Λυρικά αφιερώματα (Γιταντζάλι)
Part 4
Ο Θάνατος, ο Υπηρέτης Σου, στάθηκε στην πόρτα μου. Πέρασε την άγνωστη θάλασσα, κ' ήρθε να μου φέρη το μήνυμά Σου. Η νύχτα είνε σκοτεινή κ' η καρδιά μου δειλιάζει· Όμως θ' αρπάξω το λύχνο, θ' ανοίξω τη θύρα μου και πρόθυμα θα υποδεχθώ τον ξένο μου. Γιατί αυτός που σταμάτησε στην πόρτα μου είνε ο ταχυδρόμος Σου. Θα τον λατρέψω με σταυρωμένα χέρια και με δάκρυα. Θα τον λατρέψω αποθέτοντας στα πόδια του τους θησαυρούς της καρδιάς μου. Και θα επιστρέψω με την αποστολή του εκτελεσμένη, αφίνοντας στην αυγή μου το σκοτεινό του ίσκιο. Και στο σπίτι μου μέσα, το έρημο, δεν θα μείνη πια τίποτα, ω Κύριέ μου, παρά μόνο ο εγκαταλειμμένος εαυτός μου, που θάνε το τελευταίο αφιέρωμα μου σε Σένα.
87
Απελπισμένος απ' την αναμονή, τρέχω και την αναζητώ σ' όλες τις γωνιές του σπιτιού μου. Δεν τη βρίσκω. Είνε τόσο μικρό το σπίτι μου, και κείνος που θα βγη μια φορά δεν μπορεί να επιστρέψη. Μα, είνε απέραντο το παλάτι Σου, ω Κύριέ μου, κι' αναζητώντας την έφθασα μπρος στη θύρα σου. Σταματώ κάτω από το βραδινό σου χρυσό ουράνιο σκήνωμα, και προς το πρόσωπό Σου τα μάτια μου υψώνω, γεμάτα πόθο. Έφθασα στο μακρυνώτερο σημάδι της Αιωνιότητος, που πιο πέρα τίποτε δεν προχωρεί — , ούτε η ελπίδα, ούτε η ευτυχία, ούτε η ανάμνησις προσώπου, που είδε κανείς με δακρυσμένο μάτι. Ω, γέμισε από τούτον τον ωκεανό την αδειανή ζωή μου, βύθισέ την στους κόλπους της πλησμονής αυτής, και το χαμένο εκείνο χάδι ας το αισθανθώ και πάλι μέσα στο σύνολο του σύμπαντος.
88
Θεότης του ναού του ερειπωμένου! Οι σπασμένες χορδές της «βίνας» (2) δεν ψάλλουν πια τους ύμνους σου. Οι καμπάνες το δειλινό δε διαλαλούνε πια την ώρα της λατρείας σου. Ο αέρας είνε ήσυχος και σιωπηλός ολόγυρά σου. Στην έρημη διαμονή σου έρχεται η τριγυρίστρα ανοιξιάτικη αύρα. Φέρνει μηνύματα λουλουδιών — λουλουδιών που δεν προσφέρονται πια για τη λατρεία σου· Ο άλλοτε πιστός σου λάτρης περιπλανάται πάντα λαχταρώντας μια ελεημοσύνη που δεν του γίνεται. Το βράδυ, όταν τα φώτα κ' οι σκιές ανακατεύουνται με την καταχνιά της σκόνης, έρχεται αποσταμένος πίσω στον ερειπωμένο ναό με την πείνα στην καρδιά του. Πολλές μέρες γιορτής έρχονται σε σένα σιωπηλά, θεότης του ναού του ερειπωμένου. Πολλές νύχτες λατρείας περνούν και φεύγουν με σβυστά τα καντήλια· Πολλές νέες εικόνες φτιάχνουνται από μεγάλους τεχνίτες και φαίρνουνται στον ιερό ποταμό της Λήθης όταν έρθη η ώρα τους. Μόνο η θεότης του ναού του ερειπωμένου μένει αλάτρευτη, σε μιαν αθάνατη εγκατάλειψι.
89
Όχι πια λόγια θορυβώδικα, όχι πια δυνατές φωνές από μένα — αυτή είνε του Κυρίου μου η θέλησι. Από τώρα, πια, σιγανά ψιθυρίσματα. Η ομιλία της καρδιάς μου θα γίνεται με μουρμουρίσματα ενός τραγουδιού. Οι άνθρωποι τρέχουν βιαστικοί στου Βασιληά την αγορά. Όλοι οι αγοραστές κ' οι πουλητές είνε εκεί. Μα, εγώ πήρα την πρόωρη απόλυσί μου μες το μεσημέρι, απάνω στη βράση της εργασίας. Ας μαραθούν λοιπόν τα λουλούδια στον κήπο μου, κι' ας μην ήρθε η ώρα τους ακόμα, κ' οι μέλισσες του μεσημεριού ας πάψουν τον οκνηρό τους βόμβο. Πολλές, πολλές ώρες ξόδιασα για τον αγώνα του καλού και του κακού, μα, τώρα, η ευχαρίστησι του συντρόφου μου των άδειων ημερών είνε να σύρω την καρδιά μου κοντά του. Και δεν ξέρω γιατί το ξαφνικό αυτό κάλεσμα, και για ποια ανώφελη ανακολουθία!
90
— Την ημέρα που, στην πόρτα σου, παρουσιασθή ο θάνατος, τι θα του προσφέρης; — Θα προσφέρω στον ξένο μου γεμάτο το ποτήρι της ζωής μου, — δε θα τον αφήσω ποτέ να φύγη με χέρια αδειανά. Κι' όταν στα τέλη της ζωής μου, ο Χάρος χτυπήση την πόρτα μου, θα του προσφέρω όλο το τρύγος των ημερών του φθινοπώρου μου και των καλοκαιρινών μου νυχτών, κι' όλα τ' αποθηκεύματα της εργατικής μου ζωής.
91
Ω Συ, υπέροχο συμπλήρωμα της ζωής, Θάνατε, ω θάνατέ μου, τρέξε και μίλησέ μου σιγανά. Μέρες και μέρες αγρύπνησα να σε περιμένω. Για σένα υπέφερα τις χαρές και τις αγωνίες της ζωής. Όλος εγώ και κάθε τι που έχω κ' οι ελπίδες μου κ' οι αγάπες μου, όλα στο μυστηριώδικο δρόμο που βγαίνει σε σένα τρέχουνε πάντα. Ένα τελευταίο βλέμμα από τα μάτια σου και η ζωή μου δικιά σου για πάντα. Δρέψανε λουλούδια και έτοιμο είνε το στεφάνι για το γαμπρό. Όταν η νύφη στολισθή, θ' αφήση την κατοικία της και μόνη, στην ερημική νύχτα, θα πάρη το δρόμο για να συναντήση τον Κύριό της.
92
Ξέρω πως θενάρθη η μέρα, που δεν θα βλέπω πια τον κόσμο τούτον κι' η ζωή μου θα αποχωρήση σιωπηλά, απλώνοντας στα μάτια μου τον τελευταίο της πέπλο. Όμως θ' αγρυπνούνε πάντα τα άστρα τη νύχτα κ' η αυγή θα φωτίζη πάλι σαν πρώτα. Κ' οι ώρες θα εξακολουθούν να φουσκώνουν σαν κύματα ταραγμένης θαλάσσης, παραδέρνοντας χαρές και λύπες μαζί. Όταν σκέπτωμαι το τέλος αυτό των στιγμών μου, ο φράχτης του Χρόνου κατρακυλά κι' ανάμεσα απ' το φέγγος του θανάτου ξανοίγω τον κόσμο Σου με τους άγνωστους θησαυρούς του. Σπάνιο είνε και το πιο ταπεινό του κάθισμα, σπάνια κ' η πιο ασήμαντη ζωή του. Τα πράγματα που πόθησα του κάκου, καθώς και κείνα που απόχτησα, ας χαθούν! Και άφησέ μου να κρατήσω στ' αλήθεια, κείνα που πάντα καταφρόνεσα και ποδοπάτησα.
93
Πήρα την απόλυσί μου. Ευχηθήτε μου κατευόδιο, ω αδέρφια μου! Σας προσκυνώ όλους σας και φεύγω. Νά, δίνω πίσω τα κλειδιά της πόρτας μου — και παραιτούμαι από κάθε απαίτησι απάνω στο σπίτι μου. Ζητώ μονάχα έναν τελευταίο γλυκό λόγο από σας. Είμαστε πολύν καιρό γειτόνοι, μα εγώ πήρα από σας περισσότερα απ' όσα μπόρεσα να σας δώσω. Τώρα, χάραξε η αυγή κι' ο λύχνος που έφεγγε στη σκοτεινή γωνιά μου έσβυσε. Μια πρόσκλησι μου ήρθε και είμαι έτοιμος για το ταξίδι μου.
94
Την ώρα αυτή του ταξιδιού, τύχη καλή ευχηθήτε μου, ω φίλοι. Η αυγή ροδίζει στην ανατολή, θαυμάσιος ανοίγεται μπροστά μου ο δρόμος. Μη με ρωτάτε τι παίρνω μαζί μου. Αναχωρώ με τα χέρια αδειανά και την καρδιά γεμάτη ελπίδες. Θα φορέσω το στεφάνι του γάμου, όχι το μελανό του στρατοκόπου μανδύα. Το πνεύμα μου άφοβο θα προχωρήση, όσο κι' αν είνε ο δρόμος από κινδύνους γεμάτος. Και, στο τέλος του ταξιδιού μου, το Άστρο της Βραδειάς θα παρουσιαστή μπροστά μου κ' οι μελαγχολικές νότες των ψαλμών του Εσπερινού θα ξεχυθούνε ξαφνικά από την Οξώπορτα του Βασιληά μου.
95
Δεν είχα συνείδησι της στιγμής, που για πρώτη φορά πέρασα το κατώφλιο τούτης της ζωής. Ποια ήταν η δύναμι που μ' έκανε να εκκολαφθώ στο απέραντον αυτό μυστήριο, σαν άνθος που ανοίγει τα μεσάνυχτα στο δάσος; Όταν το πρωί τα μάτια μου άνοιξαν στο φως, αισθάνθηκα μονομιάς πως δεν ήμουν ξένος σ' αυτή τη γη και πως, με τη μορφή της μητέρας μου, το Ανεξερεύνητο, το χωρίς μορφή και χωρίς όνομα, μ' αγκάλιαζε. Έτσι και στο θάνατο ο ίδιος Άγνωστος θα μου παρουσιαθή, σαν να τον είχα πάντα γνωρίση. Κι' αφού αγαπώ τούτη τη ζωή, ξέρω πως το ίδιο και το θάνατο θα αγαπήσω. Το μωρό κλαίει όταν η μαννούλα του το τραβάει από το δεξί βυζί της, μα, μια στιγμή κατόπι βρίσκει παρηγοριά στο βυζί το αριστερό.
96
Όταν θ' αναχωρήσω από δω, αυτή θάνε η λέξι του αποχαιρετισμού μου: ότι εκείνο που είδα είνε ανυπέρβλητο. Ότι γεύτηκα το μυστικό μέλι του λωτού αυτού που ανοίγει στον ωκεανό του φωτός, κ' έτσι ευλογήθηκα, — αυτή θάνε η λέξι του αποχαιρετισμού μου. Έπαιξα μες στο παλάτι αυτό το γεμάτο από μυριάδες μορφές, κ' εκεί γνώρισαν της ψυχής μου τα μάτια εκείνον που είνε χωρίς μορφή. Τα μέλη μου και το σώμα μου αισθάνθηκαν σύγκορμα ηδονικήν ανατριχίλα στο άγγιγμα εκεινού που δεν αγγίζεται. Α! αν πρέπει τώρα νάρθη το τέλος, ας έρθη! — Αυτή θάνε η τελευταία μου λέξι του αποχαιρετισμού.
97
Όταν παίζαμε μαζί, σαν ήμουνα μικρός, ποτέ δε ρώτησα ποιος ήσουν. Ούτε δειλία, ούτε φόβο γνώριζα. Σαν το ρέμα ήταν ορμητική η ζωή μου. Πρωί πρωί, σα φίλος θαρρετός, με ξυπνούσες και τρέχοντας, από λιβάδι σε λιβάδι ηλιόλουστο μ' έσερνες. Εκείνον τον καιρό δεν ανησυχούσα να γνωρίσω τη σημασία των τραγουδιών που μούλεγες. Μονάχα η φωνή μου επανελάβαινε τις μελωδίες κ' η καρδιά μου με σκιρτήματα ακολουθούσε το ρυθμό τους. Μα, τώρα που πέρασε ο καιρός των παιγνιδιών, ποια είνε αυτή η ξαφνικιά οπτασία; — Το σύμπαν κι' όλα τ' άστρα σιωπηλά και με βαθειά ευλάβεια, στα θεία πόδια Σου κρατούν τα βλέμματά τους χαμηλωμένα.
98
Θα στεφανωθής με τα στεφάνια της ήττας μου που θάνε της νίκης Σου τα τρόπαια. Ανώτερο είνε από τη δύναμί μου ν' αποφύγω την ήττα. Ω, ναι! βέβαια προβλέπω την ήττα της αλαζονείας μου. Ξέρω πως στον υπέρμετρον πόνο, η ζωή μου θα ραγίση σα γυαλί, κ' η αδειανή καρδιά μου, σαν κούφιο καλάμι, θα αναπέμψη μελωδικούς λυγμούς και τα χαλίκια θα αναλύσουν σε δάκρυα. Βέβαια, το ξέρω πως δε θα μείνουν για πάντα κλειστά τα εκατό φύλλα του λωτού, αλλά θα ξεσκεπάσουνε το μυστικό θησαυρό του μελιού του. Ψηλά στον ουρανό ένα μάτι αγρυπνάει, ένα μάτι που θα μου επιβάλη τη σιωπή. Όλα όσα έχω θα μου παρθούν, όλα, και το ελάχιστο, και στα πόδια Σου, θα βρω τον τελικό θάνατο.
99
Όταν απ' τα χαλαρωμένα χέρια μου ξεφύγη το πηδάλιο της ζωής μου, θα ξέρω πως ήρθ' ο καιρός να το κρατήσης Συ. Ό,τι είνε να γίνη τότε θα γίνη στη στιγμή. Κάθε μου προσπάθεια μάταιη θε νάνε. Τότε παραδώσου, ω καρδιά μου! Παραδέξου ατάραχα την ήττα σου, και θεώρει το μεγάλη τύχη ν' αναπαυθής, ήσυχα ήσυχα, εκεί που ευρέθης. Στην ελαφρότερη πνοή του ανέμου, όλο και σβύνουν τα φώτα αυτά. Στην προσπάθειά μου να τ' ανάψω πάλι, όλο και λησμονώ κάθε άλλο πράγμα. Μα, τούτη τη φορά θα είμαι συνετός. Θ' απλώσω το χαλί μου χάμω στη γη, τη νύχτα, και θα προσμένω. Κι' όποτε θελήσης, Κύριέ μου, πλησίασε με το αθόρυβό Σου βήμα. Έτοιμη θάνε η θέσι Σου.
100
Βυθίζομαι στα βάθη του ωκεανού των μορφών με την ελπίδα να κερδίσω το τέλειο μαργαριτάρι του Άμορφου. Όχι πια ταξίδια από λιμάνι σε λιμάνι με το ανεμοδαρμένο τούτο πλοίο μου. Πέρασαν πια από καιρό οι μέρες όπου το παιγνίδι μου ήταν να λικνίζωμαι στα κύματα απάνω. Και τώρα ανυπομονώ να πεθάνω για να μπω εκεί που δεν πεθαίνουν. Στην αίθουσα των Ακροάσεων πλάι στην απύθμενη άβυσσο όπου κυλά μια μουσική δίχως νότες, θα πάρω την άρπα μου τούτη της ζωής. Θαν τη χορδίζω απάνω στους ήχους του Αιώνιου, κι' όταν θα βγάλη την τελευταία νότα της, θ' ακκουμπήσω τη σιωπηλή μου άρπα στα πόδια του Σιωπηλού.
101
Πάντα στη ζωή μου Σε αναζήτησα με τα τραγούδια μου. Ήσαν αυτά που μ' ωδήγησαν από πόρτα σε πόρτα, και μ' αυτά ένοιωσα ολόγυρά μου, ψάχνοντας, κι' αγγίζοντας τον κόσμο μου. Ήσαν αυτά — τα τραγούδια μου — που με δίδαξαν όλα τα μαθήματα που έμαθα ποτέ. Μου έδειξαν μυστικά μονοπάτια, έφεραν μπρος στα μάτια μου πλήθος αστέρια απάνω στον ορίζοντα της καρδιάς μου· Με ωδήγησαν όλην την ημέρα μέσα απ' τα μυστήρια της χώρας της Χαράς και του Πόνου, και, τέλος, σε τι οξώπορτα παλατιού με φέρανε το βράδυ, στο τέλος του ταξιδιού μου;
102
Καυχήθηκα ανάμεσα στους ανθρώπους πως Σε γνώρισα. Σ' όλα τα έργα μου βλέπουν τις εικόνες Σου. Έρχονται και με ρωτούν: «Ποιος είνε;» Δεν ξέρω τι να τους απαντήσω. Λέω: «Αλήθεια, δεν είμαι σε θέσι να σας πω». Με κακίζουν και φεύγουν με καταφρόνησι. Και Συ κάθεσαι εκεί και χαμογελάς. Βάζω τις κάθε λογής ιστορίες μου για Σένα, μέσα σε αλησμόνητα τραγούδια. Το μυστικό αναβρύζει απ' την καρδιά μου. Έρχονται και με ρωτούν: «Πες μας όλα αυτά τι εννοούν;» Δεν ξέρω τι να τους απαντήσω. Λέω: «Α! Ποιος ξέρει τι εννοούν!» Γελούν και φεύγουν με μεγάλη καταφρόνησι. Και, Συ, κάθεσαι εκεί και χαμογελάς.
103
Μ' ένα χαιρετισμό τελευταίο σε Σένα, ω Θεέ μου, άφησε όλες μου τις αισθήσεις ν' απλώσουν και ν' αγγίσουν τον κόσμον τούτο, στα πόδια Σου. Όπως ένα σύννεφο του φθινοπώρου κρέμεται χαμηλά με το φορτίο του της βροχής, έτσι άφησε και το πνεύμα μου, όλο, να σκύψη χαμηλά στην πόρτα Σου, μ' ένα χαιρετισμό τελευταίο σε Σένα. Άφησε όλα τα τραγούδια μου να μαζώξουν όλες τις διάφορες μελωδίες τους σε μια μοναδική συμφωνία και να κυλήσουν σ' έναν Ωκεανό Σιωπής, μ' ένα χαιρετισμό τελευταίο σε Σένα. Όπως ένα μπουλούκι νοσταλγών γερανών, που πετούν νύχτα και μέρα, για να γυρίσουν πίσω στις βουνίσιες φωληές τους, έτσι άφησε και τη ζωή μου, όλη ν' αρχίση το ταξίδι της για το αιώνιο της σπίτι, με ένα χαιρετισμό τελευταίο σε Σένα.
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ — ΘΕΑΤΡΟΝ — ΚΑΛΑΙ ΤΕΧΝΑΙ — ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ — ΔΙΚΑΙΟΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΑΙ — ΦΥΣΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΑΙ — ΙΑΤΡΙΚΗ — ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙΣ — ΙΣΤΟΡΙΑ — ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ — ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ — ΤΑΞΕΙΔΙΑ — ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ — ΕΜΠΟΡΙΟΝ — ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ — ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ — ΟΙΚΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ — ΠΟΙΚΙΛΑ
ΠΟΙΚΙΛΑ
Χρυσάφη I. — Η Γυναικεία Λογοτεχνία εν Σουηδία.
* * *
1) Απατηλή αγάπη, που δεσμεύει μια ψυχή με τον κόσμο.
2) Βίνα, η ινδική λύρα.