Ελληνική Εποποιία, Ο Εωσφόρος: [Ιωάννης Τσιμισκής]
Part 2
Διά να ιδρυθή, κατηδαφίσθησαν πολλαί οικίαι. Παμμεγίστας αποθήκας σίτου και άλλων επιτηδείων περιελάμβανε. Ομοίως κλιβάνους, οπλοθήκας, πολεμικάς μηχανάς. Εφοβείτο ο Αυτοκράτωρ πολιορκίαν από τον όχλον. «Ακρόπολιν και τυραννείον κατά των αθλίων πολιτών απειργάσατο», ελεγον οι αντινικηφορικοί. Αι μεγάλαι δαπάναι του φρουρίου αυτού είχον τω όντι εξερεθίσει τον ευμετάβλητον όχλον. Αλλ' η κτίσις του ήτο συνδεδεμένη με ένα παράδοξον: Ενώ επροχώρει η οικοδομή, ηκούσθη αιφνιδίως από το μέρος της θαλάσσης, ευρισκομένου εκεί και του Βασιλέως, ο οποίος περιεσκόπει την εργασίαν, ήδε η φωνή:
— «Βασιλεύ, ως υψοίς τα τείχη, καν μέχρι πόλου φθάσης, ένδον το κακόν, ευάλωτος η πόλις!» «Βασιλεύ, όσω και αν υψώνης τα τείχη, και εάν έως το πολικόν άστρον τα υψώσης, το κακόν που θέλεις να αποκλείσης είνε μέσα, το φρούριον θα σπάση!»
Εμβρόντητος ο Βασιλεύς, εξαποστέλλει εις όλην την γύρω ακτίνα ανθρώπους διά να ανακαλύψουν την προέλευσιν της μυστηριώδους προειδοποιήσεως. Σημειώνει ο χρονογράφος, ανώνυμος, εναντιόφρων: «Αλλά δεν ηδυνήθη να αποφύγη το δίκαιον πεπρωμένον, και ο λαός επρόσεξεν, ότι ο εκπεσών από την αγάπην του ηγεμών δολοφονήθει την ιδίαν ημέραν, που παρέδωκεν εις αυτόν επισήμως τας κλείδας του πύργου του Βουκολέοντος ο επιμελητής της οικοδομής, μετά την εντελή αποπεράτωσίν της».
Μεταβαίνει λοιπόν, ως προανεφέραμεν, η Θεοφανώ προς τον Βασιλέα, συγκεντρώνεται εις όλην την υποκριτικήν της τέχνην, παρουσιάζει εις τελείαν αληθοφάνειαν πλαστόν πρόσωπον συμπονούσης συζύγου, συντρόφου της καρδίας — η περιποιητική επίδειξίς της της νυκτός εκείνης ήτον αριστούργημα τέχνης και φαινομενικής ειλικρινείας, χωρίς καμμίαν υπερβολήν η οποία ηδύνατο να την προδώση. Του λέγει, ότι έχει να του κάμη ανακοινώσεις, αλλά, προς τούτοις, ότε αντελήφθη ότι το δηλητήριον της εμφανίσεώς της και του ρόλου της ήρχιζε να ποτίζη την κουρασμένην και διψώσαν παρηγορίαν ψυχήν του Βασιλέως, του καθιστά γνωστόν, ότι την ώραν αυτήν είνε υποχρεωμένη εις ένα Βασιλικόν καθήκον.
Είχον μεταβή τας ημέρας εκείνας εις την πρωτεύουσαν Βουλγαρίδες, θυγατέρες αρχόντων, αι οποίαι επρόκειτο να μνηστευθούν με πρίγκηπας και μεγιστάνας του Βυζαντίου. Τούτο εγίνετο ως επικύρωσις τρόπον τινά συναφθείσης με το Βουλγαρικόν γένος συμμαχίας. Εφιλοξενούντο αύται από το Αυτοκρατορικόν ζεύγος, και η Θεοφανώ, μετέχουσα της πολιτικής όσον και των ερώτων, εννοούσε να επιδεικνύη εις τοιαύτας περιστάσεις όλην του Βυζαντίου την επιβολήν, την μεγαλοπρέπειαν και την υψηλήν ευγένειαν. Επεμελείτο λοιπόν η ιδία την περιποίησιν των ξένων αρχοντισσών, αν και ήτο τεταγμένη προς τούτο πληθύς θεραπαινίδων και άλλων προσώπων της Αυλής. Λέγει λοιπόν προς τον Νικηφόρον:
«Θεόστεπτε και προσφιλέστατε σύζυγε, το καθήκον να μείνω πλησίον σου την νύκτα αυτήν, όπου θέλω να συνομιλήσωμεν και βλέπω ότι με την χάριν της Αειπαρθένου Μαρίας και Δεσποίνης ημών Θεοτόκου ήρχισες να απαλλάττεσαι από την βαθείαν και ανεξήγητον θλίψιν της ψυχής σου, ήτις συντρίβει και εμέ ομοίως, είμαι ηναγκασμένη να το αθετήσω προς στιγμήν. Πρέπει την ώραν αυτήν να ίδω, ως καθ' εκάστην εσπέραν, τας ευγενείς Βουλγαρίδας παρθένους, που φιλοξενούνται εις τον οίκον μας· με αναμένουν, πολύ ολίγον θα ασχοληθώ με την επίσκεψιν αυτήν, δύναται να μείνη ανοικτός ο κοιτωνίσκος μέχρις ου επανέλθω. Τότε γίνεται το κλείσιμον όλων των εξόδων, αφού κοιμώμαι και εγώ εις το ίδιον διαμέρισμα».
Ο Νικηφόρος, είτε παραπεισθείς, είτε απαυδήσας και θιγόμενος εις τον εγωισμόν του να λαμβάνη εις κάθε περίστασιν μέτρα υπέρ της ζωής του, αυτός ο τοσάκις αντιμετωπίσας τον θάνατον, ο καταφρονήσας αυτού εις τα πεδία των μαχών, δεν αντέλεξεν.
Έλαβε τας Θείας Γραφάς και αφωσιώθη εις την ανάγνωσιν αυτών, αναμένων. Αλλά βαρεία είνε η νυξ, η ψυχή του θολώνεται — ίσως η απατηλή αίσθησις εξασφαλίσεως και γαλήνης, εκ της υποβολής της Θεοφανούς, ίσως η επίδρασις εκ του μυστηριώδους ιερού κειμένου — ο ύπνος ήρχισε να τον κυριεύη. Τότε περικαλύπτεται με τον παλαιόν μανδύαν του οσίου μοναχού Μιχαήλ Μαλεΐνου και κατακλίνεται. Από καιρού σπανίως εκοιμάτο επί της μεγάλης αυτοκρατορικής κλίνης, ήτις όμως και αυτή, προκειμένου περί υπνώσεως, ήτο παρεσκευασμένη ως κλίνη στρατιώτου.
Αφότου δε απέθανεν ο προσφιλέστατος εις αυτόν πατήρ του Βάρδας, ο Καίσαρ, και ησθάνθη τον εαυτόν του τελείως απομονωμένον εν τω κόσμω, κατεκλίνετο προς ύπνον επί δέρματος τίγρεως, εστρωμένου χαμαί και κάτωθι των εικόνων του Χριστού, της Θεοτόκου και του Τιμίου Προδρόμου, οσάκις δεν ερρίπτετο επί των θραυσμάτων των κεράμων, επί των οποίων διήρχετο τας νύκτας του, όταν ο παροξυσμός του θρησκευτικού πάθους του υπηγόρευε να ταλαιπωρήση ακόμη περισσότερον το σώμα του, διά να κρατή εγγύτερον προς τον Θεόν την ψυχήν του.
«Την νύκτα δε εκείνην, την αποφράδα, εκοιμήθη χωρίς να έχη πλησίον του τα όπλα του. Πρώτην φοράν έγινε τούτο ... Ποίος δαίμων, σταλμένος από τον Αρχέκακον, να ετύφλωσε τόσον το πνεύμα του πανευσεβεστάτου Βασιλέως μου, ώστε να παραδοθή ανοχύρωτος εις τους μιαρούς εχθρούς του, να αφήση μακράν εαυτού τους μόνους ειλικρινείς συντρόφους του, τα όπλα του, ακριβώς την θεοκατάρατον αυτήν νύκτα που του εχρειάζοντο περισσότερον; . . . Επλήσθη κακών η ψυχή του, και η ζωή του τω Άδη ήγγισεν. Εγένετο ωσεί άνθρωπος αβοήθητος, εν νεκροίς ελεύθερος, επ' αυτόν επεστηρίχθη ο θυμός του Κυρίου, και πάντας τους μετεωρισμούς Αυτού επήγαγεν επ' αυτόν, επλάνησεν αυτόν εν αβάτω και ουχ οδώ. Άβυσσος εκύκλωσεν αυτόν εσχάτη...», λέγει εις δακρύβρεκτον λόγον ο ευσεβής χρονογράφος, πιστότατος φίλος του Νικηφόρου.
Και κατόπιν, εξαπτόμενος από την ανάμνησιν του σκληροτάτου θανάτου του Αυτοκράτορος, εκκεραυνοί κατά των φονέων το του Μωυσέως:
«Παροξύνω ως αστραπήν την μάχαιράν μου, και ανθέξεται κρίματος η χειρ μου, και εκδικήσει . . . . Μεθύσω τα βέλη μου αφ' αίματος, και η μάχαιρά μου καταφάγεται κρέας, αφ' αίματος ανόμων, από κεφαλής αρχόντων εχθρών . . .»
II
. . . &ΤΟ ΣΚΟΤΟΣ ΠΝΙΓΕΙ& τα πάντα εις το κύμα του, εις την καρδίαν της νυκτός επαναπαύεται ο κόσμος . . . Λυσσά ο άνεμος επάνω εις την θάλασσαν, τα κύματα της Προποντίδος ορχούνται περί την μάστιγά του, τα στοιχεία την νύκτα εκείνην εξαπολύονται από την κανονικότητά των, η φύσις έχασε τον ρυθμόν της, ωσάν να την εγγίζη η πνοή της φρίκης και της ανομίας, που έμελλε να χαράξη εις την Ιστορίαν το θεοστυγές διάστημα της 10ης προς την 11ην Δεκεμβρίου του 969 από Χριστού έτους. Η χιών πίπτει πυκνοτάτη, καλύπτει με την άπειρον κινουμένην θάμβωσίν της το διάστημα, η βασιλεύουσα υψούται εκ της λευκής επιφανείας της ως ένα ατελεύτητον περιλάξευμα μαρμάρου, τείνον προς τον ουρανόν με τους απειρογράμμους θόλους των εκκλησιών, τους πύργους των συμπύκνων φρουρίων της. Παρά τους πόδας της βρυχάται, ή στενάζει το κύμα, η δίνη των νιφάδων τρικυμίζεται υπέρ αυτήν. Το φρούριον του Βουκολέοντος διαγράφεται πελωριώτερον και μεμονωμένον παρά την σειομένην από την τρικυμίαν ακτήν.
Από την άντικρυ Χαλκηδόνα ακάτιον εκκόπτεται και χωρεί προς την θάλασσαν. Τέσσαρες άνδρες είνε το πλήρωμά του. Αλλά ο άνεμος το αναγκάζει να αντιστραφή. Παραπλέει τον αιγιαλόν, εξαφανίζεται· βιαιότατα κωπηλατούντες οι εν αυτώ, το προσορμίζουν τέλος εις την σκοπουμένην ξηράν, όπισθεν των επάλξεων του Φρουρίου του Βουκολέοντος, εις τον ομώνυμον λιμένα, πλησίον του μαρμαρίνου συμπλέγματος, όπου παρίστανε πάλην ταύρου προς λέοντα.
Οι τέσσαρες άνδρες είνε ο Ιωάννης Τσιμισκής με τους συντρόφους του. Συνενώνονται με τους αναμένοντας εκεί αοράτους συνενόχους, που τους είχε κρυμμένους η Θεοφανώ εις τα Ανάκτορα. Εις τα ασκεπή υπερώα της υψίστης κορυφής του Πύργου ένας από την σπείραν, ταχθείς εκεί από την Αυτοκράτειραν, ηγρύπνει, αναμένων με αγωνίαν την συνάσπισιν των σφαγέων . . . . Όταν τους είδε τέλος επί το αυτό, εκπέμπει συριγμόν, το προσυμφωνημένον σύνθημα, και εν τω άμα πλεκτή κλίμαξ ρίπτεται από τα δωμάτια της Αυτοκρατείρας. Ταχείς ανέρχονται οι δολοφόνοι. Τους αναμένουν εντός και άλλοι . . . . Ο Κεδρηνός σημειώνει, ότι διά κοφίνων ανεσύρθησαν προς τον γυναικωνίτην, ένας έκαστος χωριστά . . . . Τελευταίος ανέρχεται ο άτρομος Τσιμισκής, θέλων να εξασφαλισθή από τους άλλους . . . .
Μυθικής τω όντι τόλμης ήτο η απόπειρα αυτή. Ελάχιστοι εκ των ανθρώπων του Παλατιού ήσαν μεμυημένοι εις την συνωμοσίαν, δεν ήσαν δε ολίγοι οι εν αυτώ διαμένοντες, πάσης τάξεως και παντός πνεύματος. Τινές και επηγρύπνουν επί της ασφαλείας του Αυτοκράτορος, φοβούμενοι από καιρού κακούργον τόλμημα εναντίον του. Ως δε φαίνεται και εκ του επεισοδίου της εγχειρίσεως προς τον Βασιλέα σημειώματος από καλόγηρον της Αυλής, κατ' αυτό το εσπέρας της τελευταίας ημέρας του Άνακτος, υπήρχον εν τω Παλατίω και οι διαφωτισθέντες ασφαλώς και εν λεπτομερεία περί του σχεδιασθέντος ανοσιουργήματος. Εις δε την υπηρεσίαν των Ανακτόρων, πρόσωπα της οποίας υπεβοήθουν την Θεοφανώ εις την προεξοικονόμησιν των σχετικών με την δολοφονίαν, ουδείς ηδύνατο να έχη πίστιν, διότι η υποβοήθησις αυτή, εκεί όπου δεν ήτο συνέπεια καθαράς προσυνεννοήσεως, προήρχετο από τυπικήν οφειλήν υπακοής, ή από φόβον εκ της τρομεράς Βασιλίσσης, της και επινοητικωτάτης άλλως τε. Εν τούτοις, υπάρχουν παραδείγματα εκ της Βυζαντιακής ιστορίας, κατά τα οποία εις τοιαύτας περιστάσεις πρόσωπα των Ανακτόρων, ουδέν δείξαντα μέχρι της τελευταίας στιγμής, απεκάλυψαν ακριβώς επάνω εις αυτήν τους μελετώντας σκοτεινόν τι και κακόν — είτε εξ οικείας αποφάσεως, είτε λόγω μυστικής προσυνεννοήσεως με τα κινδυνεύοντα υψηλά πρόσωπα. Και τότε ήσαν τρομεραί αι συνέπειαι διά τους αποκαλυπτομένους συνωμότας. Επί πλέον δε, το φοβερόν σώμα των «Βαράγγων», η αυτοκρατορική σωματοφυλακή, δεν ήτο μακράν διά να προλάβη πάσαν απόπειραν, εάν τυχόν ελάμβανε γνώσιν κατά τας στιγμάς εκείνας.
Δι' αυτό η πράξις του Τσιμισκή και της Θεοφανούς, μετά των ολιγίστων συμπρακτόρων των, θεωρείται ως μοναδική υπό έποψιν ακαταλογίστου τόλμης εν τη Βυζαντιακή ιστορία, η οποία γέμει εν τούτοις υπερβατικών και ασυνήθων πραξικοπημάτων παντός είδους.
Τέλος οι συνωμόται, ενωθέντες και «το ξυστόν του Πύργου καταλιπόντες», εισορμώσιν όλοι ομού, γυμνά κρατούντες τα ξίφη, εις τον Βασιλικόν θάλαμον. Τελευταίος και πάλιν εισήλθεν ο Τσιμισκής. Εισήλασαν από την θυρίδα, διά της οποίας συνεκοινώνει ο ιδιαίτερος κοιτών της Θεοφανούς με τον κοιτώνα του Αυτοκράτορος. Η ιδία τους ήνοιξε την θυρίδα, η οποία έμεινεν αμόχλευτος την νύκτα εκείνην . . . . Τους ωδήγησε δε η ιδία και έως μέσα εις τον κοιτώνα του Βασιλέως, ο οποίος ήτο μέγα δωμάτιον. Την λεπτομέρειαν αυτήν την αναφέρει ο Άραψ ιστορικός Αβουλβέδας. Αλλά, ευρεθέντες εντός του θαλάμου οι δολοφόνοι, απομαρμαρούνται αίφνης, μετά την πρώτην, προς όλα τα σημεία αυτού, κατόπτευσιν . . . .
Ημίφως, κλίνον προς το σκότος, εκράτει μέσα εις τον θολωτόν μέγαν κοιτώνα του Αυτοκράτορος. Εις το ύψος της αριστερά αψιδωτής γωνίας λεπτός χρυσούς καταρράκτης χύνεται. Είνε των κανδηλών του καταχρύσου εικονοστασίου. Μεταξύ των αποστιλβόντων καλλιτεχνημάτων της Βυζαντινής εικονουργίας και σεβασταί παλαιαί εικόνες, όπου αι γλυκείαι και εκστατικαί μορφαί μόλις διαφαίνονται υπό την σκοτεινήν σύγχυσιν των αποσβεσθέντων χρωμάτων. Είνε δώρα περιωνύμων ασκητών προς τον θεοσεβή Αυτοκράτορα, ιστορικά ιερά κειμήλια, με θαυματουργικήν φήμην. Μέγισται αι εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου και του Προδρόμου, αποτελούν το κέντρον του ιερού χορού. Εις το σκότος της κόγχης, κάτωθεν της μεγάλης βάσεως του εικονοστασίου, αναπαύεται ο Αυτοκράτωρ, επί του δέρματος της τίγρεως, εντελώς αφανής από τους κακούργους. Η μεγάλη αυτοκρατορική κλίνη, κειμένη εις το αντίστοιχον διαγωνίως άκρον του θαλάμου, περικυκλωθείσα αμέσως από τους συνωμότας, παρουσιάζεται προ των οφθαλμών των εντελώς κενή. Τούτο ήτο εκείνο το οποίον τους απεμαρμάρωσεν. Ήσαν δε ούτοι οι εισελθόντες εις το δωμάτιον, όπως ρητώς αναφέρει ο Κεδρηνός, ο Μιχαήλ Βούρτζης, ο Λέων Πεδιάσιμος, ο Λέων Βαλάντης, ο πρόσωπον Άδου έχων Ατζυποθεόδωρος, ο Τσιμισκής και ένας ακόμη. Οι υπόλοιποι ανέμενον έξω, καταλλήλως τοποθετημένοι εντός των εγγύς θαλάμων και των υπόπτων διόδων των Ανακτόρων, έτοιμοι διά παν ενδεχόμενον.
Φρικώδης πανικός κατέλαβε τους ατρομήτους εκείνους άνδρας. Μη γνωρίζοντες τας εναλλασσομένας έξεις του Αυτοκράτορος, όσον αφορά τον ύπνον, επίστευσαν αμέσως ότι επροδόθησαν. Και συγχρόνως τους παρέλυσεν η σκέψις ότι ήτο αδύνατον να φύγωσι. Συνεννοούνται και αποφασίζουν να ριφθούν εις την θάλασσαν από την κορυφήν των τειχών και να αναχθούν εις το πέλαγος κολυμβώντες! Αλλά η απαισία τύχη του Νικηφόρου ενήδρευε. Και, καθ' ήν στιγμήν ήσαν έτοιμοι να απέλθουν, εμφανίζεται προ αυτών «ανδράριόν τι εκ των ευνούχων», το οποίον δακτυλοδεικτεί μυστηριωδώς προς το μέρος του εικονοστασίου, εις την σκοτεινήν κόγχην, και εξαφανίζεται. Η απαισία Θεοφανώ, ενεδρεύουσα παρά την θύραν του κοιτώνος, αφού ωδήγησεν έως εκεί τους συνενόχους της, θέλουσα να απολαύση όλην την σκηνήν της εξοντώσεως του ασκητικομανούς συζύγου της — του αχρήστου πλέον εις αυτήν διά τον βίον, όπως αυτή τον ενόει, δηλαδή βίον λάμψεως, διαρκούς απολαύσεως, επιδείξεως και χλιδής, του φυσικώς πλέον μισητοτάτου εις τοιαύτην γυναίκα — αλλά και μη φθάσασα οπωσδήποτε ακόμη εις τον βαθμόν της πωρώσεως, ώστε να βλέπη κρεουργούμενον εμπρός της τον σύζυγον Αυτοκράτορα, και να την βλέπη εκείνος· κυριευμένη από την σκέψιν, ότι έπρεπε να είνε εντελώς εξησφαλισμένη η υπόθεσις από παντός απροόπτου ενδεχομένου, διά το οποίον ήτον ανάγκη αυτή μόνη να επαγρυπνή, είχε παρ' εαυτή και τον μεμυημένον ευνούχον εις την θύραν, όπου ωτακουστούσε.
Βαθύτατα εκάθευδεν ο Άναξ εις την γωνίαν. Εις την υπόδειξιν του ευνούχου, οι φονείς, ξιφήρεις, ως άγρια θηρία αναπηδούν και τον περικυκλώνουν αμέσως. Ούτε αυτός ο θόρυβος εξυπνά τον Αυτοκράτορα. Τότε ορμώσιν όλοι μαζή κατ' αυτού και αρχίζουν να τον κτυπούν λυσσαλέοι διά των ποδών. Ανατινάσσεται ο Άναξ, βλέπει κατάπληκτος τους δαίμονας περί αυτόν, αναγνωρίζει τα πρόσωπα, ρίπτει βαθύ και μαρτυρικόν βλέμμα επί πάντων — μεινάντων ακινήτων και σιωπηλών την στιγμήν εκείνην, με τα μακρά επικαμπή ξίφη εις τας χείρας, αιωρούμενα επί τον Βασιλέα — και μένει ημιανασηκωμένος, στηριχθείς επί του τοίχου και «την κεφαλήν στηρίξας επί του αγκώνος». Αντελήφθη, ότι «ουκ έστι σωτηρία», αλλά και ανέμενε να του ομιλήσουν οι συνωμόται.
Τότε Λέων ο Βαλάντης, περιανεμίσας το ξίφος του, καταφέρει τρομερώτατον κτύπημα επί της ακαλύπτου, με άφθονον κόμην περιεστεμμένης, κεφαλής του Αυτοκράτορος. Υπό την κοπτεράν αιχμήν του ξίφους διασπαράσσεται βαθέως όλον το μέτωπον, η οφρύς και η βλεφαρίς, όλον το πρόσωπον πνίγεται από το εκπηδήσαν αίμα, και μόνον ο εγκέφαλος έμεινεν απρόσβλητος. «Θεοτόκε, βοήθει!» είνε η κραυγή του Αυτοκράτορος υπό το άλγος των τραυμάτων του, «Αγία Δέσποινα, ελέησον!» Σπαρακτική είνε η θρηνητική επίκλησις του Αυτοκράτορος, προσπαθεί να υψώση τας χείρας προς τον ουρανόν εις δέησιν, το πρόσωπόν του καλύπτεται από το αναβλύσαν αίμα, πιστεύει ότι δύναται ίσως και να συγκινήση τους φονείς, σπαράσσεται επάνω εις το δέρμα του θηρίου. «Οίον θέαμα οίκτου και ανθρωπίνης συμφοράς!» — Η διήγησις είνε Λέοντος του Διακόνου, θεωρείται πιστοτάτη εις όλας τας λεπτομερείας της, μόνον δε εις μερικά ασήμαντα σημεία υπάρχει κενόν, το οποίον αναπληρούται από τον Κεδρηνόν και τον Άραβα χρονογράφον. — Αλλά οι συνωμόται είνε άτεγκτοι, σπεύδουν εις την συμπλήρωσιν του έργου των.
* * *
&ΑΦΟΥ& εξεμηδένισαν τον γίγαντα, τον αρπάζουν στενάζοντα και οδυνώμενον, του δένουν τας κνήμας και τον μετάγουν επάνω εις την μεγάλην αυτοκρατορικήν κλίνην. Εκεί είχεν αποσυρθή και εκάθητο ζοφερός και αμίλητος ο Τσιμισκής. Απέναντί του είχε την ακτινοβολίαν των μορφών του Χριστού, της Παρθένου, το απειλητικόν πρόσωπον του στυγνού Προδρόμου. Οι ολολυγμοί του Αυτοκράτορος, «του φίλου, του συστρατιώτου και του ομαίμονος», επλήρουν τα ώτα του, αλλά αυτός δεν είχε την στιγμήν εκείνην καρδίαν διά να δεχθή εκεί όπου έπρεπε τας εντυπώσεις αυτάς, το κυανούν βλέμμα του είχεν ενώπιόν του το θάμβος ενός Στέμματος, του «Στέμματος του Κόσμου», και η μνήμη του έτρεχεν αγρία εις τας περιφρονήσεις του Νικηφόρου προς αυτόν, επότιζεν απλήστως την στιγμήν εκείνην την ψυχήν του με το νάμα της εκδικήσεως. «Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω — λέγει Κύριος». Αυτόν τον τρομερόν λόγον, την επιταγήν του Κυρίου, την ελησμόνησεν ο Ιωάννης Τσιμισκής, διά να την ενθυμηθή αργότερα, μετά έτη . . . .
Διά της βίας προσπαθούν να θέσουν αυτόν γονυπετή έμπροσθεν του ακάμπτου Τσιμισκή. Αλλά, δεδεμένος ων και υπό σκοτοδίνης καταληφθείς ένεκα του φοβερού τραύματος, δεν δύναται να σταθή, και κυλίεται κατά γης.
Εγείρεται τότε και αναστηλούται προ αυτού ο Ιωάννης, φοβερός και απαίσιος, αφρίζων. Εκκεραυνώνει από του στόματος του τρομερώτατον κατηγορητήριον κατά του Αυτοκράτορος, ανάμικτον με εμπαθεστάτας ύβρεις, με αισχίστας λοιδορίας. Την δεινήν απόκρυφον ταραχήν που ωγκώνετο εκ των βαθέων της ψυχής του επί τη θέα του διεσπαραγμένου μεγάλου φίλου του, της «πρώτης Μεγαλειότητος του κόσμου», επίστευσεν ότι ημπορούσε να την πνίξη υπό τους κεραυνούς των κατηγοριών του, τας οποίας έκρινε δικαίας και βασίμους, ικανάς να καλύψουν τοιούτον έγκλημα. Ταυτοχρόνως όλοι μιμούνται τον Τσιμισκήν. Αρχίζουν καθυβρίζοντες τον Αυτοκράτορα, «έκαστος επέρριπτε κατά πρόσωπον την ύβριν και την εκδίκησιν αυτού».
— Άθλιε τύραννε, ωρύετο αλλόφρων ο Τσιμισκής, θα μας κρίνη ο Θεός . . . . Αλλά αποκρίθητι. Δεν είμαι εγώ εκείνος, ο οποίος έβαλα εις την κεφαλήν σου το λαμπρότερον στέμμα του κόσμου; Δι' εμού δεν ανήλθες εις την βασίλειον των Ρωμαίων αρχήν και παντοδύναμος κατέστης Αυτοκράτωρ; Και όμως την ευεργεσίαν αυτήν την ελησμόνησες. Ο φθόνος και η μανία σε άναψαν εναντίον μου [υπό φθόνου και μανίας οιστρηλατηθείς απεστράφης απ' εμού] και δεν εδίστασες εμέ, τον ευεργέτην σου, να καθαιρέσης από την αρχηγίαν του στρατού, να με στείλης εις την ύπαιθρον χώραν διά να συναγελάζωμαι και να συζώ με τους γεωργούς, ωσεί των τιμών του πολίτου εστερημένος μετανάστης, εγώ, ο ανδρών γενναιότατος και σου ρωμαλεώτερος, τον οποίον τρέμουσι των πολεμίων τα στρατόπεδα . . . . Αλλά, ποίος θα σε λυτρώση τώρα από τας χείρας μου; . . . . Απάντησε λοιπόν, εάν ημπορής, απάντησέ μου, δικαιολογήσου δι' όλα τα εναντίον μου εγκλήματά σου . . . . »
Ενώ ο Αυτοκράτωρ εδέχετο εν οδύνη και στεναγμοίς την τρομεράν αυτήν θύελλαν των ύβρεων, των προκλήσεων, των κατηγοριών από όλους τους μαινομένους δημίους του και έβλεπε συνταρασσόμενα υπεράνω του από την φρίκην του πάθους και της ικανοποιημένης εκδικήσεως το δαιμονικόν πρόσωπον του Τσιμισκή και το ζοφερώτατον του Ατζυποθεοδώρου, απεστραγγίζετο επί του προσώπου του και το τελευταίον αίμα της κεφαλής του... Ήκουε και έβλεπε τα πάντα με πλήρεις τας αισθήσεις, αγωνιωδώς είχεν ανοιγμένους τους οφθαλμούς προς την γύρω του απαισίαν εικόνα, η ψυχή του εκρέματο υπέρ το χάος του ολέθρου. Εδέχετο τους εξευτελισμούς και τας ύβρεις, αλλά «ουδέν απεκρίνετο εις αυτάς». Δεν διέκοψεν όμως την προσευχήν του, τας δυνατάς επικλήσεις προς τον Θεόν και την Θεοτόκον, υπέρ της σωτηρίας του, υπέρ της σωτηρίας της ψυχής του. «Γεγωνυία τη φωνή τον Θεόν και την Θεοτόκον επικαλούμενος ην».
Με μανίαν θηρίων, «μανικώς», επιπίπτουσι τότε, εξερεθισθέντες ακόμη περισσότερον, οι σφαγείς κατά του δυσμοίρου. Ο Τσιμισκής τον αρπάζει από τον πώγωνα, εκτινάσσει την κεφαλήν του — συντρίβουσι την σιαγόνα του με τους γρόνθους, με κτυπήματα των λαβών των ξιφών των, μετακινούσι τους οδόντας από των φατνωμάτων. Ο Ιωάννης πλήττει διά των ποδών το σχεδόν ακίνητον ήδη σώμα του Αυτοκράτορος, καταφέρει κατά του προσώπου του νέον κτύπημα διά του ξίφους, το οποίον διασχίζει το κρανίον.
Τότε «δη» αμιλλώνται οι αιμοβορώτατοι ούτοι άνδρες, οι εκ μίσους μαινόμενοι, τις πρώτος να πλήξη τον Βασιλέα. «Ο μεν εκδικεί μακράν εξορίαν, ο δε την δυσμένειαν και τας καταφρονήσεις του Δεσπότου, της αλώσεως της μεγάλης Συριακής μητροπόλεως αναμιμνησκόμενος». Αλλά έρχονται τέλος εις την συναίσθησιν της ανάγκης όπως δοθή πλέον πέρας εις το έργον. Διότι θόρυβοι, μεγαλυνόμενοι βαθμηδόν, φθάνουν εις τας ακοάς των από τα βάθη του Ανακτόρου. Τότε ένας εκ των συνωμοτών διαπερά τον Αυτοκράτορα διά του μακρού και κυρτού κατά την αιχμήν ξίφους του, συστρέφει αυτό θηριωδώς εντός του βασιλικού σώματος, και το αποσπά καθημαγμένον. Η τελευταία πνοή του θύματος, ένας στεναγμός λέοντος, ένα γοερώτατον παράπονον μάρτυρος, εξέρχεται μαζή με το ξίφος. Ο Νικηφόρος εξέπνευσεν αμέσως. Ο Μέγας Αυτοκράτωρ, ο «Νικητής», ο «Καλλίνικος», όπως τον ωνόμασεν η λαϊκή φωνή διά τους μοναδικούς και απειραρίθμους θριάμβους του κατά των εχθρών της πίστεως και του Γένους.
Την στιγμήν εκείνην κρότοι τρομεροί διασείουσιν ολόκληρον το Ιερόν Παλάτιον, εξ όλων των άκρων και των λαβυρίνθων αυτού προστρέχουσι προς τα τραγικά δώματα του Αυτοκράτορας αναμίξ οι πιστοί διαμείναντες μετά των μεμυημένων αυλικών. Διεδόθη πλέον εκ των εγγυτέρων προς τον θάλαμον διαμερισμάτων μέχρι των απωτάτων, ότι μέγα τι και φοβερόν κατά του «Κυρίου» συνετελέσθη. Οι κρότοι προέρχονται από τα κτυπήματα των πελέκεων των «Βαράγγων», των Σκανδιναυών Αυτοκρακρατορικών σωματοφυλάκων, εκείνων εξ αυτών, οίτινες ήσαν τεταγμένοι την νύκτα εκείνην ως φρουροί εις τας πύλας του Παλατίου. Απαισίως ηχούσιν εν τη νυκτί οι κτύποι των πελέκεων επί των χαλκίνων πυλών, τας οποίας πνευστιώσι να διαρρήξωσιν. Ελπίζουν να προλάβουν. Οι πρώτοι όμως ευρεθέντες μέσα εις τον πύργον, όταν αι πύλαι υπεχώρησαν υπό τα λυσσαλέα κτυπήματα των πελέκεων των γιγάντων αυτών, συνήντησαν απεγνωσμένην αντίστασιν των συνωμοτών. Αλληλοσπαραγμός επηκολούθησεν εις τους διαδρόμους και θαλάμους. Ο Αβουλφαράγιος αναφέρει ότι 70 ήσαν οι εκ των Βαράγγων πεσόντες νεκροί, φρικωδώς διαμελισθέντες. Και η πάλη διήρκεσε τόσον, και ήτο τόσον μανική, ώστε, ως αναφέρουν οι χρονογράφοι, προς στιγμήν επιστεύθη ότι απωλέσθη πάσα ελπίς διά τους συνωμότας. Ο Τσιμισκής, τρομερώτατος εν μέσω των μεγάλων φρικωδών εκείνων στιγμών, όταν είδε να κλίνη η νίκη υπέρ των ιδικών του, μη εννοών να χάση ούτε στιγμήν, τα πάντα επιβλέπων και τα πάντα προβλέπων, φοβερόν πνεύμα του Κακού εν μέσω των δαιμόνων του, καλεί τον αιμοσταγή Ατζυποθεόδωρον, αυτός δε σπεύδει προς την μεγάλην αίθουσαν του «Χρυσοτρικλίνου», όπως προκαλέση την ανακήρυξίν του ως Αυτοκράτορος.
Ο Ατζυποθεόδωρος εκτελεί την διαταγήν του Τσιμισκή. Αποκόπτει την κεφαλήν του νεκρού Αυτοκράτορος και επιδεικνύει αυτήν από τινος των παραθύρων προς τον συρρεύσαντα περί τα Ανάκτορα λαόν και στρατόν. Υπό το φως των πυρσών, καπνιζόντων, σείεται προ του λαού η κεφαλή του Νικηφόρου. Ο Ατζυποθεόδωρος κρατεί αυτήν από την μακράν, μαύρην ακόμη, κόμην. Είνε περιρραντισμένη και ηυλακωμένη με το αίμα των πληγών της. Από τον νεόκοπον λαιμόν στάζει εις μεγάλους θρόμβους το αίμα. Οι συνωμόται, κρατούντες δάδας, διευθύνουν το φως αυτών προς την μορφήν του Αυτοκράτορος. Η χιών στροβιλίζεται υπέρ τον ζοφερόν όγκον του Πύργου, ο άνεμος στενάζει επί τας στέγας του. Χιλιάδες οφθαλμών δέχονται το τρομερόν, το άγριον, το φανταστικόν εκείνο θέαμα. Κατάπληκτος ο λαός και ο στρατός ακινητεί, εν νεκρική σιγή. «Κύριε, συγχώρησον αυτόν», εκψιθυρίζεται από πολλών στομάτων, χείρες κινούνται εις το σημείον του Σταυρού. Οι προστρέχοντες ακόμη μισθοφόροι στρατιώται, με την ιδέαν να απολυτρώσωσι τον ζώντα εισέτι βασιλέα, όπως επληροφορήθησαν αορίστως καθ' οδόν, απολιθούνται εις την θέαν της εικόνος, ήτις διαγράφεται εις το ύψος του Πύργου, με το φως, τον καπνόν και την επισειομένην αιμοσταγή κεφαλήν, τας αγρίας μορφάς των συνωμοτών και σφαγέων, εν τω βάθει, εις το θολόν διάστημα. Οι αλλόφυλοι ούτοι πολεμισταί, οι ισχυροτάτην συναίσθησιν της στρατιωτικής υποχρεώσεως έχοντες, οι μισούμενοι υπό του λαού διά την αγριότητά των, και μισούντες αυτόν διπλασίως, δεν σκέπτονται εν τούτοις πλέον ν' αντιμετωπίσωσι τα γενόμενα και την στάσιν. Θα έδιδον μυριάκις την ζωήν των, εάν υπήρχεν ελπίς να περισώσωσι τον Αυτοκράτορα, αλλά τώρα, ότε αντιλαμβάνονται ότι κανείς δεν θα τους ενισχύση, αποσβένουσιν από την σκέψιν των την ιδέαν της εκδικήσεως του Κυρίου των.
Αφήκαμεν τον Τσιμισκήν σπεύδοντα από την σκηνήν της φρίκης και του αίματος προς το «Χρυσοτρίκλινον», διά να περιβληθή τα πορφυρά πέδιλα και τα άλλα διάσημα της Αυτοκρατορικής εξουσίας, να ανευφημηθή Αυτοκράτωρ υπό των συνωμοτών και του πλήθους. Θα τον ίδωμεν πάλιν μετ' ολίγον εν τη περιωνύμω Μεγάλη Αιθούση του «Χρυσοτρικλίνου».