Απολογία Σωκράτους

Part 5

Chapter 568 wordsPublic domain

XXVIII. Αλλ' ίσως βέβαια ήθελεν ειπεί τις. Ω Σώκρατες, όταν προς χάριν μας ήθελες αφήσει την πόλιν μας, δεν θα ήτο δυνατόν να ζης σιωπών του λοιπού και ησυχάζων; Εις τούτο δα να πείσω πολλούς από σας, βλέπω ότι είνε δυσκολώτατον από όλα. Διότι και εάν είπω ότι το να σιωπώ σημαίνει ότι είμαι απειθής εις τον θεόν των Δελφών, και δι' αυτόν τον λόγον δεν δύναμαι να ησυχάζω, δεν θα με πιστεύσητε εκλαμβάνοντες αυτό ως ειρωνείαν και εάν πάλιν σας είπω ότι αυτό δεν είνε μόνον καθήκον, αλλά τυχαίνει να είνε και το πλέον μέγιστον καλόν δι' ένα άνθρωπον, να ομιλή όλας τας ημέρας της ζωής του περί αρετής και περί των άλλων ωφελίμων εις τον βίον θεμάτων, περί των οποίων σεις με ηκούσατε να ομιλώ, και να εξετάζω τον εαυτόν μου και τους άλλους ανθρώπους και ότι η απερίσκεπτος και ανεξάρτητος ζωή δεν είνε ζωή αξία διά τον άνθρωπον, εάν ήθελον λέγει ταύτα, ακόμη ολιγώτερον ηθέλατε με πιστεύσει. Αλλά ταύτα μεν είνε, καθώς εγώ τα λέγω, ω άνδρες· να σας κάμω όμως να τα πιστεύσετε, δεν είνε εύκολον. Προς τούτοις εγώ συνάμα δεν εσυνήθισα να θεωρώ τον εαυτόν μου άξιον καμμιάς ποινής. Βεβαίως όμως εάν είχα χρήματα, θα προέτεινα διά τον εαυτόν μου την ποινήν των χρημάτων, τόσων δε, όσα ήμουν εις θέσιν να πληρώσω. Διότι αυτό δεν θα μου επροξένει καμμίαν βλάβην. Τώρα όμως δεν ημπορώ να προτείνω την ποινήν αυτήν, διότι δεν έχω τίποτε, εκτός αν ίσως θέλετε να ορίσητε ποινήν δι' εμέ τόσον πρόστιμον, όσον ημπορώ εγώ να πληρώσω. Ίσως δε θα ημπορούσα να σας πληρώσω πρόστιμον μίαν μναν. Εις τόσον λοιπόν πρόστιμον καταδικάζω τον εαυτόν μου. Ο Πλάτων όμως ούτος, ο οποίος είνε παρών εδώ, ω άνδρες Αθηναίοι, και ο Κρίτων και ο Κριτόβουλος και ο Απολλόδωρος με παρακινούν να προτείνω πρόστιμον έως τριάκοντα μνας, και γίνονται οι ίδιοι εγγυηταί μου· καταδικάζω λοιπόν τον εαυτόν μου εις τόσον πρόστιμον· ούτοι δε θα είνε προς υμάς εγγυηταί αξιόχρεοι των χρημάτων τούτων.

(Αφού ο Σωκράτης πειθόμενος εις τον νόμον κατεδίκασε τον εαυτόν του εις πρόστιμον, οι δικασταί απεσύρθησαν εις διάσκεψιν, μετά ταύτα δε εξελθόντες απήγγειλαν την απόφασίν των και κατεδίκασαν τον Σωκράτην εις θάνατον. Τότε ο Σωκράτης λαμβάνει πάλιν διά τελευταίαν φοράν τον λόγον).

XXIX. Διά να κερδήσετε δε, ω άνδρες Αθηναίοι, ολίγον βεβαίως χρόνον, όστις μου απομένει ακόμη διά να ζήσω, διότι είμαι γέρων και θα απέθνησκον, πολύ κακήν φήμην θ' αποκτήσετε, και θα κατηγορηθήτε, από εκείνους οπού έχουν την διάθεσιν να ονειδίζουν την πόλιν, διότι κατεδικάσατε εις θάνατον τον Σωκράτην αυτόν τον σοφόν άνθρωπον διότι θα είπουν αναντιρρήτως ότι είμαι σοφός, αν και δεν είμαι, εκείνοι οπού θέλουν να μεγαλώσουν τα αίσχος σας. Εάν λοιπόν ηθέλατε περιμείνει ολίγον καιρόν ακόμη, θα επήρχετο εις εμέ ο θάνατος μόνος του φυσικά, και ηθέλατε απολαύσει εκείνο, τα οποίον τόσον πολύ εποθήσατε. Διότι βλέπετε βεβαίως ότι η ηλικία μου πλέον είνε μακράν μεν της ζωής, πλησίον δε του θανάτου. Αυτά δε λέγω όχι δι' όλους υμάς, αλλά μόνον δι' εκείνους, οι οποίοι με κατεδίκασαν εις θάνατον. Προς αυτούς δε τους ιδίους λέγω ακόμη και τα εξής. Ίσως στοχάζεσθε, ω άνδρες, ότι εγώ κατεδικάσθην δι' έλλειψιν λόγων τοιούτων, διά των οποίων θα σας έπειθον, εάν εφρόνουν ότι έπρεπεν όλα τα μέσα να μεταχειρισθώ και όλα τα επιχειρήματα να είπω όσα ηδυνάμην, ώστε να αποφύγω την καταδίκην. Αυτό διόλου δεν είνε αληθές. Κατεδικάσθην αληθώς, όχι όμως δι' έλλειψιν λόγων ή επιχειρημάτων, αλλά δι' έλλειψιν θρασύτητος και αναισχυντίας και επιθυμίας του να λέγω προς υμάς τοιαύτα, οποία θα σας επροξένουν μεν μεγίστην ευχαρίστησιν να τα ακούετε, να θρηνώ και να οδύρωμαι παρακαλών υμάς και άλλα πολλά τοιαύτα να κάμνω και να λέγω, ανάρμοστα εις εμέ, καθώς εγώ τα θεωρώ· οποία δα έχετε συνηθίσει μάλιστα να ακούετε πάντοτε από τους άλλους κατηγορουμένους. Αλλ' ούτε τότε προ της αποφάσεως ενόμισα ότι έπρεπεν ένεκα του κινδύνου να πράξω κανέν άνανδρον, ούτε τόρα μετά την καταδίκην μου μετανοώ, διότι κατ' αυτόν τον τρόπον έκαμα την απολογίαν μου, αλλά πολύ περισσότερον προτιμώ να αποθάνω με την απολογίαν, την οποίαν έκαμα, παρά να ζήσω με τον άλλον τρόπον εκείνον των παρακλήσεων και των δακρύων. Ούτε εις το δικαστήριον βεβαίως, ούτε εις τον πόλεμον, ούτε εγώ, ούτε άλλος κανείς έντιμος άνθρωπος πρέπει να ζητή να εφεύρη μηχανήν πώς να αποφύγη τον θάνατον, παν μέσον προς τούτο μεταχειριζόμενος. Διότι εις τας μάχας μάλιστα πολλάκις γίνεται φανερόν ότι τον θάνατον βεβαίως πολύ ευκολώτερον ίσως ήθελεν αποφύγει κανείς ρίπτων τα όπλα και ζητήσας έλεος από τους εχθρούς· υπάρχουν δε προσέτι και άλλα πολλά μέσα χωριστά εις κάθε ένα κίνδυνον, ώστε να αποφεύγη κανείς τον θάνατον, εάν προβαίνη εις τόσην αναισχυντίαν ώστε να κάμνη και να λέγη τα πάντα. Αλλά φοβούμαι, ω άνδρες, μήπως δεν είνε αυτό το δύσκολον να διαφύγη κανείς τον θάνατον, αλλά μήπως είνε πολύ δυσκολώτερον να αποφύγη την καταισχύνην. Διότι αύτη τρέχει πολύ ταχύτερον από τον θάνατον. Και λοιπόν εγώ τόρα, επειδή είμαι γέρων και βραδύς, συνελήφθην υπό του πλέον βραδυτέρου πράγματος από εμέ, οι δε κατήγοροί μου, επειδή είνε όντως ρωμαλέοι και ταχείς, συνελήφθησαν υπό του πλέον ταχυτέρου, υπό της ατιμίας. Και τόρα, εγώ μεν θα απέλθω καταδικασθείς από σας εις θάνατον, οι δε κατήγοροί μου καταδικασθέντες από την δύναμιν της αληθείας εις ατιμίαν και αδικίαν. Και εγώ βεβαίως είμαι έτοιμος να υποστώ την ποινήν, οποία υπ' αυτών ωρίσθη. Αυτά μεν λοιπόν ίσως ούτως έπρεπε να γείνουν καθώς και έγιναν, και νομίζω ότι αυτά έγιναν καλώς και καθώς έπρεπε.

XXX. Μετά δε τούτο πλέον επιθυμώ, ω σεις οπού με κατεδικάσατε, να προμαντεύσω διά σας τι θα σας συμβή και δι' άλλους λόγους, τους οποίους παραλείπω, αλλά και διότι ευρίσκομαι τόρα εις αυτήν την επίσημον ώραν, κατά την οποίαν ιδίως οι άνθρωποι αποκτούν την ικανότητα να προλέγουν το μέλλον, όταν πλησιάζη ο θάνατός των (62).

Σας αναγγέλλω λοιπόν, ω άνδρες σεις, οπού με εφονεύσατε, ότι τιμωρία μεγάλη θα επέλθη εις σας, ευθύς μετά τον θάνατόν μου, η οποία θα είνε πολύ περισσότερον σκληροτέρα, μα τον Δία, ή όσον είνε ο θάνατος, εις τον οποίον με κατεδικάσατε. Διότι τόρα επράξατε τούτο στοχαζόμενοι ότι ηθέλατε απαλλαχθή από το να δώσετε λόγον διά τας πράξεις του βίου σας. Και όμως θ' αποβή τούτο πολύ εναντίον διά σας, καθώς εγώ σας το προλέγω. Πολύ περισσότεροι θα υπάρξουν κατόπιν από εμέ εκείνοι, οπού θα σας ελέγχουν, τους οποίους εγώ τόρα εμπόδιζον διά της παρουσίας μου, σεις δε δεν τους εβλέπατε, και τόσον περισσότερον οχληροί θα είνε, όσον είνε πλέον νεώτεροι, και σεις πολύ περισσότερον θ' αγανακτήσετε τότε. Διότι εάν στοχάζεσθε ότι, με το να καταδικάζετε ανθρώπους εις θάνατον, θα εμποδίσετε άλλους από το να σας ονειδίζουν διότι δεν ζήτε ορθώς, δεν σκέπτεσθε ορθώς. Διότι ο τρόπος αυτός της απαλλαγής από τον έλεγχον ούτε είνε πολύ δυνατόν να κατορθωθή, διότι θα αναφανώσιν άλλοι κατόπιν από εκείνους πάλιν, ούτε είνε έντιμος, διότι προκύπτει όνειδος εις τον φονεύοντα· αλλ' εκείνος ο τρόπος της απαλλαγής είνε άριστος και ευκολώτατος, να μη εμποδίζη κανείς τους άλλους από το να ελέγχουν αυτόν, αλλά να είνε έτοιμος, αυτός ο ίδιος έχων παρεσκευασμένον τον εαυτόν του με ποίον τρόπον να φανή όσον το δυνατόν ωφελιμώτατος. Αφού λοιπόν προείπον αυτά διά σας, οι οποίοι με κατεδικάσατε εις θάνατον, δύναμαι πλέον, να σας αφήσω.

XXXI. Με σας δε, οι οποίοι εδώσατε αθωωτικήν ψήφον εις εμέ, ευχαρίστως ήθελον συνομιλήσει εις υποστήριξιν αυτού, το οποίον τόρα συνέβη εις εμέ, ενόσω οι άρχοντες, οι Ένδεκα, είνε απησχολημένοι με τα προκαταρκτικά της απαγωγής μου, και δεν εσύρθην ακόμη εις το δεσμωτήριον, όπου αφού απαχθώ, πρέπει να υποστώ την θανατικήν ποινήν. Αλλά σας παρακαλώ, ω άνδρες, παραμείνατε ολίγην ακόμη ώραν. Διότι κανέν εμπόδιον δεν υπάρχει να συνομιλήσωμεν μεταξύ μας, ενόσω έχομεν καιρόν ακόμη. Διότι θέλω να καταστήσω φανερόν προς υμάς ως προς φίλους μου, ποίαν σημασίαν επί τέλους έχει αυτό, το οποίον εις εμέ τόρα συνέβη. Εις εμέ, ω άνδρες δικασταί — και δεν απατώμαι, φρονώ, εάν ονομάζω δικαστάς μόνον σας, οι οποίοι μου εδώσατε αθωωτικήν ψήφον — συνέβη κάτι τι πολύ καταπληκτικόν. Η μαντική φωνή του οικειοτάτου μου δαιμονίου, καθ' όλον μεν τον προηγούμενον χρόνον της ζωής μου πολύ συχνά πάντοτε εναντιόνετο, ακόμη και εις τας πλέον ασημάντους περιστάσεις, οσάκις εδοκίμαζα να επιχειρήσω έργον τι, το οποίον ήθελεν αποβή κακώς δι' εμέ. Τώρα όμως συνέβησαν εις εμέ αυτά δα, τα οποία βλέπετε και σεις οι ίδιοι, τα οποία πραγματικώς και κατά την ατομικήν του γνώμην έκαστος ήθελε θεωρήσει ως μεγάλα κακά και γενικώς από τον περισσότερον κόσμον θεωρούνται ότι είνε τα πλέον βαρύτατα από όλα τα κακά. Και όμως εις εμέ ούτε όταν εξήλθα την πρωίαν αυτήν εκ του οίκου μου εναντιώθη το σημείον του θεού, ούτε όταν ήλθα εδώ ενώπιον του δικαστηρίου, ούτε και όταν ήρχισα την απολογίαν μου, εις κανέν μέρος του λόγου μου, οσάκις έμελλα να είπω τι, εναντιώθη. Και όμως εις άλλας ομιλίας μου πολλάκις τωόντι με διέκοπτεν εις το μέσον του λόγου και με εμπόδιζε να είπω τι, το οποίον είχα σκεφθή να είπω. Σήμερον κατά την δίκην μου αυτήν το δαιμόνιον πουθενά δεν εναντιώθη και δεν με απέτρεψε καθ' όλα τα στάδια αυτής, εις ό,τι εγνώριζε ότι ημπορούσα να ενεργήσω ή να είπω. Ποίον λοιπόν στοχάζομαι ότι είνε το αίτιον αυτής της σιωπής του δαιμονίου; Εγώ θα σας τα εξηγήσω. Αυτό το οποίον συνέβη σήμερον εις εμέ φαίνεται ότι είνε πολύ μέγα καλόν. Και αναμφιβόλως δεν φρονούμεν ορθώς ημείς, όσοι νομίζομεν ότι ο θάνατος είνε κακόν πράγμα. Σπουδαία δε απόδειξις αυτού δι' εμέ είνε τούτο· ότι εξάπαντος ήθελεν εναντιωθή εις εμέ κατά την συνήθειάν του το οικειότατόν μου δαιμόνιον, εάν δεν έμελλα εγώ να πράξω αγαθόν πράγμα.

XXXII. Ας σκεφθώμεν δε και κατά τον εξής τρόπον, διότι θα ίδωμεν, καθώς φρονώ, ότι είνε μεγάλη ελπίς να είνε αυτό καλόν πράγμα. Ο θάνατος έν εκ των δύο είνε· ή βεβαίως είνε τοιούτον πράγμα, ώστε να είνε μηδέν, και ο αποθανών να μη έχη καμμίαν αίσθησιν κανενός πράγματος, ή καθώς λέγουν, τυχαίνει να είνε κάποια μεταλλαγή και μετοίκησις της ψυχής από τον κόσμον τούτο εις άλλον τόπον. Και εάν βέβαια δεν υπάρχει καμμία αίσθησις εις τον αποθανόντα, αλλ' ο θάνατος είνε τοιούτος, οποίος είνε ο ήρεμος ύπνος, όταν κανείς κοιμώμενος μήτε όνειρον κανέν δεν βλέπει, τότε θαυμάσιον κέρδος ήθελεν είνε ο θάνατος. Διότι εγώ στοχάζομαι ότι, εάν έπρεπε κανείς, αφού εκλέξη μίαν τοιαύτην νύκτα, κατά την οποίαν να κοιμηθή τόσον βαθειά, ώστε μήτε όνειρον να ίδη, και αφού αντιπαραβάλη όλας τας λοιπάς νύκτας και όλας τας λοιπάς ημέρας της ζωής του με αυτήν την νύκτα, εάν έπρεπε να σκεφθή τότε και να είπη ποίας ημέρας και νύκτας έζησεν εις τον βίον του πλέον ευτυχέστερον και πλέον γλυκύτερον από αυτήν την νύκτα, στοχάζομαι ότι όχι μόνον ένας ιδιώτης και απλούς άνθρωπος, αλλά και αυτός ο μέγας βασιλεύς της Περσίας πολύ ολίγας θα εύρη τας ημέρας αυτάς και νύκτας, συγκριτικώς προς τας λοιπάς ημέρας της ζωής του. Εάν λοιπόν τοιούτον πράγμα είνε ο θάνατος, τότε εγώ δικαίως τον θεωρώ κέρδος. Διότι ολόκληρος ο χρόνος της ζωής του ανθρώπου διόλου δεν φαίνεται πραγματικώς ότι είνε πλέον μακρότερος από μίαν νύκτα. Εάν δε πάλιν ο θάνατος είνε ωσάν μία αποδημία από αυτόν τον τόπον εις κανένα άλλον, όθεν είνε αληθινά όσα λέγονται, ότι εκεί λοιπόν ευρίσκονται όλοι οι νεκροί, τότε ποίον άλλο καλόν ημπορεί να φαντασθή κανείς ότι είνε μεγαλύτερον από αυτό, ω άνδρες δικασταί; Διότι εάν κανείς, αφού έλθη εις τον Άδην γλυτώσας από αυτούς, οι οποίοι ψευδώς διατείνονται ότι είνε δικασταί, εύρη εκεί τους αληθινούς δικαστάς, οι οποίοι ίσα-ίσα, ως λέγουν, απονέμουσιν εκεί την δικαιοσύνην, ο Μίνως και ο Ραδάμανθυς και ο Αιακός και ο Τριπτόλεμος και άλλοι όσοι από τους ημιθέους υπήρξαν δίκαιοι εις την ζωήν των, άρα γε κακή θα ήτο η αποδημία αύτη; Ή πάλιν να συναναστραφή κανείς εκεί με τον Ορφέα και τον Μουσαίον και τον Ησίοδον και τον Όμηρον, πόσα ήθελε στέρξει κανείς από σας να πληρώση; Διότι εγώ βεβαίως όχι μίαν φοράν, αλλά πολλάκις επιθυμώ να αποθάνω, εάν αυτά είνε αληθινά. Αφού και εις εμέ τον ίδιον κατ' εξοχήν τερπνή ήθελεν είνε η συναναστροφή εκεί, διότι θα ήτο δυνατόν να συνομιλώ με τον Παλαμήδην και τον Αίαντα τον Τελαμώνιον και όλους τους λοιπούς ήρωας της αρχαιότητος, όσοι κατεδικάσθησαν αδίκως εις θάνατον· και θα εύρισκον όχι ολίγην ευχαρίστησιν, καθώς εγώ στοχάζομαι, να αντιπαραβάλω τα ιδικά μου παθήματα με τα ιδικά των· και τέλος το προσφιλέστατον από όλα δι' εμέ, θα διηρχόμην τας ημέρας μου εξετάζων και ερευνών ακαταπαύστως εκείνους, οπού ευρίσκονται εκεί, καθώς έπραττον και ενταύθα, ποίος τωόντι από αυτούς είνε σοφός αληθώς και ποίος πιστεύει μεν ότι είνε σοφός, πράγματι δε δεν είνε.

Πόσον δε ήθελε κανείς στέρξει να πληρώση, ω άνδρες δικασταί, διά να υποβάλη εις εξέτασιν εκείνον, οπού ωδήγησεν εναντίον της Τροίας τον πολυάριθμον στρατόν, ή τον Οδυσσέα, ή τον Σίσυφον, ή τόσους άλλους αναριθμήτους, όσους ημπορούσε να ονομάση κανείς τόρα και άνδρας και γυναίκας; Με τούτους δε να συνομιλώ και να συναναστρέφωμαι και να εξετάζω αυτούς, ήθελεν είναι δι' εμέ μία απείρως μεγάλη ευδαιμονία. Εξάπαντος δε οι εκεί δικασταί, ως φρονώ, δεν καταδικάζουν βεβαίως δι' αυτόν τον λόγον κανένα εις θάνατον. Διότι εκτός ότι και καθ' όλα τα λοιπά οι εκεί είνε πλέον ευδαιμονέστεροι από τους εδώ, είνε προσέτι και αθάνατοι, εάν είνε βεβαίως αληθινά τα λεγόμενα.

XXXIII. Αλλά και σεις πρέπει, ω άνδρες δικασταί, να έχετε καλάς ελπίδας διά τον θάνατον, καθώς εγώ είμαι εύελπις, και να νομίζετε ότι κατ' εξοχήν αληθές είνε αυτό μόνον, ότι διά τον ενάρετον άνθρωπον δεν υπάρχει κανέν κακόν, ούτε ενόσω ζη, ούτε αφού αποθάνη, ουδέ παραμελούνται από τους θεούς όσα αφορώσιν εις αυτόν. Και τα ιδικά μου δε συμβάντα τόρα δεν έγιναν κατά τύχην, αλλ' εις εμέ είνε φανερόν τούτο, ότι το να αποθάνω πλέον, ώστε ν' απαλλαχθώ από τας μερίμνας και φροντίδας, θα ήτο καλύτερον δι' εμέ από το να ζω. Διά τούτο ακριβώς σήμερον πουθενά δεν με απέτρεψεν η θεία φωνή, ενώ έκαμνα την απολογίαν μου. Και εναντίον λοιπόν εκείνων, οπού με κατεδίκασαν και εναντίον των κατηγόρων μου πολύ-πολύ δεν αγανακτώ. Και όμως δεν με κατεδίκαζαν και δεν με κατηγόρουν με αυτήν την πρόθεσιν, ώστε να μου προξενήσουν καλόν, αλλά με τον στοχασμόν ότι με βλάπτουν. Δι' αυτήν δε την κακήν των πρόθεσιν μόνον είνε άξιον να τους μεμφθή κανείς. Όμως αν και δεν έχουν καλήν δι' εμέ διάθεσιν, μίαν μόνον μικράν χάριν ζητώ από αυτούς.

Σας παρακαλώ, ω άνδρες, τους υιούς μου, όταν φθάσουν εις την εφηβικήν ηλικίαν, να τιμωρήσητε προξενούντες εις αυτούς αυτήν την ιδίαν λύπην, με την οποίαν σας ελύπουν εγώ, προτρέποντες αυτούς εις την αρετήν, δοκιμάζοντες την σοφίαν των και εξελέγχοντες τας μωρίας των, εάν σας φαίνωνται ότι προτιμούν τα πλούτη, ή άλλο κανέν όμοιον από την αρετήν, και εάν πιστεύουν ότι είνε σπουδαίοι, ενώ είνε όλως διόλου μηδαμινοί, να ονειδίζετε αυτούς, καθώς εγώ ωνείδιζον υμάς, διότι δεν φροντίζουν δι' εκείνα τα πράγματα, διά τα οποία πρέπει, και στοχάζονται ότι είνε κάτι τι μέγα, ενώ είνε όλως διόλου ανάξιοι. Και εάν κάμνετε αυτά, τότε εγώ θα είμαι ευχαριστημένος από την δικαιοσύνην σας και εγώ ο ίδιος και τα τέκνα μου.

Αλλ' ως τόσον είνε καιρός πλέον ν' αποσυρθώμεν απ' εδώ, εγώ μεν διά να αποθάνω, σεις δε διά να ζήσετε. Ποίοι όμως από ημάς μεταβαίνουν εις καλύτερον μέρος, είνε άδηλον εις όλους, εκτός μόνον του θεού.

*** Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικό χρονικό. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους αρίστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου. Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

&Απολογία του Σωκράτους&. Το δράμα της δίκης και της καταδίκης Σωκράτους, και κυρίως η απλή και σοφή εξιστόριση της ζωής και της διδασκαλίας του, όπως μας δίδεται από τον ίδιο το Σωκράτη, ενώ απολογείται σαν υπεράσπιση του εαυτού του κατά των κατηγόρων του.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο. Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 634.506 ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

1) Σ. Μ. Παρά Ξενοφώντι (Απομν. 1, 6, 1) ο Σωκράτης λέγει: «Διέρχομαι τον χρόνον μετά των φίλων μου φυλλομετρών τα βιβλία των παλαιοτέρων σοφών και επιθεωρών τους θησαυρούς της σοφίας των διαλέγω ό,τι μου φαίνεται ωραίον και ωφέλιμον».

Προς τούτοις, επειδή κατά τους χρόνους εκείνους, ότε ήκμαζον εν Αθήναις εις μέγιστον βαθμόν αι επιστήμαι και αι τέχναι, συνέρρεον πανταχόθεν επιφανέστατοι άνδρες, σοφοί και ποιηταί και καλλιτέχναι, ο Σωκράτης ηγάπα να συνάπτη σχέσεις και συναναστρέφεται μετ' αυτών.

2) Αθηναίους ονομάζει ο Σωκράτης τους δικαστάς του. Η συνήθης δε προσφώνησις εις τους δικανικούς λόγους ήτο «άνδρες δικασταί».

3) Ότε εδικάζετο ο Σωκράτης, ήτο εβδομηκοντούτης, ως λέγεται κατωτέρω.

4) Ενταύθα εσύχναζον οι ευγενείς και πλούσιοι και εύποροι εν γένει Αθηναίοι. Λέγει δε ο Δίων Χρυσόστομος ότι ο Σωκράτης ως επί το πλείστον διέτριβεν εις την αγοράν, εισήρχετο εις τας παλαίστρας και εκάθητο πλησίον των τραπεζιτών. Λέγει δε και ο Ξενοφών εις τα Απομνημονεύματά του ότι εις τοιαύτα μέρη εσύχναζεν ο Σωκράτης, όπου ήτο βέβαιος ότι ήθελε συναντήσει παρά πολλούς, ίνα μετ' αυτών διαλεχθή κατά την συνήθειάν του.

5) Οι δικασταί όντες άνθρωποι ουχί εκ ταπεινού και ευτελούς γένους ανεστρέφοντο μετά των αριστοκρατικών και πλουσίων.

6) Εις τας πολυπληθείς συναθροίσεις ως και την εκκλησίαν του δήμου και τα δικαστήρια εγίνοντο διάφοροι θόρυβοι και κρότοι και κραυγαί, είτε προς αποδοκιμασίαν είτε προς επιδοκιμασίαν των λεγομένων.

7) Οι τελευταίοι κατήγοροι του Σωκράτους ήσαν ο Άνυτος, ο Μέλητος και ο Λύκων. Και κατήγορος μεν κυρίως ήτο ο Μέλητος, οι δε λοιποί δύο ήσαν συνήγοροι αυτού.

Ο Άνυτος, υιός του πλουσίου εργοστασιάρχου Ανθεμίωνος, ο επιφανέστατος των κατηγόρων, ήτο ρήτωρ, εξελέγη δε και στρατηγός των Αθηναίων, ότε εν Πύλω εμάχοντο. Είτα φυγών επί των Τριάκοντα, και μετά του Θρασυβούλου, του οποίου ήτο φίλος, επανελθών, είχε μεγάλην ισχύν εν Αθήναις. Μετά τον θάνατον του Σωκράτους ηναγκάσθη να φύγη εξόριστος εις Ηράκλειαν του Πόντου, όπου, ως λέγεται, εθανατώθη υπό των Ηρακλεωτών λιθοβοληθείς. Εν τω _Πρωταγόρα_ ο Πλάτων εισάγει, τον στρατηγόν τούτον ομιλούντα με εμπάθειαν κατά των σοφιστών.

Ο Λύκων ήτο δημόσιος ρήτωρ, όστις και διηύθυνε την κατά του Σωκράτους κατηγορίαν. Ήτο ο ασημότατος των άλλων.

Ο Μέλητος, υιός του Μελήτου, τον δήμον Πιτθεύς, εν τω Ευθύφρονι του Πλάτωνος παρίσταται ως νέος αφανής και άγνωστος. Άγνωστον είνε αν ο υπό του Αριστοφάνους σατυριζόμενος ποιητής (Βάτραχ. 130) είναι αυτός ο ίδιος, ή ο υιός του, ή άλλος τις νεανίας.

8) Ο χρόνος δι' έκαστον ομιλούντα ενώπιον του δικαστηρίου προσδιωρίζετο διά της κλεψύδρας, με την οποίαν διά καταρρέοντος ηρέμα ωρισμένου ποσού ύδατος εμέτρουν τον χρόνον.

9) Ο κατήγορος, εις βεβαίωσιν ότι δεν συκοφαντεί υποβάλλων εις το δικαστήριον την κατηγορίαν, έδιδεν όρκον, επικυρών το κατηγορητήριόν του. Τούτο εκαλείτο αντωμοσία.

10) Ο Σωκράτης διετύπωσεν ενταύθα εν είδει κατηγορητηρίου επισήμου, όλας τας συκοφαντίας και του Αριστοφάνους και όλων των πρώτων εχθρών του, τας οποίας αντικρούει εις το μέρος τούτο της απολογίας του.

11) Εννοεί τας _Νεφέλας_ του Αριστοφάνους, ήτις εγράφη επίτηδες προς διακωμώδησιν του Σωκράτους. Η κωμωδία αυτή παρεστάθη το έτος 423 π. Χ.

12) Ο Γοργίας ήτο είς εκ των κορυφαίων σοφιστών, σύγχρονος του Σωκράτους. Πεμφθείς υπό των Λεοντίνων της Σικελίας, της πατρίδος του, εις Αθήνας ως πρέσβυς, ίνα ζητήση βοήθειαν, τόσον εγοήτευσεν αυτούς διά των επιδεικτικών λόγων του, μεστών ποιητικής χάριτος, ώστε παρακληθείς έμεινεν εις Αθήνας, όπου εδίδασκε την ρητορικήν. Ο σκεπτικισμός του, ον επρέσβευε, προσείλκυσε πολλούς προσηλύτους. Συνέθεσε βιβλίον επιγραφόμενον «Περί του μη είναι» ή «περί φύσεως», εν τω οποίω προσεπάθησε να αποδείξη 1, ότι ουδέν υπάρχει· 2, και αν υπάρχη τι, δεν είνε δυνατόν να το γνωρίση τις· 3, και αν υπάρχη τι και αν δυνατόν να το γνωρίση τις, δεν δύναται όμως να το κάμη γνωστόν εις τους άλλους.

Ο Πρόδικος, άλλος αυτός σοφιστής, είνε γνωστός, διότι επληρόνετο πολύ ακριβά διά τα μαθήματά του.

Ο Ιππίας, σοφιστής και αυτός, περί του οποίου ανάγνωθι τους δύο ομωνύμους διαλόγους του Πλάτωνος «Πρώτον και δεύτερον Ιππίαν».

13) Εννοεί τον Εύηνον, ότις κατήγετο εκ της νήσου Πάρου.

14) Ούτος ήτο βαθύπλουτος τόσον, ώστε κατά την μαρτυρίαν του Πλουτάρχου ωνομάζετο απλώς ο πλούσιος. Εις τον οίκον του δε συνηθροίζοντο όλοι οι σοφοί των χρόνων εκείνων. Εσυγγένευε με τον Περικλέα και τον Αλκιβιάδην. Αλλά καταδαπανήσας ασώτως τα πλούτη αυτού απέθανε πένης.

15) Ήτοι 500 δρ. (κατά δε την σημερινήν του χρυσού αξίαν 3500 δρ. περίπου). Εκάστη μνα είχεν αξίαν 100 δρ. αττικών. Το ποσόν τούτο ήτο ολίγον σχετικώς με τους μισθούς, τους οποίους ελάμβανεν ο Γοργίας ή ο Πρωταγόρας. Ούτοι ελάμβανον από κάθε μαθητήν των μισθόν 100 μνας ήτοι 10,000 δρ. (κατά δε την σημερινήν του χρυσού αξίαν 70,000 δρ.)

16) Ο Χαιρεφών ήτο από τους πλέον ενθουσιώδεις μαθητάς του Σωκράτους, μιμούμενος τον διδάσκαλόν του και εις την ενδυμασίαν ακόμη.

17) Αυτολεξεί ο χρησμός είχεν ως εξής· «σοφός Σοφοκλής, σοφώτερος δ' Ευριπίδης, ανδρών δ' απάντων σοφώτατος Σωκράτης».

18) Τον όρκον τούτον έκαμνεν ο Ραδάμανθυς μη επιτρέπων να ορκίζωνται οι άνθρωποι εις τον θεόν· το αυτό έκαμνε και ο Σωκράτης, διά να μη ορκίζεται εις τους θεούς.

19) Τραγωδοποιοί και τραγικοί ποιηταί, οι γράφοντες τραγωδίας, τα σήμερον καλούμενα γενικώς δράματα.

20) Διθυραμβοποιοί εκαλούντο οι ποιούντες τους διθυράμβους, ύμνους μεγαλοπρεπείς εις τιμήν του Διονύσου, εκ της αναπτύξεως των οποίων εγεννήθη η τραγωδία ότε επενοήθη ο πρώτος υποκριτής.

21) Εννοεί τους επικούς, λυρικούς και ιαμβικούς ποιητές.

22) Οι ποιηταί εθεωρούντο ως εμπνεόμενοι υπό του θείου και ως διερμηνείς των Μουσών.

23) Θεόμαντις λέγεται ο προφητεύων τα μέλλοντα εκ θείας εμπνεύσεως.

24) Εννοεί τους μετερχομένους τας βαναύσους λεγομένας τέχνας, οι οποίοι και _δημιουργοί_ ωνομάζοντο, μετερχόμενοι διάφορα επαγγέλματα προς κοινήν χρήσιν, οίον οι τέκτονες, οι χαλκείς, οι σκυτοτόμοι και λοιποί.

25) Ο Μέλητος είχε γράψει τραγωδίαν και άλλα ποιήματα.

26) Ο πατήρ του Ανύτου είχε μέγα βυρσοδεψείον, ο ίδιος δε ήτο ρήτωρ.

27) Ο Λύκων ήτο ίων το γένος, τον δήμον Θορίκιος, πένης δε, διακωμωδούμενος υπό πολλών ποιητών.

28) Το κείμενον της εναντίον του Σωκράτους κατηγορίας διεσώθη παρά Διογένει Λαερτίω, έχει δε ούτω :

«Τάδε εγράψατο και αντωμόσατο Μέλητος ο Μελήτου, Πιτθεύς, Σωκράτει Σωφρονίσκου Αλωπεκήθεν· αδικεί Σωκράτης ους μεν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, έτερα καινά δε δαιμόνια εισηγούμενος· αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων. Τίμημα θάνατος».

29) Οι δικασταί οι δικάσαντες τον Σωκράτην ήσαν οι Ηλιασταί, οι αποτελούντες την Ηλιαίαν (η λέξις σημαίνει συνάθροισιν) το πολυμελέστατον δικαστήριον των Αθηναίων, το οποίον συνεκροτείτο εκλεγομένων κατ' έτος 6000 πολιτών εκ των υπερβάντων το 30 έτος της ηλικίας. Ούτοι πάντες διηρούντο εις τμήματα δέκα εκ 500 δικαστών έκαστον, των χιλίων παραμενόντων ως αναπληρωτών, και εδίκαζον όλα τα εγκλήματα εκτός των φόνων, η εκδίκασις των οποίων ήτο ανατεθειμένη εις τον Άρειον Πάγον.

30) Δύο Βουλαί υπήρχον εν Αθήνας, η Βουλή των Πεντακοσίων, η ασχολουμένη ιδίως περί τα πολιτικά, και η Βουλή του Αρείου Πάγου, κυρίως μέγα δικαστικόν σώμα με την ανωτέραν εποπτείαν επί της ηθικής του Κράτους.

31) Εις την Εκκλησίαν του δήμου ήσκει ο λαός εν τη Αθηναϊκή δημοκρατία την κυριαρχικήν του δύναμιν συνερχόμενος και διασκεπτόμενος περί των υπερτάτων συμφερόντων της πολιτείας, πολέμου, ειρήνης, συμμαχιών, φορολογίας κλπ. Εις τας σπουδαίας αποφάσεις η πλειοψηφία έπρεπε να απαρτίζεται από 6000 ψήφους. Η Εκκλησία συνήρχετο κατά πρώτον μεν εις την αγοράν, ύστερον δε εις την Πνύκα, αντικρύ του Αρείου Πάγου.

32) Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος μαθητής του Αναξιμένους, διδάσκαλος του Περικλέους, του Ευριπίδου και άλλων μεγάλων ανδρών. Έλεγεν ότι ο ήλιος είνε μύδρος διάπυρος μεγαλύτερος από την Πελοπόννησον, η δε σελήνη ότι έχει κατοικίας και λόφους και φάραγγας.