Ελληνική Εποποιία, Ο Εωσφόρος: [Ιωάννης Τσιμισκής]

Part 3

Chapter 39 wordsPublic domain

Κατά την μαρτυρίαν του Κεδρηνού, ο Νικηφόρος, ευθύς μετά την λήψιν της επιστολής του μοναχού προς το εσπέρας, η οποία τον προειδοποίει περί του μελετωμένου διά την νύκτα εγκλήματος, διεμήνυσεν εις τον αδελφόν του «κουροπαλάτην» Λέοντα να σπεύση εις τον Βουκολέοντα με μοίραν στρατιωτών. Αλλ' ούτος, όστις ήτο μανιώδης παίκτης, δεν ανέγνωσεν αμέσως το σημείωμα του Αυτοκράτορος· το αφήκεν επί του χείλους της κλίνης, όταν δε εις το τέλος του παιγνιδιού το ανέγνωσε, καταταραχθείς, ώρμησεν έξω με τον υιόν του Νικηφόρου και με εκείνους που ημπόρεσε να συγκεντρώση την ώραν εκείνην. Όταν ευρέθησαν εις την μεσημβρινήν άκραν του Ιπποδρόμου, η οποία ωνομάζετο «Σφενδόνη», ήκουσαν τους διαβάτας να λέγουν ότι προ ολίγου εσφάγη ο Αυτοκράτωρ, ταυτοχρόνως δε έφθανεν εις τα ώτα των η βοή φωνών που υψούντο από τους περιβόλους των Ανακτόρων και τας γειτονικάς οδούς και τας πλατείας. Ήσαν αι ανευφημίαι των συνωμοτών και άλλων πολλών πολιτών λαμπαδηφορούντων υπέρ του νέου «Κυρίου της Πόλεως».

Τότε κατέφυγον εις την Αγίαν Σοφίαν, ως εις άσυλον. Εν τούτοις ο Λέων, ο όποιος ήτο πλουσιώτατος, ηδύνατο, εάν ήτο φιλαδελφότερος και σθεναρώτερος, και μετά τα γενόμενα ακόμη να εκμηδενίση τον Τσιμισκήν.

III

&ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗΝ& πενθιμωτάτην — «πλήρη οργής και θυέλλης» — ημέραν, 11ην Δεκεμβρίου, το ακέφαλον σώμα του Αυτοκράτορος εσημείου από όρθρου βαθέος την χιόνα του κήπου των Ανακτόρων, ερυθρούς εστιγματισμένην γύρω του από αίμα. Εκεί είχε ριφθή από του παραθύρου. Μόνον προς το εσπέρας ο Τσιμισκής ενεθυμήθη να διατάξη την εξαφάνισιν του λειψάνου. Την αρμόζουσαν επίσημον κηδείαν δεν ετόλμων να κάμωσι, μετά την δημοσία σχεδόν γενομένην δολοφονίαν και ένεκα της επακολουθησάσης μεγάλης συγχύσεως. Και η ταφή εγένετο «επονειδίστως λαθραία και εσπευσμένη».

Το πτώμα εναπετέθη εις πρόχειρον φέρετρον, κατασκευασθέν από ξύλα περισυλλεγέντα «τήδε κακείσε». Όταν το σκότος επύκνωσε, μετέφεραν αυτό «δρομαίοι», μυστικώτατα και εν πενιχροτάτη πομπή, εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, όπου το κατέθηκαν αμέσως εις μεγάλην σαρκοφάγον, αριθμουμένην εις το «Ηρώον του Κωνσταντίνου».

Ετάφη ο Νικηφόρος φορών τον τρίχινον σάκκον, τον «σάκκον του μετανοούντος», τον οποίον έφερεν επί έτη υπό την βασίλειον πορφύραν του, όπως ο Βουλγαροκτόνος.

Τα θρησκευτικά «νενομισμένα» ετηρήθησαν. Ηκούσθη και η τελευταία επίκλησις, την οποίαν απηύθυνε τρις ο Τελετάρχης προς τους Αυτοκράτορας, όταν ανηγείροντο διά να καταβιβασθούν εις τας κρύπτας τα φθαρτά σκηνώματά των. Την απηύθυνεν αντικαθιστών το επί της κεφαλής του νεκρού μετάλλινον στέμμα — σύμβολον ανθρωπίνης ισχύος — με πορφυρούν διάδημα:

— «&Αναπαύου, Άναξ· ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και ο Κύριος των κυριευόντων καλεί σε· απόθες από της κεφαλής σου το στέμμα!&»

Ένα από τα θαυμαστότατα και περικαλλέστατα μνημεία της πάλαι ποτέ Κωνσταντινουπόλεως, του οποίου η μεγαλοπρέπεια και ο πλούτος κατεθάμβωνεν, ήτο το Αυτοκρατορικόν νεκροταφείον των Αγίων Αποστόλων.

Οποίας μεγάλας σκέψεις, οποίαν τρικυμίαν συναισθημάτων δεν προκαλεί εις κάθε Έλληνα άξιον του ονόματος η ενθύμησις του ενδόξου αυτού χώρου, όπου ήσαν συσσωρευμένα τα φθαρτά σκηνώματα των μεγαλειτέρων ανδρών του Μεσαιωνικού Βασιλείου μας, Αυτοκρατόρων και Πατριαρχών, των οποίων πλείστοι συγκαταριθμούνται και μεταξύ των μεγίστων ανδρών του κόσμου, νέοι Αλέξανδροι και Περικλείς και Δημοσθένεις, εκτείναντες την Ελληνικήν Ιδέαν και την Ελληνικήν φήμην μέχρι των απωτάτων της οικουμένης, καταπυρπολήσαντες την Ελληνικήν δύναμιν επάνω εις τα απειράριθμα στίφη και τα Κράτη των βαρβαρωτέρων και επιφοβωτέρων λαών των τριών ηπείρων, εκπολιτίσαντες αυτούς διά του Ευαγγελίου και της Ελληνικής παιδείας και γλώσσης!

Οι Άγιοι Απόστολοι και η Αγία Ειρήνη εκρίνοντο ως αι ωραιότεραι και πολυτελέστεραι εκκλησίαι της βασιλευούσης μετά την Αγίαν Σοφίαν. «Πολυάνδριον» ή «Μυριάνδριον» ωνομάζετο από τους Βυζαντινούς ο ναός των Αγίων Αποστόλων και ο περίβολος αυτού. Ήτον ό,τι και η περιώνυμος εκκλησία του προαστείου των Παρισίων «Άγιος Διονύσιος», όπου εθάπτοντο οι Βασιλείς της Γαλλίας από Δαγοβέρτου του Α'. Είνε σήμερον αντικαταστημένοι οι Άγιοι Απόστολοι από το γνωστόν «Μέγα Τέμενος του Κατακτητού». Εκεί είχε κτισθή πρώτον «Βασιλική» από τον Μέγαν Κωνσταντίνον, κατόπιν ωκοδόμησεν ο Ιουστινιανός την εκκλησίαν των Αγίων Αποστόλων. Πρώτοι ετάφησαν εις τον περίβολον ο Κωνσταντίνος και η μήτηρ του Ελένη.

Ήτο γεμάτος ο μέγας ούτος περίβολος από κολοσσιαίους εκ πορφυρίτου λίθου αυτοκρατορικούς τάφους. Ήσαν κτισμένοι ούτοι εις δύο μεγάλας σειράς από το ένα και από το άλλο μέρος της εκκλησίας. Ηρώα εκαλούντο αι δύο σειραί. Ηρώον του Κωνσταντίνου και Ηρώον του Ιουστινιανού. Αι σαρκοφάγοι — αι πελώριοι μαρμάρινοι θήκαι — των νεκρών Βασιλέων είχον στολισθή λαμπρότατα και καλλιτεχνικώτατα, όταν η Αυτοκρατορία είχε φθάσει εις ακμήν δόξης και πλούτου. «Δι' οιονεί κολεού», συντεθειμένου από πέταλα αργύρου, από κλάδους χρυσού, από τους πολυτιμοτάτους των λίθων &εγκολαπτούς& ή &ενδεδεμένους&, εις όλα δε τα σημεία εγκατεσπαρμένους, ήτον εστολισμένη εκάστη από τας μεγίστας αυτάς σαρκοφάγους, αι οποίαι ήσαν αληθινά αριστοτεχνήματα γλυπτικής και αρχιτεκτονικού σχεδίου. Η διακοσμητική δε τέχνη, της οποίας οι Βυζαντινοί είνε οι περιφημότεροι αντιπρόσωποι εις όλους τους αιώνας, εκεί επεδείκνυεν όλον το δαιμόνιόν της. Οι χρονογράφοι του Βυζαντίου μεταβάλλονται εις ποιητάς προκειμένου να περιγράψουν το θάμβος και το μεγαλείον του Βασιλικού εκείνου κοιμητηρίου.

Όταν το φως του ηλίου συντρίβετο επί των διαχρύσων αυτών όγκων, «των οποίων και μόνον το σχήμα κατηύφραινε το όμμα και ωμίλει προς αυτό» — διαγραμμιζομένων υπό τους ωραιοτέρους Ελληνικούς, Ασιατικούς και νεοτεχνικούς ρυθμούς, καταστίκτων συμπλεγματικώς, ή μη, από μεγάλους πολυτίμους λίθους όλων των χρωμάτων, «δημιουργημάτων της φαντασίας και της ιδέας μάλλον, αλλά και του πλούτου, παρά της ξηράς τέχνης μόνον, την οποίαν ενείχον ολόκληρον και αυτήν εις όλας τας αρμονικάς εκδηλώσεις της»· όταν ο γλυκύς και έντονος ήλιος της Κων)πόλεως συνεζυγείτο εν τη πορεία του προς τον χώρον εκείνον του χρυσού και του αργύρου και του σμαράγδου και του ρουβινίου και του αδάμαντος και του οπαλλίου και του σαπφείρου και των ωραιοχρώμων κατεστιλβωμένων μαρμάρων — από του ερυθρού, ως σαρξ άρτι αποσφαγέντος νεαρού ζώου, μέχρι του πρασίνου, ως η πρώτη εαρινή χλόη εις τας απατήτους κλιτύς των ορέων όταν εκτύπα με τα ολόχρυσα κύματά του την έκτασιν αυτήν, είτε αντικλινόμενος υπέρ τα κυανά όρη και το γλαυκόν πέλαγος, είτε επιζυγιζόμενος από του κέντρου του ουρανού, είτε αποκλινόμενος προς τον φλογιζόμενον ορίζοντα, πνιγόμενον εις την θλίψιν και τον τόνον των λιποθύμων χρωμάτων — η όψις, την οποίαν ελάμβανεν η Βασιλική νεκρόπολις, «ονείρου και εκστάσεως κατάστασιν εδημιούργει εις τον βλέποντα».

Εκάστη σαρκοφάγος ενέκλειαν εντός πολυτιμότατα κοσμήματα. Εκεί ανεπαύοντο και οι Οικουμενικοί Πατριάρχαι, οι «Νέας Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως Αρχιεπίσκοποι». Εκεί ήτο τεθαμμένος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Αυστηρόταται ποιναί ήσαν ωρισμέναι δι' απόπειραν ενταφιασμού εις το μέρος εκείνο νεκρού, ο οποίος δεν ήτο, ή δεν προϋπήρξεν, αρχηγός της Εκκλησίας ή του Κράτους.

Εν τω ναώ δε, υπό το θυσιαστήριον, ήσαν κατατεθειμένα τα ιερά λείψανα των Αγίων Αποστόλων Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, Λουκά και Τιμοθέου, του πρώτου Επισκόπου Εφέσου. Εκ τούτου και το όνομα της Εκκλησίας. Όλαι αι υψηλαί δόξαι και όλαι αι υψηλαί καταισχύναι του Βυζαντίου ανεπαύοντο εκεί. Παρά τον ανδρείον ο δειλός. Παρ' εκείνον, του οποίου ο βίος ήτο μακρά πάλη, ο μετακινηθείς από τας λαμπούσας αιθούσας του Ιερού Παλατίου όσον και αι κοσμούσαι τους τοίχους αυτών εκ μωσαϊκού μορφαί. Παρά τον Κωνσταντίνον και την Ελένην ο Μέγας Θεοδόσιος, αλλά παρ' αυτόν οι έκφυλοι υιοί του.

Κυλινδρική σαρκοφάγος περιέκλειε το πτώμα του Ιουλιανού, το οποίον οι αντίπαλοι του «άτιμον και αποτρόπαιον» εκάλεσαν. Σαρκοφάγος από πράσινον μάρμαρον της Ιεραπόλεως έκλειε τον Μέγαν Ιουστινιανόν, παρ' αυτόν δε ανεπαύετο ο «νέος Μέγας Αλέξανδρος», ο Ηράκλειος.

Ο τρομερός όχλος της Κων)πόλεως ενέσκηπτεν ενίοτε και μέχρι του τελευταίου εκείνου αδύτου των Αυτοκρατόρων. Οι φίλοι των εικόνων συνέτριψαν την σαρκοφάγον, την περικλείουσαν Κωνσταντίνον τον Κοπρώνυμον, και την κόνιν αυτού εσκόρπισαν εις τον αέρα. Το ίδιον έκαμαν και οι Γάλλοι κατά των Βασιλέων των μετά αιώνας. Από του Αυτοκράτορος Αλεξίου Αγγέλου ήρχισεν η καταστροφή του θαυμαστού αυτού κειμηλίου της Αυτοκρατορικής νεκροπόλεως του Βυζαντίου. Ούτος απεγύμνωσε τους τάφους από τα πολύτιμα κοσμήματά των, εσύλησε τα μαυσωλεία των προκατόχων του, δια να εξαγοράση παρά των Λατίνων Σταυροφόρων την ειρήνην. Την 13ην προς την 14ην Απριλίου του 1204, κυριεύσαντες ούτοι την Κωνσταντινούπολη, συνέτριψαν εν τη βαρβάρω λύσση των τα πλείστα των περικαλλών αυτών Αυτοκρατορικών μνημείων. Την 29ην δε Μαΐου, την «αποφράδα», οι φανατικοί δερβίσαι Μωάμεθ του Κατακτητού συνεπλήρωσαν την καταστροφήν. Ο Κριτόβουλος σημειώνει, ότι πλήθος δερβισσών ησχολείτο μανιωδώς επί 14 συνεχείς ώρας εις το να καταστρέψη δια σιδηρών ροπάλων και τα εναπομείναντα άθικτα μαρμάρινα καλλιτεχνήματα των τάφων, και εκείνα, των οποίων την καταστροφήν δεν είχον φέρει εις πλήρες πέρας οι προηγηθέντες και χειρότεροι των κατακτηταί!

Εν τούτοις ο Ιταλός Βουοδελμόντιος λέγει, ότι είδε κατόπιν εις το νεκροταφείον αυτό ακέραια μνημεία εκ πορφυρίτου λίθου, ακέραια ως προς την λεκάνην αυτών, μεταξύ των οποίων και το του Μ. Κωνσταντίνου. Αληθές είνε ότι τινές των σαρκοφάγων περιεσώθησαν κατά το κύριον αυτών σώμα, ως θα ίδωμεν. Οπωσδήποτε όμως δεν θεωρούνται γνήσιαι, αι εν τω Βατικανώ αποκείμεναι του Κωνσταντίνου και της Ελένης.

* * *

ΕΙΣ ΑΣΒΕΣΤΟΝ υπό των καταστροφέων μετεποιήθησαν τα κειμηλιώδη αυτά καλλιτεχνήματα, «τα εκ μαρμάρου άργυρον περιβεβλημένου, εκ τορνευτού πορφυρίτου, εκ ποικιλωτάτου και σπανιωτάτου γρανίτου»· τεμάχια αυτών εχρησιμοποιήθησαν εις κτίσεις οικιών. Συναπωλέσθησαν και αι «πελώριαι» επιτύμβιοι πλάκες, αι «σχήμα στέγης έχουσαι». Εις τον γείσον μιας από αυτάς, επί της λεκάνης της σαρκοφάγου Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου ορθουμένης, ο Άγιος Ιγνάτιος ο Πατριάρχης, υιός Αυτοκράτορος, αφού ενεκλείσθη πρότερον επί 15 ημέρας μέσα εις το κύτος της σαρκοφάγου του μνημείου, απετέθη υπό των βασανιστών του, φέρων μεγάλα βάρη από των ποδών του κρεμάμενα. Ούτε να φάγη, ούτε να πίη του έδωκαν, ούτε να κοιμηθή τον αφήκαν καθ' όλον το διάστημα της εγκαθείρξεως του αυτής εις ένα τάφον! Ο περίβολος του ναού ήτο διαρρυθμισμένος κατά στοάς μεγαλοπρεπεστάτας, κατά μήκος δε των στοών ευρίσκοντο μεμονωμένα μαυσωλεία βασιλέων και Πατριαρχών.

Εις την εξωτερικήν αυλήν του Ναού της Αγίας Ειρήνης ευρίσκονται αποτεθειμέναι Αυτοκρατορικαί σαρκοφάγοι — ήτοι αι λεκάναι, τα κύτη των μνημείων, άρτιαι οπωσδήποτε. Δύο, εκ των οποίων η μία ακεραία, είνε από πορφυρίτην λίθον. Εις την εσωτερικήν αυλήν ευρίσκεται άλλη μικροτέρα, από πράσινον αρχαίον λίθον. Είνε όλαι εντελώς γυμναί των πολυτιμοτάτων αυτών περικαλυμμάτων. Μεγάλοι Βυζαντιακοί σταυροί και μονογράμματα του Χριστού υπάρχουν επ' αυτών. Μία δε ωοειδής. Λέγεται ότι είνε αι δεχθείσαι τους νεκρούς των βασιλέων Κωνσταντίνου του Α', Κώνσταντος του Β', Ιουλιανού του Παραβάτου, Θεοδοσίου του Μεγάλου, Αρκαδίου, Μαρκιανού και της Πουλχερίας.

Προ του τεμένους Ζερέκ, του πάλαι ποτέ ναού του Παντοκράτορος, του ενδόξου και αρχαίου — ο Πασπάτης υποστηρίζει ότι ο ναός ούτος είνε ο σημερινός του Αγίου Θεοδώρου του Τίρωνος, — εις τον οποίον ετάφη ο Αυτοκράτωρ Μανουήλ ο Α' και τρεις του οίκου αυτού Αυτοκράτειραι, υπάρχει μεγάλη σαρκοφάγος από πράσινον πολύστικτον λίθον, με σταυρόν εις τας τέσσαρας όψεις. Τώρα χρησιμεύει ως δεξαμενή δια τας θρησκευτικάς πλύσεις των Μωαμεθανών.

Θεωρείται πιθανόν, ότι έκλειε τον νεκρόν της Ειρήνης, της «μεγίστης των βασιλισσών της Ανατολής». Δύο ή τρεις σαρκοφάγοι Βασιλικαί ευρίσκονται και εις συνοικίας της Κωνσταντινουπόλεως. Εξαιρετικώς περιγράφεται από τους χρονογράφους του Βυζαντίου το μαυσωλείον του Βασιλέως Λέοντος ΣΤ' του Σοφού. «Ήτον από μάρμαρον που ευρίσκεται παρά τον Σαγγάριον ποταμόν της Βιθυνίας. Αυτό το μάρμαρον ήτο κατάστικτον την μορφήν, δηλαδή εφαίνετο σαν κεντημένο φυσικά, το χρώμα ήτον αίμα μοναχό — ήτον ακριβώς σαν πνεύμονας ανθρώπου, το έπιανες και δεν επίστευες ότι είνε λίθος».

* * *

ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ επίλογος, σημαντικώτερος διά τον αναγνώστην από την περιγραφήν του τρομερού αυτού βασιλικού δράματος, είνε απαραίτητος: «Το αίμα του θείου ανδρός έπεσεν επί τους φονείς αυτού», λέγει Ματθαίος ο Εδέσσης. Λέων ο Διάκονος σημειώνει: «Ουδείς των φονέων απήλαυσεν εν ειρήνη των καρπών του αδικήματος». Τον μυστηριώδη και βίαιον θάνατον του Τσιμισκή θα ίδωμεν, ως και την τύχην της Θεοφανούς, η οποία αποδιωχθείσα αμέσως σχεδόν από τα Ανάκτορα υπό του αρνηθέντος να την συζευχθή συνενόχου και εραστού της Τσιμισκή, επλανάτο μεταφερομένη από μοναστηρίου εις μοναστήριον, «μέχρι και των εσχατιών της Αρμενίας». Ο Λέων Βαλάντης, ο αμείλικτος, εθανατώθη αμέσως, «ως πρώτος πλήξας τον Νικηφόρον». Εις αυτόν, ως εις αποδιοπομπαίον τράγον, έπεσαν αι αμαρτίαι όλων των άλλων· ο Τσιμισκής δεν ηδυνήθη, ή δεν ηθέλησε να τον σώση.

Πενήντα επτά ετών εσφαγιάσθη ο Νικηφόρος, αφού κατασυνέτριψε τους τρομερωτάτους των τότε πολεμίων της Αυτοκρατορίας και της Χριστιανωσύνης, τους Σαρακηνούς, διά το οποίον και «σφύρα των Σαρακηνών» ωνομάσθη, αφού έθηκε «φοβερά όρια εις τα Βυζαντινά θέματα της Μικράς Ασίας και ωργάνωσε τον στρατόν εις βαθμόν άγνωστου μέχρι του νυν δυνάμεως και τελειότητος».

Ο Μωαμεθανικός κόσμος επανηγύρισε την εξολόθρευσίν του, οι Ρώσοι και οι Βούλγαροι ηλάλαξαν εκ χαράς και ητοιμάσθησαν διά να καταλύσουν το Βυζαντινόν κράτος εις την Ευρώπην, αλλά την έπαθαν ελεεινότατα από τον Τσιμισκήν. «Τους εξετίναξε κατά τρόπον, όπου η Ιστορία ούτε παρουσίασεν, ούτε θα παρουσιάση ποτέ, τον επίστευσαν μυθικόν, υπερφυσικόν πρόσωπον, τους κατετάραξε, τους έκαμε να χάσουν την ιδέαν ότι είνε άνθρωποι», σημειώνει με αγαλλίασιν ο Βυζαντινός χρονογράφος.

Οι Σαρακηνοί ποιηταί εξύμνησαν τον Φωκάν, τιμώντες την υπεράνθρωπον ανδρείαν του και την στρατηγικότητα, η οποία τους εξεμηδένισεν.

Είνε γνωστά τα περίφημα δημώδη Ελληνικά άσματα, τα αναγόμενα εις πολεμικά κατορθώματα των προγόνων μας του Μεσαιώνος, τα του Ηρωικού κύκλου. Ταύτα είνε γνωστά και υπό την ονομασίαν «Δημώδη Ελληνικά άσματα του Α κ ρ ι τ ι κ ο ύ κύκλου», επειδή έχουν ως κεντρικόν ήρωα τον περιλάλητον Διγενήν Ακρίταν, το υπερφυσικόν αυτό ως προς την σωματικήν δύναμιν και την τρομεράν γενναιότητα δημιούργημα της λαϊκής Ελληνικής φαντασίας, οπού τινά εκ των ασμάτων τούτων τον παρουσιάζουν παλαίοντα σώμα προς σώμα και με τον Χάρον. Ο μέγας Έλλην λαογράφος Νικόλαος Πολίτης, εν ομιλία του εις το Πανεπιστήμιον «Το εθνικόν των Ελλήνων έπος», δημοσιευθείση εις την «Λαογραφίαν», αποδεικνύει ότι τα άσματα αυτά του Ακριτικού κύκλου έχουσιν αφετηρίαν των τον 10ον αιώνα, τους επικούς και φονικωτάτους πολυετείς πολέμους των ημετέρων προς τους Σαρακηνούς, τους Άραβας, διεξαχθέντας κυρίως από τον Νικηφόρον, ως και τον Τσιμισκήν και τον Βουλγαροκτόνον. Θεωρείται πιθανόν ότι υπό τον Διγενήν Ακρίταν κρύπτει η λαϊκή φαντασία τον Νικηφόρον τον Φωκάν.

Προς τούτοις, το περί Πορφυρίου δημώδες άσμα, το Κεφαλληνιακόν άσμα «των υιών του Ανδρονίκου», είνε μακρυνή απήχησις του επικού κύκλου, ο οποίος εδημιουργήθη από τα μεγάλα κατά των Σαρακηνών κατορθώματα του Νικηφόρου, του «πρωταθλητού εν τη αμύνη της πίστεως, της οποίας το κοσμοϊστορικόν οικοδόμημα, σοφίας και κάλλους καρπός, εκ θεμελίων διεσείσθη από την Μωαμεθανικήν θύελλαν!»

Η Βουλγαρική δημώδης λογοτεχνία, περιλαμβάνουσα και σχετικά αποσπάσματα δημωδών Ελληνικών ασμάτων, εκθέτει τα πολεμικά κατορθώματα του Νικηφόρου, διεκτραγωδεί τας δυστυχίας του. Εν παραλλαγή περιεργοτάτη εκτίθεται εν αυτή η περί του σκληρού τέλους του Ελληνική ιστορική παράδοσις.

Ιωάννης ο Μαυρόπους, ο γνωστός ως Επίσκοπος Ευχαΐτων και Μητροπολίτης Μελιτηνής, συνέθεσε συγκινητικώτατον, ωραίον τω όντι διά την απλότητα και το βαθύ πάθος, επίγραμμα εις τον Νικηφόρον το οποίον εχαράχθη επί του τάφου του. Αξίζει να το παραθέσωμεν, διότι απηχεί όλην την τρομεράν απορίαν, την τραγικήν οδύνην του Γένους, επί τη εξαφανίσει του πανευκλεούς Νικηφόρου, του Τρισμεγίστου, υπό τας πτέρυγας του οποίου ετήρησε την ύπαρξιν και την συνείδησιν το μέγα Γένος των Ρωμαίων, η Ελληνική φυλή, «διαποντισθείσα από τον αντίχριστον Σαρακηνόν και τον βαρβαρώτατον Σκύθην». Ιδού ο τραγικός αυτός γόος:

_«Εδώ ευρίσκεται εκμηδενισμένος ο Νικηφόρος . . . Αυτός, που είχε περιλάβει εις το Κράτος του όλην την έκτασιν της γης, τώρα, ως μικρός, μικρόν μέρος αυτής κατοικεί. Αυτόν, όπου και τα θηρία τον εσέβοντο, τον εξόντωσαν ως ένα κοινόν άνθρωπον . . . Κοιμάται τώρα βαθειά εις τον τάφον ο μη γνωρίσας ποτέ ανάπαυσιν, ενόσω έζη! Θέαμα πικρόν . . . Αλλά εγέρθητι τώρα, Βασιλεύ, αναμένουν να τους οδηγήσης οι πεζοί σου, οι ιππόται σου, οι τοξοκράται σου, το στράτευμά σου όλον, αι φάλαγγες, τα τάγματα. Τα Σκυθικά θηρία λυσσώσιν εναντίον μας, έπνιξαν εις το αίμα τους λαούς μας, ενόσω όμως έβλεπες το φως του ηλίου, έτρεμον και την εικόνα σον εάν ητένιζον! Βασιλεύ μεγάλε, άκουσε τον θρήνον μου! Ανατίναξε τον νεκρικόν λίθον, που σε κρατεί εις τα πτέρνα της γης, και ανάστηθι να διώξης τα θηρία των Εθνών. Εξύπνησε, διά να θεμελιώσης την Αγίαν Αυτοκρατορίαν σου εις βάσιν, που δεν θα σαλευθή ποτέ, να την περιφράξης με την δύναμίν σου από τον ωκεανόν των βαρβάρων! Εάν δε δεν γίνεται να σε ίδωμεν ανακύπτοντα από τον τάφον σου, βόησον τουλάχιστον από τα έγκατα της γης εναντίον των απίστων ίσως και με μόνην την φωνήν σου τους διασκορπίσης. Και αν δεν ημπορή να γείνη αυτό, τότε κρύψε μας όλους εις το μνήμα σου! Διότι και ο νεκρός σου μόνος θα είνε ικανός να σώση τα πλήθη των πιστευόντων εις τον Χριστόν, των βαπτισμένων εις το όνομά του. Συ υπήρξες ο εις όλα Νικηφόρος, ο οποίος μόνον υπό γυναίκα ενικήθης!»._

Απηχεί η φιλολογία των εθνών της Ανατολής από τα πολεμικά κατορθώματα του Νικηφόρου. Τον διεξεδίκησαν δε και εκείνοι τους οποίους συνέτριψεν. Ο Αβούς Μαχασάν, ο Άραψ, γράφει, ότι κανείς δεν δύναται να παραβληθή προς αυτόν από της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά και ότι δεν ήτο Έλλην, «ήτον υιός Μουσουλμάνου από την Ταρσόν, γνωστού, του Ιβν Ελ Κασσάς»!

Ολόκληρος εκκλησιαστική ακολουθία συνετάχθη διά τον Νικηφόρον από θαυμαστήν του κληρικόν.

Λέγει ένα τροπάριον από αυτήν:

Στρατιώτην τα όπλα σε, Στρατηγόν η παράταξις, Βασιλέα κράτιστον το διάδημα, Αλλ' ασκητήν οι αγώνες σε, Τα άθλα δε μάρτυρα Καταγγέλλουσι τρανώς. Νικηφόρε, τοις πέρασιν. Όθεν ήθροισται Η τιμώσα σε πόλις, Ευφημούσα τους αγώνας και την νίκην. Και το μακάριον τέλος σου.

Δηλαδή: Η μάχη στρατιώτην, ο πόλεμος στρατηγόν, ο Θρόνος Βασιλέα άριστον, αλλά οι αγώνες σου υπέρ της αρετής ασκητήν, και τα παθήματα μάρτυρα σε διαλαλούσι, Νικηφόρε, εις τα πέρατα του κόσμου. Διά τούτο είνε συνηθροισμένη και η τιμώσα την μνήμην σου πόλις, δοξάζουσα τους αγώνας σου και την νίκην σου εν πάση αρετή, και το μακάριον τέλος σου.

Η όλη εικών, δράσις και ψυχικότης του Νικηφόρου διαγράφεται εις τον τόμον της Ε. Ε., τον υπό τον τίτλον «&Ο Τρισμέγιστος&», τα κατά το τέλος όμως αυτού, αποτελούντα το περιθώριον ούτως ειπείν της περί αυτού ιστοριογραφίας, ανήκον ενταύθα. Ο «&Εωσφόρος&», ο «&Αετός&» και ο «&Τρισμέγιστος&», ήτοι ο Τσιμισκής, ο Βουλγαροκτόνος και ο Φωκάς, είνε η τριλογική σελίς εκ του Βυζαντινού μέρους της Ε. Ε.

Β'. 'ΑΝΩ ΣΧΩΜΕΝ ΤΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ!'

Α

ΑΦΗΚΑΜΕΝ τον Τσιμισκήν, σπεύδοντα από τον Βουκολέοντα διά των αιμάτων και της βοής προς την μεγάλην αίθουσαν του θρόνου εν τω Ιερώ Παλατίω, το Χρυσοτρίκλινον, διά να προφθάση ν' αναγορευθή Βασιλεύς. Εκεί θα συνεκέντρουν εκ των αγυιών και των συνοικιών τα πλήθη οι κυριώτατοι εκ των προμεμυημένων εις το έργον οπαδών του, όπως τον ανευφημήσουν, κατά τα κρατούντα, ως Αυτοκράτορα, πριν ή λάβη το κράτος της επί του χρόνου η επομένη ημέρα και ευρεθή ούτως η πόλις προ τετελεσμένου γεγονότος. Η κατατρόπωσις των Βαράγγων εις τον Βουκολέοντα από τους λυσσώντας συνωμότας, η εντύπωσις εκ της επιδείξεως από τα ύψη του Πύργου της αιμοσταγούς κεφαλής του Νικηφόρου προς τον συγκεντρωθέντα κάτωθεν λαόν και στρατόν, η τρομοκράτησις των αστών από τας διαδόσεις περί του ανηκούστου εγκλήματος, αστραπιαίως κυκλοφορησάσας ανά τας εγγυτέρω συνοικίας, αι οποίαι τους εκράτησαν εντός των οικιών των μέχρις ότου την επομένην ημέραν επληροφορήθησαν καλά ότι έληξεν οριστικώς η όλη υπόθεσις· η αναξιότης και η ατολμία των επιλέκτων οπαδών και των οικείων του Νικηφόρου — είχον ήδη εξασφαλίσει κατά το μέγιστον μέρος την ικανοποίησιν της φιλοδοξίας του Τσιμισκή. Αλλά η Κωνσταντινούπολις ήτον η πόλις των μεγάλων απροόπτων, και κατ' αυτάς τας τελευταίας ακόμη στιγμάς. Ο δε Τσιμισκής δεν ήτον από τους ανθρώπους που δύνανται να ηττηθούν εις ένα σοβαρόν ζήτημα από έλλειψιν προνοίας. «Ίσην τη ρώμη την γνώμην είχεν». Όθεν, συμφώνως με τας απ' αρχής προσυνεννοήσεις, οι άνθρωποί του, οι μη μετάσχοντες εις την εκτέλεσιν συνωμόται, αλλ' αναμένοντες εκ του ασφαλούς την ευτυχή περάτωσιν της δολοφονίας του Αυτοκράτορος, μόλις συνετελέσθη αύτη, διεσπάρησαν ανά τας κεντρικάς συνοικίας και οδούς της πόλεως, ανά τας πλατείας και τας αγοράς, με τα στίφη των στρατολογημένων μπράβων και των «ιδικών» των, πανόπλων και λαμπαδηφορούντων, και από «τριόδου εις τρίοδον» ανέκραζον: «Ιωάννης Αύγουστος, Βασιλεύς Ρωμαίων!» «Λογάδων ανδρών πλήθος, διά των αγυιών του Άστεως διερχόμενον, Αυτοκράτορα Ρωμαίων Ιωάννην, συν τοις ήδη βασιλεύσαντος Ρωμανού παισίν, ανηγόρευον» — επισημειοί Λέων ο Διάκονος. «Στίφη οπαδών του Τσιμισκή εξώρμων δαδοφορούντα, ανακράζοντα κλπ.» μνημονεύει έτερος χρονογράφος.

Τας διαδηλώσεις ταύτας παρηκολούθει εξ αποστάσεως ο περίφημος Βασίλειος ο «Παρακοιμώμενος» — ήτοι Αρχιθαλαμηπόλος — ο «Βίσμαρκ του Μεσαιωνικού Ελληνισμού», ως τον απεκάλεσαν οι ιστορικοί, ο «Πρίγκηψ», νόθος υιός του Βασιλέως Ρωμανού του Λεκαπηνού εκ Σκυθίδος δούλης, Πρωτοπρόεδρος ή Πρόεδρος της Συγκλήτου. Παρηκολούθει τας ομάδας των ανθρώπων του Τσιμισκή, διευθύνων πολύν αριθμόν εξ αποφασιστικών ανδρών, ανακηρυσσόντων επίσης τους τρεις Βασιλείς. Με τον άνθρωπον αυτόν, ο οποίος είχε μεγίστην επίδρασιν εις τας τύχας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επί σειράν ετών, θα ασχοληθώμεν ιδιαιτέρως εν τη αναπτύξει των κατορθωμάτων και της διοικήσεως του Τσιμισκή. Ο Νικηφόρος τον είχε περιαγάγει εις αφάνειαν, μη ανεχόμενος ευκόλως ανθρώπους επικινδύνου αξίας, ή εγωιστικής εκδηλώσεως. Ο Βασίλειος μετέσχε της συνωμοσίας ως μαρτυρεί Λέων ο Διάκονος — πνέων μένεα διά την παραγκώνισίν του. Η συμμετοχή του ήτο μυστικωτάτη και λίαν επιφυλακτική. Προκειμένου να αποτολμηθή η απόπειρα, προσεποιήθη τον βαρέως ασθενή. Υπελόγιζε και επί αποτυχίας του τολμήματος. Όταν όμως έμαθε το αποτέλεσμα, αποκατέστη αμέσως η υγεία του, και, σπεύσας αυτοστιγμεί, «ήθροισε τον όχλον των οικετών αυτού» — δηλ. συνεκέντρωσε το πλήθος των ανθρώπων του — διότι δεν εννοούσε να προχωρήση και να παγιωθή η μεταπολίτευσις, χωρίς να είνε πρώτος και καλλίτερος αναμεμιγμένος και αυτός. Και εκ των πρώτων ενίσχυσε μετά των οπαδών του κατά την απαισίαν εκείνην νύκτα τον απογνωστικόν και κακούργον αγώνα του Τσιμισκή.

Ιδού κατά το άνοιγμα της ημέρας, οπού έμπαινεν εις την θέσιν του αθανάτου της νυκτός, συγκεντρωμέναι αι ορδαί των απειραρίθμων πλέον οπαδών του Τσιμισκή — και ποίος ηδύνατο να ορθωθή απέναντί των και εναντίον των, αφού η πλειονότης των πολιτών κατέστη πανικόβλητος και η Νικηφορική μερίς ανανδροτάτη; — αναμίξ μετά σωμάτων στρατού, περικυκλούσαι το Ιερόν Παλάτιον, πλημυρρούσαι αυτό εντός, αναμένουσαι να επευφημήσουν τον Αρχηγόν και δολοφόνον ως «Αυτοκράτορα της Ανατολής, Αύγουστον, Βασιλέα των Ρωμαίων!»

Ευρεία και μεγαλοπρεπεστάτη αίθουσα ην το «Χρυσοτρίκλινον», η περιλάλητος μεγάλη αίθουσα του Θρόνου των Αυτοκρατόρων της Νέας Ρώμης.