Απολογία Σωκράτους

Part 3

Chapter 313 wordsPublic domain

Με κρίνεις βέβαια ως ένα από τους πλέον δυστυχείς ανθρώπους. Αλλά σε παρακαλώ, απάντησον. Σου φαίνεται βεβαίως ότι το ίδιον είνε και όταν ομιλώμεν διά ίππους. Εκείνοι μεν οπού κάμουν αυτούς χρησιμωτέρους είνε όλος ο κόσμος, ένας δε μόνος είνε οπού τους διαφθείρει; ή όλως διόλου το εναντίον, ένας μεν μόνος υπάρχει, όστις είνε ικανός να κάμνη αυτούς χρησιμωτέρους, ή πολύ ολίγοι, εκείνοι οπού ονομάζονται ιππικοί, οι δε επίλοιποι άνθρωποι, εάν ίσα-ίσα καταγίνωνται με τους ίππους πάντοτε και μεταχειρίζωνται αυτούς εις χρήσιν των, τους διαφθείρουν; Δεν είνε έτσι, ω Μέλητε, και διά τους ίππους και δι' όλα τα άλλα ζώα; Βεβαιότατα αναμφιβόλως, κατ' εμέ, είτε συ και ο Άνυτος αρνηθήτε αυτό, είτε το παραδεχθήτε. Διότι πολύ μεγάλη ευτυχία και έκτακτον πλεονέκτημα θα ήτο διά τους νέους, αν αληθεία ένας μεν μόνος είνε ικανός να διαφθείρη αυτούς, καθώς συ λέγεις, οι δε λοιποί όλοι ημπορούσαν να τους ωφελούν και να τους κάμνουν χρηστοτέρους. Αλλ' όμως δεν είνε έτσι, ω Μέλητε. Διότι συ αρκετήν επίδειξιν έκαμες ειπών ότι έως τόρα ποτέ δεν εφρόντισες διά την εκπαίδευσιν των νέων και αδιστάκτως ομολογείς την αμέλειάν σου, ότι διόλου δεν έχεις μεριμνήσει διά τα ζητήματα αυτά, διά τα οποία εισάγεις εμέ εις δίκην.

XIII. Ακόμη δε απάντησον, σε παρακαλώ, ω δι' αγάπην του Διός, Μέλητε, ποίον είνε καλύτερον, να κατοική κανείς μετά πολιτών εναρέτων ή μετά κακών και διεφθαρμένων; Απάντησον, φίλε μου, διότι δεν σε ερωτώ βεβαίως κανέν πράγμα δύσκολον. Δεν είνε αληθές ότι οι μεν κακοί άνθρωποι προξενούν κάποιον κακόν βέβαια εις εκείνους, οι οποίοι διαρκώς συνδιαιτώνται με αυτούς, οι δε ενάρετοι προξενούν κάποιον καλόν εις εκείνους, οι οποίοι πάντοτε με αυτούς συζώσι;

&Μέλητος.&

Μάλιστα.

&Σωκράτης.&

Υπάρχει λοιπόν κανείς άνθρωπος, όστις προτιμά να βλάπτεται μάλλον από εκείνους, με τους οποίους συνήθως συζή, παρά να ωφελήται; Απάντησόν μοι, αγαπητέ. Διότι ο νόμος ίσα-ίσα διατάσσει να απαντούν οι αντίδικοι ο ένας εις τον άλλον. Υπάρχει κανείς, ο οποίος προτιμά να βλάπτεται μάλλον παρά να ωφελήται;

&Μέλητος.&

Όχι βέβαια. Δεν υπάρχει.

&Σωκράτης.&

Έλα λοιπόν ειπέ μου τόρα. Εμένα με κατήγγειλες εδώ, διότι φρονείς ότι διαφθείρω τους νέους και κάμνω αυτούς χειροτέρους. Απάντησον όμως, τι από τα δύο, εκουσίως τους διαφθείρω ή ακουσίως;

&Μέλητος.&

Εκουσίως βεβαιότατα.

&Σωκράτης.&

Μα πώς, ω Μέλητε, συ οπού είσαι τόσον νέος, είσαι λοιπόν τόσον πολύ σοφώτερος από εμέ, οπού έχω τόσον γεροντικήν ηλικίαν, ώστε συ μεν γνωρίζεις ότι οι μεν κακοί άνθρωποι κάποιον κακόν βέβαια προξενούν εκάστοτε εις εκείνους, οι οποίοι συζώσι με αυτούς, οι δε ενάρετοι προξενούν εις αυτούς καλόν. Εγώ δε τη αληθεία εις τοσαύτην αμάθειαν κατήντησα, ώστε και τούτο ακόμη αγνοώ, ότι εάν κάμω κακόν κανένα άνθρωπον από εκείνους, οπού με συναναστρέφωνται, θα διακινδυνεύσω τότε να πάθω κάποιον κακόν από αυτόν, ώστε τούτο το τόσον μέγα κακόν εκουσίως το προξενώ εις τον εαυτόν μου, καθώς συ διατείνεσαι; Ως προς αυτά εγώ δεν πείθομαι εις σε, ω Μέλητε, νομίζω δε και κανείς άλλος άνθρωπος δεν θα πεισθή· αλλ' ή δεν διαφθείρω τους νέους ή εάν τους διαφθείρω, το κάμνω αυτό χωρίς να θέλω· ώστε συ βεβαίως και εις τας δύο περιπτώσεις ψεύδεσαι και συκοφαντείς. Εάν όμως χωρίς να θέλω διαφθείρω τους νέους, διά τα τοιαύτα εγκλήματα, ως γνωστόν, δεν υπάρχει νόμος δημοσία ν' απαγγέλλεται κατηγορία εναντίον μου, αλλ' αφ' ού με λάβουν κατά μέρος εκείνοι οπού έχουν το δικαίωμα εις τούτο, να παραστήσουν εις εμέ την πλάνην μου και να με συμβουλεύσουν. Διότι είνε φανερόν ότι, εάν με την συμβουλήν των αυτήν καλώς οδηγηθώ, θα παύσω να κάμνω αυτό, το οποίον βέβαια χωρίς να θέλω κάμνω. Συ όμως απέφυγες και δεν ηθέλησες να με πλησιάσης και να μου παραστήσης την πλάνην μου αυτήν, αλλά δημοσία με καταγγέλλεις εδώ εις το δικαστήριον, όπου ο νόμος διατάσσει να δικάζωνται εκείνοι, οι οποίοι έχουν ανάγκην τιμωρίας και ποινής, αλλ' όχι διδασκαλίας και παραινέσεως.

XIV. Αλλ' όμως εκείνο το οποίον έλεγα εγώ, ω άνδρες Αθηναίοι, είνε φανερόν πλέον, ότι ο Μέλητος δι' αυτά τα ζητήματα δεν εφρόντισε ποτέ του, ούτε πολύ, ούτε ολίγον. Όμως απάντησόν μας τόρα, ω Μέλητε, με ποίον τρόπον εννοείς ότι εγώ διαφθείρω τους νέους; Αλλά διατί κάθημαι και σε ερωτώ, αφού είνε φανερώτατον βεβαίως ότι κατά το κατηγορητήριον οπού υπέγραψες εναντίον μου, λέγεις ότι εγώ διαφθείρω τους νέους διδάσκων αυτούς να μη πιστεύουν τους θεούς, τους οποίους η πόλις πιστεύει, αλλά άλλας νέας θεότητας; Δεν λέγεις ότι με την διδασκαλίαν μου αυτήν διαφθείρω τους νέους;

&Μέλητος.&

Βεβαιότατα τούτο ακριβώς λέγω.

&Σωκράτης.&

Εν ονόματι λοιπόν αυτών των ιδίων θεών, τους οποίους τόρα αναφέρομεν, σε εξορκίζω, ειπέ ολίγον σαφέστερον ακόμη, και δι' εμέ και διά τους δικαστάς αυτούς εδώ. Διότι εγώ δεν ημπορώ να εννοήσω καλά. Λέγεις ότι εγώ διδάσκω να πιστεύουν οι άνθρωποι ότι υπάρχουν κάποιοι θεοί· όθεν και εγώ ο ίδιος πιστεύω ότι υπάρχουν θεοί και δεν είμαι όλως διόλου άθεος, αλλά και δεν κατηγορούμαι ως ένοχος υπό την έποψιν ταύτην, όμως λέγεις ότι εγώ δεν πιστεύω εκείνους τους θεούς, τους οποίους η πόλις ακριβώς πιστεύει, αλλά άλλους διαφορετικούς, και αυτό είνε λοιπόν το έγκλημά μου, διά το οποίον με κατήγγειλες εις το δικαστήριον, ότι πιστεύω άλλους θεούς· ή λέγεις ότι εγώ όλως διόλου ούτε ο ίδιος πιστεύω θεούς και τους λοιπούς δε ανθρώπους διδάσκω αυτά;

&Μέλητος.&

Αυτά λέγω. Σε κατηγορώ ότι όλως διόλου δεν πιστεύεις εις κανένα θεόν.

&Σωκράτης.&

Ε, φίλτατε Μέλητε, προς ποίον σκοπόν τα λέγεις αυτά; Δεν πιστεύω λοιπόν ότι ούτε ο ήλιος, ούτε η σελήνη είνε θεοί, καθώς το πιστεύουν αυτό όλοι οι άνθρωποι;

&Μέλητος.&

Όχι, μα τον Δία, βεβαιότατα δεν πιστεύει αυτό, ω άνδρες δικασταί, αφού λέγει ότι ο μεν ήλιος είνε λίθος, η δε σελήνη γη.

&Σωκράτης.&

Μα, μήπως στοχάζεσαι ότι κατηγορείς τον Αναξαγόραν, καλέ Μέλητε; Και τόσον πολύ καταφρονείς λοιπόν αυτούς εδώ τους δικαστάς και νομίζεις ότι είνε τόσον άπειροι της φιλολογίας, ώστε να αγνοούν ότι τα βιβλία του Αναξαγόρου (32) του Κλαζομενίου είνε γεμάτα από αυτάς τας δοξασίας; Μάλιστα και οι νέοι, ακόμη και αυτοί, από εμέ τα μανθάνουν — δεν είνε παράδοξον και αυτό να είπη ο Μέλητος — αυτά όμως είνε δυνατόν ενίοτε να τα αγοράσουν οι νέοι, το πολύ- πολύ, αντί μιας δραχμής, από την ορχήστραν του θεάτρου (33) και να εμπαίζουν τον Σωκράτην, εάν προσποιήται ότι αυτά είνε ιδικαί του θεωρίαι, και μάλιστα αφού αυτά καθ' εαυτά ταύτα είνε τόσον άτοπα και παράδοξα. Μα δι' αγάπην του Διός, κατ' αυτόν τον τρόπον λοιπόν σου φαίνομαι ότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανένας θεός; Και επιμένεις εις αυτό;

&Μέλητος.&

Ναι, βεβαιότατα, μα τον Δία, δεν πιστεύεις εις κανένα Θεόν, όλως διόλου.

&Σωκράτης.&

Απίστευτα όντως πράγματα λέγεις, ω Μέλητε, και προπάντων απίστευτα και διά τον εαυτόν σου βεβαίως, ως μου φαίνεται. Διότι εις εμέ, ω άνδρες Αθηναίοι, αυτός εδώ ο Μέλητος φαίνεται ότι είνε πολύ υβριστής και καταφρονητής με έργον και με λόγον, και όλως διόλου από μεγάλην ύβριν και περιφρόνησιν και αυθάδειαν νεανικήν υπέβαλεν εναντίον μου αυτήν την κατηγορίαν. Διότι ομοιάζει με άνθρωπον ο οποίος συνέθεσεν έν αίνιγμα, θέλων να με δοκιμάση, άρα γε θα εννοήση ο Σωκράτης, ο σοφός δα εκείνος, ότι εγώ χαριεντίζομαι και ότι αντιφάσκω εις τον εαυτόν μου, λέγων εναντία πράγματα, ή θα εξαπατήσω αυτόν και τους άλλους, οπού με ακούουν; Διότι αυτός μου φαίνεται ότι εις το κατηγορητήριόν του αντιφάσκει λέγων τα εναντία αυτός ο ίδιος εις τον εαυτόν του, καθώς εάν ήθελεν είπει: «Είνε ένοχος ο Σωκράτης διότι δεν πιστεύει εις θεούς, αλλά διότι πιστεύει εις θεούς». Αλλ' όμως τη αληθεία αυτό είνε ίδιον ανθρώπου, ο οποίος θέλει να παίζη.

XV. Εξετάσατε λοιπόν μετ' εμού, σας παρακαλώ, ω άνδρες, τον τρόπον, με τον οποίον φαίνεται ότι αυτός λέγει τα εναντία εις τον εαυτόν του. Συ δε, ω Μέλητε, απάντησον εις ημάς. Σεις δε, ω άνδρες, — διά το οποίον ίσα-ίσα και εις την αρχήν του λόγου μου σας παρεκάλεσα — ενθυμείσθε να μη οργίζεσθε εναντίον μου, αν ομιλώ κατά τον συνήθη εις εμέ διαλεκτικόν τρόπον. Απάντησον, ω Μέλητε. Υπάρχει κανείς άνθρωπος, όστις πιστεύει μεν ότι υπάρχουν ανθρώπινα πράγματα, δεν πιστεύει δε ότι υπάρχουν και άνθρωποι (34); . . . Διατάξατε, ω άνδρες, αυτόν να απαντά, εις τας ερωτήσεις μου, και να μη κάμνη τόσον θόρυβον. Υπάρχει κανείς άνθρωπος, όστις δεν πιστεύει μεν ότι υπάρχουν ίπποι, πιστεύει όμως ότι υπάρχουν κανονισμοί προς άσκησιν των ίππων; Ή αυλητάς μεν δεν πιστεύει κανείς, αυλητικάς δε μελωδίας πιστεύει; . . . (35) Δεν υπάρχει, ω εξοχώτατε Μέλητε. Αφού συ δεν θέλεις να απαντήσης, απαντώ εγώ διά σε και τους άλλους αυτούς εδώ, δικαστάς και ακροατάς. Αλλά τουλάχιστον απάντησον εις αυτό το κατόπιν. Είνε κανένας άνθρωπος, ο οποίος πιστεύει μεν ότι υπάρχουν θεία πράγματα, θεοί δε δεν πιστεύει ότι υπάρχουν;

&Μέλητος.&

Δεν είνε βεβαίως.

&Σωκράτης.&

Πόσον με ευχαρίστησες, διότι μόλις τέλος πάντων απήντησες, αφού σε εξηνάγκασαν οι δικασταί. Λοιπόν ομολογείς ότι εγώ δαιμόνια μεν πράγματα και πιστεύω ότι υπάρχουν και διδάσκω τούτο, είτε βεβαίως νέα, είτε παλαιά, αλλ' όμως δαιμόνια πράγματα βεβαιότατα πιστεύω κατά την ομολογίαν σου, και τούτο μάλιστα ενόρκως διεβεβαίωσες εις την ανάκρισιν· εάν δε πιστεύω ότι υπάρχουν πράγματα δαιμόνια, ανάγκη πάσα είνε βεβαίως, κατ' εμέ, να πιστεύω ότι υπάρχουν και δαίμονες. Δεν είνε έτσι; Βεβαιότατα έτσι είνε. Διότι, σε εκλαμβάνω ότι ομολογείς τούτο, αφού δεν απαντάς. Αλλ' αυτοί οι δαίμονες δεν πιστεύομεν ότι είνε ή θεοί βεβαίως, ή παίδες θεών; Συμφωνείς εις αυτό ή όχι;

&Μέλητος.&

Μάλιστα, συμφωνώ.

&Σωκράτης.&

Λοιπόν εάν τωόντι πιστεύω εις δαίμονας, καθώς συ ομολογείς, εάν μεν οι δαίμονες είνε κάποιοι θεοί, της πόλεως ή άλλοι, τότε τούτο, το να λέγης ότι εγώ πιστεύω ότι δεν υπάρχουν θεοί και πάλιν ότι πιστεύω ότι υπάρχουν, αφού βεβαίως πιστεύω ότι υπάρχουν δαίμονες, φανερόνει εκείνο οπού εγώ έλεγον, ότι δηλαδή συ προτείνεις αίνιγμα και χαριεντίζεσαι. Εάν δε πάλιν οι δαίμονες είνε παίδες θεών, κάποιοι νόθοι παίδες, αν προτιμάς, ή εκ νυμφών, ή έκ τινων άλλων θνητών γεννηθέντες, εκ των οποίων, ως γνωστόν, λέγονται ότι εγεννήθησαν, ποίος άνθρωπος θα επίστευεν ότι θεών μεν παίδες υπάρχουν, θεοί δε δεν υπάρχουν; Διότι επίσης παράλογον ήθελεν είνε καθώς εάν επίστευε κανείς απαράλλακτα ότι παίδες μεν, γεννηθέντες από ίππους και όνους υπάρχουν, οι ημίονοι, ίπποι δε και όνοι ότι δεν υπάρχουν. Αλλ' ω Μέλητε, εξάπαντος συ υπέβαλες αυτήν την κατηγορίαν εναντίον μου, διότι ήθελες να με δοκιμάσης με αυτά, ή διότι δεν είχες κανέν αληθινόν έγκλημα, διά το οποίον να με εγκαλέσης εις το δικαστήριον. Με κανέν δε μέσον ποτέ δεν θα δυνηθής να πείσης κανένα άνθρωπον, ο οποίος έχει και ολίγην φρόνησιν, ότι ο αυτός, άνθρωπος αρμόζει να πιστεύη ότι υπάρχουν δαιμόνια και θεία πράγματα και πάλιν ο αυτός να μη πιστεύη ούτε εις δαίμονας, ούτε εις θεούς, ούτε εις ήρωας.

XVI. Αλλ', ω άνδρες Αθηναίοι, ότι μεν εγώ δεν είμαι ένοχος κατά το κατηγορητήριον του Μελήτου, τούτο μου φαίνεται ότι δεν έχει ανάγκην μακροτέρας απολογίας, αλλ' είνε αρκετά και ταύτα, τα οποία είπον. Εκείνο δε, διά το οποίον ωμίλησα και προηγουμένως, ότι επί πολύν χρόνον και εκ μέρους πολλών ανθρώπων εγεννήθη μίσος εναντίον μου, πολύ καλά γνωρίζετε ότι είνε αληθές. Και αυτό είνε οπού θα με νικήση και θα καταδικασθώ, εάν βέβαια νικήση, όχι ο Μέλητος, ουδέ ο Άνυτος, αλλ' η κακή περί εμού υπόληψις του πλήθους και ο φθόνος, τα οποία, ως γνωστόν, έγιναν αιτία να απολεσθώσι και άλλοι πολλοί ενάρετοι άνδρες, νομίζω δε ότι και άλλους ακόμη εις το μέλλον αυτά θα εξαφανίσουν. Δεν είνε δε κανείς κίνδυνος μήπως το κακόν αυτό της συκοφαντίας και του μίσους δεν ήθελεν αυξήσει περισσότερον, αλλ' ήθελε ποτέ σταματήσει εις εμέ και καθησυχάσει.

Αλλ' ίσως βέβαια ήθελεν είπει κανείς· Δεν αισχύνεσαι λοιπόν, ω Σώκρατες, διότι μετήλθες τοιούτον επάγγελμα, από το οποίον κινδυνεύεις σήμερον δα να αποθάνης; Εγώ όμως ήθελον τον αντικρούσει με μίαν πολύ δικαίαν απάντησιν, ότι δεν ομιλείς ορθώς, ω άνθρωπε, εάν νομίζης ότι πρέπει να λογαριάζη κίνδυνον ζωής ή θανάτου άνθρωπος, ο οποίος έχει, έστω και παραμικράν αξίαν, και να μη στοχάζεται εις όλας τας πράξεις του εκείνο μόνον, αν είνε δίκαια ή άδικα όσα πράττει, και αν ταύτα είνε έργα χρηστού ανθρώπου ή κακού. Αλλέως, κατά την έννοιαν του ιδικού σου τουλάχιστον λόγου, ήθελον είνε φαύλοι όσοι από τους ημιθέους απέθανον εις την Τροίαν και οι λοιποί ήρωες και μάλιστα ο υιός της Θέτιδος, ο οποίος διά να αποφύγη το αίσχος, τόσον πολύ κατεφρόνησε τον κίνδυνον της ζωής του, ώστε, όταν η μήτηρ του, η οποία ήτο θεά, είδεν ότι αυτός εδείκνυε μεγάλην ανυπομονησίαν να φονεύση τον Έκτορα, ούτω περίπου ωμίλησε προς αυτόν, καθ' όσον εγώ τουλάχιστον ενθυμούμαι: Ω υιέ μου, αν λάβης εκδίκησιν διά τον φόνον του φίλου σου Πατρόκλου, και φονεύσης τον Έκτορα, συ ο ίδιος θα αποθάνης τότε, «διότι ευθύς αμέσως, του λέγει, μετά τον Έκτορα ο θάνατός σου είνε έτοιμος». Εκείνος αφού ήκουσε ταύτα, τον μεν θάνατον και τον κίνδυνον περιεφρόνησεν, επειδή δε πολύ περισσότερον εφοβήθη το να ζη δειλός ων και να μη δύναται να εκδικήται υπέρ των φίλων του, «Είθε παρευθύς να αποθάνω (36), ανέκραξεν, αφού τιμωρήσω εκείνον, όστις με ηδίκησε φονεύσας τον Πάτροκλον, διά να μη απομείνω εδώ εις την Τροίαν καταγέλαστος, καθήμενος πλησίον εις τα καμπυλόπρυμνα πλοία μου, άχρηστον βάρος της γης (37)». Μήπως νομίζεις ότι αυτός έδωσε καμμίαν σημασίαν εις τον θάνατον και τον κίνδυνον της ζωής του; Όχι. Διότι έτσι είνε αληθώς, ω άνδρες Αθηναίοι. Εις οποιανδήποτε θέσιν και αν τάξη κανείς τον εαυτόν του, ή κατ' εκλογήν του διότι έχει πεποίθησιν ότι είνε πολύ τιμητική δι' αυτόν η θέσις εκείνη, ή διότι διετάχθη υπό τινος εκ των στρατηγών του να λάβη την θέσιν εκείνην, εκεί χρεωστεί, κατά την κρίσιν μου, να μείνη αυτός ακλόνητος και να κινδυνεύση την ζωήν του, χωρίς να λογαριάζη κανέν, μήτε τον θάνατον, μήτε άλλο τι πλέον φοβερώτερον ακόμη, απέναντι της ατιμίας.

XVII. Παράδοξα δε βεβαίως ήθελον πράξει εγώ, ω άνδρες Αθηναίοι, εάν, όταν μεν οι στρατηγοί, τους οποίους σεις εξελέξατε να είνε αρχηγοί μου, με έταττον εις την Ποτείδαιαν και εις την Αμφίπολιν και εις το Δήλιον (38), τότε μεν έμενον όπου εκείνοι με έταξαν, καθώς και κάθε άλλος, και εκινδύνευον να αποθάνω, τώρα δε ότε ο θεός με έταξε, καθώς εγώ έκρινα και εστοχάσθην, ότι πρέπει να ζω ενασχολούμενος με την φιλοσοφίαν και εξετάζων τον εαυτόν μου και τους άλλους ανθρώπους, εδώ διά τον φόβον του θανάτου ή κανενός άλλου κακού, ήθελον εγκαταλίπει αυτήν την θέσιν.

Φοβερόν δε βεβαίως ήθελεν είνε τούτο, και αληθώς τότε δικαίως ημπορούσε να με καταγγείλω κανείς εις το δικαστήριον, διότι δεν πιστεύω ότι υπάρχουσι θεοί, επειδή απειθώ εις τον χρησμόν και φοβούμαι τον θάνατον και νομίζω ότι είμαι σοφός, ενώ δεν είμαι. Διότι το να φοβήται βεβαίως κανείς τον θάνατον, ω άνδρες, ουδέν άλλο είνε παρά να πιστεύη ότι είνε σοφός, ενώ δεν είνε διότι τούτο σημαίνει ότι γνωρίζει εκείνα, τα οποία δεν γνωρίζει. Διότι κανείς δεν γνωρίζει αν ο θάνατος δεν τυχαίνη να είνε διά τον άνθρωπον το μέγιστον από όλα τα καλά, τον φοβούνται, δε, ως εάν εγνώριζαν με βεβαιότητα ότι είνε το μέγιστον από τα κακά. Και όμως τούτο, το να φοβήται κανείς τον θάνατον, πώς δεν είνε πολύ επαίσχυντος αμάθεια, η οποία εκ τούτου διακρίνεται, ώστε να πιστεύη κανείς ότι γνωρίζει όσα δεν γνωρίζει; Εγώ δε, ω άνδρες, ως προς τούτο και ενταύθα ίσως διαφέρω από όλους τους άλλους ανθρώπους, και αν, καθώς δα είπεν ο Απόλλων, ήθελον είπει ότι εγώ είμαι σοφώτερος από τους άλλους εις κάποιον πράγμα, κατά τούτο ήθελον είπει ότι είμαι σοφώτερος, ότι καθώς δεν γνωρίζω όσον είνε αρκετόν περί του Άδου και της εν αυτώ καταστάσεως των ψυχών, ούτω και πιστεύω ότι δεν γνωρίζω. Το δε να πράττη κανείς αδικίας ή να απειθή εις εκείνον ο οποίος είνε καλύτερός του και ανώτερός του, είτε θεός είνε αυτός είτε άνθρωπος, ότι είνε πολύ βλαβερόν και πολύ επαίσχυντον, τούτο το γνωρίζω. Ποτέ λοιπόν δεν θα φοβηθώ, ούτε θα θελήσω να υπεκφύγω τα κακά, τα οποία δεν γνωρίζω ότι είνε κακά, και τα οποία ίσως τυχαίνει να είνε τωόντι καλά, αλλά θα φοβηθώ και θα υπεκφύγω μάλλον τα κακά, τα οποία γνωρίζω ότι είνε όντως κακά. Ώστε και εάν σεις τόρα με αθωώσετε, χωρίς να δώσετε πίστιν εις την κατηγορίαν του Ανύτου, ο οποίος είπεν ή ότι δεν έπρεπεν όλως διόλου εγώ να καταγγελθώ εις το δικαστήριον, ή, αφού κατηγγέλθην, ότι δεν είνε δυνατόν να μη με καταδικάση εις θάνατον, διότι είπε προς υμάς ότι, αν αθωωθώ, όλα τα τέκνα σας πλέον, εάν ήθελαν εφαρμόζει όσα διδάσκει ο Σωκράτης, όλως διόλου θα διαφθαρούν — εάν λοιπόν ηθέλετε με αθωώσει τόρα και αθωόνοντές με ηθέλετε μου ειπεί, αποβλέποντες εις αυτά, ω Σώκρατες, τόρα μεν δεν θα δώσωμεν πίστιν εις όσα είπε κατά σου ο Άνυτος, αλλά σε κηρύττομεν αθώον, υπό τον όρον όμως τούτον, να μη ενασχολήσαι διόλου πλέον με αυτά τα ζητήματα, μήτε να καταγίνεσαι με την φιλοσοφίαν· εάν όμως και πάλιν ήθελες υποπέσει εις το ίδιον παράπτωμα, και ήθελες ανακαλυφθή, θα καταδικασθής εις θάνατον. Εάν λοιπόν, καθώς είπον, υπό τους όρους τούτους ηθέλετε με απολύσει, θα σας έλεγον, ότι, εγώ, ω άνδρες Αθηναίοι, σας εκτιμώ και σας αγαπώ, αλλά θα πεισθώ περισσότερον εις τον θεόν των Δελφών παρά εις σας, και ενόσω ζω και έχω δυνάμεις, δεν θα παύσω να ενασχολούμαι με την φιλοσοφίαν και να σας συμβουλεύω πάντοτε και να υποδεικνύω εις οιονδήποτε από σας εκείνα, οπού συνηθίζω πάντοτε, ότι, ω καλώτατε άνθρωπε, πώς, αφού είσαι Αθηναίος και πολίτης της πλέον μεγάλης πόλεως και επισημοτάτης και διά την σοφίαν της και διά την ισχύν της, διά πλούτον μεν δεν εντρέπεσαι να φροντίζης πώς να συνάξης όσον το δυνατόν περισσότερον και πώς να αποκτήσης δόξαν και τιμάς, αμελείς δε διά τους θησαυρούς της φρονήσεως και της αληθείας και δεν εργάζεσαι διά την ψυχήν σου πώς να γείνη όσον το δυνατόν χρηστοτάτη; Και αν κανείς το αρνηθή αυτό, και είπη ότι φροντίζει διά την ψυχήν του, δεν θα τον αφήσω αμέσως, αρκεσθείς εις την ομολογίαν του αυτήν, ουδέ θα απομακρυνθώ από πλησίον του, αλλά θα του υποβάλω διαφόρους ερωτήσεις και θα τον εξετάσω με ακρίβειαν και θα τον εξελέγξω, και αν μου φανή ότι αληθώς δεν έχει καμμίαν αρετήν και ικανότητα, αλλά φαντάζεται ότι έχει, θα τον ονειδίσω τότε και θα του είπω ότι εις μεν τα σπουδαιότατα πράγματα δίδει πολύ ελαχίστην προσοχήν, τα δε τόσον ευτελή και ανάξια λόγου πολύ εκτιμά. Με αυτόν τον τρόπον θα ομιλήσω και εις νέον και εις γέροντα, με τον οποίον ήθελον ανοίξει συζήτησιν, και εις ξένον και εις συμπολίτην μου, αλλά πολύ περισσότερον εις τους συμπολίτας μου, καθόσον μου είσθε σεις οικειότεροι ως προς την καταγωγήν. Διότι — γνωρίζετέ το καλά — αυτά μου τα παραγγέλλει ο θεός να τα κάμνω. Και εγώ στοχάζομαι ότι έως τόρα κανέν καλόν μεγαλύτερον δεν απέλαυσεν η πόλις σας, παρά την ιδικήν μου εις τον θεόν ακατάπαυστον αυτήν υπηρεσίαν. Διότι εγώ περιέρχομαι την πόλιν σας, χωρίς να καταγίνωμαι εις τίποτε άλλο, παρά να προσπαθώ να σας πείσω, νέους και γέροντας, ότι δεν πρέπει μήτε διά το σώμα σας να φροντίζετε, μήτε διά τα πλούτη και όλα τα λοιπά πράγματα πρωτύτερα από την ψυχήν σας, και μήτε τόσον πολύ όσον διά την ψυχήν σας, πώς να γείνη αύτη όσον το δυνατόν αρίστη· διότι δεν θα παύσω να σας λέγω ότι η αρετή δεν γίνεται από τα χρήματα, αλλά, το εναντίον, από την αρετήν τα χρήματα και τα λοιπά όλα, όσα είνε καλά και ωφέλιμα εις τους ανθρώπους και ιδιωτικώς και κοινώς. Εάν μεν λοιπόν με τας ομιλίας μου αυτάς διαφθείρω τους νέους, αυτά θα ήσαν βλαβερά και δηλητηριώδη· εάν όμως κανείς διατείνεται ότι εγώ λέγω άλλα και όχι αυτά, αυτός σας εξαπατά λέγων ψεύματα. Διά τούτο λοιπόν θα έλεγον, ω άνδρες Αθηναίοι, ή πεισθήτε εις τον Άνυτον ή όχι, και ή αθωώσατέ με ή μη με αθωόνετε, και να είσθε πεπεισμένοι ότι εγώ δεν ήθελον κάμει άλλα παρά αυτά, και εάν ακόμη είνε ανάγκη πολλαίς φοραίς να αποθάνω.

XVIII. Μη θορυβήτε, ω άνδρες Αθηναίοι, αλλά επιμείνατε προς χάριν μου εις εκείνα, τα οποία σας παρεκάλεσα, να μη θορυβήτε δι' όσα και αν είπω, αλλά μόνον να ακούετε· διότι καθώς εγώ νομίζω, θα ωφεληθήτε μάλιστα, εάν με ακούετε. Επειδή μέλλω βεβαίως να σας είπω και μερικά άλλα πράγματα, διά τα οποία ίσως θα κραυγάσετε με πολύν θόρυβον, αλλά μη κάμνετε αυτό μηδαμώς. Ηξεύρετέ το καλά, εάν εμέ καταδικάσετε εις θάνατον, ενώ είμαι τοιούτος, οποίος λέγω εγώ ότι είμαι, δεν θα βλάψετε περισσότερον εμέ, παρά σας τους ιδίους. Διότι εμέ μεν διόλου δεν με ήθελαν βλάψει ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος. Επειδή και δεν θα είχαν την δύναμιν αυτοί να με βλάψουν. Διότι νομίζω ότι δεν είνε σύμφωνον προς τους θείους νόμους ο πλέον ενάρετος άνθρωπος να βλάπτεται από τον πλέον κακόν. Να με καταδικάση όμως εις θάνατον ή εις εξορίαν ίσως θα ημπορούσεν, ή να με ατιμάση διά της δημεύσεως των υπαρχόντων μου και της στερήσεως των πολιτικών μου δικαιωμάτων. Αλλ' αυτά ο Μέλητος μεν ίσως και οι περί αυτόν, νομίζουν ως κακά, εγώ όμως δεν τα νομίζω, αλλά πολύ περισσότερον μάλιστα πιστεύω ότι είνε μέγα κακόν να κάμνη κανείς όσα σήμερον αυτός κάμνει, να επιζητή δηλαδή να καταδικάση ένα άνθρωπον αδίκως. Τόρα λοιπόν, ω άνδρες Αθηναίοι, πολύ απέχω εγώ να απολογούμαι από αγάπην προς τον εαυτόν μου, καθώς θα ημπορούσε κανείς να νομίση, αλλ' απολογούμαι από αγάπην προς υμάς, διότι, εάν με καταδικάσετε, φοβούμαι μήπως τύχη και εξυβρίσετε το δώρον τούτο του Απόλλωνος, το οποίον εχαρίσθη προς υμάς, όστις με διέταξε να σας εμποδίζω από τας πλάνας και τα ελαττώματα και να σας συμβουλεύω εις την σπουδήν της αρετής. Διότι αν εμέ καταδικάσετε εις θάνατον, δεν θα εύρετε εύκολα άλλον άνθρωπον τοιούτον, καθώς είμαι εγώ, τον οποίον ο θεός στενώς έχει προσκολλήσει εις την πόλιν σας — αν και είνε ολίγον γελοία η παρομοίωσις — απαράλλακτα καθώς εις κανένα ίππον ευγενή μεν και γενναίον, όστις όμως ένεκα του μεγαλείου του αυτού πολύ χαύνος είνε και νωθρός και έχει ανάγκην κανενός κεντρίσματος, διά να εξεγείρεται και εξυπνά. Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία, μου φαίνεται, ότι ο θεός με προσεκόλλησεν εις την πόλιν σας με τοιαύτην περίπου ιδιότητα, ώστε να μη παύσω διόλου ολόκληρον την ημέραν πανταχού να παρακάθημαι πλησίον σας και να μη σας αφίνω ποτέ ησύχους, προσπαθών να σας εξεγείρω από την νάρκην και να σας πείθω και να επιπλήττω τον καθένα χωριστά. Τοιούτον λοιπόν άλλον άνθρωπον δεν θα εύρετε εύκολα, ω άνδρες, όσον και αν κοπιάσετε, αλλ' εάν θέλετε να πεισθήτε εις εμέ, λυπηθήτε την ζωήν μου. Σεις δε, ίσως ωργισμένοι, καθώς είνε οι άνθρωποι, οι οποίοι νυστάζουν ακόμη, όταν τους εξυπνίση κανείς, ηθέλατε με κτυπήσει πεισθέντες εις τον Άνυτον, και έτσι ασκόπως ηθέλατε με φονεύσει, έπειτα δε κατά τον επίλοιπον χρόνον της ζωής σας ηθέλατε εξακολουθεί να ευρίσκεσθε εις μίαν βαθείαν νάρκην, αν δεν ήθελε σας ευσπλαγχνισθή ο θεός, προνοών διά σας και δεν ήθελε πέμψει κατόπιν μου κανένα άλλον όμοιόν μου. Ότι δε εγώ τυχαίνει να είμαι τοιούτος, ώστε να έχω δοθή εις την πόλιν σας υπό του θεού, από τα κατωτέρω ημπορείτε να εννοήσετε καλά. Δηλαδή δεν φαίνεται να είνε ανθρώπινον πράγμα το να έχω μεν εγώ παραμελήσει όλας τας ιδικάς μου υποθέσεις και να ανέχωμαι να μένουν απροστάτευτα τα οικιακά μου πράγματα επί τόσα έτη, να είμαι δε αφωσιωμένος εις υμάς και να εργάζωμαι πάντοτε διά το ιδικόν σας συμφέρον, παραλαμβάνων ιδιαιτέρως τον καθένα από σας, ως να είμαι πατέρας σας, ή ως μεγαλύτερος αδελφός σας και να προσπαθώ να σας πείσω να φροντίζετε διά την αρετήν. Και αν μεν βεβαίως από το έργον μου αυτό είχα καμμίαν ωφέλειαν και σας έδιδα τας συμβουλάς αυτάς με μισθόν, τότε θα είχα κάποιαν αφορμήν εις την τοιαύτην μου ενέργειαν· τόρα όμως βλέπετε δα και μόνοι σας, ότι οι κατήγοροί μου, αν και με τόσην αναισχυντίαν απέδωκαν εναντίον μου όλας τας λοιπάς συκοφαντίας, κατά τούτο τουλάχιστον δεν ημπόρεσαν να φανώσιν αναίσχυντοι και ν' αποδείξουν διά μαρτύρων ότι δήθεν εγώ ή έλαβά ποτε μισθόν από κανένα ή εζήτησα. Αλλ' εγώ εις επιβεβαίωσιν της αληθείας των λόγων μου σας παρουσιάζω ένα αναμφισβήτητον, ως φρονώ, μάρτυρα, την πενίαν μου.