Λυρικά αφιερώματα (Γιταντζάλι)

Part 3

Chapter 331 wordsPublic domain

Λοιπόν, ναι, η αγάπη Σου σε μένα είνε τέλεια. Λοιπόν, ναι, κατέβηκες ως εμένα. Ω, Συ, Κύριε όλων των ουρανών, πού θάταν η αγάπη Σου αν δεν υπήρχα; Με πήρες σύντροφό Σου σ' όλα τα πλούτη Σου. Στην καρδιά μου υπάρχει τ' ατέλειωτο παιγνίδι της χαράς Σου. Στη ζωή μου, η θέλησί Σου παίρνει πάντα μορφή και σχήμα. Και για τούτο, Συ που είσαι ο Βασιληάς των βασιληάδων, στολίστηκες με καλλονή για να αιχμαλωτίσης την καρδιά μου. Και για τούτο η αγάπη Σου χάνεται στην αγάπη του εραστή Σου, κ' εκεί φανερώνεσαι στην τέλεια ένωσι των δυο.

57

Φως! Ω! Φως μου! Φως που πλημμυρείς τον κόσμο, φως των ματιών φιλί, γλύκα της καρδιάς εσύ, ω Φως! Α! Ως στα κατάβαθα της ψυχής μου, ω Αγαπημένε μου, περιχύνεται το Φως και στου Φωτός το κάθε χάδι, ω Λατρεμένε μου, δονίζουνται της αγάπης μου οι χορδές. Τα ουράνια ανοίγουν, οι άνεμοι πνέουν ορμητικοί, γέλιο περνά απάνω από τη γη. Στον ωκεανό του φωτός. Αγαπημένε μου, οι πεταλούδες ανοίγουν τα φτερά τους, κ' οι κρίνοι και τα γιασεμιά λιποθυμούνε στου φωτός τα κύματα. Κοίτα, κοίτα, Πολυαγαπημένε μου, πώς χύνει το χρυσάφι του στα σύννεφα το φως, και πώς σκορπά πολύτιμα πετράδια με όλη τους τη λάμψι. Ανατριχίλα ηδονής περνάει από φύλλο σε φύλλο. Αγάπη μου, κ' είνε η Χαρά αμέτρητη. Του ουράνιου ποταμού έσπασαν οι φράχτες κι' όλα πλημμυρίσανε από ευτυχία.

58

Όλοι οι φθόγγοι της χαράς ας αναμιχθούν με το τραγούδι μου — της χαράς που κάνει τη γη να πλημμυρίζη από την ασυγκράτητη βλάστησι της χλόης, της χαράς που κάνει τα δίδυμα αυτά αδέρφια, τη Ζωή και το Θάνατο, να χορεύουν απάνω στον κόσμο, τον πλατύ, της χαράς που ορμάει μέσα από τη θύελλα, συγκλονίζοντας και ξυπνώντας όλη τη ζωή με γέλιο, της χαράς που κάθεται ήσυχη με τα δάκρυά της απάνω στον ανοικτόν κόκκινο λωτό του πόνου, και της χαράς που ρίχνει κάθε τι που έχει, στις σκόνες και δεν ξέρει ούτε μια λέξι.

59

Ναι! Το ξέρω! Δεν είνε παρά η δική Σου αγάπη, ω αγαπημένε της ψυχής μου, το φως εκείνο το χρυσό που χορεύει απάνω στα φύλλα, και τα ράθυμα αυτά σύννεφα που ταξιδεύουνε στο φωτεινό ουρανό, και τ' αγεράκι αυτό που περνώντας αφίνει τη δροσιά του στο μέτωπό μου. Τα μάτια μου πλημμύρισαν απ' της αυγής το φως — αυτό είν' το μήνυμά Σου στην καρδιά μου. Το πρόσωπό Σου σκύβει από ψηλά, τα μάτια Σου ιλαρά κοιτάζουνε τα μάτια μου, από απάνω, και στα πόδια Σου πάλλει η καρδιά μου.

60

Απάνω στις ακρογιαλιές αναρίθμητων κόσμων, παιδιά ανταμώνουνται. Ο απέραντος ουρανός είνε ακίνητος, ψηλά, και το ανήσυχο νερό είνε όλο θόρυβος και ταραχή. Απάνω στις ακρογιαλιές αναρίθμητων κόσμων παιδιά συναντώνται με φωνές και χορούς. Χτίζουν τα σπίτια τους με άμμο και παίζουν με άδειες κοχύλες. Με ξερά φύλλα φτιάχνουν τα καραβάκια τους και με χαμόγελα τα ρίχνουν να πλέουν απάνω απ' την απύθμενη άβυσσο. Τα παιδιά παίζουν στις ακρογιαλιές των κόσμων. Δεν ξέρουν να κολυμπούν, δεν ξέρουν να ρίχνουν δίχτυα. Ψαράδες μαργαριταριών βυθίζουνται για μαργαριτάρια, έμποροι ταξιδεύουν με τα πλοία τους, ενώ τα παιδιά μαζεύουνε χαλίκια και τα σκορπούνε πάλι. Δεν ψάχνουν για κρυμμένους θησαυρούς, δεν ξέρουν να ρίχνουν δίχτυα. Η θάλασσα ανεβαίνει με γέλιο, και χλωμά φωτοβολάει το χαμόγελο της ακρογιαλιάς. Κύματα, όπου έχει τη διαμονή του ο θάνατος, τραγουδούν μπαλλάντες δίχως νόημα στα παιδιά, σαν μια μητέρα που νανουρίζει το μωρό της στην κούνια. Η θάλασσα παίζει με τα παιδιά, και χλωμά φωτοβολάει το χαμόγελο της ακρογιαλιάς. Απάνω στ' ακρογιάλια αναρίθμητων κόσμων παιδιά ανταμώνουνται. Η θύελλα μουγκρίζει στον δίχως δρόμους ουρανό, πλοία ναυαγούν στ' απάτητα νερά, ο θάνατος τριγυρνά, και τα παιδιά παίζουν. Απάνω στ' ακρογιάλια αναρίθμητων κόσμων γίνεται η μεγάλη των παιδιών συνάντησις.

61

Ο ύπνος που φτερουγίζει απάνω απ' τα ματάκια του μωρού — ξέρει κανείς από πού ξεκινάει κ' έρχεται; Ναι! Λένε πως έχει τη φωληά του στη χώρα την ξωτική, μες στων δασών τη σκοτεινιά, που αδύνατα τήνε φωτίζουν η πυγολαμπίδες, 'κεί που κρέμουνται δυο άγρια μπουμπούκια γοητείας — από 'κεί έρχεται για να φιλήση τα ματάκια του μωρού. Το χαμόγελο που φτερουγίζει στα χειλάκια του μωρού όταν κοιμάται, — ξέρει κανείς σας πού γεννήθηκε; Ναι! Λένε πως η πρώτη χλωμή ακτίνα ενός νέου φεγγαριού άγγισε τις άκρες ενός ταξιδιάρικου φθινοπωρινού συννέφου και 'κεί το χαμόγελο πρωτογεννήθηκε, στο όνειρο μιας δροσόλουστης αυγής, — το χαμόγελο που ανθεί στα χειλάκια του μωρού, όταν κοιμάται. Η δροσερή και απαλή τρυφεράδα, που λουλουδίζει στα μέλη του μωρού, — ξέρει κανείς πού ήταν κρυμμένη τόσον καιρό; Ναι! Όταν η μητερούλα του ήταν ακόμα κόρη, πλημμύριζε την καρδιά της με τρυφερό και σιγαληνό μυστήριο αγάπης, η δροσερή κι' απαλή τρυφεράδα που λουλουδίζει τώρα στα μέλη του μωρού.

62

Όταν σου φέρνω παιγνιδάκια πολυποίκιλα, παιδάκι μου, τότε νοιώθω γιατί υπάρχει τέτοιο παιγνίδισμα χρωμάτων στα σύννεφα και στα νερά, και γιατί τα λουλούδια είνε χρωματισμένα με μύριες βαφές — όταν σου φέρνω παιγνιδάκια πολυποίκιλα, παιδάκι μου. Όταν, για να σκιρτήση το κορμάκι σου, σου τραγουδώ, παιδί μου, τότε αλήθεια ξέρω γιατί αυτή η μουσική των δέντρων και γιατί τα σωθικά της γης αφουγκράζουνται με τέρψι τη χορωδία των κυμάτων, — όταν σου τραγουδώ για να χορέψης, παιδί μου. Όταν γεμίζω με γλύκα τ' αχόρταγά σου χέρια, ξέρω τότε γιατί έχουν μέλι των λουλουδιών τα μπουμπούκια και γιατί οι καρποί γεμίζουνε κρυφά με γλυκό χυμό — όταν γεμίζω με γλυκύσματα τ' αχόρταγα χεράκια σου. Όταν φιλώ το προσωπάκι σου για να σε κάνω να χαμογελάσης, ακριβό μου, τότε νοιώθω βέβαια τι είνε αυτή η ηδονή που κυλάει σαν ποτάμι από τον ουρανό, μαζί με της αυγής το φως, και τι είνε αυτή η ανεκλάλητη τέρψι, που φέρνει στο κορμί μου η αύρα του καλοκαιριού — όταν σε φιλώ για να μου χαμογελάσης, χρυσό μου παιδάκι!

63

Με γνώρισες με φίλους που δε γνώριζα. Μ' έβαλες να καθήσω σε σπίτια όχι δικά μου. Έφερες τα απόμακρο κοντά, και μ' έκανες αδέρφι με τον ξένο· Η καρδιά μου ανησυχεί, όταν έχω ν' αφήσω τη συνηθισμένη μου στέγη. Λησμονώ πως εκεί πέρα το παληό κατοικεί με το καινούργιο, και πως εκεί επίσης κατοικείς και Συ. Μέσα από τη Γέννησι και το Θάνατο, στον κόσμον τούτον ή σε άλλους, παντού όπου με οδηγείς είσαι Συ, ο ίδιος, ο μόνος σύντροφος της ατέλειωτης ζωής μου, που δεσμεύεις πάντα με δεσμούς χαράς την καρδιά μου με το ασυνήθιστο. Όταν ένας Σε γνωρίση, τότε ξένος δεν υπάρχει κανείς, τότε καμμιά πόρτα δεν είνε κλειστή. Ω! Άκουσε τη δέησί μου: ποτέ να μη χάσω τη γοητεία του χαδιού του Ενός μες στα παιγνίδια των πολλών.

64

Απάνω στην ερημική πλαγιά της ακροποταμιάς, ανάμεσα στα χόρτα τα ψηλά, τη ρώτησα: «Κόρη! Πού τραβάς, σκεπάζοντας με την ποδιά σου τη φλόγα του λύχνου σου; Το σπίτι μου είνε σκοτεινό και έρημο· δάνεισέ μου το φως σου». Σήκωσε μια στιγμή σε μένα τα σκοτεινά της μάτια και με ατένισε στο σούρουπο της βραδειάς. «Ήρθα κατά το ποτάμι», μούπε, για να εμπιστευθώ στο ρέμα το λυχνάρι μου, όταν σβύση η τελευταία του ήλιου αναλαμπή». Στάθηκα μόνος ανάμεσα στα χόρτα τα ψηλά, κοιτάζοντας την αδύνατη εκείνη φλόγα που γλυστρούσε στο ρέμα, και πήγαινε ανώφελη. Στη σιγαλιά του πυκνωμένου σκοταδιού, τη ρώτησα. «Κόρη! Όλα τα φώτα σας είνε αναμμένα. Πού πας, λοιπόν, με το λύχνο σου; Το σπίτι μου είνε σκοτεινό και έρημο, δάνεισέ μου το φως σου». «Ήρθα», μούπε σε λίγο, «ν' αφιερώσω το λύχνο μου στον ουρανό». Και στάθηκα εκεί, κοιτάζοντας με μελαγχολία το αδύνατο εκείνο φως, ανώφελα να χωνεύη στην έρημο. Στα σκοτάδια της νύχτας της βαθειάς κι' αφέγγαρης, τη ρώτησα. «Κόρη! Τι ζητάς, λοιπόν, κρατώντας, έτσι το λύχνο σου απάνω στην καρδιά σου; Το σπίτι μου είνε σκοτεινό και έρημο· δάνεισέ μου το φως σου». Μια στιγμή σταμάτησε και σκεπτική με κοίταξε μέσα στο σκοτάδι. «Έφερα το φως μου», είπε, «για να λάβω κι' εγώ μέρος στη «Γιορτή των Φαναριών». Και στάθηκα και κοίταζα με λύπη το μικρό λυχνάρι να χάνεται ανώφελα μέσα στα πάμπολλα φώτα της γιορτής.

65

Τι θεϊκό πιοτό ήθελες νάχης, ω Θεέ μου, από το ξεχειλισμένο τούτο ποτήρι της ζωής μου; Ποιητή μου, είνε η χαρά Σου να βλέπης το δημιούργημά Σου με τα μάτια μου, και να στέκεσαι στα προπύλαια των αφτιών μου σιωπηλός ν' αφουγκράζεσαι την ίδια τη δική Σου αιώνιαν αρμονία; Ο κόσμος Σου πλέκει λέξεις στο πνεύμα μου κ' η χαρά Σου προσθέτει μουσική σ' αυτές. Μου παραδίνεσαι με αγάπη, κ' ύστερα όλη τη δική σου γλυκύτητα την αισθάνεσαι μέσα μου.

66

Εκείνη που πάντα έμενε στα βάθη της ύπαρξής μου, στο σύθαμπο και στη σκιά, εκείνη που ποτέ δεν άνοιξε το πέπλο της στης αυγής το φως, θάνε η τελευταία προσφορά μου σε Σένα, ω Θεέ μου, τυλιγμένη στο τελευταίο μου τραγούδι. Λέξεις την καλόπιασαν και όμως δεν μπόρεσαν να τήνε κατακτήσουν. Η Πειθώ του κάκου άπλωσε σ' αυτήν τα διάθερμά της χέρια. Περιπλανήθηκα από χώρα σε χώρα, φυλάγοντάς την στην καρδιά της καρδιάς μου, κι' ολόγυρά της υψωνόταν κ' έπεφτε η παλίρροια κ' η άμπωτις της ζωής μου. Βασίλευε στις σκέψεις μου και στις πράξεις μου, στους ύπνους μου και στα όνειρά μου, και όμως έμενε μόνη και κατά μέρος. Πολλοί άνθρωποι χτύπησαν την πόρτα μου και τήνε ζήτησαν, κ' έφυγαν απελπισμένοι. Κανείς στον κόσμο δεν την είδε στο πρόσωπο ποτέ, και έμενε στη μοναξιά της προσμένοντας την αναγνώρισί Σου.

67

Είσαι ο ουρανός, ο απέραντος, κ' είσαι κ' η μικρή φωληά. Ω Συ, Πάγκαλε, εκεί στη μικρή φωληά είνε η αγάπη Σου που περιβάλλει την ψυχή με χρώματα και ήχους και μύρα. Εκεί έρχεται η Αυγή με το χρυσό πανέρι στο δεξί της χέρι, φέρνοντας στεφάνια ωμορφιάς, σιωπηλά τη γη να στεφανώση. Κι' εκεί, έρχεται η Βραδειά απάνω στα μοναχικά λιβάδια, έρημα από κοπάδια, μέσα από απάτητα μονοπάτια, φέρνοντας δροσερά ραντίσματα γαλήνης στη χρυσή της στάμνα από τον δυτικόν ωκεανό της αναπαύσεως. Μα, εκεί, εκεί που απλώνεται ο απέραντος ουρανός, και όπου η ψυχή θα ορμήση με ανοιχτά φτερά, εκεί βασιλεύει το άσπιλο λευκό ακτινοβόλημα. Εκεί δεν υπάρχει ούτε μέρα ούτε νύχτα, ούτε σχήμα, ούτε χρώμα, και ποτέ, ποτέ μια λέξι.

68

Η ακτίνα Σου έρχεται απάνω σε τούτη τη γη, τη δική μου, με αγκαλιά ορθάνοιχτη, όλη την ημέρα, για να φέρη, σα γυρίση πίσω στα πόδια Σου σύννεφα γινομένα από τα δάκρυά μου, από τους στεναγμούς μου κι' από τα τραγούδια μου. Και Συ, με τέρψι στοργική, τυλίγεις το στήθος Σου, όπου λαμποκοπούν μυριάδες άστρα, με αυτόν τον μανδύα των συννέφων, δίνοντάς του αναρίθμητα σχήματα και δίπλες, και χρωματωσιές ολοένα νέες. Είνε τόσο ελαφρός, και τόσο ρευστός, τόσο απαλός, και γεμάτος δάκρυα, και μουντός και για τούτο τον αγαπάς, ω Συ, Άσπιλε και Διάφανε! Και για τούτο μπορεί να σκεπάση το φοβερό λευκό Σου φως με τις παθητικές σκιές του.

69

Το ίδιο ρέμα της ζωής που τρέχει μες στις φλέβες μου μέρα και νύχτα, κυλάει ανάμεσα στους κόσμους κι' αναπηδά με μέτρο ρυθμικό. Είνε η ίδια η ζωή που ξεσπά μέσα απ' τη σκόνη της γης τη χαρά της σε αναρίθμητες ίνες χορταριών, που ξεσπά σε ορμητικά κύματα λουλουδιών και φύλλων. Είνε η ίδια η ζωή που λικνίζουν η παλίρροια κ' η άμπωτις στον απέραντο «Λίκνο-Ωκεανό» της γεννήσεως και του θανάτου. Μακαριότης περιχύνει — αισθάνομαι — τα μέλη μου, όταν αγγίζουν τη γενική αυτή ζωή. Και περηφανεύομαι, γιατί ο μεγάλος παλμός της ζωής των γενεών βρίσκεται μες στο αίμα μου, που σκιρτά τούτη τη στιγμή.

70

Είνε ανώτερο των δυνάμεών σου να χαρής με τη χαρά τούτου του ρυθμού, ν' ανατιναχθής και να χαθής και να συντριβής στο στρόβιλο της φοβερής αυτής χαράς; Όλα τα πράγματα ορμούν εμπρός, δε σταματούν, δεν κοιτάζουν πίσω, καμμιά δύναμις δεν μπορεί να τα συγκρατήση, ορμούν πάντα μπρος. Κανονίζοντας το βήμα τους με το ρυθμό της ακατάπαυτης αυτής και γοργής μουσικής, οι εποχές έρχονται χορεύοντας και φεύγουν — τα χρώματα κ' οι ήχοι και τ' αρώματα κυλούν σαν άπειροι καταρράκτες στην πλησμονή τούτη της χαράς που ξεχύνεται, παραδίνεται και πεθαίνει κάθε στιγμή.

71

Να κάνω κάτι τι σπουδαίο τον εαυτό μου, και να τον γυρίσω απ' όλες τις μεριές, ρίχνοντας έτσι χρωματιστές σκιές απάνω στο ακτινοβόλημά Σου — τέτοια είνε η «μάγια» (1) Σου. Βάζεις ένα φραγμό σ' αυτό το ίδιο Σου «είναι» κ' ύστερα καλείς το διαχωρισμένο άτομό Σου με μυριάδες νότες. Αυτός ο χωρισμένος εαυτός Σου έλαβε σάρκα μέσα μου. Το διαπεραστικό αυτό τραγούδι αντηχεί μέσ' απ' όλον τον ουρανό σε μυριόχρωμα δάκρυα και χαμόγελα, τρόμους κι' ελπίδες. Κύματα υψώνουνται και πέφτουν πάλι, όνειρα σχίζουνται και σχηματίζουνται Μέσα μου, Συ ο ίδιος κάνεις να ηττηθή ο εαυτός Σου. Η αυλαία αυτή που ύψωσες είνε χρωματισμένη με αναρίθμητες μορφές, με το χρωστήρα της νύχτας και της ημέρας. Πίσω απ' αυτήν η έδρα Σου είνε υφασμένη με θαυμάσια μυστήρια καμπυλών, γιατί όλες οι βάναυσες ίσες γραμμές είνε απ' αυτήν αποκλεισμένες. Η μεγάλη υπέρλαμπρη πομπή από Σένα και μένα πλημμύρισε τον ουρανό. Όλος ο αέρας δονίζεται από τη συμφωνία των δυο μας, κι' όλοι οι αιώνες περνούν με το παιγνίδι αυτό, το «κρυφτούλι», που παίζομε Εσύ κ' εγώ μαζί.

72

Είνε Αυτός, ο Εσώτατος, που αγρυπνεί στην ύπαρξί μου με το βαθύ και ανορμήνευτο άγγιγμά Του Είνε Αυτός, που απλώνει στα μάτια μου τη γοητεία του και που όλος ιλαρότητα παίζει με την άρπα της καρδιάς μου καταπραϋντικές μελωδίες χαράς και λύπης. Είνε αυτός που πλέκει το φάδι αυτής της «μάγιας» με νήματα που αλλάζουν μύρια χρώματα, χρυσά κι' ασημένια, γαλάζια και πράσινα, κι' αφίνει να φαίνεται μέσα από τις δίπλες του το πόδι του, που στο άγγιγμά του ξεχνώ τον εαυτό μου. Οι μέρες έρχουνται κ' οι αιώνες περνούν και είνε Αυτός πάντα που συγκινεί την καρδιά μου με μύρια ονόματα, με μύριους τρόπους, με μύριες γοητείες χαράς και λύπης.

73

Η Λύτρωσι δεν είνε για μένα η άρνησι των εγκοσμίων. Νοιώθω το σφιχτό αγκάλιασμα της ελευθεριάς μέσα σ' εκατομμύρια δεσμά ηδονής. Πάντα και πάντα, χύνεις τους δροσερούς κρουνούς του κρασιού Σου με τα μύρια χρώματα και μύρα, γεμίζοντας το χωματένιο αυτό ποτήρι ως τα χείλη. Ο κόσμος θ' ανάψη τα μύρια διάφορα καντήλια του στη φλόγα Σου και θα τα κρεμάση μπρος στο βωμό του ναού Σου. Όχι! Ποτέ δε θα κλείσω τις πόρτες των αισθήσεών μου. Οι τέρψεις της οράσεως και της ακοής και της αφής θα φέρνουν μαζί τους και τη δική Σου τέρψι. Ναι, όλες οι αυταπάτες μου θα καούν και θα κάνουν μια φωτοχυσία χαράς, κι' όλοι οι πόθοι μου θα ωριμάσουν σε καρπούς αγάπης.

74

Η μέρα τέλειωσε και οι σκιές άπλωσαν στη γη. Είνε καιρός να πάω στον ποταμό να γεμίσω το σταμνί μου. Το βραδυνό αεράκι είνε ανυπόμονο με τη μελαγχολική μουσική του νερού. Α! Με καλεί έξω στο σούρουπο. Στον έρημο δρόμο δεν είνε κανείς διαβάτης· ο άνεμος σηκώνεται, στην επιφάνεια του ποταμού σέρνονται και σκιρτούν του νερού οι ρυτίδες. Δεν ξέρω, αν θα ξαναγυρίσω σπίτι. Δεν ξέρω ποιόν θα τύχη να συναντήσω. Εκεί, στα ρηχά, μέσα στη βαρκούλα, ο άγνωστος άνθρωπος παίζει το λαγούτο του.

75

Τα δώρα Σου σε μας τους θνητούς εκπληρούν όλες τις ανάγκες μας, και όμως γυρίζουν σε Σένα δίχως να λιγοστέψουν. Ο ποταμός έχει να εκτελέση το καθημερινό του έργο και βιαστικός περνά μέσα από κάμπους και χωριά. Και όμως, το αδιάκοπο ρέμα του γυρίζει πάλι στο λούσιμο των ποδιών Σου. Το λουλούδι γλυκαίνει τον αέρα με το άρωμά του, μα, η τελευταία υπηρεσία του είνε να προσφέρη τον ίδιο τον εαυτό του σε Σένα. Η Λατρεία Σου δε φτωχαίνει τον κόσμο. Από τα λόγια του ποιητή, οι άνθρωποι παίρνουν όποια σημασία τους αρέσει. Και όμως, η τελευταία σημασία τους είνε εκείνη που φανερώνει Εσένα.

76

Μέρα με τη μέρα, ω Κύριε της ζωής μου, θα στέκωμαι, πρόσωπο προς πρόσωπο, μπροστά Σου; Με σταυρωμένα χέρια, ω Κύριε όλων των κόσμων, θα στέκωμαι, πρόσωπο προς πρόσωπο μπροστά Σου; Κάτω από τον μεγάλον ουρανό στη μοναξιά και στη σιωπή, με ταπεινή καρδιά, θα στέκωμαι, πρόσωπο προς πρόσωπο, μπροστά Σου; Στον εργατικό τούτον κόσμο Σου, που τον ταράζουν οι κόποι κ' οι αγώνες, ανάμεσα στα πολυθόρυβα πλήθη, θα στέκωμαι, πρόσωπο προς πρόσωπο, μπροστά Σου; Κι' όταν το έργο μου τελειώση σ' αυτό τον κόσμο, ω Βασιληά των βασιληάδων, μόνος κι' αμίλητος, θα σταθώ, πρόσωπο προς πρόσωπο μπροστά Σου;

77

Σε γνωρίζω για Θεό μου και στέκομαι κατά μέρος, — δε σε γνωρίζω για δικό μου για νάρθω πιο κοντά. Σε γνωρίζω για πατέρα μου και σκύβω το κεφάλι ως στα πόδια Σου, — δεν πιάνω το χέρι Σου όπως ενός φίλου μου. Δε στέκομαι εκεί, όπου κατεβαίνεις κι' αναγνωρίζεις τον εαυτό Σου για δικό μου, για να σε σφίξω στην καρδιά μου και Σε πάρω για φίλο μου. Είσαι ο Αδερφός ανάμεσα στους αδερφούς μου, μα, αυτούς δεν τους προσέχω, δε μοιράζω τα κέρδη μου μαζί τους κ' έτσι χαίρομαι όλο μου το «έχει» μαζί Σου. Στη λύπη και στη χαρά δε στέκομαι πλάι στους ανθρώπους, κ' έτσι στέκομαι πλάι σου. Δειλιάζω να παραιτηθώ από τη ζωή μου, κ' έτσι δε βυθίζομαι στα μεγάλα κύματα της ζωής.

78

Όταν η Δημιουργία ήταν νέα κι' όλα τ' αστέρια λάμπαν στην πρώτη τους λαμπρότητα, οι Θεοί μαζώχτηκαν στη συνέλευσί τους στον ουρανό και ψάλαν: «Ω! Εικόνα τελειότητος! Ω! Αγνή χαρά!» Μα, ένας απ' τους θεούς φώναξε ξαφνικά: «Φαίνεται πως κάπου υπάρχει ένα ρήγμα στην αλυσίδα του φωτός, κ' ένα από τ' αστέρια χάθηκε.» Η χρυσή χορδή της άρπας τους έσπασε, το τραγούδι τους έπαψε, και οι Θεοί είπαν με τρόμο: «Ναι, το χαμένο εκείνο αστέρι ήταν το καλύτερο, ήταν η δόξα όλων των ουρανών.» Από την ημέρα εκείνη το ψάξιμο γι' αυτό το αστέρι δεν παύει, και η φωνή εξακολουθεί να πηγαίνη από τον ένα στον άλλον, πως με το χαμό του έχασε ο κόσμος τη μόνη του χαρά. Μόνο στην πιο βαθειά σιγαλιά της νύχτας, τ' αστέρια χαμογελούν και ψιθυρίζουν αναμεταξύ τους. «Μάταιο είνε αυτό το ψάξιμο! Αδιάκοπη τελειότης υπάρχει απάνω σ' όλα!»

79

Αν δεν ήταν της τύχης μου να Σε συναντήσω σε τούτη τη ζωή μου, τότε άφησέ με να αισθάνωμαι πάντα τον πόνο που δε Σ' είδα, — Μη μ' αφίνεις να ξεχνώ ουδέ μια στιγμή και κάνε με να αισθάνωμαι στα όνειρά μου και στις ώρες που είμαι ξύπνιος, το βάσανο αυτής της λύπης. Όταν οι μέρες μου θα ξετυλίγουνται μέσα σε πολυθόρυβες πολιτείες και τα χέρια μου θα γεμίζουν από τα καθημερινά κέρδη, άφινέ με να αισθάνωμαι πως δεν κέρδισα τίποτα, — Μη μ' αφίνεις να ξεχνώ ουδέ μια στιγμή, και κάνε με να νοιώθω στα όνειρά μου και στις ώρες που θάμαι ξύπνιος το βάσανο αυτής της λύπης. Όταν θα κάθωμαι πλάι στο δρόμο, κουρασμένος και λαχανιασμένος, όταν απλώνω το στρώμα μου χαμηλά, απάνω στις σκόνες, άφινέ με να αισθάνωμαι πως έχω ακόμα μπρος μου μακρυνή οδοιπορία, — Μη μ' αφίνεις να ξεχνώ ουδέ μια στιγμή, και κάνε με να νοιώθω στα όνειρά μου και στις ώρες που θάμαι ξύπνιος το μαρτύριο αυτής της λύπης. Όταν οι κάμαρές μου γεμίσουν στολίδια κ' οι λύρες αντηχήσουν, και τα γέλια εκεί μέσα είνε θορυβώδη, άφινέ με να αισθάνωμαι πως δεν είσαι και Συ από τους προσκαλεσμένους μου, — Μη μ' αφίνεις να ξεχνώ ουδέ μια στιγμή, και κάνε με να νοιώθω στα όνειρά μου και στις ώρες που θάμαι ξύπνιος το μαρτύριο αυτής της λύπης.

80

Είμαι σαν ένα απομεινάρι ενός σύννεφου του φθινοπώρου που ανώφελα περιπλανάται στον ουρανό, ω πάντα-δοξασμένε Ήλιε μου! Το άγγελμά σου δε διάλυσε ακόμα τον ατμό μου, για να με κάνη ένα με το φως Σου, κ' έτσι λογαριάζω τους μήνες και τα χρόνια που με χωρίζουν από Σένα. Αν αυτή είνε η επιθυμία Σου, κι' αν αυτό είνε το παιγνίδι Σου, τότε πάρε αυτήν την πρόσκαιρη κι' άδειαν υπόστασί μου, χρωμάτισέ τηνε με χρώματα, χρύσωσέ την με χρυσάφι, βάλε την να πλέη στον ακόλαστον άνεμο, κι' άπλωσέ την με μύριους τρόπους θαυμαστούς. Και πάλι, όταν θα θελήσης να τελειώσης αυτό το παιγνίδι, τη νύχτα, θα διαλυθώ και θα χαθώ στο σκοτάδι, ή, ίσως, σ' ένα χαμόγελο της λευκής αυγής ή στην αγνότητα μιας διάφανης δροσοσταλίδας.

81

Πολλές πολλές μέρες οκνηρίας λυπήθηκα για το χαμένο μου καιρό. Όμως, δεν πήγε ποτέ χαμένος, Κύριέ μου! Κάθε στιγμή της ζωής μου τη σήκωσες Εσύ στα χέρια Σου. Κρυμμένος στην καρδιά των όντων ζωογονείς τους σπόρους ως που να γίνουνε βλαστοί, τα μπουμπούκια ως που ν' ανοίξουνε σε ανθούς, και τους ανθούς ως που να δέσουν σε πλησμονή καρπών. Ήμουν αποσταμένος και νυσταγμένος απάνω στης τεμπελιάς μου το κρεβάτι και φανταζόμουν πως κάθε εργασία είχε τελειώσει. Μα, όχι! Ξύπνησα την αυγή και βρήκα τον κήπο μου γεμάτο από καταπληκτικά θαύματα λουλουδιών.

82

Ατέλειωτος είνε ο καιρός στα χέρια σου, ω Κύριέ μου. Κανείς δεν είνε κει να μετρήση τις στιγμές σου· Οι μέρες κ' οι νύχτες περνούν, οι γενεές ανθίζουν κ' ύστερα μαραίνουνται σαν τα λουλούδια. Ξέρεις να περιμένης. Οι αιώνες σου ακολουθούν ο ένας τον άλλον, για να φέρουν στην τελειότητα ένα αγριολούλουδο του κάμπου. Και μεις; Δεν έχομε καιρό να χάνωμε, κι' αφού δεν έχομε καιρό πρέπει να μεριμνούμε για την τύχη μας. Είμαστε πολύ φτωχοί και δεν μας επιτρέπεται ν' αργοπορούμε. Έτσι ο καιρός περνά, ενώ αφίνω πίσω μου εκείνους που με κλάμματα ζητούν να τον κρατήσουν. Όμως ο βωμός σου μένει αδειανός από αφιερώματα κι' από στολίδια. Κι' όταν τελειώνει η μέρα, τρέχω βιαστικά με το φόβο να μη βρω κλειστές τις θύρες. Μα, βρίσκω, ως τόσο, πως καιρός υπάρχει ακόμα.

83

Μητέρα, θα κάνω μιαν αλυσίδα από μαργαριτάρια για το λαιμό σου με τα δάκρυα της λύπης μου. Τα άστρα πλέξανε τις φωτεινές τους τροχιές για να στολίσουν τα πόδια σου, μα, το δικό μου δώρο θα κρεμαστή στα στήθια σου. Πλούτος και Φήμη από σένα εκπηγάζουν, Μητέρα! Σου ανήκουν κι' αν θέλης τα κρατείς ή τα χαρίζεις. Μα, η λύπη αυτή η δική μου, ανήκει σε μένα μονάχα, κι' αν σου τη φέρνω, σαν ένα αφιέρωμά μου, μου το ανταμείβεις με το γλυκό σου χάδι.

84

Είναι η αγωνία του χωρισμού που πλημμυρίζει τον κόσμο και σ' όλη την έκτασι τ' ουρανού γεννά αναρίθμητα σχήματα και μορφές. Είνε η θλίψι του χωρισμού, που τη νύχτα ερευνάει με λαχτάρα απ' άστρο σ' άστρο και που στην υγρή σκοτεινιά του φθινοπώρου δονίζει τις χορδές κάποιας λύρας αρμονικής, μες στο θρόισμα το λυπητερό των φύλλων. Είνε ο Πόνος, ο εκπορθητής, που πλακώνει βαρύς και πυκνός, με αγάπες και μ' αποθυμιές, με χαρές και με θλίψεις, τις κατοικίες των ανθρώπων, και είνε πάντα ο Πόνος, που απ' την ποιητική μου καρδιά αναβρύζει και κυλάει σε τραγούδια.

85

Όταν οι πολεμιστάδες πρωτοβγήκαν από το παλάτι του Αφέντη τους, πού κρύβαν τη δύναμί τους; Πού ήσαν η πανοπλία τους και τ' άρματά τους; Φαινόντουσαν φτωχοί κι' αδύνατοι, τα βέλη πέφτανε βροχή απάνω τους, την ημέρα που βγήκαν από το παλάτι του Αφέντη τους. Όταν οι πολεμιστάδες γύρισαν, πάλι, πίσω στο παλάτι του Αφέντη τους, πού είχαν κρυμμένη τη δύναμί τους; Είχαν παρατήση τη σπάθα τους, και παρατήση το τόξο και τα βέλη. Ειρήνη ήτανε στα μέτωπά τους κ' είχαν αφήσει πίσω τους της ζωής των τους καρπούς, την ημέρα που γύριζαν πίσω στο παλάτι του Αφέντη τους.

86