έχοντάς τα ετοιμάσει από πρώτα, όταν, όπως θαρρώ, εσύνθετε τον επιτάφιον λόγον, τον οποίον είπεν ο Περικλής, συγκολλώντας [αυτή τώρα] απομεινάρια από τον λόγον εκείνον.
Μενέξενος
Και θα μπορούσες να διατηρήσης εις την μνήμην σου αυτά που έλεγεν η Ασπασία;
Σωκράτης
Θα μου ήταν άδικο να μη τα ενθυμούμαι· διότι τα εμάνθανα δα απ' αυτήν και λίγο έλειψε να τιμωρηθώ με ξύλο, διότι ελησμονούσα.
Μενέξενος
Γιατί λοιπόν δεν μου τα απήγγειλες;
Σωκράτης
Αλλά διά να μη τυχόν δυσαρεστηθή η διδασκάλισσά μου, εάν εγώ απαγγείλω τον λόγον της.
Μενέξενος
Αυτό δα ολότελα δεν θα συνέβαινεν. Αλλά συ απάγγειλέ μου και θα μου κάμης μεγάλην ευχαρίστησιν, είτε της Ασπασίας θέλεις ν' απαγγείλης τον λόγον είτε οποιουδήποτε άλλου. Φθάνει μόνον ν' απαγγείλης.
Σωκράτης
Ίσως όμως με περιπαίξης όταν σου φανώ να παίζω έτσι ακόμη ενώ είμαι γέρος.
Μενέξενος
Καθόλου, Σωκράτη. Αλλ' απάγγειλέ τα με οποιονδήποτε τρόπον.
Σωκράτης
Ας είναι λοιπόν. Πρέπει να σου γίνεται χάρις εσένα· έτσι που λίγο λείπει, αν με παρακαλούσες να γυμνωθώ και να χορέψω, θα σου έκανα κι' αυτό το χατήρι σαν που μάλιστα είμεθα μόνοι. Άκουε τώρα όμως. Απήγγελλε λοιπόν, όπως θαρρώ, αρχίζοντας να μιλή πρώτα για τους ίδιους τους πεθαμμένους αυτά περίπου.
Δι' έργου (εμπράκτως) μεν έχουν αυτοί εδώ τα πρέποντα εις αυτούς, που λαβόντας τα τραβάν τον πεπρωμένο δρόμο, αφού κατευωδόθησαν γενικώς από την πόλιν, ιδιαιτέρως δε από τους συγγενείς των. Διά λόγου δε απομένει να συμπληρωθή η τελετή προς τιμήν αυτών, που και ο νόμος προστάζει το (να γίνεται) και πρέπον είναι (να γίνεται). Διά των έργων, που καλώς επράχθησαν, διατηρείται η ενθύμησίς των εις τους ακούσαντας και στολισμός όμως εκείνων που τα έργα έπραξαν γίνεται από λόγον καλά ειπωμένον. Αλλά χρειάζεται ένας τέτοιος λόγος οπού τους μεν αποθαμμένους πρεπούμενα να επαινέση, τους δε ζωντανούς καλόγνωμα να παραινέση, παρακινώντας μεν τους απογόνους και τους αδελφούς των αποθαμμένων να μιμηθούν την ανδρείαν αυτών, παρηγορώντας δε τους πατέρας και τας μητέρας και τους άλλους τυχόν προγόνους των, αυτούς που ακόμη ζουν. Ποιoς λοιπόν λόγος θα ηδύνατο να μας φανή τέτοιος; Ή από πού θ' αρχίζαμε σωστά να επαινούμε άνδρας αγαθούς, οι οποίοι και ζώντες επροξενούσαν χαράν εις τους δικούς των εξ αιτίας της αρετής των και τον θάνατον εδέχθησαν να υποστούν προτιμώντες αυτόν παρά την σωτηρίαν της ζωής των. Κρίνω εγώ πως σύμφωνα με την φύσιν πρέπει όπως πρώτα υπήρξαν αγαθοί, έτσι με την σειράν και να κάμωμεν τον έπαινό τους. Υπήρξαν δε αγαθοί, διότι εγεννήθηκαν από αγαθούς. Πρώτα λοιπόν την καλή γενιά των πρέπει να εγκωμιάζωμεν και δεύτερον την ανατροφήν και την εκπαίδευσίν των. Ύστερα δε σ' αυτά επάνω πρέπει να επιδείξωμεν διά τα έργα των πως τα έπραξαν ωραία και άξια με [τα προσόντα των] εκείνα.
Και πρώτ' απ' όλα η ευγένεια εις αυτούς υπήρξεν απ' αυτήν την γένεσιν των προγόνων των, οι οποίοι δεν είχαν ξένην καταγωγήν, από ανθρώπους δηλαδή που οι απόγονοί των να είχαν έλθει απ' αλλού και εγκατασταθή εις την χώραν, αλλ' από ανθρώπους που ήσαν αυτόχθονες και πραγματικά εκατοίκησαν και έζησαν εις την πατρίδα των και που τους ανάστησεν όχι μητρυιά όπως άλλους, αλλά μητέρα χώρα, αυτή [εδώ] δηλαδή που εκατοικούσαν και τώρα [όντας έτσι ευγενείς] αναπαύονται αποθαμμένοι σε τόπους δικούς των της χώρας αυτής που τους ανέθρεψε και τους εγέννησε και τους εδέχθη. Γι' αυτό κ' είναι δικαιότατον να στολίσωμε πρώτα μ' επαίνους αυτήν την μητέρα τους γην διότι έτσι κι' όλα στολίζεται σύγκαιρα με επαίνους και η ευγένεια τούτων εδώ.
Και το αξίζει η χώρα να επαινήται απ' όλους τους ανθρώπους, όχι μόνον από μας, για πολλούς μεν και άλλους λόγους, κυρίως δε και μάλιστα, διότι έχει την αγάπην των θεών. Κ' είναι του λόγου μας αυτού απόδειξις η φιλονικία και η κρίσις των θεών που ευρέθηκαν εις διαφοράς αναμεταξύ των χάριν αυτής. Εκείνη δε η χώρα, που οι θεοί την επαίνεσαν, πώς δεν θα είχε δικαίωμα να έχη έπαινον απ' όλους πέρα-πέρα τους ανθρώπους; Δεύτερος δε δικός της έπαινος δίκαιος θα ήτον το ότι εκείνο τον καιρό που όλ' η γη έβγανε κ' εγεννούσε κάθε λογής άγρια ζώα είτε θεριά είτε βοσκούμενα, τον ίδιο καιρό τότε η δική μας χώρα εφανερώθη μη γεννώντας μηδ' έχοντας άγρια θηρία, ενώ απ' εναντίας εδιάλεξεν από τα ζώα κ' εγέννησε τον άνθρωπον, που αυτός και στο νουν υπερέχει και μόνος έχει γνώσιν του δικαίου και των θεών. Μεγάλη δε απόδειξις αυτού μου του λόγου, ότι δηλαδή αυτή εδώ η γη εγέννησε τους προγόνους τούτων και τους ιδικούς μας [είναι το εξής]: Κάθε ον που γεννά έχει μέσα του την τροφήν, την κατάλληλον να θρέψη τη γέννα του· κατ' αυτόν τον τρόπον γίνεται φανερή μία γυναίκα αν εγέννησε αληθινά ή όχι και εξελέγχεται, εάν δεν έχη εις τον εαυτόν της πηγές (μαστούς) τροφής διά το νεογέννητον. Από τούτο λοιπόν ακριβώς και η δική μας γη και μητέρα παρέχει αρκετήν απόδειξιν του ότι εγέννησεν ανθρώπους· διότι μόνη αυτή τον καιρό εκείνο και πρώτη έβγαλε τροφήν δι' ανθρώπους, καρπόν δηλαδή του σταριού και του κριθαριού, με τον οποίον ωραιότατα και τελειότατα τρέφεται το ανθρώπινον γένος, που έχει να 'πή ότι πράγματι τούτο το ζώον αυτή το εγέννησε. Πιο πολύ δε διά την γην παρά διά την γυναίκα είναι σωστό να δεχώμεθα τοιαύτας αποδείξεις· διότι η γη δεν έχει μιμηθή την γυναίκα στην εγκυμοσύνη και στην γέννα, αλλά η γυναίκα έχει μιμηθή την γην. Αυτόν δε τον καρπόν [του σταριού και του κριθαριού] δεν τον εκράτησε ζηλότυπα διά τον εαυτόν της, αλλά εμοίρασε και εις τους άλλους. Και ύστερα δε απ' αυτό την παραγωγήν του λαδιού, για ανακούφισι των κόπων, την έδωκεν εις τους απογόνους [των πρώτων ανθρώπων]· σαν δε τους έθρεψε και τους εμεγάλωσε ως την εφηβικήν ηλικία, άρχοντας και διδασκάλους γι' αυτούς έφερε θεούς, των οποίων τα ονόματα σωστό είναι εδώ δα να τα παραλείψωμε, γιατί τα ξέρουμε· οι οποίοι όμως ετακτοποίησαν έτσι τη ζωή μας, ώστε να είναι επιδεξία για την καθημερινή συντήρησί μας, με το να διδάξουν πρώτους εμάς της τέχνες, μαθαίνοντές μας σύγκαιρα πώς ν' αποκτήσωμε και πώς να μεταχειριζώμεθα όπλα, διά να φυλάττωμε την χώραν μας.
Έτσι γεννημένοι και αναθρεμμένοι οι πρόγονοι τούτων εδώ (των αποθαμμένων) εκατοικούσαν την χώραν, συστήσαντες ένα πολίτευμα που πρέπει να ειπώ και γι' αυτό ολίγας λέξεις· διότι το πολίτευμα είναι όπως η ανατροφή, που γίνονται οι άνθρωποι καλοί μ' αυτήν αν είναι καλή και κακοί αντίθετα. Πρέπει λοιπόν να δείξω το πως οι πατέρες μας έζησαν μέσα εις εξαίρετον πολίτευμα, το οποίον τους έκαμε καλούς· όπως και τους σημερινούς ανθρώπους, που μέσα εις αυτούς συγκαταλέγονται και αυτοί εδώ οι πεθαμμένοι.
Το πολίτευμα λοιπόν αυτό δεν άλλαξε· ήτον τότε ό,τι είναι και σήμερα, η αριστοκρατία που μ' αυτήν κυβερνώμεθα και τώρα και πρωτύτερα σχεδόν πάντοτε. Και άλλος μεν την ονομάζει δημοκρατίαν, άλλος δε αλλέως, όπως του αρέσει· είναι δε αληθινά επάνω εις την καλήν γνώμην του πλήθους στηριγμένη αριστοκρατία. Διότι βασιλείς μεν έχουμε πάντοτε· αλλ' αυτοί τον παλαιόν καιρόν εγίνοντο από καταγωγήν, κατόπιν δε ως τώρα εκλέγονται. Για τα πιο πολλά δε πράγματα της πόλεως έχει την εξουσίαν το πλήθος (ο λαός) και αυτό δίδει την κυβέρνησι και την δύναμι σ' εκείνους πάντα που ήθελε του φανούν πως είναι οι καλύτεροι κι' ούτε κανείς αποκλείεται απ' αυτό το δικαίωμα [της εκλογής] εξ αιτίας αδυναμίας ή πτωχείας ή αφανείας των πατέρων του καθώς και ούτε κανείς εξ αιτίας των αντιθέτων [δυνάμεως δηλαδή και πλούτου και επισημότητος] έχει αποκτήσει τιμητικά αξιώματα, όπως [συμβαίνει] εις άλλας πόλεις. Αλλά ένας είναι ο όρος μας: εκείνος που φαίνεται πως είναι σοφός ή ενάρετος αυτός παίρνει εξουσίαν και διοίκησιν.
Αιτία δε που έχομεν ημείς αυτό το πολίτευμα είνε το ότι ως προς την γένεσιν είμεθα όλοι μας ίσοι. Διότι αι μεν άλλαι πόλεις έχουν σχηματισθή από κάθε καταγωγής ανθρώπους και ως προς την υπόστασίν των ανωμάλους, ώστε ανώμαλα είναι και τα πολιτεύματά των, είτε τυραννικά είτε ολιγαρχικά· κ' έτσι κατοικούν μαζί, ποιοι δούλους και ποιοι αυθέντας νομίζοντες ο ένας τον άλλον· ημείς δε και οι δικοί μας, όλοι γεννημένοι αδελφοί από μια μητέρα, δεν έχομεν την αξίωσιν να είμεθα δούλοι ή αυθέντες ο ένας του άλλου· απ' εναντίας η ομοία καταγωγή μας, ήγουν η ισονομία μας η φυσική μας αναγκάζει να ζητούμεν να επιτύχωμεν το κάθε τι σύμφωνα με τον νόμον και σε κανένα άλλον αναμεταξύ μας να μην υπακούωμεν παρά εξ αιτίας της αρετής του και της φρονήσεως.
Και δι' αυτό αναθρεμμένοι μέσα εις όλην την ελευθερίαν οι πατέρες τούτων και οι δικοί μας και αυτοί εδώ [οι πεθαμμένοι], αφού και καλογεννημένοι ήσαν, έκαμαν πολλά, ως είναι γνωστόν, και καλά έργα εις όλους τους ανθρώπους και ιδιωτικώς και δημοσίως, λογίζοντες πως διά την υπεράσπισιν της ελευθερίας είχαν χρέος να πολεμούν και με Έλληνας υπέρ Ελλήνων και με βαρβάρους υπέρ όλων των Ελλήνων. Έτσι και το πώς εναντίον του Ευμόλπου και των Αμαζόνων που είχαν εισβάλη εις την χώραν, και εναντίον άλλων ακόμη παλαιότερα, υπερασπίσθηκαν με πόλεμον και το πώς υπερασπίσθηκαν με πόλεμον τους Αργείους εναντίον των Καδμείων και τους Ηρακλείδας εναντίον των Αργείων θα είχα λίγο διάστημα χρόνου, να διηγηθώ εγώ όπως αξίζει· αλλέως και ποιηταί έχοντες ως τώρα υμνήσει αρκετά την ανδρείαν αυτών με μουσικόν τρόπον την διεφήμισαν έτσι εις όλους, εάν δε ημείς επιχειρήσωμεν τα αυτά [κατορθώματα] με λόγον γυμνόν [από ποιητικάς εκφράσεις] να τα επαινέσωμεν, χωρίς άλλο θα εφαινόμεθα κατώτεροι. Ώστε λοιπόν αυτά δι' αυτούς τους λόγους νομίζω πως πρέπει να τα παραλείψωμεν, αφού και βρίσκονται όπως πρέπει επαινεμένα. Δι' εκείνα όμως που κανείς έως τώρα ποιητής δοξάζοντάς τα δεν εδοξάσθη και που απόμειναν αμνημόνευτα, νομίζω πως πρέπει εγώ να κάμω λόγον δι' αυτά επαινώντας τα και παρακινώντας έτσι άλλους να τα περιλάβουν εις ωδάς και εις κάθε άλλου είδους ποιήματα, όπως ταιριάζει σ' εκείνους οι οποίοι τα έπραξαν.
Απ' αυτά δε που λέγω είναι πρώτα τα εξής: Τους Πέρσας που ήσαν άρχοντες της Ασίας και ήθελαν να υποδουλώσουν την Ευρώπην τους εσταμάτησαν αυτής εδώ της χώρας οι γόνοι οι δικοί μας πατέρες, που και δίκαιον είναι και πρέπει πρώτα-πρώτα αναφέροντάς τους να επαινέσω την ανδρείαν των. Όμως, διά να την εννοήση κανείς, προκειμένου να την επαινέση καλά, πρέπει να ανατρέξη με την σκέψιν του εις εκείνον τον καιρό, που ολάκαιρη μεν η Ασία ήτον δούλη του τρίτου ήδη βασιλέως· από αυτούς [τους τρεις] ο πρώτος, ο Κύρος, ελευθερώσας τους πατριώτας τους Πέρσας με την πολεμικήν του φρόνησιν σύγκαιρα υποδούλωσε και τους εξουσιαστάς των τους Μήδους κ' έγινε κύριος όλης της άλλης Ασίας έως εις την Αίγυπτον, ο δε υιός του έγινε κύριος και της Αιγύπτου και της Λιβύης, όσον του ήτο δυνατόν να προχωρήση με στρατόν· τρίτος δε [βασιλεύς] ο Δαρείος έως εις τους Σκύθας μεν κατά ξηράν εξάπλωσε την ηγεμονίαν του, την θάλασσαν δε και τας νήσους είχεν εις την εξουσίαν του με τα πλοία, ώστε μηδέ καν να λογιάζη πως ήτο δυνατόν να υπάρξη κανείς αντίπαλος αυτού. Τόσον πολλούς και μεγάλους και πολεμικούς λαούς είχεν υποδουλώσει το κράτος των Περσών.