Part 8
Ο Ζακ, αμέριμνος ως όλα τα παιδία της ηλικίας του, είχεν επαναλάβει τα συνήθη παίγνιά του τρέχων επί του καταστρώματος, διασκεδάζων μετά του Δίγγου.
Βεβαίως έβλεπεν ότι ο Δικ ήτο ολιγότερον ή άλλοτε μετ' αυτού, αλλ' η μήτηρ του τω έδωκε να εννοήση ότι έπρεπε να αφήση τον δόκιμον ήσυχον εις τας ασχολίας του. Ο μικρός Ζακ υπήκουσεν εις τας συμβουλάς εκείνας και δεν ηνώχλει πλέον τον «πλοίαρχον Σανδ».
Ούτω τα πράγματα έβαινον εν τω πλοίω. Οι μαύροι εξετέλουν μετά νοημοσύνης τας εργασίας των και εγίνοντο ημέρα τη ημέρα εμπειρότεροι εις το ναυτικόν επάγγελμα.
Ο Τωμ εγένετο φυσικώς ο ναύκληρος και αυτόν βεβαίως θα εξέλεγον οι σύντροφοί του διά το έργον τούτο. Αυτός εκυβέρνα, όταν ανεπαύετο ο δόκιμος και είχε μεθ' εαυτού τον υιόν του Βαρθολομαίον και τον Αυγουστίνον.
Ο Ακτέων και ο Ηρακλής υπηρέτουν κατά την άλλην φυλακήν υπό την διεύθυνσιν του Δικ Σανδ. Τοιουτοτρόπως δε ενώ ο είς εκυβέρνα, οι άλλοι ηγρύπνουν εις την πρώραν.
Καίτοι τα μέρη εκείνα ήσαν έρημα και ουδείς φόβος συρράξεως υπήρχεν, όμως ο νεαρός δόκιμος απήτει αυστηράν επαγρύπνησιν καθ' όλην την νύκτα. Ουδέποτε έπλεε χωρίς να έχη τους ωρισμένους φανούς — ένα πράσινον δεξιά και ένα ερυθρόν αριστερά — και ως προς τούτο ενήργει φρονιμώτατα.
Εν τούτοις κατά τας νύκτας, ης ο Δικ Σανδ διήρχετο ολοκλήρους εις το πηδάλιον, ησθάνετο ενίοτε να τον καταλαμβάνη ακαταμάχητος κάματος.
Τότε η χειρ του εκυβέρνα ορμεφύτως. Ήτο αποτέλεσμα κόπου, τον οποίον δεν ήθελε να λάβη υπ' όψιν.
Αλλά κατά την νύκτα της 13 προς την 14 Φεβρουαρίου ο Δικ Σανδ, κατάκοπος, ηναγκάσθη ν' αναπαυθή επί τινας ώρας και αντικατεστάθη εις το πηδάλιον υπό του γέροντος Τωμ.
Ο ουρανός ήτο κεκαλυμμένος υπό νεφών, άτινα προς το εσπέρας εχαμήλωσαν υπό την επιρροήν του ψυχρού αέρος. Ήτο λοιπόν σκότος πολύ, και θα ήτο αδύνατον να διακρίνη τις τα υψηλά ιστία βεβυθισμένα εν τω ζόφω. Ο Ηρακλής και ο Ακτέων εφρούρουν εν τη πρώρα.
Εις την πρύμνην, το φως της πυξίδος ασθενή μόνον λάμψιν άφινε να διαφεύγη, ήτις αντενακλάτο εις το μεταλλικόν επικάλυμμα του οιακοστροφίου. Οι φανοί ρίπτοντες τα φώτα των πλαγίως, άφινον το κατάστρωμα του πλοίου εις βαθύ σκότος.
Περί την τρίτην ώραν της πρωίας φαινόμενον υπνωτισμού εγένετο, όπερ ουδόλως ηδυνήθη να εννοήση ο γέρων Θωμάς. Οι οφθαλμοί του, οίτινες επί πολύ έμενον προσηλωμένοι επί τινος φωτεινού σημείου της πυξιδοθήκης, έχασαν αίφνης την αίσθησιν της οράσεως και περιέπεσεν εις αληθή υπνωτιστικήν αναισθησίαν.
Ου μόνον δεν έβλεπε πλέον, αλλά και αν τον ήγγιζε τις ή τον εκέντα ισχυρώς, ουδέν πιθανώς θα ησθάνετο.
— Δεν είδε λοιπόν σκιάν τινα ολισθήσασαν επί του καταστρώματος. Ήτο ο Νεγορός.
Όταν έφθασεν εις την πρύμνην ο μάγειρος, έθεσεν υπό το κιβώτιον αντικείμενόν τι βαρύ, όπερ εκράτει εις την χείρα.
Είτα, αφού παρετήρησεν επί τινας στιγμάς την φωτεινήν πλάκα της πυξίδος, έφυγε χωρίς να παρατηρηθή.
Εάν την επιούσαν ο Δικ Σανδ έβλεπε το υπό του Νεγορού εις την πυξίδα τεθέν αντικείμενον εκείνο, θα έσπευδε να το εξαγάγη.
Τωόντι ήτο τεμάχιον σιδήρου, του οποίου η επιρροή αλοίωσε τας υποδείξεις της πυξίδος. Η μαγνητική βελόνη παρεξετράπη και αντί να δεικνύη τον μαγνητικόν βορράν, όστις διαφέρει του κόσμου, εδείκνυε τα βορειανατολικά. Εγένετο λοιπόν παρεκτροπή τεσσάρων τετάρτων, ήτοι ημισείας ορθής γωνίας.
Ο Τωμ σχεδόν αμέσως συνήλθεν εκ της νάρκης του. Οι οφθαλμοί του εστράφησαν επί της πυξίδος . . . Ενόμησεν ότι το «Πίλγριμ» δεν είχε καλήν διεύθυνσιν.
Έδωκε μίαν ώθησιν εις το πηδάλιον, ίνα επαναφέρη το πλοίον προς ανατολάς . . . Τούτο ενόμιζε τουλάχιστον.
Αλλά, συν τη παρεκκλίσει της βελόνης, την οποίαν δεν ηδύνατο να υποπτεύση, η πρώρα, τροποποιηθείσα κατά τέσσαρα τέταρτα, διηυθήνετο νοτιοανατολικώς.
Και τοιουτοτρόπως, ενώ υπό την επίδρασιν ουρίου ανέμου το «Πίλγριμ» θα ηκολούθει την απαιτουμένην διεύθυνσιν, έπλεε μετά λάθους τεσσαράκοντα και πέντε μοιρών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
ΤΡΙΚΥΜΙΑ
Κατά την μετά το συμβάν τούτο εβδομάδα, από της 14 μέχρι της 21 Φεβρουαρίου, ουδέν έτερον συνέβη εν τω πλοίω. Ο βορειοδυτικός άνεμος ενεδυναμούτο κατ' ολίγον, και το «Πίλγριμ» διέσχιζε ταχέως τα κύματα διατρέχον κατά μέσον όρον 160 μίλια ανά 24 ώρας. Ήτο περίπου όσον ηδύνατό τις να ζητήση παρά πλοίου τοιούτου μεγέθους.
Ο μυοπάρων, κατά την ιδέαν του Δικ Σανδ, θα προσήγγιζε λοιπόν εις τα παράλια τα μάλλον συχναζόμενα υπό των μακρών ταχυδρομικών πλοίων, άτινα προσπαθούσι να διέλθωσιν από του ενός εις το άλλο ημισφαίριον· Ο δόκιμος ήλπιζε πάντοτε ότι ήθελε να συναντήση έν εκ των τοιούτων πλοίων και είχε σταθεράν απόφασιν να μεταβιβάση εις αυτό τους επιβάτας του, ή να δανεισθή παρ' αυτού επικουρικούς τινας ναύτας, και ίσως ένα αξιωματικόν. Αλλ' αν και η επαγρύπνησις ήτο δραστηριωτάτη, ουδέν πλοίον εφάνη, και η θάλασσα ήτο πάντοτε έρημος.
Τούτο εξέπληττεν ολίγον τον Δικ Σανδ. Είχε διαπλεύσει πολλάκις το μέρος εκείνο του Ειρηνικού κατά τας τρεις τελευταίας αλιείας εις τας βορείας θαλάσσας. Υπό το πλάτος δε και το μήκος εις τα οποία υπελόγιζεν ότι ευρίσκετο, σπάνιον ήτο να φανή πλοίον τι αγγλικόν ή αμερικανικόν ανερχόμενον από του ακρωτηρίου Χορν προς τον Ισημερινόν, ή κατερχόμενον προς την εσχάτην άκραν της νοτίας Αμερικής.
Αλλ' εκείνο το οποίον ο Δικ Σανδ ηγνόει, εκείνο το οποίον δεν ηδύνατο μάλιστα να γνωρίση, ήτο ότι το «Πίλγριμ» ευρίσκετο ήδη εν υψηλοτέρω πλάτει, δηλαδή πλειότερον προς νότον παρ' όσον υπέθετε.
Τούτο συνέβαινε διά δύο λόγους.
Πρώτον διότι τα ρεύματα των μερών εκείνων, των οποίων την ταχύτητα ατελώς μόνον ηδύνατο να εκτιμήση ο δόκιμος, είχεν συντελέσει, χωρίς να το εννοήση, εις το να ρίψωσι το πλοίον έξω της οδού του.
Δεύτερον η πυξίς, διαστραφείσα υπό της κακούργου χειρός του Νεγορού, παρείχεν ανακριβείς ενδείξεις, — ενδείξεις τας οποίας, από της απωλείας της δευτέρας πυξίδος, δεν ηδύνατο ο Δικ Σανδ να εξελέγξη. Ούτω λοιπόν, ενώ επίστευε και έπρεπε να πιστεύη ότι κατηυθύνετο προς ανατολάς, πράγματι κατηυθύνετο προς τα νοτιανατολικά. Η πυξίς ευρίσκετο πάντοτε ενώπιόν του. Το δρομόμετρον ερρίπτετο τακτικώς. Τα δύο ταύτα όργανα τω επέτρεπον κατά τι μέτρον, να διευθύνη το «Πίλγριμ» και να υπολογίζη τον αριθμόν των διανυθέντων μιλίων. Αλλ' ήτο τούτο αρκετόν;
Εν τούτοις ο νεαρός δόκιμος καθησύχαζε πάντοτε, και όσον ηδύνατο πειστικώτερον την κυρίαν Βέλδων την οποίαν ανησύχουν ενίοτε τα περιστατικά του διάπλου εκείνου.
— Θα φθάσωμεν, θα φθάσωμεν! επανελάμβανε. Θα πσοσεγγίσωμεν εις την αμερικανικήν παραλίαν, αδιάφορον πού, αλλ' όπως δήποτε θα προσορμισθώμεν. Δεν αμφιβάλλω, Δικ;
— Βεβαίως, κυρία Βέλδων, θα ήμην ησυχώτερος εάν δεν ευρίσκεσθε εντός του πλοίου, εάν δεν είχομεν να δώσωμεν λόγον ειμή μόνον περί ημών, αλλά . . .
— Αλλ' εάν δεν ήμην εις το πλοίον, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, εάν ο εξάδελφος Βενέδικτος, ο Ζακ και εγώ δεν επιβιβαζόμεθα επί του «Πίλγριμ», και εάν αφ' ετέρου ο Τωμ και οι σύντροφοί του δεν εσυνάζοντο από την θάλασσαν, Δικ, δεν θα υπήρχον πλέον εδώ ειμή δύο και μόνοι άνθρωποι, συ και ο Νεγορός . . . Τι θα εγίνεσο μόνος μετ' αυτού του κακού ανθρώπου, προς τον οποίον δεν δύνασαι να έχης εμπιστοσύνην; Ναι, τέκνον μου, τι θα εγίνεσο;
— Πρώτον, απεκρίθη αποφασιστικώς ο Δικ Σανδ, θα καθίστων τον Νεγορόν ανίκανον να βλάψη.
— Και θα εκυβέρνας μόνος;
— Ναι . . . μόνος . . . με την βοήθειαν του Θεού.
Η ευστάθεια των λόγων τούτων έδιδε πολλήν ελπίδα εις την κυρίαν Βέλδων.
Και όμως, βλέπουσα τον μικρόν Ζακ, πολλάκις ησθάνετο ανησυχίαν.
Εάν η γυνή δεν εδείκνυε τι ησθάνετο η μήτηρ, δεν κατώρθου όμως πάντοτε να εμποδίση μυστικήν τινα αγωνίαν θλίβουσαν την καρδίαν της.
Εν τούτοις, εάν ο νεαρός δόκιμος δεν είχε τόσας υδρογραφικάς γνώσεις ώστε να υπολογίζη, εκέκτητο όμως αληθή ιδιοφυίαν ναυτικήν διά να προγνωρίζη τον καιρόν.
Η όψις του ουρανού αφ' ενός και αφ' ετέρου αι υποδείξεις του βαρομέτρου τω επέτρεπον να λαμβάνη τας προφυλάξεις του.
Ο πλοίαρχος Χουλ καλός μετεωρολόγος, τον είχε διδάξει την χρήσιν του οργάνου τούτου, ούτινος τα προγνωστικά είναι εντελώς βέβαια.
Ιδού εν ολίγοις τι περιλαμβάνουσιν αι σχετικαί προς την παρατήρησιν του βαρομέτρου γνώσεις:
1. Όταν μετά αρκούντως μακράν διάρκειαν ωραίου καιρού το βαρόμετρον αρχίζη να ταπεινούται βιαίως και εξακολουθητικώς, θα επέλθη βεβαίως βροχή· αλλ' εάν ο ωραίος καιρός διήρκεσεν επί μακρόν, ο υδράργυρος δύναται να κατέλθη δύο ή τρεις ημέρας εις τον βαρομετρικόν σωλήνα πριν ή παρατηρηθή μεταβολή τις εν τη καταστάσει της ατμοσφαίρας.
Τότε, όσω περισσότερος χρόνος παρέλθη μεταξύ της πτώσεως του υδραργύρου και της επελεύσεως της βροχής, τόσω μακροτέρα θα είναι η διάρκεια του βροχερού καιρού.
2. Εάν εξ εναντίας εν καιρώ βροχερώ διαρκέσαντι επί μακρόν, το βαρόμετρον αρχίζει να υψούται βραδέως και κανονικώς, βεβαιότατα ο ωραίος καιρός θα επέλθη και θα διαρκέση τόσω μάλλον όσο μακρότερον διάστημα παρήλθε μεταξύ της ελεύσεως αυτού και της ενάρξεως της υψώσεως του βαρομέτρου.
3. Εις τας δύο προηγουμένας περιπτώσεις, εάν η μεταβολή του καιρού επέλθη αμέσως μετά την κίνησιν της βαρομετρικής στήλης, η μεταβολή ολίγιστον θα διαρκέση.
4. Εάν το βαρόμετρον ανέρχηται βραδέως και εξακολουθητικώς επί δύο ή τρεις ημέρας ή μάλιστα περισσότερον, αναγγέλει ωραίον καιρόν, έστω και αν η βροχή δεν ήθελε παύσει κατά τας τρεις ημέρας, και τανάπαλιν· αλλ' εάν το βαρόμετρον ανέρχηται επί δύο ή πλείονας ημέρας διαρκούσης της βροχής, είτα δε, επανερχομένου του ωραίου καιρού, αρχίση πάλιν να κατέρχηται τότε ο ωραίος καιρός θα διαρκέση ολίγιστον, και τανάπαλιν.
5. Κατά το έαρ και το φθινόπωρον, βιαία κατάπτωσις του βαρομέτρου προμυνύει άνεμον. Κατά το θέρος, εάν ο καιρός είναι θερμότατος, προμηνύει θύελλαν. Κατά τον χειμώνα, μετά παγετόν διαρκέσαντα επί τινα χρόνον, ταχεία ταπείνωσις της βαρομετρικής στήλης προμηνύει μεταβολήν ανέμου συνοδευομένην υπό διαλύσεως του πάγου και υπό της βροχής, αλλ' ύψωσις επερχομένη εν παγετώ διαρκέσαντι επί τινα χρόνον, είναι προγνωστικόν χιόνος.
6. Αι ταχείαι ταλαντεύσεις του βαρομέτρου ουδέποτε πρέπει να εξηγώνται ως προάγγελοι ξηρού ή βροχερού καιρού διαρκείας τινός. Αι υποδείξεις αύται δίδονται αποκλειστικώς διά της υψώσεως ή ταπεινώσεως ήτις εκτελείται κατά τρόπον κανονικόν και άνευ διακοπής.
7. Περί τα τέλη του φθινοπώρου, εάν μετά παρατεταμένον βροχερόν ή ανεμώδη καιρόν το βαρόμετρον υψωθή, η ύψωσις αύτη προαναγγέλλει την μεταβολήν του ανέμου εις βόρειον και προσέγγισιν παγετού.
Τοιαύτα είναι αι γενικαί συνέπειαι ας δύναταί τις να εξαγάγη εκ των ενδείξεων του πολυτίμου τούτου οργάνου.
Τούτο εγίνωσκεν εντελώς ο Δικ Σανδ, τούτο είχε παρατηρήσει εις διαφόρους περιστάσεις του ναυτικού του βίου, και τούτο καθίστα αυτόν επιτήδειον να προφυλάσσηται κατά παντός ενδεχομένου να συμβή.
Ακριβώς λοιπόν την 20 Φεβρουαρίου αι μετακινήσεις της βαρομετρικής στήλης ήρχισαν να εμβάλλωσιν εις μερίμνας τον νεαρόν δόκιμον, όστις καθ' εκάστην παρετήρει αυτάς μετά πολλής προσοχής. Πράγματι, το βαρόμετρον ήρχισε να καταβαίνη βραδέως και συνεχώς, όπερ προεμήνυε βροχήν· αλλ' η βροχή αύτη εβράδυνε να πέση· και ο Δικ Σανδ συνεπέρανεν ότι ο άθλιος καιρός ήθελε διαρκέσει. Τούτο και συνέβη.
Αντί της βροχής επήλθεν ο άνεμος, και τωόντι από της στιγμής εκείνης τοσούτον ηυξήθη, ώστε διήνυεν εξήκοντα πόδας κατά παν δευτερόλεπτον ήτοι τριάκοντα και έν μίλια την ώραν.
Εδέησε τότε ο Δικ Σανδ να λάβη προφυλάξεις τινάς, όπως μη κινδυνεύσωσιν οι ιστοί και τα ιστία του «Πίλγριμ».
Είχεν ήδη περιστείλει τον σίπαρον, το λαίφος και τον πρόθοον, απεφάσισε δε να πράξη το αυτό ως προς τον φώσωνα και τον δόλωνα.
Η τελευταία αύτη εργασία έμελλε να παρουσιάση δυσχερείας τινάς ένεκεν του μη εισέτι εξησκημένου πληρώματος. Εν τούτοις δεν έπρεπε να διστάσωσι, και ουδείς εδίστασεν.
Ο Δικ Σανδ, συνοδευόμενος υπό του Βαρθολομαίου και του Αυγουστίνου, ανήλθεν επί του ακατίου ιστού και κατώρθωσεν, ουχί άνευ δυσκολίας, να περιστείλη τον φώσωνα. Εάν ο καιρός ήτο ολιγώτερον απειλητικός, θα άφινε τας δύο κεραίας επί του ιστού αλλά προβλέπων ότι θα ηναγκάζετο πιθανώς να αφοπλίση τον ιστόν και ίσως μάλιστα να τον αποσπάση εντελώς, αφήρεσε τας δύο κεραίας και τας έρριψεν επί του καταστρώματος. Είναι ευνόητον ότι όταν ο άνεμος κατασταθή ισχυρότατος, πρέπει ου μόνον να ελαττωθώσι τα ιστία αλλά και οι ιστοί. Τούτο είναι μεγάλη ανακούφισις εις το πλοίον, όπερ, ολιγώτερον βεβαρημένον εις τα άνω, δεν κουράζεται πλέον υπό του σάλου και του προνευστασμού (παρακυλητό και σκαμπανέβασμα).
Περαιωθέντος του πρώτου τούτου έργου — όπερ απήτησε δύο ώρας — ο Δικ Σανδ και οι σύντροφοί του ενησχολήθησαν να περιστείλωσι την επιφάνειαν του δόλαινος. Το «Πίλγριμ» δεν έφερεν ως τα πλείστα νεώτερα πλοία διπλούν δόλωνα, όπερ ευκολύνει τον χειρισμόν. Έπρεπε λοιπόν να ενεργήσωσιν ως άλλοτε, δηλαδή να τρέξωσι διά των αναβαθρών όπως περιστείλωσι το υπό του ανέμου δερόμενον ιστίον και το δέσωσι στερεώς διά των μικρών σχοινίων.
Η εργασία ήτο δύσκολος, μακρά και επικίνδυνος, αλλά τέλος ο περισταλείς δόλων έδωκεν ολιγωτέραν λαβήν εις τον άνεμον, και ο μυοπάρων επαισθητώς ανεκουφίσθη.
Ο Δικ Σανδ κατέβη πάλιν μετά του Βαρθολομαίου και του Αυγουστίνου. Το «Πίλγριμ» ευρέθη τότε υπό τας απαιτουμένας προς πλουν συνθήκας.
Κατά τας τρεις ακολούθους ημέρας, 20, και 21, και 22 Φεβρουαρίου, η δύναμις και η διεύθυνσις του ανέμου δεν μετεβλήθησαν επαισθητώς. Ουχ ήττον ο υδράργυρος εξηκολούθει να καταβαίνη εν τω βαρομετρικώ σωλήνι, και κατά την τελευταίαν ταύτην ημέραν ο δόκιμος εσημείωσεν ότι κατ' εξακολούθησιν έμενε κάτω των εικοσιοκτώ δακτύλων και 7]10 (728 χιλιομέτρων).
Ουδεμία ένδειξις άλλως τε ότι το βαρόμετρον ήθελεν ανέλθει, πριν παρέλθη χρόνος τις. Η θέα του ουρανού ήτο κακή και υπερβολικώς ανεμώδης. Πλην δε τούτου, πυκναί ομίχλαι εκάλυπτον αυτόν διαρκώς. Το στρώμα αυτών μάλιστα τόσω ήτο βαθύ, ώστε δεν εφαίνετο πλέον ο ήλιος και θα ήτο δύσκολον να ορίση τις το μέρος της ανατολής και της δύσεως αυτού.
Ο Δικ Σανδ ήρχισε ν' ανησυχή. Δεν ανεχώρει από του καταστρώματος, και μόλις εκοιμάτο. Εν τούτοις, η ηθική δύναμις τω επέτρεπε να απωθή τας αγωνίας του εις τους μυχούς της καρδίας του.
Την επιούσαν, 23 Φεβρουαρίου, ο άνεμος εφάνη ολίγον πραϋνθείς κατά την πρωίαν, αλλ' ο Δικ Σανδ δεν ησύχασε. Και είχε δίκαιον, διότι μετά μεσημβρίαν ο άνεμος εγένετο σφοδρός και η θάλασσα μάλλον αγρία.
Περί την τετάρτην ώραν ο Νεγορός, όστις ενεφανίζετο σπανίως, αφήκε την θέσιν του και ανέβη επί του σκοπιωρού της πρώρας. Ο Δίγγος εκοιμάτο είς τινα γωνίαν βεβαίως, καθότι δεν υλάκτησε κατά το σύνηθες.
Ο Νεγορός, πάντοτε σιωπηλός, έμεινεν επί ημισείαν ώραν παρατηρών τον ορίζοντα.
Μεγάλα κύματα διεδέχοντο άλληλα, χωρίς έτι να συγκρούωνται. Εν τούτοις ήσαν υψηλότερα παρ' όσον η δύναμις του ανέμου επέτρεπε τούτο. Εκ τούτου ώφειλον να συμπεράνωσιν ότι μεγάλη κακοκαιρία επεκράτει προς δυσμάς, εις πλησιεστάτην ίσως απόστασιν, και ότι δεν θα εβράδυνε να έλθη και εις τα μέρη εκείνα.
Ο Νεγορός παρετήρησε την ευρείαν εκείνην έκτασιν της θαλάσσης, ήτις τοσούτω βαθέως συνεταράσσετο περί το «Πίλγριμ». Είτα οι οφθαλμοί του, πάντοτε ψυχροί και ξηροί, εστράφησαν προς τον ουρανόν.
Η θέα αυτού ήτο ανησυχητική. Οι ατμοί μετετοπίζοντο μετά διαφόρου ταχύτητος. Τα νέφη της ανωτέρας ζώνης έτρεχον ταχύτερον ή τα νέφη των χαμηλών στρωμάτων της ατμοσφαίρας. Έδει λοιπόν να προΐδωσι την λίαν προσεχή περίπτωσιν, καθ' ήν αι βαρείαι εκείναι μάζαι θα εχαμήλουν και θα μετεβάλλοντο εις τρικυμίαν ίσως εις λαίλαπα.
Είτε διότι ο Νεγορός ήτο ανήρ άφοβος, είτε διότι δεν εννόησε τας απειλάς του καιρού, δεν εφάνη αισθανθείς εντύπωσίν τινα. Εν τούτοις μοχθηρόν τι μειδίαμα εφάνη επί των χειλέων του. Ηδύνατό τις δε να είπη ότι η κατάστασις εκείνη των πραγμάτων μάλλον ηυχαρίστησεν ή δυσηρέστησεν αυτόν. Ανέβη επί του πλαγίου ιστού της πρώρας, ίνα εκτείνη την δράσιν του μακρότερον, ωσεί εζήτει σημείον τι εις τον ορίζοντα. Είτα, κατέβη πάλιν και ησύχως, χωρίς να προσφέρη λέξιν, χωρίς να ποιήση χειρονομίαν, επέστρεψεν εις την θέσιν του.
Εν τούτοις, εν μέσω όλων των φοβερών εκείνων εικασιών, υπήρχεν αίσιόν τι, όπερ οι εν τω πλοίω ώφειλον να λάβωσιν υπ' όψιν· ήτο δε τούτο ότι ο άνεμος εκείνος, όσον βίαιος και αν ήτο ή ηδύνατο να γίνη, ήτο ούριος και το «Πίλγριμ» θα έφθανε ταχέως εις την αμερικανικήν παραλίαν. Εάν μάλιστα ο καιρός δεν μεταβάλλετο εις τρικυμίαν, ο πλους εκείνος θα εξηκολούθει γινόμενος άνευ μεγάλου κινδύνου, οι αληθείς δε κίνδυνοι θα παρουσιάζοντο μόνον εάν προέκειτο να προσορμισθώσιν εις δυσόριστόν τι σημείον της παραλίας.
Τούτο λοιπόν απησχόλει τον Δικ Σανδ. Εάν ανεκάλυπτε ξηράν, πώς ήθελε διευθύνει το πλοίον άνευ πλοηγού τινος, ή οδηγού εμπείρου των παραλίων; Εν ή δε περιπτώσει η κακοκαιρία τον ηνάγκαζε να ζητήση λιμένα τινά καταφυγής, τι θα έπραττεν, αφού τα μέρη εκείνα ήσαν εντελώς άγνωστα εις αυτόν;
Βεβαίως δεν υπήρχεν ακόμη ανάγκη να σκεφθή επί του ενδεχομένου τούτου.
Εν τούτοις, όταν θα ήρχετο η ώρα εκείνη, έπρεπε να λάβη απόφασίν τινα. Λοιπόν ο Δικ Σανδ θα την ελάμβανε.
Κατά τας δεκατρείς ημέρας αίτινες παρήλθον από της 24 Φεβρουαρίου, η κατάστασις της ατμοσφαίρας δεν μετεβλήθη επαισθητώς.
Ο ουρανός ήτο πάντοτε βεβαρυμένος υπό πυκνής ομίχλης.
Επί τινας ώρας ο άνεμος ηλαττούτο, αλλ' έπειτα έπνεε μετά της αυτής δυνάμεως.
Δις ή τρεις το βαρόμετρον ανήλθεν, αλλ' η ταλάντευσις αυτού, περιλαμβάνουσα δωδεκάδα γραμμών, ήτο πολύ απότομος ώστε να αναγγείλη μεταβολήν καιρού και επάνοδον ησυχωτέρων ανέμων.
Άλλως τε η βαρομετρική στήλη σχεδόν αμέσως κατήρχετο πάλιν και ουδεμία υπήρχεν ελπίς ταχείας απαλλαγής από του κακού εκείνου καιρού.
Μεγάλαι ταραχαί εξεδηλώθησαν ωσαύτως αίτινες σπουδαίως ανησύχησαν τον Δικ Σανδ. Δις ή τρις ο κεραυνός προσέβαλε τα κύματα εις απόστασιν ολίγων μέτρων από του πλοίου.
Είτα η βροχή έπεσε κατά χειμάρρους και εγένοντο δίναι ατμών ημισυμπεπυκνωμένων, αίτινες περιέβαλον το «Πίλγριμ» διά πυκνής ομίχλης.
Επί ώρας ολοκλήρους ο σκοπός ουδέν ηδύνατο να διακρίνη και έπλεον εις τα τυφλά.
Αν το πλοίον εκλυδωνίζετο, ευτυχώς η κυρία Βέλδων υπέμενε τον σάλον εκείνον χωρίς να ενοχληθή. Αλλά το μικρόν της τέκνον υπέφερε πολύ και ήτο ηναγκασμένη να τω παρέχη πάσαν περιποίησιν.
Ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν ήτο πλειότερον ασθενής των αμερικανικών σιλφών, αίτινες απετέλουν την μόνην συναναστροφήν του, και διήρχετο τον καιρόν του σπουδάζων, ως εάν εκάθητο ησύχως εις το εν Αγίω Φραγκίσκω σπουδαστήριόν του.
Ευτυχώς επίσης ο Τωμ και οι εταίροι αυτού δεν έπαθον ναυτίαν, και εξηκολούθησαν βοηθούντες τον νεαρόν δόκιμον, ειθισμένον εις όλας ταύτας τας ατάκτους κινήσεις πλοίου κλυδωνιζομένου.
Το «Πίλγριμ» έπλεε ταχέως μετά των ολίγων ιστίων και ήδη ο Δικ Σανδ προέβλεπεν ότι θα ήτο ανάγκη να τα ελαττώση έτι μάλλον.
Αλλ' ήθελε να διατηρή αυτήν την κατάστασιν, εν όσω ήτο δυνατόν να πράττη τούτο ακινδύνως.
Κατά τους υπολογισμούς του η ξηρά δεν έπρεπε να είναι μακράν.
Επηγρύπνουν λοιπόν μετά προσοχής. Εν τούτοις ο δόκιμος δεν ηδύνατο να έχη εμπιστοσύνην εις τους οφθαλμούς των συντρόφων του προς ανακάλυψιν των πρώτων ενδείξεων της ξηράς.
Τωόντι όσον καλήν δράσιν και αν έχη εκείνος όστις δεν είναι συνηθισμένος εις την εξέτασιν του ορίζοντος της θαλάσσης, αδυνατεί να εξιχνιάση τας πρώτας περιοχάς παραλίας τινός, προ πάντων εν μέσω ομίχλης. Ώφειλε λοιπόν ο Δικ Σανδ να επαγρυπνή αυτός ο ίδιος, και πολλάκις ανέβαινεν επί των διζύγων διά να ίδη καλλίτερον.
Αλλ' ουδέν εισέτι σημείον αμερικανικής γης εφαίνετο.
Τούτο τον εξέπληττε, και η κυρία Βέλδων, έκ τινων λέξεων, αίτινες του διέφυγον, εννόησε την έκπληξίν του ταύτην.
Ήτο η 9 Μαρτίου. Ο δόκιμος ίστατο εις την πρώραν, άλλοτε μεν εξετάζων την θάλασσαν και τον ουρανόν, άλλοτε δε παρατηρών τα ιστία του «Πίλγριμ» τα οποία ήρχισαν να κάμπτωνται υπό την δύναμιν του ανέμου.
— Ακόμη δεν βλέπεις τίποτε, Δικ; τον ηρώτησεν η κυρία Βέλδων καθ' ήν στιγμήν άφηνε το τηλεσκόπιον.
— Τίποτε, κυρία Βέλδων, τίποτε, απεκρίθη ο δόκιμος, και εν τούτοις ο ορίζων φαίνεται αιθριούμενος ολίγον υπό τον βίαιον τούτον άνεμον όστις τείνει να γίνη βιαιότερος.
— Και κατά την ιδέαν σου, Δικ, η αμερικανική ακτή δεν πρέπει τώρα να είναι μακράν;
— Δεν ειμπορεί να είναι, κυρία Βέλδων, και εάν πράγματι με εκπλήττει, τούτο είναι πώς δεν ηδυνήθην εισέτι να την διακρίνω.
— Εν τούτοις, επανέλαβεν η κυρία Βέλδων, το πλοίον έπλεε ταχέως.
— Πάντοτε, αφότου ο άνεμος έπνεε βορειοδυτικός, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, ήτοι από της ημέρας καθ' ήν απωλέσαμεν τον δυστυχή ημών πλοίαρχον και το πλήρωμα αυτού. Ήτο η 10 Φεβρουαρίου. Σήμερον έχομεν 9 Μαρτίου. Παρήλθον λοιπόν είκοσι και επτά ημέραι.
— Αλλά κατ' εκείνην την εποχήν πόσον απείχομεν της ακτής; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Τέσσαρας χιλιάδας και πεντακόσια μίλια περίπου, κυρία Βέλδων. Υπάρχωσι πράγματα περί ων έχω πολλάς αμφιβολίας, περί του αριθμού όμως τούτου δύναμαι να εγγυηθώ με την διαφοράν είκοσι μιλίων περισσότερον ή ολιγώτερον.
— Και ποία ήτον η ταχύτης του πλοίου;
— Κατά μέσον όρον εκατόν ογδοήκοντα μίλια καθ' ημέραν, αφότου εδυνάμωσεν ο άνεμος, απήντησεν ο δόκιμος. Διά τούτο εκπλήττομαι πώς δεν εφθάσαμεν ακόμη απέναντι ξηράς. Ό,τι δε μοι φαίνεται περισσότερον έκτακτον, είναι ότι δεν συναντώμεν μήτε έν εξ εκείνων των πλοίων τα οποία διαπλέουσι συνεχώς τα μέρη ταύτα.
— Μήπως ηπατήθης, Δικ, εις τον υπολογισμόν της ταχύτητος του «Πίλγριμ»; επανέλαβεν η κυρία Βέλδων.
— Όχι, κυρία Βέλδων. Ως προς τούτο δεν ήτο δυνατόν να απατηθώ. Το δρομόμετρον ερρίπτετο κατά πάσαν ημίσειαν ώραν και εσημείου ακριβώς τας ενδείξεις αυτού. — Ιδού, θα το ρίψω πάλιν, και θα ιδήτε ότι διατρέχομεν κατ' αυτήν την στιγμήν δέκα μίλια την ώραν, ήτοι πλέον των διακοσίων μιλίων την ημέραν.
Ο Δικ Σανδ εκάλεσε τον Τωμ και τον διέταξε να ρίψη το δρομόμετρον, — εργασία εις ην ο γέρων μαύρος ήτο τώρα εντριβέστατος.
Το δρομόμετρον στερεώς δεδεμένον εις το άκρον σχοινίου εκομίσθη και ερρίφθη εις την θάλασσαν.
Εικοσιπέντε μόλις οργυιαί εξετυλίχθησαν, ότε το σχοινίον εχαλαρώθη αίφνης μεταξύ των χειρών του Τωμ.
— Α! κύριε Δικ, έκραξεν ούτος.
— Τι είναι, Τωμ;
— Το σχοινίον εκόπη!
— Εκόπη! εφώνησεν ο Δικ Σανδ. Και το δρομόμετρον εχάθη!
Ο γέρων Τωμ έδειξε το άκρον του σχοινίου όπερ έμεινεν εις τας χείρας του.
Ήτο αληθέστατον. Το σχοινίον δεν ελύθη, αλλ' εκόπη εις το μέσον. Και εν τούτοις το σχοινίον εκείνο ήτο στερεόν. Κατ' ανάγκην λοιπόν έπρεπε να υποθέση τις ότι είχε φθαρή εκ της πολλής χρήσεως εις ην θέσιν εκόπη. Και πράγματι, τούτο ηδύνατο να πιστεύση ο Δικ Σανδ, όταν έλαβεν εις χείρας του την άκραν του σχοινίου. Αλλ' άρα γε εκ της χρήσεως εφθάρη; τούτο ηρώτα καθ' εαυτόν ο δόκιμος δυσπιστών.
Όπως δήποτε το δρομόμετρον απώλετο, και ο Δικ Σανδ ουδέν είχεν πλέον μέσον προς ακριβή εκτίμησιν της ταχύτητος του πλοίου του. Ως μόνον όργανον λοιπόν είχεν εις το εξής μίαν πυξίδα, αγνοών ότι και ταύτης οι ενδείξεις ήσαν ψευδείς.
Η κυρία Βέλδων τον είδε τόσω λυπηθέντα εκ του συμβάντος εκείνου, ώστε δεν ηθέλησε να τον εξετάση περισσότερον, και μετά συγκεκινημένης καρδίας επανήλθεν εις τον κοιτωνίσκον της.
Αλλ' εάν η ταχύτης του «Πίλγριμ» και επομένως το διανυθέν διάστημα δεν ηδύνατο πλέον να εκτιμηθώσιν, εύκολον όμως ήτο να παρατηρήσωσιν ότι η σχηματιζομένη αύλαξ δεν ηλαττούτο.
Και πράγματι την επιούσαν 10 Μαρτίου το βαρόμετρον κατήλθεν είκοσι οκτώ δακτύλους και δύο δέκατα (716 χιλιόμετρα). Τούτο ανήγγελεν άνεμον ταχύτητος εξήκοντα μιλίων καθ' ώραν.
Ήτο επάναγκες να ελαττώσωσιν έτι μάλλον τα ιστία, ίνα μη διακινδυνεύση η ασφάλεια του πλοίου.
Ο Δικ Σανδ απεφάσισε να καταβιβάση το επιστηλίδιον, και το λαίφος και να περιστείλη τα κατώτερα ιστία, ίνα πλέη μόνον μετά του μικρού αρτέμονος και του περιεσταλμένου δόλωνος.
Εκάλεσε τον Τωμ και τους συντρόφους του όπερ δυστυχώς δεν ηδύνατο να εκτελεσθή ταχέως.
Και εν τούτοις, ο καιρός επείγε, η τρικυμία εμαίνετο ήδη σφοδρότατα.
Ο Δικ Σαδ, ο Αυγουστίνος ο Ακτέων και ο Βαρθολομαίος ανήλθον επί των ιστών, ενώ ο Τωμ έμενεν εις το πηδάλιον, και ο Ηρακλής επί του καταστρώματος, έτοιμος να χαλαρώση τας υπέρας εις πρώτην διαταγήν.
Μετ' απείρους προσπαθείας κατεβίβασαν τον ιστόν του λαίφους και το επιστηλίδιον, καίτοι οι γενναίοι εκείνοι άνδρες εκατοντάκις εκινδύνευσαν να πέσωσιν εις την θάλασσαν, τόσον ο σάλος έσειε τους ιστούς. Είτα δε ελαττωθέντος του δόλωνος και συσταλέντος του ακατίου ο μυοπάρων δεν έφερε πλέον ειμή τον μικρόν αρτέμονα και τον σμικρυθέντα δόλωνα.
Ει και ο αριθμός των ιστίων ηλαττώθη κατά πολύ, εν τούτοις το «Πίλγριμ» εξηκολούθησε να πλέη μεθ' υπερβολικής ταχύτητος.
Την 12 ο καιρός ετράπη επί τα χείρω. Την ημέραν εκείνην από της πρωίας ο Δικ Σανδ είδε μετά τρόμου ότι το βαρόμετρον κατήλθεν εις εικοσιεπτά δακτύλους και εννέα δέκατα (709 χιλιόμετρα).