Λυρικά αφιερώματα (Γιταντζάλι)
Part 2
Βγήκα μόνος μου για να πάω στο ραντεβού μου. Μα, ποιος είνε αυτός που με ακολουθεί στο σιωπηλό σκοτάδι; Παραμερίζω για ν' αποφύγω την παρουσία του, μα, δεν μπορώ να του ξεφύγω. Κάνει τη σκόνη να σηκώνεται απ' τη γη με τους κομπασμούς του. Προσθέτει τη βροντερή φωνή του σε κάθε λέξι που προφέρω. Είνε το μικρό «εγώ» μου, ω Κύριε μου. Δεν ξέρει καμμιά ντροπή. Μα, εγώ ντρέπομαι νάρθω στην πόρτα Σου με τη συντροφιά του.
31
«Φυλακισμένε» πες μου, ποιος είνε αυτός που σε αλυσόδεσε;» «Ο Αφέντης μου,» είπεν ο φυλακισμένος. «Θάρρεψα πως θα μπορούσα να ξεπεράσω, σ' αυτόν τον κόσμο, κάθε άλλονε στον πλούτο και στη δύναμι, και σώριασα στο δικό μου θησαυροφυλάκιο το χρήμα που ωφειλόταν στο Βασιληά μου. Όταν ο ύπνος με κατανίκησε, ξαπλώθηκα στο κρεβάτι που ήταν για τον Κύριό μου, και σαν ξύπνησα, βρήκα, πως ήμουνα φυλακισμένος μέσα στο ίδιο το θησαυροφυλάκιο μου». «Φυλακισμένε, πες μου, την αλυσίδα αύτη την άσπαστη, ποιος την κατεργάστηκε;» «Εγώ,» είπεν ο φυλακισμένος, «εγώ την κατεργάστηκα αυτήν την αλυσίδα, με πολλή επιμέλεια θαρρούσα πως η ανίκητή μου δύναμι θα κρατούσε όλον τον κόσμο σκλάβο, αφίνοντας εμένα σε μιαν αδιατάρακτη ελευθερία. Έτσι, νύχτα και μέρα εργάστηκα σ' αυτήν την αλυσίδα με μεγάλες, θεώρατες φωτιές και με σκληρά βαρειά χτυπήματα στ' αμόνι. Όταν, τέλος, η δουλειά τελείωσε, και δέθηκε κι' ο τελευταίος κρίκος, ήμουν εγώ στην άσπαστη αλυσίδα.
32
Με όλους τους τρόπους προσπαθούν να με κρατούν ασφαλισμένο, εκείνοι που μ' αγαπούν σ' αυτόν τον κόσμο. Μα, δε συμβαίνει το ίδιο με τη δική Σου αγάπη, που είνε πια μεγάλη απ' τη δική τους, και, Συ, με κρατείς ελεύθερο. Από φόβο μην τους λησμονήσω, δεν τολμούν να με αφήσουν μόνο. Μα, οι μέρες περνούν, μια — μια, και, Συ, δε φαίνεσαι. Κι' αν δε Σε καλώ στις προσευχές μου, κι' αν δε Σε κρατώ μέσα στην καρδιά μου, η αγάπη Σου για μένα περιμένει ακόμα την αγάπη μου.
33
Όταν ξημέρωσε, ήρθανε στο σπίτι μου και είπαν: «Θα πιάσωμε μόνο το πιο μικρό δωμάτιο εδώ». Είπαν: «Θα σε βοηθήσωμε στη λατρεία του Θεού σου, και ταπεινά θα δεχθούμε μόνο ό,τι μας αναλογεί απ' τη χάρι Του.» Κ' ύστερα πήρανε το κάθισμά τους σε μια γωνιά, και κάθησαν ήσυχοι και πράοι. Μα, στο σκοτάδι της νύχτας βρίσκω πως παραβίασαν το αγιασμένο ιεροφυλάκιό μου, και μπήκαν μέσα με δύναμι κι' αντάρα, κι' άρπαξαν, με ανίερη απληστία, τ' αφιερώματα από του Θεού μου το βωμό.
34
Άφησε μόνο αυτό το λίγο να μένη από μένα, για να μπορώ με αυτό να Σε λέω πως είσαι το παν μου. Άφησε μόνο αυτό το λίγο από τη θέλησί μου να μείνη, για να μπορώ με αυτό να Σ' αισθάνωμαι απ' όλες τις μεριές και νάρχωμαι σε Σένα με το κάθε τι, και κάθε στιγμή να Σου προσφέρω την αγάπη μου. Άφησε μόνο αυτό το λίγο να μείνη από μένα, για να μπορώ με αυτό να μην κρύβωμαι ποτέ από Σένα. Άφησε μόνο απ' τα δεσμά μου να μείνη αυτό το λίγο που με δεσμεύει με τη θέλησί Σου, και που εκπληρούνται μ' αυτό όλοι οι σκοποί Σου στη ζωή μου — κι' αυτό είνε ο δεσμός της αγάπης Σου.
35
Όπου το πνεύμα είνε άφοβο, κ' η καρδιά ψηλά κρατιέται, Όπου η γνώσι είνε ελεύθερη, Όπου ο κόσμος δεν έχει σπάσει σε κομμάτια μέσα σε στενούς οικιακούς τοίχους, Όπου οι λέξεις έρχονται απ' τα βάθη της αλήθειας, Όπου ο ακούραστος αγώνας απλώνει τα χέρια του προς την τελειότητα, Όπου το καθάριο ρέμμα της Λογικής δε χάνει το δρόμο του μέσα στην πληκτική έρημο της άψυχης Συνήθειας, Όπου το πνεύμα οδηγείται προς τα μπρος από Σένα σε μιαν ολοένα πιο πλατειά σκέψι και δράσι, Εκεί σ' αυτόν τον ουρανό της ελευθερίας, ω Πατέρα μου, κάνε την Πατρίδα μου να ξυπνήση.
36
Αυτή είνε η παράκλησί μου σε Σένα, ω Κύριε μου, — χτύπα, χτύπα τη ρίζα της ανέχειας στην καρδιά μου. Δος μου τη δύναμι να σηκώνω ελαφρά τις χαρές και τις λύπες μου. Δος μου τη δύναμι να κάνω την αγάπη μου γόνιμη σε δούλεψι. Δος μου τη δύναμι ποτέ να μην απαρνιέμαι το φτωχό ή να γονατίζω μπρος σε μιαν αγέρωχη δύναμι. Δος μου τη δύναμι να σηκώνω το νου μου ψηλά απάνω από τις καθημερινές μικρολογίες. Και δος μου τη δύναμι να παραδίνω τη δύναμί μου στη θέλησί Σου με αγάπη.
37
Θάρρεψα πως το ταξίδι μου έφθασε στο τέλος του, με το τελευταίο όριο της δύναμης μου, — πως το μονοπάτι έκλεισε μπρος μου, πως οι τροφές μου εξαντλήθηκαν, και πως ήρθε ο καιρός να ζητήσω άσυλο σε μια σιωπηλή σκοτεινιά. Μα, είδα πως η θέλησί σου δε γνωρίζει τέλος σε μένα. Κι' όταν τα λόγια τα παληά ξεψυχήσουν απάνω στη γλώσσα, νέες μελωδίες κυλούν απ' την καρδιά, κ' εκεί που τελειώνουν τα παληά μονοπάτια, μια νέα χώρα παρουσιάζεται με όλες τις μαγείες της.
38
Σένα θέλω. Σένα μόνο, — αυτό η καρδιά μου ας επαναλαβαίνη ακατάπαυτα. Όλες οι επιθυμίες που με συναρπάζουν, μέρα και νύχτα, είνε ψεύτικες και άδειες ως πέρα. Όπως η νύχτα φυλάει κρυμμένη στα βάθη των σκοταδιών της την παράκλησι για φως, έτσι και στα βάθη της αναισθησίας μου αντηχάει η φωνή: «Σένα θέλω, Σένα μόνο.» Όπως η θύελλα αναζητάει το τέλος της στη γαλήνη, όταν χτυπά με όλη τη δύναμί της τη γαλήνη, έτσι κ' η ανταρσία μου χτυπά την αγάπη Σου, κι' ως τόσο, η κραυγή της είνε: «Σένα θέλω, Σένα μόνο».
39
Όταν η καρδιά μου είνε σκληρή και αποξηραμένη, κατέβα ως εμένα, ω Κύριέ μου, με βροχή επιεικείας. Όταν η χάρι χαθή από τη ζωή, έλα σε μένα με ένα ξέσπασμα τραγουδιού. Όταν ο θόρυβος της εργασίας υψώνει απ' όλες τις μεριές τη βοή του και με κρατάει μακρυά, παράμερα, τότε έλα, Συ, ω Κύριε της Σιωπής, με την ειρήνη Σου και την ανάπαυσί Σου. Όταν η άθλια καρδιά μου τρομαγμένη στριμώγνεται σε μια γωνιά σα σκλάβος δεμένος, σπρώξε την πόρτα μου, ω Βασιληά μου, κ' έμπα μ' αληθινή Βασιλική πομπή. Όταν επιθυμίες και πόθοι αποτυφλώσουν το πνεύμα μου με απατηλές εικόνες, Συ, Άγιε Μοναδικέ, Συ που όλα τα βλέπεις και σ' όλα αγρυπνάς κι' όλα τα προνοείς, τρέξε σε μένα με το σωτήριο φως Σου, σπεύσε με την αστραπή και τον κεραυνό Σου.
40
Μέρες και μέρες έχει να βρέξη, Θεέ μου, στην άνυδρη καρδιά μου. Ο ορίζοντας έχει μιαν άγρια γδύμνια — ούτε το πιο λεπτό σκέπασμα απαλού συννέφου, ούτε το πιο αόριστο σημάδι καμμιάς απόμακρης δροσερής βροχής. Στείλε την ωργισμένη Σου θύελλα, με το ζόφο του θανάτου, αν είνε αυτή η επιθυμία Σου, και με τις καμτσικιές της αστραπής Σου κατατρόμαξε τον ουρανό απ' άκρη σ' άκρη. Μα, ανακάλεσε, ω Κύριέ μου, ανακάλεσε τη διαπεραστικήν αυτή σιωπηλή κάψα, την πνιχτική, και βουβή και σκληρή, που κατακαίει την καρδιά μου με φρικτήν απελπισία. Της χάρης Σου το σύννεφο ας χαμηλώση από ψηλά, όπως το βουρκωμένο βλέμμα της μητέρας, τη μέρα της πατρικής οργής.
41
Πώς δε φαίνεσαι και συ, αγαπημένε μου, μαζί με τους άλλους, μόνε στέκεις πίσω απ' όλους, κρυμμένος στη σκιά; Περνούν από μπρος σου και σε σπρώχνουν, απάνω στο σκονισμένο δρόμο, κι' ούτε καν σε προσέχουνε. Κ' εγώ προσμένω εδώ ώρες πικραμένες, απλώνοντας για σένα τ' αφιερώματά μου, ενώ οι διαβάτες έρχονται και περνούν τα λουλούδια μου ένα-ένα, και πάει ναδειάση το πανέρι μου. Οι πρωινές ώρες πέρασαν. Πέρασε και το μεσημέρι και στις σκιές της βραδυάς τα μάτια μου βαρύνανε απ' τον ύπνο. Άνθρωποι που γυρίζουν σπίτι τους με κοιτάζουν και γελούν, και με γεμίζουν με ντροπή. Κάθομαι σα μια ζητιανοπούλα, σκεπάζοντας το πρόσωπό μου με τον ποδόγυρό μου, κι' όταν μ' ερωτούν τι θέλω, χαμηλώνω τα μάτια μου κι' απάντησι δε δίνω. Ω! Πώς, αλήθεια, θα μπορούσα να τους πω πως προσμένω Εσένα και πως μούχεις δώσει υπόσχεσι να 'ρθής; Πώς θα μπορούσα, από ντροπή, να ομολογήσω πως κρατώ για προίκα μου αυτήν την κατάντια; Α! Στην πιο μυστική γωνιά της καρδιάς μου φυλάω αυτή την περηφάνεια. Κάθομαι στα χόρτα απάνω, τηράω τον ουρανό και ονειρεύομαι την ξαφνική λάμψι του ερχομού σου: — όλα γύρω σου θ' αστράφτουν, φτερά χρυσά θα χτυπούν γύρω από το άρμα σου, κι' όσοι θα περνούν στο δρόμο θα στέκουνται και θα χαζεύουν, που θα σε βλέπουν να κατεβαίνης απ' ταμάξι Σου, να με σηκώνης απ' τη σκόνη και να καθίζης στο πλευρό Σου την κουρελιάρα αυτή ζητιανοπούλα, που θα τρέμη από ντροπή και περηφάνεια, σαν μια περικοκλάδα στο αεράκι του καλοκαιριού. Μα, ο καιρός περνάει κι' ακόμα ν' ακουστούν οι ρόδες του αμαξιού Σου. Συνοδείες πολλές περνούν από μπροστά μου με φωνές, με θόρυβο, με αλαλαγμούς θριάμβου. Και μόνο Συ θέλεις να μείνης στη σκιά σιωπηλός και τελευταίος απ' όλους; Και μόνο εγώ πρέπει να προσμένω και να κλαίω, και να κουράζω την καρδιά μου με τη μάταιη λαχτάρα;
42
Πρωί, πρωί, ψιθυρίστηκε πως θ' αρμενίζαμε με μια βαρκούλα, μόνο Συ κ' εγώ, και ποτέ μια ψυχή στον κόσμο δε θα γνώριζε γι' αυτή μας την αποδημία προς καμμιά χώρα, προς κανένα τέλος. Σ' εκείνον τον δίχως ακτές ωκεανό, ενώ Συ θ' αφουγκραζόσουν με σιωπηλό χαμόγελο, τα τραγούδια μου θα ξεχύνουνταν σε μελωδίες, ελεύθερες σαν τα κύματα, ελεύθερες από κάθε δεσμό λέξεων. Μα, δεν ήρθε ακόμα η ώρα; Μένει ακόμα καμμιά εργασία να γίνη; Κοίτα, το σούρουπο άπλωσε απάνω στ' ακρογιάλι, και στο λιπόθυμο φως τα θαλασσοπούλια γυρίζουν στις φωληές τους. Ποιος ξέρει πότε θα λυθούνε τα σχοινιά, κ' η βαρκούλα, σαν την τελευταία αναλαμπή του δειλινού, θα χαθή στα σκοτάδια της νύχτας;
43
Ήταν ημέρα που δεν ήμουν έτοιμος για να Σε δεχθώ, και μπαίνοντας απρόσκλητος στην καρδιά μου, το ίδιο όπως ένας του κοινού λαού, άγνωστος σε μένα, ω Βασιληά μου, αποτύπωσες τη σφραγίδα της αιωνιότητος σε πολλές φευγαλέες στιγμές της ζωής μου. Και σήμερα, που έτσι κατά τύχη βρίσκομαι μπροστά τους και βλέπω την υπογραφή Σου, βρίσκω πως είχαν μείνει σκορπισμένες στις σκόνες, τις ανάκατες με τις αναμνήσεις των χαρών και των θλίψεων των λησμονημένων ασήμαντων ημερών μου. Δεν έστρεψες με περιφρόνησι το πρόσωπό Σου από το παιδικό μου παιγνίδι, εκεί ανάμεσα στις σκόνες κ' η περπατησιά που άκουσα στην κάμαρα του παιγνιδιού μου είνε η ίδια που αντηχάει από άστρο σε άστρο.
44
Αυτή είνε η χαρά μου, έτσι να προσμένω και να φυλάω καρτέρι στα πλάγια του δρόμου, όπου οι σκιές κυνηγούν το φως κ' η βροχή ακολουθεί τ' αχνάρια του καλοκαιριού. Ταχυδρόμοι, με μηνύματα απ' άγνωστους ουρανούς, με χαιρετούν και βιαστικά εξακολουθούν το δρόμο. Η καρδιά μου, μέσα μου, είνε χαρούμενη, κ' είνε γλυκειά η πνοή της αύρας που περνά. Απ' την αυγή ως το σούρουπο, κάθουμαι εδώ έξω από την πόρτα μου, και ξέρω πως ξαφνικά θα φθάση η καλότυχη στιγμή όπου θα ιδώ. Στο αναμεταξύ, χαμογελώ και τραγουδώ ολομόναχος. Στο αναμεταξύ, ο αέρας γεμίζει με το άρωμα της Υποσχέσεως.
45
Δεν άκουσες τη σιωπηλή περπατησιά Του; Έρχεται, έρχεται, έρχεται πάντα. Κάθε στιγμή και κάθε εποχή, κάθε μέρα και κάθε νύχτα έρχεται, έρχεται, έρχεται πάντα. Τραγούδησα άπειρα τραγούδια με κάθε λογής διάθεσι, μα, κάθε νότα πάντα ετόνιζε: «Έρχεται, έρχεται, έρχεται πάντα». Από το μονοπάτι του δάσους, τις μέρες τις λιγωμένες απ' τ' αρώματα της Άνοιξης: έρχεται, έρχεται, έρχεται πάντα. Στην αγωνία των φθινοπωρινών νυχτών, στο ξέσπασμα της θύελλας, έρχεται, έρχεται, έρχεται πάντα. Πηδάει από πόνο σε πόνο κ' έρχεται στην καρδιά μου και τήνε σφίγγει απαλά. Και του ποδιού Του το άγγιγμα το χρυσό κάνει τη χαρά μου να λάμπη.
46
Δεν ξέρω από ποιους απόμακρους χρόνους έρχεσαι πάντα πιο σιμά για να με συναντήσης. Ο ήλιος και τ' αστέρια δεν μπορούν ποτέ να Σε κρατήσουν κρυμμένο από μένα, για πάντα. Πολλές αυγές, και δειλινά πολλά, η περπατησιά Σου ακούστηκε κι' ο ταχυδρόμος Σου ήρθε μέσα στην καρδιά μου και μυστικά με κάλεσε. Δεν ξέρω γιατί η ζωή μου όλη σπαρταράει, κ' ένα αίσθημα τρεμουλιαστής χαράς περνά μέσα απ' την καρδιά μου. Μου φαίνεται σαν νάρθε ο καιρός να τελειώσω τη δουλειά μου, και στον αέρα αισθάνομαι ένα λεπτό άρωμα της γλυκειάς Σου παρουσίας.
47
Όλη η νύχτα σχεδόν πέρασε προσμένοντάς Τονε του κάκου. Φοβούμαι μήπως ξαφνικά φανερωθή στην πόρτα μου το πρωί, όταν, μπαϊλντισμένο πια, θα μ' έχη πάρη ο ύπνος. Ω! Φίλοι μου! Αφήστε του ελεύθερη τη διάβα! Μην τον εμποδίζετε να μπη. Αν δε με ξυπνήση το περπάτημά Του, σεις μη δοκιμάσετε να με σηκώσετε. Σας ικετεύω. Δε θέλω τα τρελλά τραγούδια των πουλιών, ούτε το μάνιασμα του ανέμου στο ξεφάντωμα του πρωινού φωτός, την ησυχία μου να ταράξουν· αφήστε με να κοιμούμαι με γαλήνη κι' όταν ακόμα ξαφνικά ο Αφέντης μου παρουσιαστή στην πόρτα μου. Α! Ύπνε μου! Ατίμητε μου ύπνε, που δεν προσμένεις παρά το άγγιγμα Του για να φύγης! Τα κλειστά μου μάτια δε θ' ανοίξουν παρά στου χαμογέλιου Του τη λάμψι, όταν θα 'ρθή κοντά μου, σαν όνειρο που ξεπροβάλλει μέσ' απ' του ύπνου τα σκοτάδια. Ας παρουσιαστή μπροστά μου πιο φωτεινός από το φως, και πιο τέλειος από τα σχήματα όλα. Και την πρώτη ανατριχίλα της χαράς ας τη χρωστάη η ψυχή μου στη θωριά Του. Κι' ο γυρισμός μου στον εαυτό μου ας είνε ένας άμεσος γυρισμός σ' Αυτόνε.
48
Ο πρωινός Ωκεανός της Σιγαλιάς ξέσπασε σε παλμούς κι' ανατριχίλες απ' των πουλιών τα κελαϊδίσματα, και τα λουλούδια, στα πλάγια του δρόμου, φούντωναν χαρωπά και πλούτος χρυσαφιού σκορπούσε μέσα απ' τις σχισμάδες των συννέφων, ενώ εμείς, δίχως καμμιά να δίνωμε σ' αυτά όλα προσοχή, εξακολουθούσαμε βιαστικοί το δρόμο κάτω. Δεν τραγουδούσαμε τραγούδια χαρωπά, ούτε παίζαμε. Δεν κατεβαίναμε στο χωριό για εμπόριο. Δε λέγαμε ούτε λέξι, ούτε χαμογελούσαμε. Δεν χασομερούσαμε ούτε μια στιγμή. Κι' όσο γοργά περνούσε η ώρα, τόσο πιο πολύ βιάζαμε μεις το βήμα. Ο ήλιος μεσουράνισε και τα περιστέρια, στον ίσκιο, γόγγυζαν ερωτικά στα ταίρια τους. Τα φύλλα τα ξερά χόρευαν και στριφογύριζαν στον θερμόν αέρα του μεσημεριού. Το τσομπανόπουλο αποκοιμισμένο κάτω από το δέντρο «μπανυάν», έβλεπε όνειρα χρυσά. Έγυρα κ' εγώ πλάι στην πηγή και ξάπλωσα τα κουρασμένα μέλη μου απάνω στα χορτάρια. Με περιπαίξαν οι σύντροφοι μου με γέλιο περιφρονητικό. Σήκωσαν το κεφάλι και τραβήξανε πάντα βιαστικοί το δρόμο τους. Δε γυρίσανε ούτε μια φορά για να κοιτάξουν πίσω, ούτε πουθενά σταμάτησαν. Χάθηκαν πέρα στη μακρυνή γαλάζια καταχνιά. Πέρασαν πολλά λιβάδια και βουνά κ' είδανε χώρες ξένες, μακρυνές και άγνωστες. Όλη η τιμή σε σας, γενναίοι διαβάτες, του ατέλειωτου δρόμου! Η κοροϊδία κ' η επίπληξις με κέντρισαν για να σηκωθώ, μα, μέσα μου, πρόθυμη ορμή καμμιά δε φάνηκε για να απαντήση. Και παράτησα τον εαυτό μου και χάθηκα στα βάθη μιας ευχάριστης ταπεινωσύνης — στη σκιά αβέβαιης χαράς. Η αταραξία της περιτριγυρισμένης απ' τον ήλιο πράσινης σκοτεινιάς απλώθηκε σιγά-σιγά στην καρδιά μου. Λησμόνησα γιατί ταξίδεψα και παράδωσα δίχως αγώνα το νου μου σε λαβύρινθο ίσκιων και τραγουδιών.
49
Τέλος σαν ξύπνησα απ' τ' αποκάρωμά μου και άνοιξα τα μάτια μου, είδα Σένα, Κύριε μου, ολόρθο εμπρός μου κ' έλουζες τον ύπνο μου με το χαμόγελό Σου. Πώς είχα φοβηθή πως ήτανε μακρύς ο δρόμος και κουραστικός, και δύσκολος ο αγώνας για να φθάσω ως Εσένα! Κατέβης απ' το θρόνο Σου, κ' ήρθες και στάθηκες στην πόρτα της καλύβας μου. Τραγουδούσα ολομόναχος σε μια γωνιά, κ' η μελωδία έφτασε στ' αφτιά σου. Και κατέβης και στάθηκες στην πόρτα της καλύβας μου. Οι τραγουδιστάδες είνε πολλοί στη σάλα Σου, και τα τραγούδια αντηχούν εκεί όλες τις ώρες. Μα, το απλό τραγουδάκι εμένα του αρχάριου δόνησε την αγάπη Σου. Ένα τραγουδάκι γεμάτο παράπονο αναμίχτηκε με τη μεγάλη μουσική του κόσμου, και μ' ένα λουλούδι στο χέρι για βραβείο, κατέβης και σταμάτησες στην πόρτα της καλύβας μου.
50
Κατέβαινα το δρόμο του χωριού, για να πάω να ζητιανέψω από πόρτα σε πόρτα, όταν το χρυσό Σου άρμα φάνηκε από πέρα, σαν ένα λαμπρό όνειρο, και ρώτησα μέσα μου με θαυμασμό ποιος ήταν αυτός ο Βασιληάς όλων των βασιληάδων. Οι ελπίδες μου φτερούγισαν ψηλά, και νόμισα πως οι πονηρές ημέρες μου έφθασαν σ' ένα τέλος, και στάθηκα προσμένοντας ελεημοσύνες να μου δοθούν αζήτητες, και πλούτη, σκορπισμένα σ' όλες τις μεριές στη σκόνη απάνω. Το άρμα στάθηκε εκεί που στεκόμουν. Το βλέμμα Σου έπεσε απάνω μου, και κατέβηκες μ' ένα χαμόγελο στα χείλη. Αισθάνθηκα πως η ώρα η καλή της ζωής μου ήρθε τέλος. Τότε, ξαφνικά, άπλωσες το δεξί Σου χέρι κ' είπες: «Τι έχεις να μου δώσης;» Α! Τι βασιλική χειρονομία ήταν αυτή ν' ανοίξης την παλάμη Σου σ' ένα ζητιάνο και να του ζητήσης ελεημοσύνη! Τάχασα, και στάθηκα μ' αμηχανία, κ' ύστερα απ' το ταγάρι μου έβγαλα σιγά-σιγά τον πιο μικρό κόκκο σιταριού και τον πρόσφερα σε Σένα. Μα, πόσο μεγάλη ήταν η έκπληξί μου, όταν, στο τέλος της ημέρας, άδειασα το ταγάρι μου στο πάτωμα και βρήκα ένα μικρούλικο κόκκο χρυσαφιού ανάμεσα στο φτωχικό σωρό. Κ' έκλαψα πικρά, και είπα γιατί να μην έχω την καρδιά να Σ' τα προσφέρω όλα μου;
51
Η νύχτα πύκνωσε. Οι εργασίες της ημέρας τέλειωσαν. Λέγαμε πως ο τελευταίος μουσαφίρης έφτασε και πως του χωριού όλες οι πόρτες έκλεισαν. Κάποιος μονάχα είπε πως ο Ρήγας έμελλε ναρθή. Γελάσαμε κ' είπαμε. «Όχι! Δεν είνε δυνατόν!» Μας φάνηκε πως ακούσαμε χτυπήματα στην πόρτα και είπαμε πως είνε ο άνεμος. Σβύσαμε τους λύχνους και πέσαμε να κοιμηθούμε. Ένας μονάχα είπε: «Νά ο Ταχυδρόμος!» Γελάσαμε και είπαμε: «Όχι! Ο αγέρας θάνε!» Ταραχή, τα μεσάνυχτα. Αποκοιμισμένοι, θαρρέψαμε πως ήταν η απήχησι μακρυνής βροντής. Η γη έτρεμε, οι τοίχοι κλονίζονταν και ταραχτήκαμε απάνω στον ύπνο μας. Κάποιος είπε πως ήτανε ο θόρυβος άρματος. Κυριευμένοι απ' τον ύπνο, είπαμε ναρκωμένα. «Όχι! Θάνε των νεφών το ξέσπασμα!» Η νύχτα ήτανε σκοτεινή ακόμα, όταν αντήχησαν τα τύμπανα. Ακούσαμε την κραυγή. «Ξυπνάτε! Μη χάνετε καιρό!» Σφίξαμε με τα χέρια μας την καρδιά μας κι' ανατριχιάσαμε απ' το φόβο. Κάποιος είπε: «Βλέπετε; Νά η σημαία του Βασιληά!» Τιναχτήκαμε απάνω και φωνάξαμε: «Γρήγορα! Δεν έχομε να χάνωμε καιρό». Ο Ρήγας έφτασε! Μα, που είνε τα φώτα; Πού τα στέφανα; Πού είνε ο θρόνος για να καθήση; Ω! Ντροπή! Ω! Τι μεγάλη ντροπή! Πού είνε η αίθουσα; Πού είνε οι στολισμοί; Κάποιος είπεν «Τι βγαίνει από τις κλάψες σας; Χαιρετήστε Το με τ' άδεια σας χέρια. Υποδεχθήτε τον στις ολόγδυμνες κάμαρές σας!» Ανοίχτε τις πόρτες και οι κόγχες ας αντιλαλήσουν! Στα βάθεια της νύχτας έρχεται ο Βασιληάς στη σκοτεινή και πένθιμη κατοικία μας, ενώ η βροντή βρυχάται στον ουρανό, κ' η αστραπή ξεσχίζει τα σκοτάδια. Φέρτε, φέρτε αυτήν την ξεφτισμένη ψάθα κι' απλώστε τήνε στην αυλή. Μες στη θύελλα της τρομερής νύχτας ήρθε ξάφνου ο Βασιληάς μας!
52
Μου ερχότανε να σου ζητήσω — μα δεν τολμούσα — τη γυρλάνδα με τα ρόδα που φορούσες στο λαιμό σου. Έτσι, περίμενα ως το πρωί που θάφευγες, για να ψάξω στο κρεβάτι ίσως κ' εύρω εκεί κάνα απομεινάρι του. Κ' έψαξα σαν το ζητιάνο, στης αυγής το σύθαμπο, με την ελπίδα ναύρω ένα μονάχα ή δυο — δεν πείραζε — μαραμμένα φύλλα. Αχ! η δόλια, τι βρήκα; Τι θυμητικό μου άφησε η αγάπη σου; Ούτε λουλούδι, ούτε μύρο, ούτε ένα καν μπουκαλάκι νερό αρωματισμένο, παρά μόνο την τρομερή πολεμική σου σπάθα, αστραφτερή σα φλόγα, βαρειά σαν τ' αστροπελέκι. Το φως το νέο της αυγής περνά μέσα απ' τα παντζούρια και σκορπάει απάνω στο κρεββάτι σου. Το πρωινό πουλάκι τερετίζει χαρωπά και με ρωτάει: «Γυναίκα, τι βρήκες;» Τίποτα: ούτε λουλούδι, ούτε μύρο, ούτε ένα καν μπουκαλάκι νερό αρωματισμένο, — μόνο την τρομερή πολεμική σου σπάθα. Κάθομαι και θαυμάζω κι' απορώ για ένα τέτοιο δώρο που μου άφησες. Δεν μπορώ ναύρω ένα μέρος για να το φυλάξω. Ντρέπομαι να το φορέσω, κι' όπως είμαι αδύνατη, μου πληγώνει τις σάρκες όταν το σφίγγω στα στήθια μου απάνω. Και όμως, θα σηκώσω με τιμή το φορτίο αυτό του πόνου στην καρδιά μου, αυτό σου το δώρο. Από τώρα δε θάχω πια κανένα φόβο σε τούτον τον κόσμο, και στους αγώνες μου όλους θα βγαίνης νικητής. Μου άφησες το θάνατο για σύντροφο, κ' εγώ με τη ζωή μου θα τόνε στεφανώσω. Έχω τη σπάθα σου κοντά μου τώρα για να κόψω τα δεσμά μου, και τι στον κόσμο τώρα έχω να φοβηθώ; Κι' από τώρα θα πετάξω μακρυά μου όλα τα μάταια στολίδια. Κύριε της καρδιάς μου, δε θα υπάρχη πια για μένα αναμονή και κλάμμα στις γωνιές, ούτε ντροπαλά καμώματα, ούτε νάζια. Μου άφησες για στολίδι τη ρομφαία σου, τα στολίδια τα κουκλίστικα τι να τα κάνω πια;
53
Είνε πανώρηο το βραχιόλι Σου, στολισμένο μ' αστέρια και με τέχνη δουλεμένο με μυριάδες πολύχρωμα πετράδια. Μα, για μένα, ακόμα πιο θαυμάσιο είνε το σπαθί Σου με την αστραφτερή καμπύλη του — σαν τα ορθάνοιχτα φτερά του θεϊκού πουλιού του Θεού Βισνού — που ισοζυγιάζει τέλεια με τις ορμητικές αχτίνες του πυρωμένου, σα βασιλεύει, ήλιου. Τρέμει σαν τον τελευταίο της Ζωής αχό στο λίγωμα του πόνου, όταν ο Θάνατος της δίνει το τελευταίο πλήγμα. Αστράφτει σαν την αγνή φλόγα μιας ψυχής που με άγρια λάμψι κατακαίει εγκόσμια πάθη. Πάγκαλο είνε το βραχιόλι Σου, που το λαμπρύνουν άστρα και πετράδια, μα το σπαθί Σου, ω Κύριε της Βροντής, είνε δουλεμένο με απαράμιλλη τέχνη, με καλλονήν ανέκφραστη, τρομερό να το δη κανείς ή καν να το σκεφθή.
54
Τίποτα δε ζήτησα από σένα. Ούτε τ' όνομά μου καν δεν πρόφερα στ' αφτιά σου. Όταν μ' άφησες και πήρες πάλι ξανά το δρόμο, δεν έβγαλα μιλιά. Στεκόμουνα κοντά στο πηγάδι που ένα δένδρο το ίσκιαζε με το μακρυνό του ίσκιο, και οι γυναίκες γυρίζανε στα σπίτια τους με τα σταμνιά τους γεμάτα. Μου φώναζαν και μου λέγαν: «Έλα, λοιπόν, τι κάθεσαι; Η μέρα προχωρεί. Κοντεύει μεσημέρι.» Μα, μαραμένη εγώ, χασομερούσα ακόμα παραδομένη σε κύματα πλατειά ονείρων. Δεν είχα ακούσει την περπατησιά σου όταν ερχόσουν. Τα μάτια σου ήσαν λυπημένα όταν έπεσαν σε μένα, και η φωνή σου, λιπόψυχη όταν μου είπες σιγανά: «Α! Είμαι ένας οδοιπόρος διψασμένος.» Τινάχτηκα απ' τα ονειροπολήματά μου κ' έχυσα νερό απ' το σταμνί μου στις φούχτες σου. Απάνω απ' το κεφάλι μας τα φύλλα θρόιζαν. Ο κούκος φλυαρούσε αθώρητος στους ίσκιους, και το άρωμα των λουλουδιών του «μπάμπλα» ερχόνταν μεθυστικό από έναν κήπο πέρα. Έμεινα βουβή και κοκκίνισα από την ντροπή σαν με ρώτησες το όνομά μου. Τι έκανα, αλήθεια, ώστε ν' αξίζω να με θυμάσαι; Μα, εμένα, η θύμησι ότι μπόρεσα να κατευνάσω τη δίψα σου με το νερό που σούδωσα, θα μένη πάντα στην καρδιά μου και θα την τυλίγη με ηδονή. Η μέρα προχωρεί, είνε αργά, τα πουλιά τραγουδούν με κουρασμένες νότες, τα φύλλα του «χιμ» θροΐζουν απάνω απ' το κεφάλι μου, μα, εγώ ακόμα κάθουμαι και συλλογιέμαι, και συλλογιέμαι . . .
55
Χαύνωσι πλακώνει την καρδιά σου, κι' ο ύπνος είνε ακόμα στα μάτια σου. Δεν σούρθε, λοιπόν, η είδησι πως το λουλούδι βασιλεύει με λαμπρότητα ανάμεσα στ' αγκάθια. Ξύπνα, ω, ξύπνα! Μην αφίνεις τον καιρό του κάκου να περνά. Στο τέλος του σπαρμένου με χαλίκια δρόμου, στη χώρα της παρθένας μοναξιάς, ο φίλος μου κάθεται ολομόναχος. Μην τον απατάς. Ξύπνα, ω, ξύπνα! Τι κι' αν ο ουρανός λαχανιάζει και τρέμει με τη φλόγα του μεσημεριάτικου ήλιου; — τι κι' αν η καφτερή άμμο απλώνει το μανδύα της της δίψας; Δεν νοιώθεις χαρά στα βάθη της καρδιάς σου; Σε κάθε βήμα που θα κάνης, η άρπα του δρόμου δε θα ξεσπάη σε μια γλυκειά μελωδία πόνου;
56