Λυρικά αφιερώματα (Γιταντζάλι)
Part 1
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
ΡΑΜΠΙΤΡΑΝΑΘ ΤΑΓΟΡ
ΛΥΡΙΚΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
(ΓΙΤΑΝΤΖΑΛΙ)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Κ. ΤΡΙΚΟΓΛΙΔΗ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
1921
Από το βιβλίο αυτό ετυπώθηκαν χωριστά, σε χαρτί πολυτελείας, εκατό αντίτυπα αριθμημένα από 1 — 100.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το όνομα του Ινδού ποιητού Ραμπιντρανάθ Ταγόρ ήταν, γενικώς, άγνωστο στην Ευρώπη, ως στα 1914, όταν η Σκανδιναυική Ακαδημία του απένειμε το Βραβείο Νόμπελ. Λίγο πρωτήτερα, ή λίγο κατόπιν, απ' αυτό το γεγονός, εξεδόθησαν στην Αγγλία, και μεταφρασμένες απ' αυτόν τον ίδιον, στην Αγγλική, οι τρεις ποιητικές συλλογές του «Γιταντζαλί» (Λυρικά Αφιερώματα), το «Νέο Φεγγάρι» και ο «Κηπουρός.»
Σήμερα, τα έργα του ποιητού — ποιήματα, δράματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, φιλοσοφικές μελέτες, — μεταφρασμένα σ' όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, κυκλοφορούν σε χιλιάδες αντίτυπα, και η φήμη του και το γόητρό του αυξάνουν από μέρα σε μέρα. Ήδη υπάρχει, στην Ευρώπη, μια «Ταγορική Αδελφότης», όπως και στις Ινδίες, και σε πολλές πόλεις έχουν ιδρυθή φιλολογικές λέσχες, όπου τα μέλη τους συνέρχονται αποκλειστικά για να διαβάζουν και σχολιάζουν τις ποιήσεις του.
Το κύρος του Ανατολίτου αυτού συγγραφέως έχει πια επιβληθή στη Δύσι. Γόνος αρχαίας οικογενείας των Ινδιών, που αποτελούσεν έκπαλαι και αποτελεί ένα είδος φιλολογικής κυψέλης, ο πολιός μειλίχιος ποιητής, με τη σεπτή μορφή του, που κυμαίνεται ανάμεσα του Ναζωραίου και του Πλάτωνος, ήρθε μονάχος και τοποθετήθηκε δίπλα μας με το βαθύ μαγνήτη της στοργής του. Σ' εποχή που όλα τα πνεύματα συνταράζουνταν και θόλωναν στην τραγική ανεμοζάλη του παγκοσμίου πολέμου κι' όλες οι ψυχές έτρεμαν στην αβεβαιότητα, και τόσες αξίες καταστρέφουνταν, ο Ταγκόρ μετέφερεν από την Ανατολή στη Δύσι ένα συναίσθημα της Ζωής, πιο ήρεμο, πιο ελεύθερο από τις υλιστικές και εθνικές αντιλήψεις, προσφέροντας μιαν ατμόσφαιρα κοσμική και μυστική σε πολλούς που βασανίζουνταν στον σκληρόν αγώνα για τις καθημερινές τους ανάγκες, ή είχαν στρέψει κάθε επιθυμία τους και κάθε τους πίστη στα φθαρτά αγαθά και χρησιμοποιούσαν κάθε τους προσπάθεια για τα εγκόσμια κέρδη.
Η επιτυχία του Ταγόρ στη Δύσι εξηγείται ακριβώς για το χαρακτήρα της εποχής όπου παρουσιάσθη, και για την ανακούφισι που μπόρεσε να δώση σε τόσες πονεμένες ψυχές. Μα, ένας από τους πολλούς λόγους, και ο μεγαλύτερος, ίσως, της επιτυχίας του αυτής, μπορεί ν' αναζητηθεί στην απλότητα και στη γλυκύτητα της διδασκαλίας του. Έστρωσε και ισοπέδωσε με την ημεράδα του το δρόμο προς την Ανατολή, στεφάνωσε με λουλούδια την πόρτα του Ανατολίτικου Ναού, έδωσε στην πίστι του όχι ένα νέο θρησκευτικό ρίγος, μα ένα θερμό ανοιξιάτικο άσμα, έτσι ώστε οι ψυχές, οι «χαμένες», μπόρεσαν να τρέξουν σ' αυτόν και να εμβαθύνουν στο Ινδικό Πνεύμα, χωρίς ν' αντιληφθούν ότι κάτω από τις γυρλάνδες και τ' αναθήματά του κρύβουνταν οι μυθικοί και μυστικοί λαβύρινθοι μιας σκέψεως πολύ πιο αρχαίας και απόμακρης και πολύπλοκης απ' εκείνην που φαίνουνταν στην εύκολη μουσική των ποιημάτων του και των αφηγήσεών του.
Και ακριβώς κατά τούτο η εμφάνισίς του υπήρξε μοναδική στην ιστορία της Τέχνης. Καθώς επήγασε, ξαφνικά και μονομιάς μέσα από τις Ινδικές παραδόσεις, σαν ένας ώριμος καρπός όλης της ακμής που προηγήθηκε, από τον καιρό των Ιερών Βεδών, ίσαμε τώρα, αποτελεί αναντίρρητα έναν κρίκο, σχεδόν πρωτοφανή που ενώνει όλες τις τάσεις των αιώνων μαζί, και όλες τις τάσεις των ανθρώπων που ζουν, υψώνοντας εντατικά τα μάτια προς ένα απώτατον διανοητικό σκοπό. Μια μοναδική προσωπικότης, από εκείνες που καρτερούν αιώνες να φανούν, είχεν υψωθή σιωπηλά, αναμεταξύ μας: τα κουρασμένα πνεύματα της Δύσεως εστράφηκαν ζωογονημένα προς την νέαν αυτήν κι' ακένωτη πηγή, που έφερνε μια μυστηριώδη υγείαν σαν τα ιαματικά βότανα των σκοτεινών Βραχμάνων, υγείαν υφασμένη με όλα τα νήματα τ' αδιόρατα που μας κινούν, μας εμπνέουν και μας παθαίνουν! Όλες οι ραφιναρισμένες νοσηρότητες, οι περιπάθειες και οι ευαισθησίες μας είχαν αναλυθή και συμμιγή για να συνυφάνουν την υγείαν αυτήν. Κ' έτσι ενεφανίσθη μπρος στα μάτια μας, σαν η μυστηριώδης πεμπτουσία όλων των ανθρωπίνων διαθέσεων και των λανθανόντων μας ενστίκτων στην πιο μεγαλειώδη έκφανσί των.
Ο Ταγόρ, που, τώρα, είνε ένας πάγκαλος, σαν τ' αρχαία ανάγλυφα, πρεσβύτης, γεννήθηκε στα 1861 στη Βεγγάλη, από αρχαία αριστοκρατική οικογένεια, εγκατεστημένη τώρα στην Καλκούτα. Το όνομά του είνε δημοτικώτατο στις Ινδίες, και τα λυρικά του τραγούδια έχουν καταντήσει πλέον λαϊκά και τραγουδιούνται παντού όπου ομιλείται η μητρική του γλώσσα. Κ. Τ.
1
Μ' έκανες ατέλειωτο, — αυτό είν' το θέλημά Σου κ' η χαρά Σου. Το εύθραυστο αυτό ποτήρι δεν παύεις ολοένα να τ' αδειάζης, και με νέα ζωή να το γεμίζης ολοένα. Την καλαμένια αυτή μικρούτσικη φλογέρα, την έφερες πέρα από λόφους και λιβάδια και σφύριξες μέσα σ' αυτήνε μελωδίες πάντα νέες. Στο αθάνατο άγγιγμα των χεριών Σου, η μικρή μου καρδιά χάνει τα όριά της, από τη χαρά, και ξεσπάει σε ανεκλάλητη διάχυσι. Εδώ, μέσα σ' αυτές τις μικρούλικες φούχτες μου, σωριάζουνται όλα τα δώρα, τ' ανεξάντλητα, που μούρχονται από Σένα. Περνούν τα χρόνια, μα, εξακολουθείς να μου τα στέλνης με την ίδια αφθονία, και πάντα βρίσκεται μέσα σ' αυτές μια μικρή γωνιά για να τη γεμίζης.
2
Όταν μου δίνεις εντολή να τραγουδήσω, μου φαίνεται πώς η καρδιά μου πάει να σπάση από την περηφάνεια. Και κοιτάζω στο πρόσωπό Σου, και δάκρυα έρχονται στα μάτια μου. Ό,τι είνε τραχύ και κακόφωνο στη ζωή μου λυώνει, τότε, και χύνεται σε μία γλυκειά αρμονία — κ' η λατρεία μου ανοίγει τα φτερά της, σαν ένα χαρούμενο πουλί που πετά και φεύγει μακρυά, απάνω από τη θάλασσα. Ξέρω πως Σ' ευχαριστούνε τα τραγούδια μου. Ξέρω, πως μόνο για τραγουδιστή με δέχεσαι μπροστά σου. Με την άκρη της διάπλατης φτερούγας του τραγουδιού μου, αγγίζω το Πόδι Σου, που ποτέ, ποτέ δεν έλπιζα ν' αγγίσω. Και, μεθυσμένος από τη χαρά του τραγουδιού, λησμονώ τον εαυτό μου και Σ' ονομάζω φίλο μου, Εσένα, που είσαι ο Κύριός μου.
3
Με τι τρόπο τραγουδάς, δεν το γνωρίζω, Δάσκαλέ μου! Μα, πάντα Σ' αφουγγράζομαι με έκστασι σιωπηλή. Το φως της μουσικής Σου καταυγάζει τον κόσμο. Της μουσικής Σου η ζωογόνα πνοή κυλάει από ουρανό σε ουρανό. Το ιερό ποτάμι της μουσικής Σου παρασέρνει κάθε βράχο, που στέκεται εμπρός του εμπόδιο, και κυλά, ασυγκράτητο. Η καρδιά μου λαχταράει ν' ακολουθήση το άσμα Σου, μα, του κάκου αγωνίζεται να βρη φωνή. Κάνω ν' ανοίξω το στόμα μου, μα, κανένα τραγούδι δεν μπορεί να πλάση η λαλιά μου, και κλαίω απ' τη ντροπή μου. Α! Αιχμαλώτισες την καρδιά μου, Κύριε, μέσα στις απέραντες λίμνες της μουσικής Σου.
4
Ζωή της Ζωής μου! Πάντα θα προσπαθώ, το σώμα μου αγνό να το κρατώ, ξέροντας πως σ' όλα μου τα μέλη αναπαύεται το ζωντανό Σου χάδι. Πάντα θα προσπαθώ να προφυλάγω τις σκέψεις μου από κάθε τι που δεν είνε αληθινό, ξέροντας πως είσαι Συ η Αλήθεια εκείνη, που άναψε το φως της Λογικής στο νου μου. Πάντα θα προσπαθώ να διώχνω, μακρυά από την καρδιά μου, κάθε πονηρό, και να κρατώ εκεί μέσα λουλουδένια την αγάπη μου, ξέροντας πως Συ έχεις την κατοικία Σου στο άδυτο της καρδιάς μου. Και πάντα η προσπάθειά μου θάνε αυτή: σε κάθε πράξι μου να βλέπω τη μορφή σου, ξέροντας πως είνε η επιρροή σου εκείνη που μου δίνει δύναμι σε κάθε μου έργο.
5
Για χάρι σ' το ζητώ: να μ' αφήσης ν' αναπαυθώ μια στιγμή στο πλευρό Σου. Το έργο που καταπιάστηκα θα το τελειώσω κατόπι. Στερημένη τη θωριά της μορφής Σου, η καρδιά μου δε γνωρίζει ανάπαυσι, ούτε ησυχία. Κ' η εργασία μου δεν είνε πια παρά ένα βάσανο ατέλειωτο, μέσα σε μιαν απέραντη θάλασσα πόνων. Μα, σήμερα, το καλοκαίρι έφεξε στο παραθύρι μου, με τα μουρμουρίσματα και τις πνοές του, κ' οι μέλισσες εστήσανε τρελλό χορό απάνω απ' τα λουλούδια των κήπων. Αυτή είνε η ώρα να καθήσω ήσυχος, πρόσωπο με πρόσωπο, μαζί Σου, και να ψάλω την αφιέρωσι της ζωής στη σιγαλιά και στο ξεχείλισμα της ανάπαυσις αυτής.
6
Δρέψε αυτό το μικρό λουλουδάκι, και πάρ' το, μην αργής, μην τυχόν και μαραθή και πέση, ξεφυλλισμένο στις σκόνες. Κι' αν δεν βρίσκεται γι' αυτό θέσι στα στολίδια Σου, αξίωσέ το τουλάχιστο με το πονετικό άγγιγμα του χεριού Σου. Δρέψε το! Γιατί φοβούμαι, μην η ζωή μου τελειώση πριν το νοιώσω, κ' η ώρα της θυσίας περάση. Όσο κι' αν δεν είνε ζωηρό το χρώμα του, κι' όσο ελαφρό κι' αν είνε το άρωμά του, κόψε το λουλούδι αυτό και χρησιμοποίησέ το, όσο είνε καιρός ακόμα, στην υπηρεσία Σου.
7
Το άσμα μου πέταξε πέρα τα στολίδια του. Παύει πια να περηφανεύεται γι' αυτά. Τα στολίδια του θα μπόδιζαν την ένωσί μας. Θάμπαιναν ανάμεσά μας και τα τριγκινίσματά τους θα αποσβένανε τα γλυκά Σου μουρμουρίσματα. Η ποιητική μου ματαιοδοξία ξεψυχάει από ντροπή στη θέα Σου, ω Ποιητή Διδάσκαλε! Έσκυψα και κάθησα στα πόδια Σου. Μόνο, αξίωσέ με να κάνω τη ζωή μου ένα πράγμα αληθινό κι' απλό όμοιο με μια καλαμένια φλογέρα, που να την γεμίζης Συ με την αρμονία της μουσικής Σου.
8
Το παιδάκι που το στολίζουν με πριγκηπική φορεσιά, και στο λαιμό του κρεμνούν βαρύτιμες αλυσίδες, χάνει κάθε ευχαρίστησι στα παιγνίδια του. Σε κάθε του βήμα, η περιβολή του το εμποδίζει. Από φόβο μην ξεσχισθή, ή μη λερωθή από τις σκόνες, κρατιέται μακρυά απ' τον κόσμο κι' ούτε να μετακινηθή απ' τη θέσι του τολμάει. Εσύ, μητέρα, θαρρείς πως του κάνεις καλό να τώχης φυλακισμένο μέσα σ' αυτά τα πλούσια στολίδια, έξω από τη ζωογόνα σκόνη της γης; Δεν του αφαιρείς έτσι το δικαίωμα να μπη στο μεγάλο πανηγύρι της κοινής ανθρώπινης ζωής;
9
Ω τρελλέ, που δοκιμάζεις να σε σηκώσουν οι ίδιοι σου οι ώμοι! Ω ζήτουλα, που έρχεσαι να ζητιανέψης στη δική σου την πόρτα! Απόθεσε όλα σου τα βάρη μέσα στα χέρια Εκείνου, που όλα μπορεί να τα σηκώση, και ποτέ μην κοιτάζης πίσω σου με λύπη. Η επιθυμία σου σβύνει αμέσως τη φλόγα του λύχνου, που θ' αγγίση η πνοή της. Είνε ιερόσυλη, — μη δέχεσαι κανένα δώρο από τ' ακάθαρτα της χέρια. Δέξου μόνο ό,τι σου προσφέρει η ιερή Αγάπη.
10
Εδώ είνε το υποπόδιό Σου, Κύριε, κ' εκεί τα πόδια σου ακουμπούν, εκεί που ζη ο πιο φτωχός, και ταπεινός κι' ο χαμένος. Σα δοκιμάζω να σκύψω το κεφάλι μου μπροστά Σου, για να Σε προσκυνήσω, το μέτωπό μου δεν μπορεί να φθάση ως στα βάθη εκείνα, όπου τα πόδια Σου αναπαύουνται — ανάμεσα στους πιο φτωχούς, και ταπεινούς και τους χαμένους. Η Περηφάνεια ποτέ δε ζυγώνει εκεί όπου Συ περιπατείς με την περιβολή του ταπεινού, ανάμεσα στους πιο φτωχούς κι' ασήμαντους και τους χαμένους. Η καρδιά μου ποτέ δε θα βρη το δρόμο της προς τα εκεί, όπου Συ κρατάς συντροφιά σ' εκείνους που μείνανε δίχως συντρόφους — τους φτωχούς, και ταπεινούς και τους χαμένους.
11
Παράτησε πια αυτό το κομπολόι σου, και πάψε τις προσευχές και τις ψαλμωδίες. Ποιόνε θαρρείς πως υμνείς στην έρημην αυτή και σκοτεινή γωνιάν ενός ναού, που είνε όλες οι πόρτες του κλειστές; Άνοιξε τα μάτια σου καλά και θα δης πως ο Θεός δεν είνε μπρος σου. Είνε εκεί όπου οργώνει ο γεωργός τη γη, στα μονοπάτια εκεί όπου με κόπο ο εργάτης τσακίζει τις πέτρες. Είνε μαζί τους στη βροχή και στον ήλιο, και σκόνη σκεπάζει την περιβολή Του. Γδύσου το ράσο σου και σαν κ' Εκείνον κατέβα κάτου και συ στις σκόνες και στα χώματα. Λύτρωσι; Πού εννοείς να βρης τη λύτρωσι; Μήπως ο ίδιος ο Θεός μας μ' ευχαρίστησι δε δέθηκε με της Δημιουργίας τα δεσμά, δε δέθηκε μαζί μας για πάντα; Παράτησε τις βαθειές σου προσευχές κι' άφησε κατά μέρος τα λουλούδια και τους λιβανωτούς. Τα ρούχα σου θα σκονισθούνε και θα λερωθούν, μα, δεν πειράζει. Πήγαινε κι' αντάμωσέ Τον, και στάσου κοντά Του με την εργασία, και με τον ιδρώτα στο μέτωπό σου.
12
Θέλει πολύν καιρό το ταξίδι αυτό, κι' είνε μακρύς ο δρόμος Βγήκα, ανεβασμένος στο άρμα της πρώτης ακτίνας του φωτός, κ' εξακολούθησα το ταξίδι μου ανάμεσα από τις ερημιές των κόσμων, αφίνοντας τα ίχνη μου σ' άστρα πολλά και σε πολλούς πλανήτες. Ο μακρυνώτερος δρόμος με φέρνει πιο κοντά Σου, κ' εκείνη η μουσική άσκησις είνε η πιο πολύπλοκη, όποια τελειώνει στην τελειότερη απλότητα ενός ήχου. Έχει πολλές ξένες πόρτες να χτυπήση ο οδοιπόρος πριν έρθη στη δική του, κ' έχει κανείς να περιπλανηθή σ' όλους τους έξω κόσμους, ως που να φθάση, τέλος, στο βωμό, τον πιο εσωτερικό. Πολύν καιρό τα μάτια μου ψάχνανε μακρυά, δεξιά κι' αριστερά, στα βάθη και στα ύψη, πριν τα κλείσω και πω: «είσαι δω!» Η κραυγή κ' η ερώτησις «Ω! Πού;» αναλύθηκε σε μύριους ποταμούς δακρύων και πλημμυρίζει τον κόσμο με το κύμα της επιβεβαιώσεως· «Υπάρχω!»
13
Το τραγούδι, πούρθα να τραγουδήσω, έμεινε ατραγούδιστο ως τα σήμερα. Πέρασα τις μέρες μου χουρδίζοντας και ξεχουρδίζοντας την άρπα μου. Δεν μπόρεσα να βρω το σωστό ρυθμό. Οι στίχοι δεν ταιριάζανε. Κ' έμεινε μονάχα η αγωνία του πόθου στην καρδιά μου. Το λουλούδι δεν άνοιξε. Μόνο τ' αέρι γύρω του αναστενάζει. Δεν είδα τη μορφή Του, ούτε η φωνή Του κύλησε στ' αφτιά μου. Μόνο άκουσα την αλαφρή περπατησιά Του έξω από την πόρτα μου. Όλη τη μακρινή μέρα της ζωής μου, την πέρασα ετοιμάζοντας το κάθισμά Του στο σπίτι μου. Μα, η λάμπα δεν ανάφτηκε και πώς να Τόνε προσκαλέσω νάμπη; Ζω με την ελπίδα της συνάντησής Του, μα, ακόμα αυτή η συνάντησις να γίνη!
14
Οι επιθυμίες μου είναι αναρίθμητες και το παράπονό μου γεμάτο λύπη. Μα, πάντα μ' έσωσες Εσύ με τις τραχές Σου αρνήσεις. Η αυστηρή Σου αυτή επιείκεια έχει πλέξει τα φάδια της γύρω στη ζωή μου. Μέρα με την ημέρα, με κάνεις άξιο των απλών και μεγάλων σου δώρων, που τα κατρακυλάς απάνω μου, δίχως να Σ' τα ζητώ: — τον ουρανόν αυτόνε και το φως, και τη σάρκα αυτή και τη ζωή και το πνεύμα — και με τραβάς μακρυά από τους κινδύνους υπερβολικών αποθυμιών. Καμμιά φορά, χασομερώ, άτονος και χαύνος. Καμμιά φορά, ξυπνώ, και ξεκινώ τρεχάλα για την αναζήτησι των πόθων μου, μα, τότε, κρύβεις σκληρά το πρόσωπό Σου από μένα. Μέρα με τη μέρα, με κάνεις άξιο της τέλειας υποδοχής Σου με το να μου αρνήσαι πάντα, λυτρώνοντάς με απ' τους κιδύνους της Αδυναμίας και του αβέβαιου πόθου.
15
Είμαι εδώ για να Σου ψάλω ύμνους. Σ' αυτήν εδώ την αίθουσα πούνε δική Σου, έχω μια γωνιά κ' εγώ για να καθήσω. Στον κόσμο Σου δεν έχω τι να κάνω, κ' η ανώφελη ζωή μου ξεχύνεται μονάχα σε νότες δίχως σκοπό κανένα. Όταν σημάνη η ώρα της βουβής λατρείας Σου, στο σκοτεινό ναό της βαθειάς νύχτας πρόσταξέ με, Κύριε, κι' ολόρθος θα σταθώ μπροστά Σου για να ψάλλω. Κι' όταν η άρπα η χρυσή αντηχήση στο αεράκι της Αυγής, τότε τίμησέ με, Κύριε, προστάζοντας την παρουσία μου μπροστά Σου.
16
Προσκλήθηκα κ' εγώ στη γιορτήν αυτού του κόσμου, κ' έτσι η ζωή μου ευλογήθηκε. Τα μάτια μου είδαν και τ' αφτιά μου ακούσανε. Έλαβα μέρος σε τούτη τη γιορτή, παίζοντας τ' όργανό μου, και το προσπάθησα όσο καλύτερα μπορούσα. Τώρα, αυτό ρωτάω: — Ήρθε πια ο καιρός που θα μπορέσω να παρουσιασθώ μπροστά Σου και να Σου προσφέρω το σιωπηλό χαιρετισμό μου;
17
Προσμένω μόνο την Αγάπη, για να παραδοθώ, τέλος, στα χέρια της. Νά γιατί είνε τόσο αργά, και γιατί είμαι ένοχος τόσων παραλείψεων. Έρχουνται με τους νόμους τους και με τους κώδικές τους για να με δέσουν χειροπόδαρα. Μα, εγώ πάντα τους διαφεύγω, γιατί προσμένω μόνο την αγάπη για να παραδοθώ, τέλος, στα χέρια της. Ο κόσμος με κατηγορεί και με λέει αξένοιαστο: δεν αμφιβάλλω πως έχει δίκαιο να με κατηγορή ο κόσμος. Η μέρα της αγοράς τέλειωσε κι' όλη η εργασία έγεινε. Εκείνοι πούρθαν και με κάλεσαν του κάκου, γύρισαν πίσω με θυμό. Προσμένω μόνο την αγάπη για να παραδοθώ, τέλος, στα χέρια της.
18
Σύννεφα σωριάζουνται απάνω σε σύννεφα κι' ο κόσμος σκοτεινιάζει. Α! Αγάπη γιατί μ' αφίνεις να περιμένω έξω από την πόρτα ολομόναχος; Στις πολυάσχολες στιγμές της μεσημεριάτικης δουλειάς είμαι με το πλήθος, μα, στη μοναξιά της σκοτεινής αυτής ημέρας, μόνο για σένα ελπίζω. Αν δε μου δείξης το πρόσωπό Σου, αν μ' αφήσης ολότελα παραμερισμένο, δεν ξέρω πώς να περάσω τις μακρυνές και βροχερές αυτές ώρες. Στέκομαι και κοιτάζω τον ουρανό που σκοτεινιάζει ως πέρα μακρυά, κ' η καρδιά μου τριγυρνά θρηνώντας με τον ανήσυχον άνεμο.
19
Αν δε μου μιλήσης θα γεμίσω την καρδιά μου με τη σιωπή Σου και θα υποφέρω το βάρος της. Θα σταθώ ακίνητος και θα προσμένω, σαν τη νύχτα στην αστρόφεγγη αγρυπνιά της, με το κεφάλι σκυφτό και με υπομονή. Σίγουρα θάρθη η μέρα. Το σκοτάδι θα σκορπίση και η φωνή σου θα κελαρύση απ' τον ουρανό, σα ρυάκι με νερά μαλαματένια. Τότε τα λόγια σου θα φτερουγίσουν, σαν τα τραγούδια στις φωλιές των πουλιών σου, κ' οι μελωδίες σου θα ξανοίξουν σαν τα μπουμπούκια των λουλουδιών σ' όλα τ' άλση των δασών μου.
20
Την ημέρα που λουλούδισε ο λωτός, αλλοί μου! ήταν ο νους μου παραστρατισμένος και δεν το πρόσεξα. Το πανέρι μου ήταν αδειανό και το λουλούδι απόμενε παρατημένο. Μόνο κάποτε, κάποτε, μια λύπη έπεφτε απάνω μου, και ξύπνησα από τα όνειρά μου, κ' αισθάνθηκα το λεπτό άρωμα μιας παράξενης ευωδιάς στο αεράκι του Νοτιά. Στην ακαθόριστη εκείνη γλύκα, η καρδιά μου λιγωνόταν από πόθο, και μου φαινόταν σαν νάταν η διάθερμη του καλοκαιριού πνοή που αναζητούσε την τελειοποίησί της. Δεν ήξερα, τότε, πως ήταν τόσο κοντά, πως ήταν δικιά μου, και πως η τέλεια αυτή γλύκα ανθούσε στα βάθη της δικιάς μου καρδιάς.
21
Πρέπει να ρίξω στα κύματα τη βάρκα μου. Άτονες οι ώρες περνούν απάνω απ' τ' ακρογιάλι. — Αλλοίμονο σε μένα! Η Άνοιξι έδωσε όλη την άνθησί της, και μας αποχαιρετά. Και τώρα, με το φορτίο των μαραμένων και ανώφελων λουλουδιών, περιμένω και χασομερώ. Τα κύματα άρχισαν να κάνουν ταραχή, κι' απάνω στην ακτή, στο μονοπάτι, το γεμάτο ίσκιους, τα κίτρινα φύλλα τρεμουλιάζουν και πέφτουν. Τι κενό ατενίζεις, ω ψυχή μου; Δεν αισθάνεσαι μίαν ανατριχίλα να περνά στον αέρα μαζί με τις νότες του απόμακρου τραγουδιού που πλέει απ' τ' άλλο ακρογιάλι;
22
Στους βαθιούς ίσκιους του βροχερού Ιουλίου, με μυστική περπατησιά διαβαίνεις, σιωπηλός σαν τη νύχτα, κ' οι νυχτοφύλακες που αγρυπνούνε δε Σε παίρνουν νόγα. Σήμερα, η Αυγή σφάλιξε τα μάτια της, απρόσεκτη στα επίμονα καλέσματα του μεγαλόφωνου Λεβάντε, κ' ένας πυκνός πέπλος άπλωσε απάνω στον πάντα ξυπνό γαλάζιον ουρανό. Τα δάση πάψαν τα τραγούδια τους, κ' οι πόρτες όλες κλείστηκαν σε κάθε σπίτι. Συ μόνος είσαι ο μοναχικός διαβάτης στον ερημικό τούτο δρόμο. Ω! Μοναδικέ μου Φίλε, Συ, πιο αγαπημένε μου απ' όλους, οι πόρτες είνε ανοιχτές στο σπίτι μου — μην περάσης απ' έξω σαν ένα όνειρο.
23
Άρα γε, σε τούτη τη κοσμοχαλασιά αυτής της νύχτας, έξω βρίσκεσαι, ω Φίλε μου, στο ερωτικό Σου ταξίδι; Ο ουρανός βογγά σαν ένας που βρίσκεται σε απελπισία. Δεν έχω ύπνο, απόψε. Κάθε στιγμή και πάντα, ανοίγω, ω Φίλε μου, την πόρτα μου, και κοιτάζω έξω, στα σκοτάδια. Δεν μπορώ να ιδώ τίποτα μπροστά μου. Και μένω σε απορία μην ξέροντας να ορίσω από πού είνε ο δρόμος σου. Σε ποιαν όχθη σκοτεινή του μαύρου σα μελάνι ποταμού, από ποιαν απόμακρη άκρη του κατσουφιασμένου δάσους, μέσα από ποια μπερδεμένα βάθη του Σκοταδιού, ανοίγεις, ω Φίλε μου, το δρόμο σου, για ναρθής σε μένα;
24
Αν η μέρα τέλειωσε, αν τα πουλιά πάψανε να ψάλλουν, αν ο άνεμος εκόπασε κουρασμένος, άπλωσε τότε απάνω μου τον πυκνό πέπλο των σκοταδιών, όπως εσκέπασες τη γη με τους πέπλους του ύπνου και έκλεισες απαλά τα πέταλα του μαραμένου λωτού, στο σούρουπο. Από τον οδοιπόρο που το ταγάρι του είνε άδειο από φαΐ, πριν τελειώση το ταξίδι, που τα ρούχα του είνε ξεσχισμένα και φορτωμένα σκόνη, που η δύναμί του τον παράτησε, αφαίρεσε τη ντροπή και τη φτώχεια και ανανέωσε τη ζωή του, σαν ένα λουλούδι, κάτω από το σκέπασμα της καλόβολης νύχτας Σου.
25
Τη νύχτα του βαρεμού, άφησέ με ν' αναπαύσω απάνω Σου την εμπιστοσύνη μου, και να παραδοθώ στον ύπνο, χωρίς φροντίδες. Το αποχαυνωμένο πνεύμα μου ας μη κοπιάση να Σου προετοιμάση μια λατρεία που θάτανε φτωχειά και ανάξια. Είσαι Συ, που σέρνεις τον πέπλο της νύχτας απάνω από τα μάτια, τα κουρασμένα, της μέρας, για να ξαναγεννηθή η ματιά της, στο ξύπνημα, σε μια πιο δροσερή χαρά.
26
Ήρθε και κάθησε στο πλάι μου, μα εγώ δεν ξύπνησα. Τι καταραμένος ύπνος ήταν! Ω! Ο κακορροίζικος εγώ! Ήρθε, όταν η νύχτα ήταν βυθισμένη στη γαλήνη. Κρατούσε στα χέρια Του την άρπα Του, και στα όνειρά μου όλο ένα πιο ζωηρά αντηχούσαν οι γλυκές Του μελωδίες. Αλλοί μου! Γιατί χάθηκαν έτσι οι νύχτες μου όλες; Αχ! Γιατί τα μάτια μου ποτέ να μη μπορούν να ιδούν Εκείνον που η πνοή Του αγγίζει τον ύπνο μου;
27
Φως, ω! πού είνε το φως; ζωήρεψέ το με του Πόθου την καφτερή φωτιά. Νά η λάμπα, μα, ποτέ ένα τρεμούλιασμα φλόγας! — αυτή είνε η μοίρα σου, ω καρδιά μου; Α! πολύ πολύ προτιμότερος θάταν για σένα ο θάνατος! Στην πόρτα σου χτυπάει η κακορροιζικιά και το μήνυμα σου φέρνει, πως ο Κύριός σου αγρυπνά και σε καλεί στο ραντεβού, το ερωτικό, μες στα σκοτάδια της νύχτας. Ο ουρανός σκεπασμένος από σύννεφα και η βροχή δεν παύει. Δεν ξεύρω τι είνε αυτό που μέσα μου σπαρταρά, — δεν ξέρω τι σημαίνει. Η λάμψι η ξαφνική μιας αστραπής μαζεύει στις ματιές μου πυκνότερο σκοτάδι, κ' η καρδιά μου ψαχουλεύει για το μονοπάτι όπου η μουσική της νύχτας με καλεί. Φως! Α! Πού είνε το Φως; Ας ζωηρέψη με του πόθου την καφτερή φωτιά. Βροντά, κι' ο άνεμος, ορμητικός, ουρλιάζει στ' απέραντο διάστημα. Η νύχτα μαύρη σαν καταμέλανος βράχος! Μην αφίνης της ώρες να κυλούνε στο σκοτάδι. Αναψέ με τη ζωή σου το λύχνο της Αγάπης.
28
Πεισματικά κ' επίμονα είνε τα εμπόδια, μα, η καρδιά μου πονεί σα δοκιμάζω να τα σπάσω. Η λεφτεριά είνε το μόνο που έχω ανάγκη, μα, αισθάνομαι ντροπή να την ελπίζω. Είμαι βέβαιος πως ανεχτίμητος πλούτος υπάρχει σε Σένα, και πως είσαι ο καλύτερός μου φίλος, μα, δεν έχω καρδιά να σαρώσω τα μάταια στολίδια που είνε γεμάτη απ' αυτά η κάμαρά μου. Το σάβανο που με σκεπάζει είνε ένα σάβανο από σκόνη και θάνατο. Το μισώ, μα, το αγκαλιάζω με αγάπη. Τα χρέη μου είνε πολλά, τα λάθη μου μεγάλα, η ντροπή μου βαρειά και μυστικιά, μα, σαν έρχομαι να παρακαλέσω για το καλό μου, τρέμω από φόβο μην τυχόν κι' ακουσθή η παράκλησί μου.
29
Εκείνος, που περιβάλλω με τόνομά μου (ο εαυτός μου), κλαίει μέσα σ' αυτήν τη φυλακή, τη σκοτεινή. Πάντα καταγίνομαι να χτίζω αυτόν τον τοίχο ολόγυρα, κ' επειδή αυτός ο τοίχος, μέρα με τη μέρα, υψώνεται ολοένα προς τον ουρανό, χάνω τη θωριά του αληθινού μου «είναι» στη σκοτεινή σκιά του. Ξηπασιά με πιάνει για τον μεγάλον αυτόν τοίχο, και τον ασβεστώνω με χώμα και με άμμο μην τυχόν κ' η ελάχιστη τρυπίτσα μείνη σε τούτο τόνομά μου. Και για όλη τη φροντίδα που λαβαίνω, χάνω τη θωριά του αληθινού μου «είναι».
30