Απολογία Σωκράτους

Part 2

Chapter 233 wordsPublic domain

Καλά λοιπόν. Πρέπει να απολογηθώ εις υπεράσπισίν μου, ω άνδρες Αθηναίοι, και να επιχειρήσω εις τόσον μικρόν χρονικόν διάστημα, όσον μου επιτρέπεται από τον νόμον να ομιλήσω (8), να εκβάλω από το πνεύμα σας την κακήν υπόληψιν, την οποίαν εκ των κατ' εμού συκοφαντιών εσχηματίσατε δι' εμέ εις τόσον μακρόν χρονικόν διάστημα, ώστε έχει πλέον κάμει βαθείας ρίζας. Θα επεθύμουν μεν βεβαίως με όλην την καρδίαν μου να κατορθώσω τούτο, το οποίον είνε καλόν και διά σας και δι' εμέ, και μάλιστα ακόμη περισσότερον από αυτό θα επεθύμουν, να κατορθώσω διά της απολογίας μου, ώστε όχι μόνον να αποβάλετε την κακήν περί εμού ιδέαν, αλλά περιπλέον και να σχηματίσετε καλήν γνώμην δι' εμέ. Αλλά στοχάζομαι ότι αυτό είνε δύσκολον, και δεν με διαφεύγει πολύ πόσην μεγάλην σπουδαιότητα τούτο έχει. Όμως αυτό μεν ας αποβή όπως είνε ευάρεστον εις τον θεόν, ημείς δε πρέπει να υπακούσωμεν εις τον νόμον και να απολογηθώμεν.

III. Ας επιχειρήσωμεν λοιπόν εξ αρχής πάλιν να είπωμεν ποία είνε η κατηγορία, από την οποίαν προήλθεν η εναντίον μου συκοφαντία, εις την οποίαν, ως γνωστόν, στηριζόμενος ο Μέλητος, έλαβε το θάρρος να υποβάλη κατ' εμού την παρούσαν κατηγορίαν.

Καλά. Ας ίδωμεν με ποίας ακριβώς συκοφαντίας οι πρώτοι μου εκείνοι διαβολείς με εσυκοφάντουν. Είνε ανάγκη βέβαια να περιβάλωμεν την συκοφαντίαν των με τον τύπον επισήμου κατηγορίας γενομένης ενώπιον του δικαστηρίου και να την αναγνώσωμεν αυτήν εδώ τόρα, ωσάν να ήτο έγγραφος, καθώς είνε συνήθεια να αναγινώσκεται εις τα δικαστήριον η ένορκος βεβαίωσις των κατηγόρων (9).

«Ο Σωκράτης είνε ασεβής, διότι με εγκληματικήν περιέργειαν καταγίνεται εις πράγματα ανωφελή, με το να αναζητή να ανακαλύψη τα υπό την γην μυστήρια και τα επουράνια· διότι το άδικον παριστάνει ως δίκαιον, και διότι γίνεται αίτιος κακού, επειδή μεταδίδει αυτήν την ιδίαν διδασκαλίαν και εις τους άλλους». Τοιαύτη είνε περίπου η εναντίον μου κατηγορία (10). Διότι αυτά τα είδατε και σεις οι ίδιοι εις την παρασταθείσαν κωμωδίαν του Αριστοφάνους (11)· είδατε εκεί επί της σκηνής να περιφέρεται μετέωρος κάποιος Σωκράτης και να λέγη ότι περιπατεί εις τον αέρα και πολλάς άλλας φλυαρίας να φλυαρή, από τα οποία εγώ τίποτε, ούτε πολύ ούτε ολίγον δεν εννοώ. Λέγω δε ταύτα όχι διότι περιφρονώ την τοιαύτην επιστήμην, αν κανείς τωόντι υπάρχη σοφός περί τας γνώσεις αυτού του είδους, με σκοπόν διά να μη καταγγελθώ υπό του Μελήτου ως ένοχος εις τόσα εγκλήματα, αλλά ακριβώς μόνον διότι, ω άνδρες Αθηναίοι, δεν γνωρίζω την επιστήμην αυτήν. Μάρτυρας δε περί τούτου προτείνω τους περισσοτέρους από σας τους ιδίους. Και απαιτώ, σεις, όσοι ποτέ έως τόρα με έχετε ακούσει ομιλούντα (και ευρίσκονται εδώ εις το δικαστήριον πολλοί από σας ακροαταί μου και συνομιληταί μου) να καταθέσετε και φανερώσετε μεταξύ σας. Σκεφθήτε λοιπόν αναμεταξύ σας, αν ποτέ έως τόρα με ήκουσε κανείς από σας να ομιλώ περί των γνώσεων αυτού του είδους είτε ακροθιγώς και επιπολαίως είτε κατά βάθος και κατ' ουσίαν. Από αυτό δε το ψεύδος θα γνωρίσετε ότι και τα άλλα, τα οποία λέγονται περί εμού είνε ψευδή.

IV. Αλλά βεβαίως ούτε από αυτά κανέν δεν είναι αληθές. Και ακόμη εάν έχετε βεβαίως ακούσει ποτέ κανένα να λέγη ότι εγώ μετέρχομαι τον διδάσκαλον και ότι λαμβάνω δι' αυτό χρήματα, και αυτό δεν είνε αληθές. Επειδή, εάν ήτο, εγώ ο ίδιος θα το ωμολόγουν· διότι μου φαίνεται ότι αυτό είνε τω όντι ωραίον πράγμα, να ήθελεν είναι κανείς ικανός να εκπαιδεύση ανθρώπους, καθώς κάμνει τούτο και ο Γοργίας ο Λεοντίνος και ο Πρόδικος ο Κείος και ο Ιππίας ο Ηλείος. Διότι ο καθένας από αυτούς (12) εις οποιανδήποτε πόλιν και αν υπάγη, κατορθόνει και πείθει τους νέους, όσοι ημπορούσαν να διδαχθούν δωρεάν από κανένα άλλον συμπολίτην των, ο οποίος τους αρέσει, να αφήσουν εκείνον και να έρχωνται να διδαχθούν από αυτούς με πληρωμήν, και δι' αυτό να χρεωστούν ακόμη και ευγνωμοσύνην εις αυτούς. Πλην εκτός αυτών υπάρχει εδώ και κάποιος άλλος σοφός, ο Πάριος (13), ο οποίος, καθώς έμαθα από τον Καλλίαν, κατοικεί εν Αθήναις ως ξένος. Διότι έτυχε μίαν ημέραν να επισκεφθώ κάποιον, όστις είχε πληρώσει εις τους σοφιστάς χρήματα περισσότερα από όσα επλήρωσαν όλοι ομού οι άλλοι συμπολίται μας, τον Καλλίαν τον υιόν του Ιππονίκου (14). Αυτόν λοιπόν επανειλημμένως ηρώτησα, ότε εγίνετο λόγος διά τους υιούς του — διότι αυτός έχει δύο υιούς — ω Καλλία, είπον εγώ, αν είχες, αντί των δύο υιών, δύο πώλους ή δύο μόσχους, θα ανεζητούσαμεν να λάβωμεν εις την υπηρεσίαν μας δι' αυτούς ένα επιστάτην με μισθόν, ένα ικανόν βέβαια άνθρωπον, όστις να κάμη αυτούς τελείους καθ' όλα, ώστε να είνε επιτήδειοι ο καθένας διά το κατάλληλον έργον του. Θα ήτο δε αυτός ο επιστάτης ή ένας από τους ιππικούς βέβαια διά τον πώλον, ή ένας από τους γεωργικούς διά τον μόσχον. Τώρα δε, αφού οι υιοί σου είνε άνθρωποι, τι είδους επιστάτην σκέπτεσαι να προσλάβης δι' αυτούς; Ποίος διδάσκαλος έχει αυτήν την επιστημονικήν ικανότητα, ήτις αφορά εις τον άνθρωπον γενικώς και εις τον πολίτην ιδιαιτέρως; Διότι φρονώ ότι έχεις σκεφθή περί αυτού του πράγματος, αφού έχεις παιδιά. Γνωρίζεις λοιπόν κανένα, είπον εγώ, ή όχι; — Μάλιστα, απήντησε ο Καλλίας. — Ποίος είνε αυτός, ηρώτησα εγώ, και από πού είνε και πόσα λαμβάνει διά μισθόν της διδασκαλίας του; — Αυτός είνε ο Εύηνος, ω Σώκρατες, μου είπεν εκείνος, ο Πάριος, και λαμβάνει μισθόν από τον κάθε μαθητήν του πέντε μνας (15). Εγώ τότε εμακάρισα τον Εύηνον, αν είνε αληθές ότι γνωρίζει αυτήν την σπουδαίαν τέχνην και την διδάσκει τόσον αρμονικώς. Εγώ τουλάχιστον και ο ίδιος βεβαίως θα το εθεώρουν αυτό τιμήν μου και θα ήμουν ένδοξος και υπερήφανος, εάν εγνώριζα αυτά τα οποία διδάσκει ο Εύηνος. Αλλά δυστυχώς δεν τα γνωρίζω, ω άνδρες Αθηναίοι.

V. Αλλ' ημπορούσε να με διακόψη και να με ερωτήση ίσως κάθε ένας από σας. Αλλ' ω Σώκρατες, εάν αληθώς δεν έχης αυτάς τας γνώσεις, τι ακατανόητον πράγμα είνε αυτό το ιδικόν σου; Πόθεν προήλθαν αι συκοφαντίαι αυταί, αι οποίαι διασπείρονται εναντίον σου; Διότι βέβαια διά σε, όπου δεν έκαμνες τίποτε περιεργότερον από ό,τι κάμνουν οι άλλοι άνθρωποι, δεν θα διεσπείρετο τόση φήμη, και δεν θα εγίνετο ποτέ τόσος λόγος, εάν δεν έκαμνες κάτι τι διαφορετικόν από τους άλλους. Λέγε μας λοιπόν ποίον είνε αυτό πού έκαμνες, διά να μη εκδώσωμεν άδικον απόφασιν, επινοούντες με την φαντασίαν μας ανύπαρκτα πράγματα διά σε. Μου φαίνεται ότι, όστις κάμνει αυτήν δα την ένστασιν, έχει δίκαιον. Εγώ λοιπόν θα προσπαθήσω να αποδείξω τι επί τέλους είνε αυτό, το οποίον έκαμε και το όνομά μου τόσον ένδοξον και συνάμα έγινεν αφορμή των εναντίον μου συκοφαντιών. Ακούσατε λοιπόν. Και ίσως μεν φανώ εις μερικούς από σας ότι δεν ομιλώ σοβαρώς, αλλ' ότι παίζω. Να ηξεύρετε όμως καλά, θα σας είπω όλην την αλήθειαν.

Εγώ, ω άνδρες Αθηναίοι, διά κανέν άλλο πράγμα δεν απέκτησα αυτό το όνομα, αλλά διά κάποιαν σοφίαν βέβαια. Ποία δε ακριβώς λέγω ότι είνε αυτή η σοφία; Αυτή είνε ανθρωπίνη σοφία βεβαίως. Διότι τωόντι στοχάζομαι ότι ως προς αυτήν την σοφίαν είμαι σοφός· ενώ ούτοι οι άλλοι σοφοί, διά τους οποίους προ ολίγου ωμίλησα, ίσως ημπορεί να είνε σοφοί ως προς έν άλλο είδος σοφίας, πολύ ανωτέρας από την ανθρωπίνην, ή δεν ηξεύρω τι να σας είπω δι' αυτήν την σοφίαν των. Διότι εγώ τουλάχιστον αυτήν την σοφίαν δεν την γνωρίζω βεβαίως, αλλ' όστις λέγει ότι γνωρίζω αυτήν, αυτός και ψεύδεται και λέγει ταύτα με σκοπόν να με συκοφαντήση. Αλλά σας παρακαλώ, ω άνδρες Αθηναίοι, να μη θορυβήσετε και αν φανώ ακόμη ότι σας λέγω πολύ μεγάλον λόγον προς καύχησίν μου. Διότι ο λόγος, τον οποίον θα σας είπω τόρα, δεν είνε ιδικός μου, αλλ' ανήκει εις μίαν προσωπικότητα παρά πολύ αξιόπιστον. Επειδή μάρτυρα της ιδικής μου σοφίας θα σας φέρω τον ίδιον τον θεόν των Δελφών, όστις θα σας είπη ποία είνε η σοφία, την οποίαν έχω εγώ και ποίου είδους.

Γνωρίζετε βέβαια, καθώς νομίζω, τον Χαιρεφώντα (16). Ούτος καθώς υπήρξεν ιδικός μου φίλος από της νεανικής του ηλικίας, ομοίως απαράλλακτα υπήρξε και της δημοκρατίας σας οπαδός και συγκατεδικάσθη μαζί σας εις την πρόσφατον εξορίαν επί των Τριάκοντα και επανήλθε πάλιν εις την πόλιν μαζί σας. Και γνωρίζετε δα πολύ καλά ποίου είδους άνθρωπος ήτο ο Χαιρεφών αυτός και πόσον ήτο ορμητικός και θερμός εις ό,τι ήθελεν επιχειρήσει. Αυτός λοιπόν μίαν ημέραν μεταβάς εις τους Δελφούς, ετόλμησε να κάμη αυτήν την ερώτησιν εις το μαντείον. Και πάλιν σας παρακαλώ, ω άνδρες, να μη θορυβήτε δι' αυτό οπού θα σας είπω. Ηρώτησε λοιπόν το μαντείον αν υπάρχη εις τον κόσμον κανένας άλλος άνθρωπος πλέον σοφώτερος από εμέ.

Απεκρίθη δε η Πυθία (17) ότι δεν υπάρχει κανείς άλλος από εμέ σοφώτερος. Και θα σας επιβεβαίωση αυτά ο αδελφός του, όστις είνε παρών εδώ, αφού εκείνος έχει πλέον αποθάνει.

VI. Στοχασθήτε δε διά ποίαν αιτίαν σας λέγω αυτά όλα. Τα λέγω, διότι έχω σκοπόν να σας αποδείξω πόθεν προήλθεν η εναντίον μου διαβολή. Εγώ, αφού ήκουσα αυτήν την απάντησιν του μαντείου, εσυλλογιζόμην μόνος μου ως εξής· τι επί τέλους λέγει ο Απόλλων και ποίαν έννοιαν υποκρύπτουσιν οι λόγοι του εκείνοι; Διότι τωόντι γνωρίζω καλά ότι εις εμέ δεν υπάρχει καμμία σοφία ούτε μεγάλη ούτε μικρά. Τι λοιπόν τάχα εννοεί ο θεός διακηρύττων ότι εγώ είμαι σοφώτατος από όλους τους ανθρώπους; Διότι βεβαίως ο θεός δεν ψεύδεται ποτέ· διότι δεν είνε πρέπον τούτο εις αυτόν. Και πολύν μεν καιρόν ήμουν εις απορίαν τι τέλος πάντων εννοούσεν ο χρησμός του μαντείου, έως ου, ύστερον από πολύν κόπον, εσκέφθην να κάμω μίαν τοιούτου είδους έρευναν εις εξήγησιν αυτού. Μετέβην εις ένα εκ των συμπολιτών μας, όστις έχει φήμην ότι είνε σοφός, στοχαζόμενος ότι εδώ καλύτερα από κάθε άλλο μέρος θα ημπορούσα να εξελέγξω απατώμενον το μαντείον και ν' αποδείξω εις τον χρησμόν ότι αυτός εδώ ο άνθρωπος είνε σοφώτερος από εμέ, ενώ συ, ω μαντείον, είπες ότι εγώ είμαι σοφώτερος. Καλοστοχαζόμενος λοιπόν αυτόν — του οποίου δεν έχω ανάγκην να είπω το όνομα, ήτο όμως ένας από τους πλέον μεγάλους πολιτικούς μας, σχετικώς με τον οποίον μου συνέβη κατά την εξέτασιν τοιούτον τι οπού δεν επερίμενα — και συνομιλών με αυτόν είδα ότι αυτός ο άνθρωπος πιστεύεται μεν από πολλούς άλλους ότι είνε σοφός, και μάλιστα από τον ίδιον τον εαυτόν του, όμως αληθινά δεν είνε σοφός. Αφού εννόησα τούτο, επεχείρησα ν' αποδείξω εις αυτόν ότι επίστευε μεν ότι είνε σοφός, δεν είνε όμως. Ένεκα τούτου λοιπόν και εις αυτόν έγινα μισητός και εις πολλούς άλλους από τους φίλους του, οι οποίοι ήσαν παρόντες κατά την συνομιλίαν μας. Το βέβαιον όμως είνε, ότι ενώ απεχωριζόμην από αυτόν, ήρχισα να σκέπτωμαι μόνος μου, ότι από αυτόν βεβαίως τον άνθρωπον εγώ είμαι σοφώτερος· ως φαίνεται όμως, κανείς από τους δύο μας δεν γνωρίζει κανέν, το οποίον να είνε τελείως καλόν πράγμα. Υπάρχει όμως αυτή η διαφορά μεταξύ μας. Αυτός μεν φαντάζεται ότι γνωρίζει κάτι τι, ενώ δεν γνωρίζει τίποτε, εγώ δε, καθώς δεν γνωρίζω τίποτε, έτσι και πιστεύω ότι δεν γνωρίζω. Μου φαίνεται λοιπόν βεβαίως ότι εγώ είμαι ολίγον τι σοφώτερος από αυτόν, ως προς τούτο ακριβώς, ότι όσα δεν γνωρίζω, αυτά και πιστεύω ότι δεν τα γνωρίζω. Τότε μετέβην εις άλλον συμπολίτην μας από εκείνους, οι οποίοι έχουσι την φήμην ότι είνε σοφώτεροι από τον πρώτον εκείνον, και μου εφάνη ότι ήκουσα απαραλλάκτως τα ίδια και από αυτόν. Έκτοτε ένεκα τούτου και εις εκείνον και εις πολλούς άλλους συμπολίτας μας έγινα μισητός.

VII. Μετά ταύτα λοιπόν κατά σειράν ήρχισα να πηγαίνω προς άλλους συμπολίτας μας, αν και εγνώριζα καλά ότι εγινόμην μισητός εις αυτούς — και ελυπούμην διά τούτο, και εφοβούμην τα επακόλουθα του μίσους — αλλ' όμως εφρόνουν ότι ήτο ανάγκη, χωρίς αμφιβολίαν, να προτιμήσω από όλα τα άλλα το λόγιον του Απόλλωνος. Μου εφαίνετο λοιπόν καλόν ότι πρέπει να υπάγω προς όλους εκείνους, οι οποίοι είχαν την μεγαλυτέραν φήμην ότι γνωρίζουν κάτι τι, διότι ήθελα να ανακαλύψω την πραγματικήν έννοιαν του χρησμού. Και μα τον κύνα (18), ω άνδρες Αθηναίοι, — διότι πρέπει να σας λέγω όλην την αλήθειαν — τωόντι εγώ έπαθα κάτι τι τοιούτον. Όσοι εξ αυτών είχον την καλήν φήμην ότι είνε σοφώτατοι, εις εμέ οπού ανεζήτουν να εννοήσω τον χρησμόν του θεού, εφάνησαν αμαθέστατοι σχεδόν, άλλοι δε οπού εθεωρούντο από τους άλλους, ότι είνε πολύ ολίγον νοήμονες, μου εφάνησαν ότι είνε μάλιστα παρά πολύ συνετοί άνθρωποι. Πρέπει δε βεβαίως να αφηγηθώ όλας τας περιπλανήσεις μου, τας οποίας έκαμα, ως παθήματα ανθρώπου, όστις υποβάλλεται εις διαφόρους κόπους, ίνα εις εμέ τέλος πάντων ο χρησμός φανή πλέον ανεπίδεκτος ελέγχου. Διότι μετά τους πολιτικούς επορεύθην προς τους ποιητάς, τόσον τους τραγωδοποιούς (19) όσον και τους διθυραμθοποιούς (20) και τους λοιπούς ποιητάς (21), στοχαζόμενος ότι εδώ θα φωραθώ πλέον με σαφεστάτας αποδείξεις ότι είμαι αμαθέστερος από εκείνους. Αναφέρων λοιπόν εκείνα τα ποιήματά των, οπού μου εφαίνοντο ότι με περισσοτέραν επιτυχίαν αυτοί επραγματεύθησαν, κατ' επανάληψιν ηρώτων αυτούς τι ήθελαν να εννοήσουν και ποίος ήτο ο σκοπός και η οικονομία των έργων των εκείνων, διά να διδαχθώ συγχρόνως και κάτι τι από αυτούς. Αλλ' εντρέπομαι αληθώς να σας είπω, ω άνδρες, την αλήθειαν. Όμως πρέπει να είπω αυτήν. Δηλαδή, διά να ομιλήσω με συντομίαν, όλοι σχεδόν εκείνοι, οι οποίοι παρευρέθησαν τότε εκεί εις την συνομιλίαν μας, αν τους ηρώτα κανείς, ημπορούσαν να απαντήσουν πολύ καλύτερα από αυτούς τους ιδίους ποιητάς περί των ποιημάτων, τα οποία οι ίδιοι είχον συνθέσει. Εγνώρισα λοιπόν και διά τους ποιητάς αμέσως αυτό, ότι όσα ποιήματα γράφουν, δεν τα γράφουν από σοφίαν των, αλλ' από κάποιαν φυσικήν των κλίσιν και από ενθουσιασμόν και έμπνευσιν (22) ομοιάζουσαν απαράλλακτα με τον ενθουσιασμόν, από τον οποίον κυριεύονται οι θεομάντεις (23) και οι χρησμωδοί· διότι ωσαύτως και ούτοι, λέγουν μεν πολλά ωραία πράγματα, όμως δεν εννοούν κανέν από εκείνα, τα οποία λέγουν. Τοιούτου είδους πάθος περίπου μου εφάνη ότι συμβαίνει και εις τους ποιητάς. Και συγχρόνως εννόησα ότι αυτοί ένεκα της ποιήσεώς των εφρόνουν ότι και κατά τα λοιπά πράγματα ήσαν σοφώτατοι άνθρωποι, κατά τα οποία δεν ήσαν. Άφησα λοιπόν και αυτούς, στοχαζόμενος ότι είμαι ανώτερος και από αυτούς κατά το ίδιον πλεονέκτημα, κατά το οποίον εφάνην ανώτερος και από τους πολιτικούς.

VIII. Τελευταίον λοιπόν επήγα και συνήντησα τους χειροτέχνας (24). Διότι είχα την συναίσθησιν ότι τίποτε σχεδόν δεν εγνώριζα εγώ από την τέχνην των, και ήμουν πεπεισμένος ότι αυτούς βεβαίως θα τους εύρω πολύ ικανούς εις πολλά ωραία πράγματα. Και ως προς τούτο μεν δεν ηπατήθην, αλλ' εγνώριζαν ούτοι, όσα εγώ ηγνόουν, και κατά τούτο ήσαν σοφώτεροι από εμέ. Αλλ' ω άνδρες Αθηναίοι, μου εφάνησαν και οι σπουδαίοι χειροτέχναι ότι έχουν το ίδιον ακριβώς ελάττωμα, το οποίον είχαν και οι ποιηταί. Έκαστος από αυτούς, διότι καλώς εκτελεί την τέχνην του, είχε την απαίτησιν ότι και κατά τα άλλα τα πλέον σπουδαιότατα πράγματα, ήτοι τα πολιτικά και την διοίκησιν της πόλεως, είνε σοφώτατος. Και αυτό μόνον το ελάττωμά των, η πλάνη των και η μωρία των, τόσον εσκέπαζεν εκείνην την μεγάλην σοφίαν των, ώστε εξεμηδένιζεν αυτήν. Όθεν ηρώτων τον εαυτόν μου κατ' επανάληψιν, ως να ωμίλουν εν ονόματι του χρησμού πάντοτε, τι εκ των δύο να προτιμήσω, να είμαι τοιούτος καθώς είμαι, και χωρίς να είμαι διόλου σοφός, να έχω την σοφίαν εκείνων, και χωρίς να είμαι αμαθής, να έχω την αμάθειαν εκείνων, ή και τα δύο, να έχω την σοφίαν δηλαδή και την αμάθειαν, τα οποία εκείνοι έχουν, και να είμαι και εγώ καθώς εκείνοι. Απεκρίθην λοιπόν εις τον εαυτόν μου και εις τον χρησμόν ότι δι' εμέ είνε καλύτερον να είμαι καθώς είμαι.

IX. Εξ αιτίας της παρούσης ακριβώς εξετάσεως, ω άνδρες Αθηναίοι, πολλά μίση εγεννήθησαν εναντίον μου και αντιπάθειαι πολύ ισχυρόταται και επικίνδυνοι, ώστε να προκύψωσιν εξ αυτών πολλαί συκοφαντίαι, ονομάζομαι δε με τούτο το όνομα, ότι είμαι σοφός. Διότι όλοι όσοι είνε παρόντες κατά τας διαφόρους ομιλίας μου, πιστεύουν ότι εγώ είμαι σοφός ως προς εκείνα τα πράγματα, ως προς τα οποία ήθελον αποκαλύψει την αμάθειαν των άλλων. Και όμως τουναντίον, ω άνδρες Αθηναίοι, μου φαίνεται ότι μόνον ο θεός τωόντι είνε σοφός, και τούτο ίσα-ίσα ηθέλησε να είπη ο Απόλλων με τον χρησμόν του αυτόν, ότι η ανθρωπίνη σοφία πολύ μικράν αξίαν έχει ή διά να είπω καλύτερον, μάλιστα, καμμίαν. Και προφανώς τούτο εννόει το μαντείον περί του Σωκράτους. Μετεχειρίσθη δε προς τον σκοπόν τούτον το ιδικόν μου όνομα ως παράδειγμα, καθώς ήθελε κάμει εάν ήθελεν είπει ότι αυτός, ω άνθρωποι, είνε σοφώτατος από σας, όστις αναγνωρίζει, καθώς ο Σωκράτης ότι, ως προς την σοφίαν, αληθώς δεν έχει καμμίαν αξίαν. Διά τούτο λοιπόν εγώ ακόμη και τόρα, περιερχόμενος την πόλιν, αναζητώ και εξετάζω κατά την θέλησιν του θεού, αν ίσως και εύρω κανένα αληθώς σοφόν και από τους αστούς και από τους ξένους· και οσάκις δεν μου φαίνεται ότι πράγματι είνε σοφός κανείς, τότε συντελών εις την ορθήν εξήγησιν του χρησμού, κάμνω να αποδειχθή ότι δεν είνε σοφός. Και ένεκα αυτής της ασχολίας μου δεν μου έμεινε καιρός άλλος ούτε εις τα πολιτικά να καταγίνω και να πράξω κάτι τι αξιόλογον, ούτε διά τας ιδιωτικάς μου υποθέσεις να φροντίσω, αλλ' ευρίσκομαι εις μεγίστην πενίαν ένεκα του σεβασμού, τον οποίον απονέμω εις τον θεόν των Δελφών.

Χ. Προς τούτοις πολλοί νέοι, όσοι μάλιστα δεν έχουν καμμίαν ενασχόλησιν, παίδες πλουσιωτάτων συμπολιτών μας, ακολουθούντες κατόπιν μου αυτοπροαιρέτως, χωρίς καμμίαν παρακίνησιν, αισθάνονται μεγάλην ευχαρίστησιν να με ακούουν με ποίον τρόπον αποδεικνύω τας πλάνας των ανθρώπων και κατόπιν αυτοί πάλιν πολλάκις, μιμούμενοι εμέ, επιχειρούν να εξετάζουν άλλους, τους οποίους ήθελον συναντήσει. Και μη αμφιβάλλετε ότι, καθώς στοχάζομαι, ευρίσκουν μέγα πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι φαντάζονται μεν ότι γνωρίζουν κάτι τι, γνωρίζουν δε τωόντι πολύ ολίγα πράγματα, ή μάλλον κανέν. Ένεκα δε τούτου εκείνοι, οι οποίοι εξελέγχονται από αυτούς ως αμαθείς, οργίζονται εναντίον μου και όχι εναντίον του εαυτού των, καθώς έπρεπε, διά την αμάθειάν των και λέγουν ότι υπάρχει κάποιος Σωκράτης, ένας άνθρωπος μιαρώτατος, ο οποίος διαφθείρει την νεολαίαν. Και όταν κανείς ήθελε τους ερωτήσει τι είνε αυτό, όπου κάμνει αυτός ο άνθρωπος, και τι διδάσκει και διαφθείρει τους νέους, δεν ημπορούν μεν να δώσουν καμμίαν απάντησιν, αλλ' ευρίσκονται εις άγνοιαν, διά να μη φαίνωνται δε ότι ταράσσονται, ως μη έχοντες ωρισμένα γεγονότα εναντίον μου, διαδίδουν αυτά, τα οποία προχείρως λέγουν και εναντίον όλων των φιλοσόφων εν γένει, ότι δηλαδή διδάσκει δι' όσα συμβαίνουν εις τον ουρανόν και εις τα βάθη της γης, και ότι να μη πιστεύουν οι άνθρωποι εις τους θεούς, και ότι με τους λόγους του μίαν άδικον υπόθεσιν την κάμνει δικαίαν. Διότι την αλήθειαν, ως φρονώ, δεν θα ετολμούσαν να είπουν, επειδή γίνονται κατάδηλοι ότι προσποιούνται μεν ότι γνωρίζουν κάτι τι, δεν γνωρίζουν όμως τίποτε. Επειδή λοιπόν ούτοι είνε όντως φιλόνικοι, κατ' εμέ, και ορμητικοί και πολλοί κατά τον αριθμόν, και ιδίως ομιλούν καλώς διωργανωμένοι και με μίαν ευγλωττίαν πολύ πειστικήν, έχουσι γεμίσει τα ώτα σας με τας συκοφαντίας αυτάς, τας οποίας λέγουν εναντίον μου και προ πολλού χρόνου και με μεγάλην σφροδρότητα. Εξ αυτών δε των διαβολών λαβών την αφορμήν και ο Μέλητος επετέθη εναντίον μου και ο Άνυτος και ο Λύκων· ο μεν Μέλητος, διότι εξωργίσθη εναντίον μου χάριν των ποιητών (25), ο δε Άνυτος χάριν των τεχνιτών (26) και των πολιτικών, ο δε Λύκων χάριν των Ρητόρων (27). Ώστε ως προς αυτό, ίσα-ίσα, το οποίον εις την αρχήν είπα, θαυμαστόν και παράδοξον θα το εθεώρουν εγώ, αν ήθελα κατορθώσει εις τόσον ολίγον χρονικόν διάστημα να εξαλείψω από το πνεύμα σας αυτήν την συκοφαντίαν, ενώ έχει γίνει εις τόσον μέγα χρονικόν διάστημα και τόσον έχει ριζοβολήσει. Αυτά είνε, ω άνδρες Αθηναίοι, εκείνα τα οποία πρωτύτερα έλεγα ότι με όλην την αλήθειαν θα σας εκθέσω και θα σας διηγηθώ και σας είπα λοιπόν αυτά, χωρίς να αποκρύψω τίποτα από σας ούτε μέγα, ούτε μικρόν, και χωρίς από φόβον να σιωπήσω κανέν, καίτοι ηξεύρω σχεδόν ότι ένεκα αυτής προ πάντων της παρρησίας μου μισούμαι. Αλλά τούτο είνε προσέτι μία τρανή απόδειξις ότι λέγω την αλήθειαν και ότι κατ' αυτόν τον τρόπον επήγασεν η εναντίον μου διαβολή, και αυτά είνε τα αίτια αυτής. Και είτε τόρα, είτε μετά ταύτα θελήσετε να εξετάσετε δι' αυτά τα πράγματα, θα εύρετε ότι έτσι είνε.

XI. Περί μεν λοιπόν εκείνων των κατηγοριών, τας οποίας οι πρώτοι μου κατήγοροι έκαμαν εναντίον μου, αυτά ας είνε αρκετή απολογία μου προς σας· τόρα δε κατόπιν από αυτά, θα προσπαθήσω να απολογηθώ εις τον Μέλητον τον αγαθόν και φιλόπολιν, καθώς λέγει αυτός, και εις τους άλλους, τους τελευταίους κατηγόρους μου.

Πάλιν λοιπόν τόρα, επειδή είνε άλλοι οι κατήγοροι μου αυτοί, ας επαναλάβωμεν την τελευταίαν έγγραφον κατηγορίαν των, καθώς ανεγνώσαμεν και την πρώτην. Είνε δε αύτη περίπου: Λέγει ότι ο Σωκράτης είνε ένοχος, διότι και τους νέους διαφθείρει και διότι δεν πιστεύει εις τους θεούς, τους οποίους η πόλις πιστεύει και διότι αντ' αυτών παρουσιάζει άλλα νέα δαιμόνια (28). Το μεν έγκλημά μου δα τοιούτον είνε. Ας εξετάσωμεν δε έν έκαστον σημείον αυτού χωριστά. Λέγει η κατηγορία ότι εγώ είμαι ένοχος αδικίας, διότι διαφθείρω την νεολαίαν. Εγώ όμως τουναντίον λέγω, ω άνδρες Αθηναίοι, ότι δικαίως ίσα-ίσα ο Μέλητος είνε ένοχος, διότι εις πράγμα τόσον σοβαρόν αστεΐζεται, κατηγορών ενώπιον του δικαστηρίου σας με μεγάλην αδιαφορίαν πολίτας, διά να φαίνεται ότι με σπουδαιότητα φροντίζει διά πράγματα, διά τα οποία διόλου έως τώρα δεν εφρόντισεν. Ότι δε τούτο έτσι είνε, θα προσπαθήσω και προς υμάς να το αποδείξω.

XII. Παρακαλώ λοιπόν, έλα εδώ τόρα συ, Μέλητε, είπε. Διά κανέν άλλο πράγμα δεν μεριμνάς τόσον πολύ παρά πώς να γίνουν οι νέοι όσον το δυνατόν χρηστότατοι;

&Μέλητος.&

Διά κανέν άλλο βέβαια.

&Σωκράτης.&

Έλα λοιπόν τόρα ειπέ εις τους δικαστάς, ποίος είνε εκείνος ο άνθρωπος οπού κάμνει τους νέους χρηστοτέρους; Είνε φανερόν ότι τον ηξεύρεις, αφού σε μέλει βέβαια δι' αυτά τα ζητήματα. Διότι, αφού ανεκάλυψες εμέ, καθώς λέγεις, ότι διαφθείρω τους νέους, με καταγγέλλεις προς αυτούς εδώ και απαγγέλλεις εναντίον μου κατηγορίαν διά την πράξιν μου ταύτην. Αλλ' όμως έλα ειπέ τόρα και εκείνον δα οπού κάμνει τους νέους χρηστοτέρους και φανέρωσον εδώ εις τους δικαστάς ποίος είνε αυτός. Ομίλησον . . . Βλέπεις, ω Μέλητε, ότι σιωπάς, και δεν ημπορείς να τον ονομάσης αυτόν; Και όμως δεν σου φαίνεται ότι αυτό είνε επαίσχυντον και ικανή απόδειξις εις εκείνο, το οποίον ακριβώς εγώ λέγω, ότι εσέ διόλου δεν σε μέλει διά την εκπαίδευσιν των νέων; Αλλ' ειπέ, καλέ Μέλητε, ποίος κάμνει αυτούς καλυτέρους;

&Μέλητος.&

Οι νόμοι.

&Σωκράτης.&

Μα δεν σε ερωτώ δι' αυτό, καλότυχε, αλλά ποίος άνθρωπος, όστις εν πρώτοις γνωρίζει και αυτό τούτο ακριβώς οπού είπες, τους νόμους.

&Μέλητος.&

Αυτοί εδώ οι δικασταί (29), ω Σώκρατες.

&Σωκράτης.&

Τι λέγεις, ω Μέλητε; Αυτοί εδώ οι δικασταί είνε ικανοί να εκπαιδεύουν τους νέους και να τους κάμνουν χρηστοτέρους;

&Μέλητος.&

Μάλιστα.

&Σωκράτης.&

Τι από τα δύο, όλοι ομού οι δικασταί είνε ικανοί προς τούτο, ή μερικοί μεν από αυτούς μόνον, μερικοί δε όχι;

&Μέλητος.&

Όλοι οι δικασταί.

&Σωκράτης.&

Αυτά που λέγεις είνε θαυμάσια τωόντι, μα την Ήραν, και ανεκάλυψες έτσι μεγάλην αφθονίαν ανθρώπων, οι οποίοι ημπορούν να ωφελούν τους νέους. Αλλά τι λοιπόν; Αυτοί εδώ οι ακροαταί όλοι, οπού μας ακούουν, επίσης ημπορούν να κάμνουν τους νέους καλυτέρους ή όχι;

&Μέλητος.&

Και αυτοί ημπορούν επίσης.

&Σωκράτης.&

Αλλά και οι βουλευταί, (30) ημπορούν και αυτοί;

&Μέλητος.&

Και οι βουλευταί ομοίως.

&Σωκράτης.&

Αλλ' ω Μέλητε, μήπως λοιπόν εκείνοι οπού συνέρχονται εις την Εκκλησίαν του λαού, (31) οι Εκκλησιασταί, διαφθείρουν τους νέους; ή και εκείνοι όλοι είνε ομοίως ικανοί να κάμνουν αυτούς καλυτέρους;

&Μέλητος.&

Και εκείνοι είνε ομοίως ικανοί εις αυτό.

&Σωκράτης.&

Ως φαίνεται λοιπόν, όλοι οι Αθηναίοι ημπορούν να κάμουν τους νέους καλούς και αγαθούς, εκτός εμού, εγώ δε μόνος τους διαφθείρω. Αυτό εννοείς;

&Μέλητος.&

Μάλιστα. Αυτό ακριβώς εννοώ.

&Σωκράτης&