Ελληνική Εποποιία, Ο Εωσφόρος: [Ιωάννης Τσιμισκής]
Part 5
Επί της αρχαίας μεγάλης οδού της Θράκης εγένετο η πρώτη τρομερά αύτη σύρραξις του επί Τσιμισκή επικού πολέμου των Ελλήνων προς τους Βουλγάρους και τους Ρώσσους. Ούτοι ήσαν εστρατοπεδευμένοι 15 ώρας από της Αδριανουπόλεως, προς την διεύθυνσιν της Κων]πόλεως. Εις τρία σώματα είχε διαιρέσει τον στρατόν του ο Σκληρός· τα δύο τα έκρυψεν εκατέρωθεν της οδού, εντός δασών, με την εντολήν να επιπέσουν κατά του εχθρού εις το πρώτον σύνθημα, αυτός δε με το ισχυρότερον επετέθη κεραυνοβόλως. Η σύρραξις ήτο τρομακτική. Οι ελαφρώς ωπλισμένοι Ούγγροι και οι Βούλγαροι ιππείς εθραύσθησαν υπό την επέλασιν του βαρέος Βυζαντινού ιππικού και έφυγον εν αταξία προς το κύριον σώμα των Ρώσσων, αναταράξαντες αυτό. Τινές μόνον εκ των Ρώσσων, οι αρχηγοί κυρίως, εμάχοντο έφιπποι. Η μάχη αύτη περιγράφεται ως μοναδική υπό έποψιν σκηνικού μεγαλείου και τραγικής αναστατώσεως. Η λύσσα εκατέρωθεν είχεν εκφύγει πλέον από κάθε ανθρώπινον όριον. Δεν έβλεπέ τις ειμή ένα περιδινούμενον σύμπλεγμα ανθρώπων, δοράτων, ίππων, πελέκεων, ξιφών, δεν ήκουεν, ειμή τον ωμόν κτύπον των συγκρουομένων σιδηρών όπλων, τον μέγαν αλαλητόν συγκρουομένων στρατιών. Οι Ρώσσοι οπλίται, υπό την προστασίαν των μεγάλων ασπίδων των, λυσσωδώς τον πέλεκυν και το δόρυ εχειρίζοντο, η «οδινική» φρενίτις εδεκαπλασίαζε τας δυνάμεις των. Ηυτοκτόνουν σπαράσσοντες τα σπλάγχνα των, αλλά δεν παρεδίδοντο. Ο αήρ επάλλετο και ετρικύμιζεν από τας ιαχάς των Ελλήνων και τους φοβερούς αλαλαγμούς των συμπολεμιστών της στέππης, ενώ το αίμα ανεπήδα εξ όλων των σημείων εν τη αμειλίκτω εκείνη αλληλοσφαγή. Δραματικώτατα και επικώτατα επεισόδια έμειναν εν τη παραδόσει της Ιστορίας εκ της μάχης αυτής.
Ρώσσος αρχηγός, περίφημος εν τη στρατιά διά την φοβεράν σωματικήν του δύναμιν και το πελωριώτατον ανάστημα, πτερνίσας τον ίππον του, ώρμησε κατά του αρχιστρατήγου Σκληρού, μαχομένου και αυτού εφίππου επί κεφαλής του στρατού του, και με φοβεράν ορμήν κατέφερε το ξίφος κατ' αυτού. Τούτο εξωλίσθησεν επί της περικεφαλαίας του στρατάρχου. Ανθορμήσας τότε ούτος και επιδεξιώτατα περιστρέψας το ξίφος του, εκτύπησε κατά κεφαλής τον Ρώσσον. Και τόσον θαυμάσιον και ισχυρότατον ήτο το κτύπημα, ώστε το ξίφος, κατακόψαν την περικεφαλαίαν, εδιχοτόμησε σχεδόν την κεφαλήν του γίγαντος, όστις κατέπεσεν αμέσως νεκρός. Τότε δεύτερος Ρώσσος, φοβερώτατος την όψιν, ορμά κατά του Σκληρού. Προλαμβάνει όμως ο παρά το πλευρόν του μαχόμενος νεώτατος αδελφός του, πατρίκιος, και ορμά και αυτός συγχρόνως κατά του Ρώσσου, όστις έσκυψεν επί του ίππου του διά ν' αποφύγη το κτύπημα. Αλλά το βαρύ ξίφος του νέου Σκληρού, υπό χειρός ρωμαλαίας φερόμενον, καρατομεί τον ίππον, πεσόντα αμέσως μετά του αναβάτου. Ο Σκληρός αναπηδά, αρπάζει αυτόν από της σιαγόνος, και τον αποσφάζει.
Β
ΕΠΙ ώρας διεκυμαίνετο ούτω η μάχη, ότε ο Σκληρός διέταξε να δοθή το συμπεφωνημένον σύνθημα: «Ενηχήσαντος του ενυαλίου (ύμνου) και παταγούντων των τυμπάνων, εν μέσω φρενιτιώδους θορύβου, εξορμούν τα εις τα δάση, δεξιόθεν και αριστερόθεν, κεκρυμμένα σώματα των Ελλήνων και συνεπιτίθενται κατά των εξηντλημένων βαρβάρων. Καταπλαγέντες ούτοι, κλίνουν περίτρομοι προς φυγήν. Μάτην οι αρχηγοί προσπαθούν να τους συγκρατήσουν. Ο πανικός είχεν αρχίσει να τους διασαλεύη. Εν τούτοις είς των εφίππων αρχηγών, γίγας κατά το σώμα και διακρινόμενος από την απαστράπτουσαν πανοπλίαν του, κατορθώνει να αναχαιτίση προς στιγμήν και να στρίψη πάλιν προς την μάχην τινά των στιφών τούτων, δι' επικλήσεων και υπερανθρώπου επιβολής. Τότε ο Σκληρός, βλέπων τον νέον τούτον κίνδυνον, επιτίθεται κατά του Βαράγγου αρχηγού και τον ανατρέπει θανασίμως τραυματίσας αυτόν διά τρομερού κτυπήματος. Ιαχαί χαράς από μέρους των Ελλήνων υποδέχονται το αποτέλεσμα τούτο· οι Τογγολοσκύθαι, συνταραχθέντες εξ αυτού, τρέπονται οριστικώς εις φυγήν, τρέχουν πτερωτοί από τον φόβον, αποσυντίθενται, κραυγάς τρόμου και απογνώσεως αφίνοντες. Μέχρι της νυκτός κατεδιώκοντο ανά τας πεδιάδας της Θράκης, αποσφαζόμενοι ανηλεώς. 20,000 απωλέσθησαν ούτω, κατά τους χρονογράφους· οι λοιποί διέφυγον χάρις εις την νύκτα. Η εξολόθρευσις αύτη θεωρείται ένας μικρός και ασήμαντος πρόλογος εις τα κατόπιν γενόμενα περί τον Αίμον καταπληκτικότατα και υπερηρωικά, με απωλείας εκατέρωθεν, προκαλούσας ίλιγγον — διά της αυτοπροσώπου εκστρατείας του Τσιμισκή, πανστρατιά, διά στρατού και στόλου. Ο Λιμπώ γράφει: «Η εκστρατεία του Τσιμισκή υπήρξεν αξία των μεγίστων στρατηγών της αρχαιότητος και δίδει υψηλοτάτην ιδέαν της στρατιωτικής επιστημονικότητος και της ανδρείας του Βασιλέως τούτου».
Ενώ ήτον έτοιμος ο Αυτοκράτωρ να εκστρατεύση ο ίδιος επί κεφαλής των μεγάλων στρατιών, τας οποίας μετέφερεν εκ της Ασίας και τας παρεσκεύαζε διά την εκστρατείαν, εξερράγη εν Ασία η τρομερά και περιβόητος επανάστασις των Φωκάδων, του αδικηθέντος Αυτοκρατορικού οίκου. Αρχηγός της στάσεως ήτον ο στρατηλάτης Βασιλεύς ο Φωκάς, υιός του Λέοντος Φωκά, αδελφού του δολοφονηθέντος Αυτοκράτορος Νικηφόρου. Ανεκηρύχθη Αυτοκράτωρ.
Κατά των στασιαστών εστάλη ο αρχιστράτηγος Βάρδας ο Σκληρός, αντικατασταθείς υπό του Μαγίστρου Ιωάννου του Κουρκούα.
Η δραματικωτάτη αύτη επανάστασις, η οποία παρ' ολίγον να ανατρέψη την Αυτοκρατορίαν, η γιγαντομαχία του Φωκά και του Σκληρού, και η νέα, φοβερωτέρα στάσις, μετά την κατατρόπωσιν και σύλληψιν του πρώτου, της οποίας αρχηγός εγένετο αυτός ούτος ο Σκληρός, συμπαρασύρας τα άριστα και περισσότερα των στρατευμάτων και ορμών να αρπάση τον θρόνον, μόνον εν ιδιαιτέρω βιβλίω δύναται να ιστορηθή. Αι εκδηλώσεις του μεγίστου πάθους της φιλοδοξίας, το ψυχικόν μεγαλείον, τα τολμήματα, η δαιμονιότης της ενεργείας, η τραγικότης των αποτελεσμάτων ως προς τους αρχηγούς της στάσεως κάμνουν την ιστορίαν αυτής μίαν από τας βαθύτατα χαρακτηριστικάς και τας γραφικωτάτας της παγκοσμίου Ιστορίας.
Κατά το διάστημα αυτό, ολόκληρον έτος σχεδόν, οι Ρώσσοι και οι Βούλγαροι ωργίασαν εις την Μακεδονίαν και την Θράκην. Σφαγή και πυρ και λεηλασία ήτον η καθημερινή ενέργειά των. Οι αγροτικοί πληθυσμοί, περίτρομοι, κατέφευγον κατά μυριάδας εις τας ωχυρωμένας πόλεις, εσκορπίζοντο εις τα απόκεντρα σημεία, οι αγροί έμενον ακαλλιέργητοι, όλα τα υπάρχοντα των κατοίκων ήσαν λεία των βαρβάρων.
Ο Κουρκούας, ή Γκουργέν, εκ του ομωνύμου μεγάλου Αρμενικού οίκου, περιώνυμος άλλοτε στρατηλάτης, εκ των κορυφών της στρατιωτικής αριστοκρατίας του Βυζαντίου, δεν απεδείχθη τότε ικανός να περιορίση τους πολεμίους. Η ηλικία αφ' ενός, έξεις κακαί αφ' ετέρου, τον έρριψαν από την αξίαν του. «Εις ανάπαυσιν και πότους, παρά το πρέπον και φυσικόν, είχεν εκτραπή, ως άπειρος δε και αμαθής διεχειρίσθη την αποστολήν του», λέγει περί αυτού Λέων ο Διάκονος.
Ο χειμών του 970-971 διήλθεν εις ετοιμασίαν. Ο πυρφόρος στόλος ητοιμάζετο ν' αποπλεύση διά του Ευξείνου προς τα μέρη του πολέμου. Πλείστα φορτηγά πλοία συνεκόμιζον εις το «Χρυσούν Κέρας» τας απαιτουμένας διά την μεγάλην στρατιάν προμηθείας σίτου, φορβής, όπλων, πολεμικών μηχανών.
Η εξέγερσις διά τα κακουργήματα των βαρβάρων εν Θράκη και Μακεδονία εκράτει εις έξαψιν και εις μανίαν τους λαούς της Αυτοκρατορίας. Η 28η του Μαρτίου του 972, ημέρα Πέμπτη της εβδομάδος των Βαΐων, ήτον η ορισθείσα διά την αναχώρησιν του Αυτοκράτορος εκ Κων]πόλεως επί κεφαλής των στρατευμάτων.
Ανάστατος από πρωίας ήτον η πρωτεύουσα την ημέραν εκείνην, την «λυτρωτήριον», διότι η αναχώρησις έμελλε να γίνη πανηγυρικωτάτη, «ο αντιπρόσωπος του Θεού επί γης έμελλε ν' αντιμετωπίση τους ανθρώπους του σκότους».
Ο Βασιλεύς εξήλθε πρώτον εν τη «προόδω» των κτιρίων του Παλατίου, κρατών διά της δεξιάς την Αυτοκρατορικήν σημαίαν, ήτοι τον επί μακρού κοντού πλουσιώτατον Σταυρόν, εν τω κέντρω του οποίου υπήρχε το μέγιστον τεμάχιον του Τιμίου και Ζωοποιού Ξύλου.
Παρηκολούθει όλη η Αυλή και οι βαθμούχοι. Μετέβαινε να προσευχηθή, να επικαλεσθή τον Θεόν των νικών, εις την εκκλησίαν του Σωτήρος Χριστού, του «Χαλκίτου» Σωτήρος λεγομένην, επειδή έκειτο εις το μέρος του Ιερού Παλατίου, το οποίον ωνομάζετο «Χαλκή». Τούτο ήτο μεγαλοπρεπέστατον Προτεμένισμα, άνωθεν της πύλης του ανέκειτο η περίφημος εικών του Σωτήρος, η στέγη του ήτον από επιχρυσωμένον χαλκόν. Εις το μέσον του Προτεμενίσματος ο Τσιμισκής, άμα ανακηρυχθείς Αυτοκράτωρ, ήρχισε να κτίζη τον τάφον του. Τον έκαμεν «ολόχρυσον μετά χυμεύσεως», ως λέγει Λέων ο Διάκονος, εκεί δε και ετάφη. Δι' ιερών καλλιτεχνημάτων αμυθήτου αξίας επλούτισε τον ναόν τούτον ο Τσιμισκής, τρέφων ιδιαιτάτην ευλάβειαν προς αυτόν, όλα τα ακίνητά του τα διέθεσεν υπέρ αυτού.
Εκείθεν η πομπή εβάδισε προς την Αγίαν Σοφίαν, εν μέσω χιλιάδων λαού, κληρικών και στρατιωτών. Ο Αυτοκράτωρ έβαινε γυμνόπους, πάλλων τον πολεμικόν σταυρόν ανά χείρας κρατών, συνέψαλλον δε οι ιερείς, οι μοναχοί και ο λαός. Εις τον Μέγαν Ναόν εδεήθη γονυπετής προ του Ιερού Βήματος.
Η προσευχή του ήτον ειδικού όλως τύπου. Παρεκάλεσε τον Θεόν να δώση αυτώ «οδηγόν άγγελον εκ δεξιών αυτού, του στρατού αυτού προπορευόμενον, και διά της φλογίνης ρομφαίας του δεικνύοντα αυτώ την οδόν». Κατόπιν η λαμπρά και απειροπληθής πομπή εκίνησε διά τον ναόν των Βλαχερνών, τον «αγιώτατον εν Κωνσταντινουπόλει», όπου εφυλάσσετο η περιώνυμος εικών της Θεοτόκου, το παλλάδιον της Θεοφυλάκτου Πόλεως.
Με δυνατήν φωνήν, καθ' όλην την οδόν έψαλλεν ο Αυτοκράτωρ τας τεταγμένας εις τοιαύτας περιστάσεις ευχάς. Η λιτανεία, μυριάριθμος, διήρχετο από τας ανηφορικάς και χαλκοστρώτους οδούς της Πόλεως. Συνέψαλλεν ο λαός, συνέψαλλον αι χιλιάδες των ιερέων και των μοναχών, κύμα φωτός έρρεεν ως ποταμός από τας λαμπάδας που εκράτουν οι πιστοί.
Το σώμα των βαθμούχων της Αυτοκρατορίας, τα στρατιωτικά σώματα, οι αξιωματικοί και οι στρατηγοί, οι μεγιστάνες, ο όχλος και οι πατρίκιοι, γυναίκες και παιδία, ασκηταί και ερημίται, εξετυλίσσοντο προς την αγιωτάτην εκκλησίαν των Βλαχερνών, ως ένας μέγας αστείρευτος ποταμός. Τα πολύτιμα λάβαρα, οι σταυροί, αι σημαίαι, εκυμάτιζον ως δάσος υπεράνω των κεφαλών και τας πορείας των πιστών.
Οι χοροί των εκκλησιών έψαλλον τας δεήσεις, μία δυνατή και ατελεύτητος ψαλμωδική βοή «Κύριε ενίσχυσον τον λαόν σου, νίκας δώρησον τω πιστώ Βασιλεί σου» ανήρχετο από όλας αυτάς τας χιλιάδας των λιτανευόντων.
Λαός επλήρου τας οδούς, τα θυρώματα, τα χείλη των τειχών, εν χορώ ανεδίδοντο διάθερμοι προς τον Θεόν και την μεγάλην Θεοτόκον ευχαί, ο λιβανωτός έστεφεν από όλων των σημείων την απειρόοπτον ιεράν «Θεωρίαν».
Γ
ΕΠΕΚΑΛΕΙΤΟ το πλήθος τας ευλογίας του Υψίστου επί κεφαλής του Άνακτος, ως αντιπροσώπου του Θεού επί της γης.
Από του ναού των Βλαχερνών η πομπή ανήλθεν εις το ομώνυμον Παλάτιον. Από του ύψους αυτού επεθεωρήθη παρά του Αυτοκράτορος ο λαμπρότατος στόλος των πυρφόρων σκαφών, συγκεντρωμένος ακριβώς απέναντι εν τω Κερατίω κόλπω. Το κυριώτατον αγκυροβόλιον των «κακαβοπυρφόρων» αυτών, των φορέων του τρομερού υγρού πυρός, ήτον εκεί· εκάλυπτον ταύτα, παρατεταγμένα προς τον πολεμικόν απόπλουν, όλην την επέκτασιν από του Παλατίου των Βλαχερνών μέχρι της μεγάλης γεφύρας του Κερατίου, της οριζούσης το κατερχόμενον ρεύμα του Βοσπόρου.
Ετέρα λιτανεία, μεγαλοπρεπής, αναμενομένη, προκύπτει εξ άλλου σημείου προς τα εκεί. Ιδού, φαίνεται ο Πατριάρχης. Προπορεύεται της Αγιωτάτης κορυφής της Εκκλησίας σώμα επιλέκτων στρατιωτών, με ολόλευκον στολήν, χρυσάς κρατούντων λόγχας, και με χρυσάς αλύσσεις περί τον λαιμόν.
Φάλαγξ κληρικών λαμπαδηφορούντων περιβάλλει τον Άγιον Πατέρα, υποστηριζόμενον από δύο επισκόπους, περιβεβλημένον αργυρούν ωμοφόριον, υπό χρυσών σταυρών διαποίκιλτον. Έτερος επίσκοπος φέρει εν κάλπη εξ επιχρύσου αργύρου την μίτραν.
Απαγγέλλονται αι νενομισμέναι ευχαί. Η μελωδία των ασμάτων των εκκλησιαστικών χορών εξαπλώνει την γλυκύτητά της εις τας ακοάς και τας ψυχάς των πιστών.
«Εις τοιαύτας περιστάσεις πλείστοι εθνικοί στρατιώται, εξερχόμενοι των τάξεων, εδέχοντο το άγιον βάπτισμα».
Ο αριθμός των πλοίων της εκστρατείας αυτής δεν ορίζεται. Ο της προηγηθείσης ναυτικής εκστρατείας εις την Κρήτην κατά των Σαρακηνών, υπό τον Νικηφόρον, ορίζεται εις 2.000.
Εκτός των πυρφόρων, υπήρχον και άλλα πολλά, «διήρεις και μονήρεις νήες».
Διατάσσει ο Τσιμισκής να μοιράσωσι χρήματα, εις τους ναύτας, «ελάτας και παμφύλους και πεζοναύτας». Ο μέγας δρουγγάριος Λέων, ο πρώην πρωτοβεστιάριος, ο οργανωτής και διοικητής του στόλου, θα οδηγήση ήδη αυτόν προς το στόμιον του Δουνάβεως, αναπλέων τον μέγαν ποταμόν, θα φράξη όλας τας παρόδους, κλείων ούτω την επιστροφήν των Ρώσσων εις την πατρίδα των διά ξηράς, είτε διά των ακτών του Ευξείνου.
Περιεργοτάτη η τότε λαϊκή γεωγραφική αντίληψις διά τον Δούναβιν ήτο.
Εφρόνουν ότι ήτον είς των ποταμών, οι οποίοι απέρρεον από τον Παράδεισον, ο καλούμενος Φισών. Ρέων προς ανατολάς, εξηφανίζετο υπό την γην, έρρεεν εντός αυτής επί μέγα διάστημα, ανεφαίνετο αίφνης κατόπιν εν ορμή προς τα Κεντικά όρη, εκυλίετο διά της Ευρώπης, εξέρρεε διά πέντε στομάτων εις τον Εύξεινον.
Ο ήλιος διαχρυσώνει όλην την θαυμασίαν σκηνογραφίαν της Κωνσταντινουπόλεως, του μαγικού αυτού συνθέματος της φύσεως, υπερκάλλου και υπερτέχνου ελίγματος γης και θαλάσσης, όπου οι νόμοι του Ωραίου εξαφανίζονται από την τελειότητα της εκδηλώσεώς του. Ήλιος εαρινός, φίλημα και θωπεία φωτός, εναρμονίζει την υγρότητα της δρόσου εις την μακαριωτέραν αίσθησιν.
Η θάλασσα εκτείνει τους βαθυκυάνους κυματισμούς της εις τους κόλπους της Πόλεως, απομάσσει τα στέρνα της, την εγγραμμίζει μέσα εις τας λεπτάς διακυκλώσεις της, επιρρίπτει το κυανούν θάμβος της επί των διαχρύσων θόλων των μεγάλων εκκλησιών, επί των ωχρών επάλξεων του θαυμασίου δικτύου των φρουρίων.
Αι ακτίνες του ηλίου διυφαίνουν την ανταύγειαν της θαλάσσης επάνω εις το ωραιότερον σύμπλεγμα των οικιών, των μεγάρων, των ανακτόρων, των κήπων, των καλλιστρόφων παρακτίων αποκλίσεων της γης, αι οποίαι είνε σαπφείριναι από την ευγενή και λεπτήν βλάστησιν.
Μεταξύ της Σταμπούλ και των υψηλών του Πέραν λόφων, των κλιτύων της Χρυσοπόλεως και της Χαλκηδόνος, του κόσμου των μεγάρων, των συνοικισμών και των κήπων των δύο αντιμετώπων ακτών του Βοσπόρου, όπου η Ασία επιπνέει επί της Ευρώπης, εις τριάκτινον υγρόν αστέρα λικνίζεται η θάλασσα αύτη, η οποία έμελλε να διανοίξη τον δρόμον εις τα πυρφόρα των Ελλήνων προς τας Κιμμερίους ακτάς και τον άγριον Δούναβιν. Κατάφορτος είνε η υγρά αύτη αγκάλη από τα έτοιμα προς εκκίνησιν Ελληνικά πλοία.
Τυφλούται ο οφθαλμός από την ζωηρότητα των χρωμάτων, με τα οποία είνε βαμμένα τα πλευρά των, τα ιστία των είνε και αυτά λαμπρότατα χρωματισμένα, «εν μυρίαις παραλλαγαίς», χρυσοκόσμητοι αι πρώραι των, χιλιάδας αι κώπαι των, γιγαντώδεις αι σημαίαι των, μυριόσχημα τα σήματα.
Εις τα υπερήφανα λάβαρά των είνε ζωγραφισμέναι αι εικόνες Παναγίας της Παρθένου, της «Οδηγητρίας», του Παντοκράτορος Χριστού, των δοξασμένων στρατιωτικών αγίων Θεοδώρου του Τίρωνος, Θεοδώρου του Στρατηλάτου, Γεωργίου και Δημητρίου.
Επάνω εις τας πτέρυγας των «Χελανδίων» και των «δρομώνων» και των «ουσιών» αποστίλβουν υπό τον ήλιον οι αλυσσιδωτοί θώρακες και οι πελέκεις των Βαράγγων, αι από λείον μέταλλον κυκλοειδείς ασπίδες.
Κοσμοπολιτικόν ήτο το πλήρωμα των πολεμικών πλοίων του Βυζαντίου, Έλληνες και τέκνα της Ανατολής και υιοί του σκοτεινού Βορρά, ποικίλας έχουν τας αμφιέσεις.
Υψούνται αι φωναί των «δρουγγαρίων», διατασσόντων εις κινήσεις τα πληρώματα, αναμιγνύονται με αυτάς αι φωναί των «Τουρμαρχών», των «Τοποτηρητών», των «Εκατοντάρχων», οι οποίοι επιβλέπουν τας επιβιβάσεις, την τελευταίαν κίνησιν διά την εγκατάστασιν επί των πλοίων. Πληθύς ακατίων και σχεδίων, κυανοχρόων, ή μιλτοχρόων, διαπλέουσι μεταξύ των πλοίων.
Είνε αι φέρουσαι τους ευγενείς του Βυζαντίου, χρυσοπαρύφους ή αργυροπάστους ενδυμασίας επιδεικνύοντας. Στένουν αι δύο όχθαι του Βοσπόρου, αι επαύλεις, τα άνδηρα, όπου επιρρίπτουν την σκιάν των τα μεγάλα δένδρα, οι υψηλοί τετράγωνοι πύργοι, αι σειραί των κατωχυρωμένων δι' επάλξεων τειχών, οι κήποι με την περικαλλή βλάστησιν, από το αναμένον πλήθος.
Από τα υπερώα του απεράντου γυναικωνίτου του Ιερού Παλατίου, όπισθεν των υψηλών κιγκλίδων των τειχών αυτού, αναμένουν να ιδούν την διέλευσιν αι γυναίκες των Ανακτόρων, αι φέρουσαι την ζώνην της πατρικίας.
«Ζωσταί πατρίκιαι», αι «σπαθάρισσαι», αι «υπάτισσαι».
Θόρυβος μέγας βομβεί υπεράνω της εικόνος αυτής εκ του τεραστίου συνωστισμού, αρχίζει η πολεμιστήριος μουσική να δονή τον αέρα υπό τα κύματα συνταρακτικών ήχων — σάλπιγγες, κρόταλα, κύμβαλα, τύμπανα — αναδίδονται πανταχόθεν οι παιάνες, αι πάμφωνοι ανευφημίαι των «Δήμων», αι «επίσημοι και παράδοξοι και κεκανονισμέναι».
Η στιγμή της εκκινήσεως εγγίζει, το σύνθημα θα δοθή, κίνησις παρατηρείται παρά τον Αυτοκράτορα, συντεταγμένοι περί αυτόν είνε οι Συγκλητικοί, οι ύπατοι θεράποντες της Πολιτείας, χρυσόν και μέταξαν περιβεβλημένοι, χρυσοϋφάντους πίλους επί των κεφαλών φέροντες.
Υψούται ουρανομήκης η τελευταία δέησις από τα πλήθη.
Οι χοροί των εκκλησιών αναμέλπουν τον ύμνον προς την «Οδηγήτριαν Παρθένον», την «απροσμάχητον έχουσαν το κράτος και εις νίκας καθοδηγούσαν Μητέρα», συμψάλλουν μετ' αυτών τ' αμέτρητα πλήθη του λαού, οι μοναχοί, οι ιερείς.
Εις μίαν στιγμήν, εγείρεται η κορυφή της Εκκλησίας, ο Πατριάρχης, εκτείνει την χείρα υπέρ την φαντασμαγορίαν αυτήν, ο Αυτοκράτωρ δίδει το σύνθημα, κεραυνόηχος ανευφημία εκ μέρους του πλήθους καλύπτει και συνταράσσει το διάστημα, ανελίσσεται εις βραδείαν και μεγαλοπρεπή κίνησιν ο στόλος, έκαστον του οποίου πλοίον είνε σημειωμένον με το μηχάνημα, το εργαλείον, το φοβερώτατον υγρόν πυρ.
Κατέλιπεν ο Βασιλεύς την πρωτεύουσαν μετά του γενικού αρχηγείου, άγων μεθ' εαυτού τας τελευταίας μεγάλας επικουρίας και βαίνων προς συνάντησιν του άλλου στρατεύματός του, όπερ είχε διαχειμάσει προς νότον του Αίμου.
Επί ολίγας ημέρας εις Αδριανούπολιν έστησε το στρατηγείον του. Διερχόμενος διά Ραιδεστού, εδέχθη δύο απεσταλμένους του Σβιατοσλαύου, οίτινες ήσαν πράγματι κατάσκοποι.
Ο Τσιμισκής ηννόησεν, αλλά ουδέν έδειξε. Παρέδωκεν όμως αυτούς εις ανθρώπους του, όπως τοις επιδείξωσιν όλα τα κατά το στράτευμα και την πολεμικήν ετοιμασίαν, και κατόπιν εν ασφάλεια τους έστειλε πάλιν εις τον κύριόν των.
Τόσον κεραυνοβόλος ήτον η προέλασις του Τσιμισκή, ώστε αι φοβεραί «κλεισούραι» του Αίμου, μακραί και στεναί, απότομοι και δασώδεις, φαραγγώδεις, διάκρημνοι και σχεδόν αδιέξοδοι, δρόμοι των ορνέων μόνον και κατά του τρομερωτέρου εχθρού ουχί διά μεγάλων δυνάμεων δυνάμεναι να φυλαχθώσι, έμενον αφρούρητοι!
Πόσων μεγαλωνύμων και ηρωικών στρατιών του Βυζαντίου είχον γίνει ο άξενος τάφος αι φρικώδεις αύται διαβάσεις, και Βασιλέων Ελλήνων ακόμη, επερχομένων κατά των ιδίων και ως Λερναία Ύδρα ανανεουμένων αμειλίκτων τούτων εχθρών!
Εγγύτατα του τέρματος των παρόδων τούτων και των βορείων πλευρών του Αίμου εξετείνετο επί πεδιάδος η πρωτεύουσα των Βουλγάρων, η Μεγάλη Περεϊκσλάβετς, ή Πραισθλαύα, η σήμερον Πρεσλαύα, όπου ευρίσκεται η Εσκί-Σταμπούλ, ολίγον προς νότον της Σούμλας.
Δ
ΠΡΟ της διαβάσεως ο Τσιμισκής, καλέσας πολεμικόν συμβούλιον, είπε τα εξής προς τους στρατηγούς:
«Ω συστρατιώται, ενόμιζον ότι οι εχθροί, μη διασαλευθέντες βεβαίως κατά τας φρένας, ώστε να πιστεύσουν ότι θα τους αφίναμεν επί πολύ να μιαίνουν τα ιερά εδάφη της Αυτοκρατορίας και να φθείρουν τους λαούς, θα έκαμναν αδιαβάτους διά προτειχισμάτων και φρουρήσεως τας επικαιροτάτας και στενωτάτας ατραπούς και παρόδους του όρους. Αλλά φαίνεται εσκέφθησαν, ότι ημείς δεν θ' ανελαμβάνομεν τους μόχθους και τας ταλαιπωρίας του πολέμου κατά τας αγιωτάτας ταύτας ημέρας των Παθών του Κυρίου, αφίνοντες τας λαμπροφορίας και τας εορτάς και τας διασκεδάσεις.
Και διά τούτο, ως φαίνεται από όλας τας ενδείξεις και τας πληροφορίας μας, η διάβασις είνε ελευθέρα. Ίσως και να απεφάσισαν να ενεργήσουν επί άλλου πολεμικού σχεδίου. Ας επωφεληθώμεν λοιπόν και ημείς της μοναδικής ταύτης ευκαιρίας, και ας ορμήσωμεν αμέσως πέραν του Αίμου, ώστε να προσβάλωμεν αιφνιδίως τους Βουλγαροσκύθας, πριν ή, πληροφορηθέντες την πορείαν ημών, σπεύσωσι να μας αποκλείσωσι.
Πρέπει να έχετε υπ' όψιν σας, ότι είμεθα υποχρεωμένοι να βαίνωμεν προς τελικήν εξόντωσιν των αγρίων αυτών, μη σκεπτόμενοι ουδόλως την ζωήν μας απέναντι του ιερωτάτου καθήκοντος προς την Πίστιν και το Γένος, μη ταλαντευόμενοι και μη κλίνοντες ούτε στιγμήν μέχρι της πληρώσεως του όλου έργου».
Οι στρατηγοί εφρικίασαν εις την πρότασιν του τολμήματος τούτου, ζωντανοί διήλθον προ της διανοίας των οι τραγικώτατοι όλεθροι των στρατιών του Κωνσταντίνου τω 757, του Νικηφόρου του Α' και του Σταυρακίου τω 811, εσκέφθησαν αμέσως τας πιθανάς φοβεράς ενέδρας, των οποίων θύματα είχον πέσει εις τα ίδια μέρη αι προαναφερθείσαι στρατιαί και Βασιλείς του Βυζαντίου, και εις τους λόγους του Αυτοκράτορος έμειναν πενθίμως σιωπώντες.
Ο Τσιμισκής αντελήφθη την αποδοκιμασίαν της προτάσεώς του, και λαβών πάλιν τον λόγον, ωμίλησε θερμότατα και παρορμητικώτατα, έκλεισε δε την ομιλίαν του διά των εξής:
«Γενήτε υπέρψυχοι, σκεφθήτε ότι είσθε απόγονοι ανδρών, οίτινες πάντοτε κατετρόπωνον τους εχθρούς των, και ακολουθήτε με τάχιστα, δι' έργων την ανδρείαν υμών δεικνύοντες».
Τότε κατενικήθη πας δισταγμός. Η παρέλασις ήρξατο. Προηγείτο το σώμα των Αθανάτων, το περιλάλητον δηλαδή εκείνο ιππικόν, το οποίον κατεδοξάσθη κατά τον πόλεμον τούτον, η «Αυτοκρατορική φάλαγξ», η εξ ευγενών νεανιών και εκ των ανδρειοτάτων πολεμιστών αποτελουμένη, με τους επιχρύσους θώρακας. Μετ' αυτό έβαινεν ο Βασιλεύς.
Ο παρακολουθών στρατιωτικός χρονογράφος λέγει εις το σημείον αυτό:
«Έβαινεν υπό του λαμπροτάτου επιτελείου του συνοδευόμενος. Εφόρει θαυμασίαν πανοπλίαν, από κεφαλής μέχρι ποδών περιβάλλουσαν αυτόν, και θυμοειδεστάτου και ακαθέκτου επέβαινεν ίππου. Μακρότατον εκράτει δόρυ. Εφωτοβόλει υπό τον ήλιον του Αίμου ως ο Άγιος Γεώργιος».
Το κύριον στρατιωτικόν σώμα ήρχετο ιδιαιτέρως κατόπιν υπό τον «πρόεδρον» Βασίλειον. Η υπό τον Βασιλέα εμπροσθοφυλακή απετελείτο, εκτός των Αθανάτων, από 15,000 πεζούς και 13,000 ιππείς.
Σπεύσας ταχύτατος, διήλθε μετ' αυτής τας κλεισούρας του Αίμου ακωλύτως, εισήλθεν εις την Βουλγαρίαν, και την 3ην Απριλίου ευρέθη προ της Πραισθλαύας, προς μεγάλην έκπληξιν των Ρώσσων. Ο Σβιατοσλαύος με την περισσοτέραν δύναμίν του ευρίσκετο εις Δορύστολον, την σήμερον Σιλίστριαν. Η φρουρά της πόλεως διετέλει υπό τον Σφέγγελον, επιφανέστατον Ρώσσον ηγεμόνα, εντός δε αυτής ευρίσκετο ο βασιλεύς των Βουλγάρων Βόρις, μετά της οικογενείας του και ο προδότης Καλοκύρης. 8.500 άνδρας εστοίχισεν εις την φρουράν η έξοδός της προς απόκρουσιν των πολιορκητών.
Την επιούσαν έφθασε και το σώμα του Βασιλείου με τας πολιορκητικάς μηχανάς, επεχειρήθη η εξ εφόδου άλωσις της πόλεως, ήτις επετεύχθη μετά λυσσώδη μάχην, ο Βόρις συνελήφθη, τυχών ηγεμονικών περιποιήσεων, η φθορά των Βουλγαρορρώσσων ήτο μεγάλη.
Οι τελευταίοι καταφυγόντες εις το μέγα και πολυδαίδαλον φρουριακόν Ανάκτορον, 7.000 περίπου, εξωντώθησαν και αυτοί, εμπρησθέντος του Ανακτόρου.
Εις αυτό εφυλάσσοντο πολυτιμότατοι θησαυροί των Βουλγάρων, εξ αρπαγών κυρίως από Ελληνικάς χώρας.
Σπεύδει ο Τσιμισκής προς το Δορύστολον.
Εις 60.000 άνδρας συνεποσούτο η υπό τον Σβιατοσλαύον φρουρά. Εις την πρώτην προ της πόλεως μάχην, ούτος ηττήθη. Εν τούτοις επί μήνα και πλέον αντέστη.
Ο Βυζαντινός στόλος εφύλαττε τον ποταμόν, ώστε δεν ηδύναντο οι πολιορκούμενοι να εκφύγωσι διά των πλοίων των. Κατά την τελευταίαν εκ παρατάξεως μάχην προ των τειχών, ο Βασίλειος, σωματοφύλαξ Ανεμάς, υιός του τελευταίου Εμίρου της Κρήτης Απδούλ Αζίζ, όστις είχε φονεύσει εις προηγουμένας προ της πόλεως συμπλοκάς τον γενναιότατον Ίκμορα, τον πρώτον μετά τον Σβιατοσλαύον Ρώσσον ηγεμόνα, επλήγωσε βαρέως τον Σβιατοσλαύον. Κυκλωθείς και αυτός εφονεύθη. Εις προηγουμένην συμπλοκήν εφονεύθη και ο Ιωάννης Κουρκούας, πολεμήσας ανδρειότατα. Κατά την μάχην ταύτην οι εχθροί απώλεσαν 15.000 άνδρας, οι Έλληνες 850.
Απελπισθείς ο Σβιατοσλάβος, προήλθεν εις συμβιβασμόν, συνηντήθη με τον Βασιλέα, απήλθε μετά των μετ' αυτού, αφού απέδωκε τους αιχμαλώτους, αλλά εις την αντίθετον όχθην Πετσενέγοι, ενεδρεύοντες, κατέσφαξαν και αυτόν και τους πλείστους των ανδρών του.
Θεοδωρούπολιν ωνόμασεν, από του αγίου Θεοδώρου, ο Βασιλεύς το Δορύστολον, όπως την Πραισθλαύαν Ιωαννούπολιν. Τέσσαρας μήνας μετά την εκστρατείαν ο Τσιμισκής επανήρχετο θριαμβευτής εις την πρωτεύουσαν.
Χρυσοκόλλητον λευκοπώλον άρμα ανέμενε τον Βασιλέα, και μυριάδες λαού, προ των τειχών.
Στέφανοι και σκήπτρα εκ χρυσού και λίθων πολυτελών προσεφέρθησαν εις αυτόν.
Δεν ηθέλησε να επιβή του άρματος, έθηκεν επί αυτού τα πολυτιμότατα των λαφύρων, και επί του εν αυτώ χρυσηλάτου θρόνου την εικόνα της Θεομήτορος, ενηγκαλισμένης τον Θεάνθρωπον Λόγον, ην εκ Βουλγαρίας εκόμισε.