Ελληνική Εποποιία, Ο Εωσφόρος: [Ιωάννης Τσιμισκής]
Part 4
Εις άλλην ευκαιρίαν θα δώσωμεν εικόνα της λαμπρότητος και του αμυθήτου καλλιτεχνικού πλούτου αυτής. Πριν ή επιλάμψη ο ήλιος επί την πρωτεύουσαν, ο Τσιμισκής είχεν ανευφημηθή ενθουσιωδέστατα εν τω Χρυσοτρικλίνω, είχεν ανακηρυχθή υπό του στρατού και του λαού, προσαγορευθείς «Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, Κραταιότατος Βασιλεύς», υπό την φωνήν της καθιερωμένης ευχής: «Μακρά τα έτη της βασιλείας σου, πολλά τα έτη. Μακρά τα έτη της ζωής Τσιμισκή του Αυγούστου, πολλά τα έτη της ζωής του αηττήτου Βασιλέως, ον φυλάττοι Κύριος!» Χωρίς να χάση στιγμήν ο Τσιμισκής έσπευσε να συνεννοηθή με τον Πρόεδρον Βασίλειον διά την ρύθμισιν της νέας καταστάσεως, να εξασφαλισθή διά μέτρων συντόνων και αυστηρών από τους επικινδύνους εχθρούς του, και να αναλάβη υπό την στιβαρωτάτην χείρα του την διαχείρισιν της Αυτοκρατορίας, διά την οποίαν μέγιστοι κίνδυνοι εσημειούντο από Βορρά εκ των Σλαύων. Τους επικούς, τους μυθιστορικούς αληθώς, αγώνας του κατά του στοιχείου τούτου θ' αποθαυμάσωμεν εν τη συνεχεία.
Μετά επταήμερον ο Τσιμισκής εζήτησεν από τον Πατριάρχην να στεφθή εν τη Αγία Σοφία, το οποίον ισοδυναμεί με την «ισαπόστολον» ανακήρυξιν, διά να λάβη κύρος ιστορικόν η βασιλεία του και να επιβληθή εις την συνείδησιν του λαού. Αλλά ο Πατριάρχης Πολύευκτος, εναρετώτατος και αυστηρότατος, του απήντησεν: «Έβαψες τας χείρας σου εις ένδοξον αίμα. Πρέπει να μετανοήσης, να εξαγνισθής, να αποδείξης ότι δεν μετέσχες εις την δολοφονίαν του Νικηφόρου, να παραδώσης τους ενόχους, άλλως δεν θα εισέλθης εις τον άγιον χώρον. Ανάγκη και ν' αποδιώξης από το Ιερόν Παλάτιον την μοιχαλίδα και εναγή, η οποία εσχεδίασε και διηύθυνε το έγκλημα, την πρώτην ένοχον». Κατόπιν του επέβαλε και τον όρον να κηρύξη ακύρους τας διατάξεις του Νικηφόρου — την «Νεαράν» — διά της οποίας ενομοθετούντο επεμβάσεις της Πολιτείας εις καθαρώς Εκκλησιαστικά ζητήματα, και να διαθέση όλην την κινητήν και ακίνητον περιουσίαν του αφ' ενός υπέρ των πτωχών των περιχώρων της πρωτευούσης, αφ' ετέρου προς επέκτασιν ενός των μεγαλειτέρων ξενώνων αυτής.
Ο Τσιμισκής ενέδωκεν, εκών άκων, εις όλα ταύτα, η Θεοφανώ εξωρίσθη εις την νήσον Πρώτην, κατήγγειλεν ως μόνον εκτελεστήν του φόνου τον Λέοντα Βαλάντην κλπ., και εστέφθη την 25ην Δεκεμβρίου.
* * *
ΙΔΟΥ ο Τσιμισκής ετοιμαζόμενος εις επίθεσιν κατά των Βουλγάρων και των Ρώσων, οίτινες ηπείλουν και αυτήν την Κωνσταντινούπολη, αφού έστειλεν εις την Ανατολήν κατά των Μωαμεθανών τον Πατρίκιον Νικόλαον. Διότι η εξαφάνισις του Νικηφόρου έδωκε το σύνθημα αγρίας κινήσεως μεταξύ των περιστοιχούντων το Κράτος βαρβάρων προς ολεθρίους εισβολάς.
Οι Ρώσοι, καταλαβόντες την Βουλγαρίαν, ήσαν εστρατοπεδευμένοι εις τας υπωρείας του Αίμου, εις απόστασιν ολιγίστων ημερών από της πρωτευούσης. Μέγιστος ήτον ο Ρωσικός στρατός, όστις είχε κληθή παρά του Νικηφόρου διά να επιρριφθή κατά της Βουλγαρίας, αλλά ήδη εστρέφετο κατά των προσκαλεσάντων αυτόν και συμμάχων, αφού πρώτον διά πυρός και σιδήρου κατέλαβεν όλην την πέραν του Αίμου χώραν. Ο ορμητικώτατος ηγεμών των Ρώσων Σβιατοσλαύος μόνον ένεκα του χειμώνος είχεν αναστείλει την προέλασίν του προς την Θράκην και Μακεδονίαν. Ο Νικηφόρος, διά ν' αποτρέψη τον κίνδυνον, είχεν οργανώσει κατά τους τελευταίους μήνας της βασιλείας του την άμυναν της Κων)πόλεως και ητοιμάζετο εις εκστρατείαν κατά των Ρώσων. Ήσαν δε πολεμικώτατοι και αγριώτατοι οι Ρώσοι εκείνοι πολεμισταί, «μεγαλόσωμοι και έκπαγλοι την θέαν», οι πρώτοι φοβεροί εξ Ευρώπης αντίπαλοι που αντιμετώπιζον το Βυζάντιον και προσήρχοντο εις επιδρομήν κατ' αυτού. Τον Μάρτιον του 970 η είδησις ότι οι Βουλγαρορώσοι είχον υπερβή αιφνιδίως τον Αίμον και ώρμησαν κατά της Φιλιππουπόλεως, μεγάλης και ισχυράς πόλεως, «πνίξαντες αυτόν εις φρικώδες λουτρόν αίματος», συνετάραξε την πρωτεύουσαν. 20,000 υπερασπιστάς της Φιλιππουπόλεως συλλαβόντες οι λυσσαλέοι ούτοι εχθροί αιχμαλώτους, τους ανεσκολόπισαν επί γραμμής πασσάλων, μέρος δε απηγχόνισαν. Ολίγον απείχε το όριον της Αυτοκρατορίας, διερχόμενον τότε μεταξύ Φιλιππουπόλεως και Αδριανουπόλεως. Πεδιάς μόνον, σχεδόν ανυπεράσπιστος, εχώριζε τους πολεμίους από της πρωτευούσης. Εις την επιδρομήν αυτήν και τα εκ ταύτης δεινά αναφέρονται οι στίχοι του επιτυμβίου του Νικηφόρου, το οποίον παρεθέσαμεν. Ο Σβιατοσλαύος έσυρε μαζύ του και αμέτρητα στίφη Ούγγρων, Πατσινακών.
Ουδείς ήλπιζε σωτηρίαν, εκλείψαντος του αηττήτου Νικηφόρου — και την απελπισίαν ταύτην διερμηνεύει χαρακτηριστικώτατα το επιτάφιον εκείνο ποιητικόν επίγραμμα.
Ο Τσιμισκής έστειλε πρώτον διαγγελείς — «βασιλικούς» — προς τον Σβιατοσλαύον, οι οποίοι εντονώτατα του είπον εξ ονόματος του: «Ο προκάτοχός μου σε εκάλεσεν εις τας χώρας αυτάς, ίνα τη βοηθεία σου καταβάλη τους Βουλγάρους. Θα πληρωθής διά τας υπηρεσίας σου. Ετοιμάσου όθεν να επιστρέψης αμέσως εις τον Κιμμέριον Βόσπορον, την πατρίδα σου, και να εκκενώσης τας χώρας που κατέλαβες, να εκκενώσης την Μοισίαν(3), η οποία πάντοτε υπήρξεν απόμοιρα (4) της Μακεδονίας».
Ο Σβιατοσλαύος εξηγριώθη. Μετά την φρικτήν άλωσιν της Φιλιππουπόλεως, όλαι αι πόλεις και αι κώμαι της Θράκης υπετάγησαν αλληλοδιαδόχως, αι σλαυικαί προφυλακαί είχον προελάσει εγγύτατα της Κων)πόλεως. Απήντησεν ότι συμφωνεί εις την εκκένωσιν μόνον των χωρών της Θράκης, τας οποίας τελευταίον είχε καταλάβει, αφού όμως λάβη πρώτον αδρότατα λύτρα διά να τας παραδώση, ως και διά ν' αποδώση τους πολυπληθείς αιχμαλώτους. Αλλά ότι την προς βορράν χώραν, από του Αίμου μέχρι του Δουνάβεως, διά παντός θα διατηρήση, δηλαδή την παραδουνάβειον Βουλγαρίαν. Προσέθεσε δε: «Εάν, ω Βασιλεύ των Ρωμαίων, απορρίψης τας προτάσεις μου, το καλλίτερον που έχεις να κάμης είνε να εγκαταλείψης οριστικώς μετά των υπηκόων σου την Ευρώπην, όπου μόνον οι Βούλγαροι και οι Σλαύοι έχουν δικαίωμα να κατοικούν. Φύγετε εις την Ασίαν και άφετέ μας την Κων)πολιν».
Τότε εξεμάνη ο Τσιμισκής. Αλλά ήτο και πονηρότατος, και διά να κερδίση χρόνον, έστειλε πάλιν πρεσβευτάς προς τον Σβιατοσλαύον, οι οποίοι του είπαν: «Δεν θέλομεν να καταλύσωμεν πρώτοι ημείς την ειρήνην που οι πατέρες μας τη χάριτι του Θεού άθικτον μας εκληροδότησαν. Διότι πιστεύομεν ότι Θεία Πρόνοια το παν διευθύνει και πρεσβεύομεν τους νόμους των χριστιανών. Διά τούτο σας προτρέπομεν και σας συμβουλεύομεν ως φίλους να φύγετε αμέσως από τας χώρας αυτάς, αι οποίαι ουδόλως σας ανήκουν, χωρίς βραδύτητα και αναβολήν, έχοντες υπ' όψιν ότι, αν δεν συμμορφωθήτε προς την σωτήριον ταύτην συμβουλήν, ουχί ημείς, αλλά σεις θα είσθε οι ανατροπείς των ανέκαθεν συνωμολογημένων συνθηκών. Και μη νομίσετε ότι μας πτοεί τίποτε, διότι έχομεν πεποίθησιν εν Χριστώ τω αθανάτω Θεώ, ότι ασφαλώς, αλλά και σκληρώς, θα εκδιωχθήτε παρ' ημών, εάν δεν φύγετε εκουσίως. Μη λησμονείς τας συμφοράς του πατρός σου Ιγώρ, όστις αθετήσας τους με την Αγίαν Αυτοκρατορίαν ημών όρκους και συνθήκας και μετά μεγάλης δυνάμεως και απειραρίθμου στόλου κατά της πρωτευούσης ημών επελθών, μόλις διεσώθη με 10 λέμβους εις τον Κιμμέριον Βόσπορον, αυτός ούτος των ιδίων συμφορών άγγελος γενόμενος (5). Παραλείπω τον οικτρότατον αυτού θάνατον, ότε, κατά των Γερμανών εκστρατεύσας και συλληφθείς, εις στελέχη προσεδέθη δένδρων και εις δύο εμερίσθη. Και συ λοιπόν δεν θα επανίδης την πατρίδα σου, εάν με αναγκάσης να υψώσω τα όπλα, αλλά θα εξαφανισθής πανστρατιά εν τη χώρα ταύτη, κατά τρόπον τοιούτον, ώστε ούτε καν λέμβος θα περισωθή διά ν' αναγγείλη εις την Σκυθίαν την συμφοράν».
«Τη βαρβαρική μανία και απονοία φερόμενος» εκ των συστάσεων αυτών του Αυτοκράτορος ο Σβιατοσλαύος, απήντησεν: «Ας μη λάβη τον κόπον ο Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων να έλθη μέχρι της χώρας ταύτης, δεν υπάρχει ανάγκη. Διότι ημείς οι ίδιοι όσον ούπω θα πήξωμεν τας σκηνάς μας προ των πυλών του Βυζαντίου και δι' ισχυρού χαρακώματος θα περιβάλωμεν την πόλιν, εξελθόντα δε εξ αυτής τον Βασιλέα, εάν ποτέ δυνηθή να εγκαρτερήση εις τον μέγαν τούτον αγώνα, γενναίως θα τον υποδεχθώμεν και θα τω δείξωμεν εμπράκτως, ότι δεν είμεθα τυχαίοι τινές αποχειροβίωτοι βάναυσοι, αλλά άνδρες αιμάτων, διά των όπλων τους εχθρούς καταβάλλοντες. Τρομερά πλανάται ο Βασιλεύς, εάν νομίζη ότι η σλαυική δύναμις είνε ομοία με την των αβροδιαίτων γυναίων και ότι δύναται να εκφοβίση ημάς διά τοιούτων απειλών, ως τα υπό τους μαστούς βρέφη διά μορμολυκείων».
Η σπουδαιοτέρα εν τω Μεσαιώνι εκδήλωσις των Ρωσικών βλέψεων, των καθόλου Σλαυικών βλέψεων, επί της Βασιλίδος των πόλεων ήτο η διά της εκστρατείας αυτής γενομένη. Είνε βαθυτάτης σημαντικότατος διά τον Ελληνισμόν η μελέτη της εξελίξεως των Βουλγαροσλαυικών επιδρομών εις την Θράκην και την Μακεδονίαν, των δύο τούτων λεωφόρων προς την Κων)πολιν και κοσμοϊστορικών χωρών. Το Ελληνο-Βουλγαροσλαυικόν ζήτημα είνε ακριβώς εν τω Μεσαιώνι και νυν ό,τι ήτον εν τη αρχαιότητι το Ελληνο-Περσικόν [της κυρίως δηλ. Ελλάδος μετά των εν Μ. Ασία αποικιών αφ' ενός και των Περσών αφ' ετέρου, κατόπιν δε της Μακεδονίας και των Περσών.] Είνε ό,τι ήτο κατόπιν το Ελληνο-Μωαμεθανικόν. Τουτέστι πάλη της Ελληνικής Ιδέας, της Ελληνο-χριστιανικής, προς την Ασιατικήν, την αντιανθρωπιστικήν, την αντιφιλοσοφικήν και αντικαλλιτεχνικήν. Και, δυστυχώς, εν τη Ιστορική ταύτη ανελίξει και πάλη ο Ελληνισμός, το μικρόν και πολυπαθές Ελληνικόν στοιχείον, δεν εστάλη αντιμέτωπον μόνον προς τον βάρβαρον Αφρικανισμόν, αλλά εστάθη και ίσταται αντιμέτωπον και προς τον Ευρωπαϊσμόν, προς το στοιχείον της Κεντρικής και βορείου Ευρώπης. Το ζήτημα τούτο της αντιθέτου εν τη Ιστορία στροφής του μικρού υλικώς σημείου, το οποίον κατέχει το Ελληνικόν στοιχείον, και των άλλων μεγάλων, εναλλάξ, αποτελεί την κεντρικήν γραμμήν της κινήσεως και της ανελίξεως της Ανθρωπότητος. Της κινήσεως δηλαδή και της ανελίξεως αυτής επί του εδάφους του πολιτισμού.
Ο Νικηφόρος, ο Τσιμισκής και ο Βασίλειος είνε μέγιστοι εθνικοί και πολιτικοί ηγέται εν τη αγρία, τη αδιαλλάκτω, τη υπερτέρα — ως αντιπροσωπευούση Ιδέας και Αρχάς — ταύτη πάλη, συντρίψαντες ταυτοχρόνως και αλληλοδιαδόχως και Βουλγαροσλαυισμόν εν τω Αίμω και Μωαμεθανισμόν εν Ασία, διά μαχών και θυσιών, τας οποίας δις ή τρις μόνον εγνώρισεν ο κόσμος εν τη Ιστορία. Η σύρραξις του Τσιμισκή προς τους Βουλγαροσλαύους αποτελεί αληθώς το κορύφωμα της μεσαιωνικής συγκρούσεως των δύο στοιχείων.
Ο άπληστος λοιπόν αρχηγός των εν τω Αίμω τότε Βουλγάρων και Σλαύων Σβιατοσλαύος — του οποίου την παράδοξον υπόστασιν θα σκιαγραφήσωμεν αργότερον — «δεν ηρκείτο εις τον Δούναβιν και την εμπορικήν αυτού κοιλάδα, εις την Βουλγαρίαν με το ανώμαλον αυτής έδαφος, τους ελώδεις αυχένας της, τα κλιμακωτά οροπέδια, τα απέραντα δάση της». Επόθει την Κων)πολιν, την πολύχρυσον πόλιν, την πλήρη καλλιτεχνικού πλούτου, «με την εξοχωτάτην θέσιν της, επί δύο μεγάλων θαλασσών», την γόησσαν!
Τον βαθύν τούτον πόθον του δεν είχεν αποκαλύψει έως τότε εις τας ορδάς του. Διότι αύται είχον αποκάμει, ο τρόμος δε εκ της ολοσχερούς καταστροφής του Ιγώρ, όταν λυσσαλέος απεπειράθη να αρπάση την Πόλιν από θαλάσσης, ετηρείτο αμείωτος εν ταις ψυχαίς των, από παραδόσεως. Τώρα όμως τα πράγματα είχον αλλάξει. Αι ορδαί ευρίσκοντο πλησίον της μυθικής πόλεως, η απλή και απαίδευτος φαντασία των διηγείρετο ακράτητος. Μέχρι της στιγμής είχον θριάμβους, αι λείαι ήσαν πλουσιώταται. Η διατάραξις εν Βυζαντίω εκ της αγρίας εξαφανίσεως του τρομερωτάτου Νικηφόρου ενίσχυεν αυτούς, ήλπιζον εσωτερικάς αναστατώσεις και εμφυλίους σπαραγμούς. Ο Σβιατοσλαύος εφρικία ψυχικώς φανταζόμενος ότι ήτο δυνατόν να καταλύση αυτός μίαν πανένδοξον και ισχυροτάτην Αυτοκρατορίαν, ήτις έως τότε είχεν εμπλήσει τρόμου τους λαούς της οικουμένης.
Ο προδότης και πονηρότατος Καλοκύρης, ο μνηστήρ του Βουλγαρικού θρόνου, αλλά και εις τον Βυζαντινόν αποβλέπων, διαρκώς τον προέτρεπε και τον περιέπλεκεν εις τους δολιωτάτους σκοπούς του. Τον συνεβούλευε να εγκατασταθή οριστικώς εν Βουλγαρία, τη πολύ ευκρατεστέρα και γονιμωτέρα από την Ρωσίαν, τον ώθει να κρατή αιχμαλώτους τους δύο υιούς του τελευταίου ηγεμόνος της Βουλγαρίας Βόριν και Ρωμανόν, απήτησε να εγκαθιδρυθή αυτός επί του θρόνου της Κων)πόλεως, μετά την κατάκτησιν αυτής, υποσχόμενος διαρκή συμμαχίαν της Αυτοκρατορίας και του Βουλγαροσλαυικού κράτους εν τω Αίμω.
Δεινή ήτον η θέσις της Αυτοκρατορίας από το μέρος του Βορρά. Αφ' ενός η Βουλγαρία με τον εξησκημένον κατά το Βυζαντινόν σύστημα από της εποχής του Τσάρου Συμεών στρατόν της. Αφ' ετέρου το κύμα των βαρβάρων από της Βαλτικής θαλάσσης μέχρι του Αίμου, υπό τον νέον κατακτητικόν αστέρα Σβιατοσλαύον, Βαράγγοι της Σκανδιναυίας, Ρώσοι, Σλαύοι, αι Φοινικαί ορδαί, οι Πατσινάκαι, οι Ούγγροι κλπ.
Η Βουλγαρία εξετείνετο μέχρις Αχρίδος, αι αρχαίαι Ρωμαϊκαί επαρχίαι Κροατία, Σερβία, Δαλματία, ήσαν πλέον σλαυικά στοιχεία και σλαυικαί δυνάμεις.
Εάν ηδραιούτο η καταδρομική επιχείρησις του Σβιατοσλαύου, τότε ούτος, με κέντρον των κτήσεων του την Πραισθλαύαν, θα εξηφάνιζεν από την Βαλκανικήν χερσόνησον το Βυζαντινόν Κράτος. Διότι, έχων την κυριαρχίαν του Δουνάβεως και της χερσαίας οδού, θα ηδύνατο να συγκεντρώση κατά της Κωνσταντινουπόλεως όλα τα Σκυθικά στίφη.
Αλλά, αφ' ετέρου, είχε το μέγα και εξαιρετικόν ευτύχημα η Αυτοκρατορία να ευρίσκεται τότε επί κεφαλής αυτής άνθρωπος, ο οποίος όχι μόνον ήτο μέγιστος στρατιωτικός, αλλά, εν ταυτώ, και μέγιστος πολιτικός, εκτάκτου δε και αδαμάστου ενεργητικότητος. Είνε παρατηρημένον ότι το Ελληνικόν Γένος εις όλας σχεδόν τας κρισιμωτάτας περιστάσεις του εξηρτήθη και εσώθη από ένα άνθρωπον. Ο άνθρωπος της σωτηρίας του ήτο εις την δεινοτάτην αυτήν περίστασιν ο Τσιμισκής. Εμελέτησε και ανεμέτρησε καλά τον κίνδυνον και ήρχισεν αμέσως να μεταφέρη σωρηδόν από την Ασίαν τας Βυζαντινάς στρατιάς. Δεν εξεστράτευσεν αμέσως ο ίδιος, επειδή ήτον ανάγκη να μένη εις την Κων)πολιν, αφ' ενός μεν επειδή εφοβείτο ακόμη ανατροπήν διά συνωμοσίας από το κόμμα του Φωκά, αφ' ετέρου διότι έπρεπε να οργανώνη εν τη πρωτευούση την ετοιμασίαν της εκστρατείας κατά των Βουλγαροσλαύων, την οποίαν προέβλεπε περιπετειώδη και μέλλουσαν να κρίνη αυτήν την ύπαρξιν της Αυτοκρατορίας. Το περίφημον στρατιωτικόν σώμα των «Αθανάτων» ιδρύθη τότε από τον Τσιμισκήν. Η ονομασία αύτη προήλθεν εκ του ότι μεθ' εκάστην μάχην τα κενά επληρούντο αμέσως δι' επιλέκτων ανδρών, ίσως δε και να ωνομάσθη ούτω κατά μίμησιν του αρχαίου σώματος των Περσών. Η εκστρατεία αυτή κρίνεται παρά των ιστορικών ως η «ενδοξοτάτη του αιώνος».
Ο πρώτος στρατός τον οποίον απέστειλε κατά των Βουλγαροσλαύων ετέθη υπό την αρχιστρατηγίαν του διαβοήτου στρατηλάτου &Βάρδα του Σκληρού&, γυναικαδέλφου του Τσιμισκή. Τα τολμήματα του Σκληρού, μεγίστης στρατιωτικής φυσιογνωμίας του Βυζαντίου και όλου του Μεσαιώνος, αποτελούν δραματικώτατον μέρος της όλης Βυζαντινής ιστορίας. Ο Σκληρός και ο ισάξιος Στρατηλάτης Βάρδας ο Φωκάς συνετάραξαν την Αυτοκρατορίαν επί δύο βασιλειών διά της περιφήμου στάσεως διά τον θρόνον, της συνεργασίας και κατόπιν της συρράξεως μεταξύ των, αφού πρώτον την εδόξασαν με τα κατορθώματά των. Η τρομερά αυτή στάσις, αρξαμένη επί Τσιμισκή και λήξασα επί Βουλγαροκτόνου, παρ' ολίγον ν' ανατρέψη ολόκληρον το οικοδόμημα της Μεσαιωνικής ημών Αυτοκρατορίας. Βάρδας ο Σκληρός ήτο μέλος του ομωνύμου στρατιωτικού οίκου, καταγομένου εκ της εν Πόντω Αμίδης, υιός του πατρικίου Νικήτα Σκληρού. Η αδελφή του Μαρία, «κάλλους και σωφροσύνης εις μέγα κλέους ήκουσα» κατά Λέοντα τον Διάκονον, δηλαδή διαβόητος διά την καλλονήν της και την αρετήν της, η οποία είχεν υπανδρευθή τον Τσιμισκήν, είχεν αποθάνει.
Ο Σκληρός είχεν εξοχωτάτας στρατιωτικάς αρετάς, ήτο καταπληκτικής ενεργητικότητος, ακατάβλητος, επινοητικώτατος, ενδοξότατα είχεν αγωνισθή εν Ασία επί των προκατόχων Βασιλέων, εις δε τον πόλεμον που περιγράφομεν ανεδείχθη μεγαλοφυής. Δεύτερος αρχηγός, ο επί κεφαλής των εμπροσθοφυλακών, ετάχθη Πέτρος ο Φωκάς, ο ονομαστός στρατοπεδάρχης, ο κυριεύσας επί Νικηφόρου εξ εφόδου την Αντιόχειαν, ο καταλαβών το Χαλέπιον, ο οποίος είχεν αποκρούσει και άλλοτε επιδρομήν Σκυθών κατά της Αυτοκρατορίας. Τότε εγένετο ήρως επικού επεισοδίου. Με ολίγους μόνον στρατιώτας είχεν επιτεθή κατά των επιδρομέων. Ο αρχηγός των Σκυθών, γίγας, κατακάλυπτος από την σιδηράν πανοπλίαν του και σύρων παμμέγεθες δόρυ, προέβαλεν από την τάξιν του στρατού του και τον εκάλεσεν εις μονομαχίαν ενώπιον των δύο στρατών. Ο Πέτρος, πλήρης μένους, πτερνίσας τον ίππον του, ώρμησεν αμέσως κατά του αντιπάλου του, έχων προτεταμένον το δόρυ και κρατών αυτό με τας δύο του χείρας. Δι αυτού, διασπάσας τον σύμπυκνον αλυσιδωτόν θώρακα του Σκύθου γίγαντος τον διεπέρασεν εν ριπή οφθαλμού, υπό το κεραυνοβόλον δε αποτέλεσμα οι επιδρομείς κατελήφθησαν υπό πανικού και ετράπησαν εις φυγήν, κατασφαζόμενοι υπό των ημετέρων. Ουδέποτε μέχρι τότε οι Βυζαντινοί είχον συμπλακή με τους Ρώσους εις μάχας εκ του συστάδην· ο προ ενός αιώνος πόλεμος είχε διεξαχθή κατά θάλασσαν κυρίως και διά τινων αψιμαχιών περί την Κων)πολιν.
Ο Τσιμισκής έδωκεν εντολήν εις το πρώτον τούτο σώμα του στρατού που απέστειλε κατά του Σβιατοσλαύου εις Θράκην, να αποφύγη επίθεσιν, να στρατοπεδεύση εις την πεδιάδα της Θράκης, να προφυλάσση την χώραν από των επιδρομών των εχθρών, να κάμη σκηνώσεις προς διαχείμασιν, να ασκήται συνεχώς και να τηρή διά συνεχούς επαγρυπνήσεως εαυτό εξησφαλισμένον από τους βαθείς πολεμικούς δόλους των πονηροτάτων εκείνων βαρβάρων. Αι εντολαί αύται ετηρήθησαν κατά γράμμα από τους δύο αρχηγούς Σκληρόν και Πέτρον Φωκάν.
Προς τούτοις, εξεπέμφθησαν πρόσωπα γνωρίζοντα την Ρωσικήν, όπως πληροφορώνται κατασκοπευτικώς περί των προθέσεων και των κινήσεων του Σβιατοσλαύου. «Ως κηλίς ελαίου» είχον εκταθή επί των βορείων της πεδιάδος της Θράκης οι βάρβαροι. Ο Τσιμισκής, περί πάντων προνοών και τα πάντα χρησιμοποιών, είχε στείλει μυστικά ανθρώπους εις την Βουλγαρίαν προς συνεννόησιν με το Βασιλικόν ή Εθνικόν Βουλγαρικόν κόμμα, δηλαδή το κόμμα εκείνο των Βουλγάρων που δεν ηνείχετο την υποταγήν εις τον Σβιατοσλαύον και τους Ρώσους του, το αφωσιωμένον εις τον ανατραπέντα παρ' αυτού Βασιλικόν οίκον της Βουλγαρίας. Οι απεσταλμένοι ούτοι ωργάνωσαν εν Βουλγαρία στάσιν κατά του Σβιατοσλαύου, αλλά ούτος επρόλαβε· συλλαβών όλους τους κυριωτέρους αρχηγούς της στάσεως και της βασιλικής αυτής μερίδος τους κατέσφαξεν αγρίως και διά τρομοκρατίας εξεμηδένισε την αντίδρασιν αυτήν.
Συνεμάχησε με τους Ούγγρους και τους Πατσινάκας, υπεσχέθη εις την Βουλγαρικήν αριστοκρατίαν την εις την ειδωλολατρείαν επάνοδον και την αποκατάστασιν των προνομίων της, συνήσπισε κατά των Ελλήνων όλον τον βαρβαρικόν κόσμον του Βορρά, προσέθεσεν εις το πεζικόν του τας απειροπληθείς ορδάς των δι' ακοντίου άμα και τόξου ωπλισμένων ιππέων των παραδουναβείων χωρών, αγριωτάτων πολεμιστών. Αι εμπροσθοφυλακαί του ήγγισαν διά των προσκόπων την Αδριανούπολιν, λεηλατούσαι, σφάζουσαι, τα πάντα ερημώνουσαι. Ταύτα συνέβαινον τον Απρίλιον του 970.
Μέγα ήτο το πλήθος των επιδρομέων αυτών, «Ούνων» με μίαν λέξιν από τους συγχρόνους ιστορικούς καλουμένων. Ήσαν σύμφυρμα τρομακτικόν αγριωτάτων και πολεμικωτάτων ανδρών, «δεινών την θέαν, ωμοτάτων, σωματικής αλκής και αρετής εξαιρέτου».
Ο Ζωναράς τους αναβιβάζει εις 300,000, ο Σκυλίτζης εις 308,000. Ο αριθμός θεωρείται υπερβολικός. Ήσαν ορδαί των Βουλγάρων, οι οποίοι εδέχθησαν την Ρωσικήν κατάκτησιν· οι γιγαντόσωμοι Σκανδιναυοί, οι κυρίως Βαράγγοι, οι Ταυροσκύθαι, «όλως σιδηροφορούντες, αμφίδοχμα ξίφη και τον φοβερόν πέλεκυν κρατούντες», οι πολιτισμένοι Σλαύοι της Νοβγορόδ, της Σμολένσκης και του Κιέβου, «γαλανόφθαλμοι, ξανθοί και γερμανικάς λόγχας και δαμασκηνουργή ξίφη φέροντες», οι άγριοι των δασών Σλαύοι, «ημίγυμνοι, σανδαλοφορούντες, δηλητηριώδη βέλη και τον δερμάτινον βρόχον, διά του οποίου ανήρπαζον τους εχθρούς, ανά χείρας κινούντες», οι αγριωποί, πυρότριχες και χλωμοί Φίννιοι της λεπτής λίμνης του άνω Βόλγα, «δοράς άρκτων περιβεβλημένοι και επί του ώμου φέροντες βαρύτατα ρόπαλα», οι Τσούδοι ιππείς της Φιλλανδίας, «περιδινούμενοι (κυματίζοντες) επί των βραχυσώμων ίππων των και δοκιμάζοντες καθ' οδόν παμμέγιστα τόξα», οι Βιάρμιοι του κόλπου του Αρχαγγέλου, «υπερηφάνως φέροντες τους χρυσούς αυτών δακτυλίους και τα εκ Βουλγαρίας αγορασθέντα ουγγρικά ξίφη», οι γιγάντιοι, έκπαγλοι, υπερφυούς ρώμης και αγρίας ενεργητικότητος Γουήνοι, Φίννιοι της λίμνης Βλεό, των οποίων τους αγώνας προς τους Σκανδιναυούς συμβολίζει εν τη μυθολογία του Βορρά η κατά των Άσων πάλη των Γιγάντων. Ήσαν οι Ούγγροι, τους οποίους Τούρκους οι χρονογράφοι του Βυζαντίου ονομάζουν, λόγω της αμιγούς Τουρκικής καταγωγής των.
Το πεζικόν του Σβιατοσλαύου ήτον εξαίσιον. Ο μέγας συρφετός εσταμάτησεν εις την Αρκαδιούπολιν (Λουλέ Βουργάς), όταν αι προφυλακαί της συνήντησαν τας των Βυζαντινών.
Εκεί εγένετο η πρώτη σύγκρουσις, 25 λεύγας από της Κων]πόλεως, μεταξύ Αδριανουπόλεως και Τυρολόης. Παρά τον χείμαρρον Εργίνον έμενε το στρατόπεδον των βαρβάρων. Βάρδας ο Σκληρός ήγεν αφ' ετέρου, κατά τους χρονογράφους, μόνον 1200 άνδρας, επιλέκτους. Αποχωρήσας της Αδριανουπόλεως, όπου είχεν εγκλεισθή εν αρχή, απεσύρετο βραδέως, υποκρινόμενος ότι φοβείται τον εχθρόν, και απαντών εις τας προκλήσεις αυτού, διανοίγων ούτω βαθμιαίως το βάραθρον, όπου θα τον εξηφάνιζεν. Οι Ρώσοι επίστευσαν, ότι οι Βυζαντινοί τους εφοβούντο· πράγματι, απέβαλον πάσαν προφύλαξιν, εις διασκεδάσεις και πότους διήρχοντο τας νύκτας, τας ημέρας εξηπλούντο ανά την χώραν, προς πάσαν διεύθυνσιν. Ως δίκτυον όμως εξήπλου ο Σκληρός, διά λαθραίων και μελετημένων κινήσεων, τον στρατόν του περί τον εχθρόν.
Μίαν ημέραν που όρισε, στέλλει επί κεφαλής ιππικού τον πατρίκιον Ιωάννην Αλακάν, με την εντολήν να προσποιηθή ταχείαν υποχώρησιν, έπειτα από μικράν συμπλοκήν, και να παραλλάσση την υποχώρησιν εις βραδυτέραν, εφόσον θα παρέσυρε τον εχθρόν προς το μέρος του, να υποχωρή εν τάξει, να εξερεθίζη κατά διαλείμματα τον αντίπαλον διά μικρών συμπλοκών, μέχρις ότου κατορθώση να τον παρασύρη οριστικώς εις τα κεντρικά σημεία της ενέδρας. Τότε να ειδοποιηθή καταλλήλως ο αρχηγός. Ακριβέστατα εξετέλεσε τας οδηγίας ο Αλακάς, την τελευταίαν δε στιγμήν, ειδοποιήσας τον Σκληρόν, ήρχισε φεύγων προτροπάδην μετά του ιππικού του, «από ρυτήρος». Οι Ρώσσοι ορμητικώτατα, όσον και αφελέστατα, κατεδίωξαν αυτόν. Ήσαν διηρημένοι εις τρία σώματα, το έν από τους Βουλγάρους και Ρώσσους· το άλλο από τους Ούγγρους, το τρίτον από Πατσινάκας. Με το τελευταίον συνεκρούσθη ο Αλακάς, όταν ακριβώς επέσπευδε την φυγήν του. Οι εχθροί, οι οποίοι ήσαν τέλειοι ιππείς, ώρμησαν προς εξολόθρευσιν του Ελληνικού ιππικού, το οποίον, άλλοτε βαδίζον εν πυκνή τάξει, άλλοτε ατιμετωπίζον τον εχθρόν και ξιφομαχούν με αυτόν, εχώρει κατ' ευθείαν προ το μέρος της ενέδρας. Εγγύς δε αυτού ακριβώς απσυνετέθη αιφνιδίως, τραπέν εις άτακτον φυγήν. Οι Πατσινάκαι, αλαζονευθέντες, έλυσαν τας τάξεις των και ώρμησαν αναμέσον των διεσκορπισμένων και ως πανικοβλήτων φευγόντων Ελλήνων ιππέων. Τότε παρουσιάζεται εξαίφνης ο αρχιστράτηγος Σκληρός, με το κύριον σώμα του στρατού. Σταματούν οι Πατσινάκαι, αλλά το κεραυνοβόλον της εμφανίσεως των ημετέρων και η κύκλωσις τους έκαμαν να εννοήσουν αμέσως, ότι δεν δύνανται πλέον να διαφύγουν, και να λάβουν την απόφασιν να υπεραμυνθούν μόνον μέχρις εσχάτων της ζωής των. Λυσσωδέστατα τους προσβάλλουν οι στρατιώται του Σκληρού, άλλο δε σώμα επιτίθεται κατ' αυτών εκ των όπισθεν, και η συμπλοκή αποβαίνει φρικωδεστάτη.
Αι δύο πτέρυγες των αυτοκρατορικών συγκλείονται επί τον εχθρόν, όστις, εκτεθείς πανταχόθεν εις τον φοβερόν κύκλον του θανάτου, κατασφάζεται εξ ολοκλήρου σχεδόν και εκτός ελαχίστου τμήματος, συλληφθέντος. Πληροφορηθείς ο Σκληρός από τους αιχμαλώτους τούτους, ότι ο Σβιατοσλαύος με το κύριον σώμα του στρατού του ανέμενεν εν παρατάξει μάχης την επίθεσιν, επισπεύδει την προέλασιν, παρ' όλον το μεγάλως δυσανάλογον των δυνάμεων.
Οι Βουλγαρορρώσσοι ανέμενον ευσταθώς την επίθεσιν, παρορμώντες αλλήλους εις αντίστασιν κατά της εφόδου των αυτοκρατορικών στρατευμάτων.