Part 7
— Αλλά, Δικ, επανέλαβε η κυρία Βέλδων, εννοείς κάλιστα, ότι η καταστροφή αύτη δύναται και μάλιστα πρέπει να τροποποιήση τα πρώτα ημών σχέδια. Δεν πρόκειται πλέον να οδηγήσης το «Πίλγριμ» εις Βαλπαραΐζον. Ο πλησιέστερος λιμήν της παραλίας είναι τώρα ο λιμήν του προορισμού του.
— Βεβαίως, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο δόκιμος. Ώστε μη φοβήσθε. Δεν θα βραδύνωμεν να φθάσωμεν εις την αμερικανικήν παραλίαν ήτις εκτείνεται βαθέως προς νότον.
— Πού κείται; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Εκεί, προς εκείνην την διεύθυνσιν, απήντησεν ο Δικ Σανδ δεικνύων διά του δακτύλου την ανατολήν την οποίαν προσδιώρισε τη βοηθεία της πυξίδος.
— Λοιπόν, Δικ, είτε εις το Βαλπαραΐζον φθάσωμεν είτε αλλαχού αδιάφορον. Εκείνο το οποίον θέλομεν, είναι να φθάσωμεν εις την ξηράν.
— Και θα το πράξωμεν, κυρία Βέλδων, και θα σας αποβιβάσω εις μέρος ασφαλές, απεκρίθη ο νεαρός δόκιμος μετά φωνής σταθεράς. Άλλως τε, πλησιάζοντες την ξηράν ελπίζω ότι θα συναντήσωμεν πλοία τινα εξ εκείνων άτινα εκτελούσι την ακτοπλοΐαν. Α κυρία Βέλδων, ο άνεμος ήρχισε να πνέη νοτιοδυτικώς. Είθε να εξακολουθήση ούτω διότι θα προχωρήσωμεν, θα προχωρήσωμεν πολύ. Θα ουριοδρομώμεν και τα ιστία ημών θα κολπώνται όλα, από του επιδρόμου (μπούμπα) μέχρι του προθόου (κόντρα φλόκου).
Ο Δικ Σανδ ωμίλησε μετά πεποιθήσεως ναυτικού, όστις αισθάνεται καλόν πλοίον υπό τους πόδας του, πλοίον του οποίου είναι κύριος καθ' όλας τας κινήσεις.
Έμελλε δε να αναλάβη τον οίακα και να καλέση τους συντρόφους του όπως διευθετήσωσι καταλλήλως τα ιστία, ότε η κυρία Βέλδων τω ανέμνησεν ότι προ παντός άλλου ώφειλε να γνωρίση την θέσιν του «Πίλγριμ».
Τωόντι τούτο ήτο το πρώτον όπερ ώφειλον να πράξωσιν. Ο Δικ Σανδ μετέβη εις τον θάλαμον του πλοιάρτου διά να λάβη τον χάρτην όπου κατά την προτεραίαν είχε σημειωθή η θέσις. Ηδυνήθη τότε να δείξη εις την κυρίαν Βέλδων ότι ο μυοπάρων ήτο υπό 43° 35'πλάτους και 164° 13' μήκους, καθότι ούτως ειπείν από είκοσι και τεσσάρων ωρών δεν επροχώρησεν.
Η κυρία Βέλδων έκλινεν επί του χάρτου εκείνου και παρετήρει τον μέλανα χρωματισμόν όστις παρίστα την ξηράν εις το δεξιόν μέρος του ευρέος εκείνου Ωκεανού. Ήτο η παραλία της νοτίας Αμερικής απέραντον έμφραγμα ερριγμένον μεταξύ του Ειρηνικού και του Ατλαντικού, από του ακρωτηρίου Χορν μέχρι των παραλίων της Κολομβίας.
Θεωρούντες ούτω τον χάρτην τούτον όστις εξετυλίσσετο τότε προ των οφθαλμών των και όστις περιελάμβανεν ολόκληρον ωκεανόν, ηδύνατο να πιστεύσωσιν, ότι θα ήτο εύκολον να καταγάγωσιν εις την πατρίδα των τους επιβάτας του «Πίλγριμ». Αλλά τούτο είναι οφθαλμαπάτη, ήτις συμβαίνει πάντοτε εις εκείνους οίτινες δεν είναι εξοικειωμένοι με τας κλίμακας υπό τας οποίας παριστώνται οι θαλάσσιοι χάρται. Και πράγματι, εφαίνετο εις την κυρίαν Βέλδων, ότι η ξηρά θα ήτο ορατή ως ήτο και επί του τεμαχίου εκείνου του χάρτου.
— Και εν τούτοις, εν τω μέσω της λευκής εκείνης σελίδος, το Πίλγριμ, σημειούμενον υπό την ακριβή κλίμακα, θα ήτο μικρότερον και μικροσκοπικώτερον των εγχυματικών ζωυφίων. Το μαθηματικόν εκείνο σημείον, άνευ εκτιμητέων διαστάσεων, θα ήτο αδιόρατον, ως και ήτο πράγματι εν τω μέσω του απεράντου Ειρηνικού.
Αλλ' ο Δικ Σανδ δεν ησθάνθη την αυτήν εντύπωσιν ην και η κυρία Βέλδων. Ήξευρε πόσον η ξηρά ήτο μεμακρυσμένη, και ότι πολλαί εκατοντάδες μιλίων δεν θα ήρκουν προς καταμέτρησιν της αποστάσεως.
Αλλ' είχε σχηματίσει την απόφασίν του, είχε γίνει ανήρ υπό την ευθύνην, ήτις επιβάλλετο αυτώ.
Η στιγμή της δράσεως επέστη. Έπρεπε να επωφεληθώσιν, εκ της βορειοδυτικής εκείνης αύρας ήτις ήρχισε να πνέη. Ο εναντίος άνεμος είχεν υποχωρήσει εις τον ούριον, και νέφη τινά διεσπαρμένα εις το Ζενίθ, εδείκνυον ότι έμελλε να διαρκέση τουλάχιστον επί τινα καιρόν.
Ο Δικ Σανδ εκάλεσε τον Τωμ και τους συντρόφους του.
— Φίλοι μου, τοις είπε, το πλοίον ημών δεν έχει πλέον άλλο πλήρωμα από υμάς. Δεν ειμπορώ να διοικήσω χωρίς την βοήθειάν σας. Δεν είσθε ναυτικοί, αλλ' έχετε καλούς βραχίονας. Προσφέρετε λοιπόν αυτούς εις την υπηρεσίαν του «Πίλγριμ», και θα δυνηθώμεν να το διευθύνωμεν. Πρόκειται περί της σωτηρίας όλων ημών να γίνονται καλώς τα πάντα εν τω πλοίω.
— Κύριε Δικ, απεκρίθη ο Θωμάς, οι σύντροφοί μου και εγώ, είμεθα ναύται σας. Δεν θα μας λείψη η καλή θέλησις. Ό,τι δύνανται να πράξωσιν άνδρες διοικούμενοι παρ' υμών, θα το πράξωμεν.
— Ναι, καλώς ωμίλησες, γέρων Τωμ, είπεν η κυρία Βέλδων.
— Ναι, καλώς ωμίλησεν, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, αλλά πρέπει να ήμεθα φρόνιμοι και να μη βιαζώμεθα εις την κίνησιν των ιστίων διά να μη ριψοκινδυνεύσωμεν. Ολιγωτέρα ταχύτης, αλλά περισσοτέρα ασφάλεια, ιδού τι μας επιβάλουσιν αι περιστάσεις. Θα σας είπω, φίλοι μου, τι εργασίαν έχει να πράξη έκαστος. Εγώ θα μένω εις το πηδάλιον, εφ' όσον ο κόπος δεν με αναγκάση να το αφήσω. Από καιρού εις καιρόν, ολίγαι ώραι ύπνου θα αρκέσωσι διά να με αναζωογονήσωσιν. Αλλά, κατ' αυτάς τας ολίγας ώρας, πρέπει είς εξ υμών να με αντικαθιστά. Τωμ, θα σας οδηγήσω, πώς ημπορεί τις να κυβερνήση διά της πυξίδος. Δεν είναι δύσκολον, και με ολίγην προσοχήν θα μάθετε γρήγορα, πώς να κρατήτε το πλοίον εις καλήν διεύθυνσιν.
— Όταν θελήσετε, κύριε Δικ απεκρίθη ο γέρων μαύρος.
— Λοιπόν, επανέλαβεν ο δόκιμος, μείνετε πλησίον μου, εις το πηδάλιον, μέχρι του τέλους της ημέρας, και εάν με καταβάλη ο κόπος, θα δύνασθε πλέον να με αντικαταστήσετε επί τινας ώρας.
— Και εγώ, είπεν ο μικρός Ζακ, δεν θα δυνηθώ να βοηθήσω ολίγον τον φίλον μου Δικ;
— Ναι, αγαπητόν μου τέκνον, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, θλίβουσα τον Ζακ εις τας αγκάλας της· θα σε διδάξωσι να κυβερνάς και είμαι βεβαία ότι εφ' όσον θα μένης εις το πηδάλιον, θα έχωμεν καλόν άνεμον.
— Βεβαιότατα! βεβαιότατα! μήτερ μου, σοι το υπόσχομαι! είπε το μικρόν παιδίον κροτούν τας χείρας.
— Ναι, είπεν ο νεαρός δόκιμος μειδιών, οι καλοί ναυτόπαιδες ηξεύρουσι να διατηρώσι τον καλόν άνεμον. Αυτό το γνωρίζουσι πολύ καλά οι παλαιοί ναυτικοί.
Είτα δε αποτεινόμενος προς τον Τωμ και τους άλλους μαύρους:
— Φίλοι μου, τοις είπε, θα ευθετήσωμεν κατ' επίφορον (δίδω στα γεμάτα). Δεν έχετε ειμή να πράξετε, ό,τι θα σας είπω.
— Εις τας διαταγάς σας, απεκρίθη ο Τωμ, εις τας διαταγάς σας, πλοίαρχε Σανδ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
ΑΙ ΤΕΣΣΑΡΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ ΗΜΕΡΑΙ
Ήτο λοιπόν ο Δικ Σανδ πλοίαρχος του «Πίλγριμ», και χωρίς ν' απολέση ουδέ στιγμήν, έλαβε τα αναγκαία μέτρα, ίνα αναπετάση όλα τα ιστία του πλοίου.
Εννοείται ότι οι επιβάται μίαν μόνην ηδύνατο να έχωσιν ελπίδα· να φθάσωσιν εις οιονδήποτε λιμένα της αμερικανικής παραλίας, έστω, και όχι εις Βαλπαραΐζον. Ό,τι ο Δικ Σανδ εσκόπευε να πράξη, ήτο να γνωρίση την διεύθυνσιν και την ταχύτητα του «Πίλγριμ», όπως τηρήση μέσον τινά όρον.
Προς τούτο ήρκει να σημειοί επί του χάρτου την διανυθείσαν οδόν, ως είπομεν, διά του δρομομέτρου και της πυξίδος.
Υπήρχε δε εν τω πλοίω ακριβές δρομόμετρον μετά πλακός και έλικος, όπερ εδείκνυε την ταχύτητα δι' ωρισμένον χρόνον.
Το χρήσιμον και ευμεταχείριστον τούτο όργανον ηδύνατο να παράσχη μεγίστας υπηρεσίας, και οι μαύροι έμαθον άριστα να το μεταχειρίζωνται.
Μία μόνη αιτία πλάνης ηδύνατο να επέλθη, — τα ρεύματα· Προς καταπολέμησιν αυτής, ο υπολογισμός εκείνος θα ήτο ανεπαρκής, μόναι δε αι αστρονομικαί παρατηρήσεις θα ηδύναντο να δώσωσιν ακριβή υπολογισμόν.
Αλλ' ο νεαρός δόκιμος ήτο έτι ανίκανος να ποιήση αυτάς.
Ο Δικ Σανδ εσκέφθη προς στιγμήν να επαναφέρη το «Πίλγριμ» εις την Νέαν Ζηλανδίαν.
Ο διάπλους θα ήτο συντομώτερος, και βεβαίως θα έπραττε τούτο, εάν άνεμος, όστις μέχρι της ώρας εκείνης ήτο ενάντιος, δεν μετεβάλλετο εις ευνοϊκόν. Ήτο λοιπόν προτιμότερον να διευθυνθή προς την Αμερικήν.
Και πράγματι, ο άνεμος είχε στρέψει πλαγίως, και τώρα έπνεε βορειοδυτικώς μετά τινος στάσεως να ενδυναμωθή.
Έπρεπε λοιπόν να επωφεληθώσι της ευκαιρίας και να προχωρήσωσιν όσω το δυνατόν περισσότερον.
Ο Δικ Σανδ προπαρεσκευάζετο λοιπόν να ευθετήση το «Πίλγριμ» κατ' επίφορον.
Εις τους μυοπάρωνας ο ακάτιος ιστός (τουρκέτο) φέρει τέσσαρα τετράγωνα ιστία: το ακάτιον επί του ιστού, τον δόλωνα επί του θωρακίου, είτα δε, επί του επιστηλιδίου (κόντρα τσιμπούκι), ένα φώσωνα (παπαφίγγον) και ένα σίπαρον (κουντρίνα).
Εξ εναντίας ο μέγας ιστός έχει ολιγώτερα ιστία. Δεν φέρει επί του κάτω ιστού ειμή ένα επίδρομον (μπούμα) και άνωθεν το λαίφος (φλίσι).
Μεταξύ των δύο τούτων ιστών, επί των προϊστίων (βελαστράλια) των συγκρατούντων αυτούς εκ των έμπροσθεν, δύναται προσέτι να αναπτυχθή τριπλή σειρά τριγωνικών ιστίων.
Τέλος εις την πρώραν, επί του προβόλου, προσδένονται τρεις αρτέμονες (φλόκοι).
Οι αρτέμονες, ο επίδρομος, το λαίφος, το προΐστια χειρίζονται ευκόλως. Δύναται να αίρωνται από του καταστρώματος, χωρίς να υπάρχη ανάγκη να αναβαίνη τις επί των ιστών, καθότι δεν δένονται επί των κεραιών διά σχοινίων τα οποία οφείλει τις προηγουμένως να χαλαρώση.
Εξ εναντίας, ο χειρισμός των ιστίων του ακατίου ιστού απαιτεί μεγάλην έξιν του ναυτικού επαγγέλματος.
Τωόντι, όταν θέλωσι να αναπετάσωσι ταύτα είναι ανάγκη να αναρριχώνται διά των εξαρτίων είτε επί του ακατίου ιστού, επί του φώσωνος είτε επί του τραχηλώματος του ιστού τούτου — και ταύτα είτε όπως αναπτύξωσιν ή περισφίγξωσιν, είτε διά να ελαττώσωσι την επιφάνειαν σειροδετούντες αυτά.
Εντεύθεν ανάγκη να τρέχωσιν επί των διαβαθρών — σχοινίων κινητών εκτεταμένων κάτωθεν των κεραιών — και να εργάζωνται διά της μιας χειρός κρατούμενοι διά της άλλης, χειρισμός κινδυνώδης διά πάντα μη εξησκημένον εις τούτο.
Αι ταλαντεύσεις του σάλου και του προνευστασμού, επαυξάνουσαι ένεκα του μήκους του μοχλού, αι κυμάνσεις των ιστίων ένεκεν του ισχυρού ανέμου, δύνανται να πετάξωσι τον ανθρώπον εις την θάλασσαν.
Ήτο λοιπόν εργασία αληθώς επικίνδυνος διά τον Τωμ και τους εταίρους αυτού.
Ευτυχώς, ο άνεμος έπνεε μετρίως. Η θάλασσα δεν είχεν εισέτι εξογκωθή, αι δε ταλαντεύσεις και ο προνευστασμός ήσαν μέτριαι.
Ότε ο Δικ Σανδ, εις το σημείον του πλοιάρχου Χουλ έσπευσεν εις το μέρος της καταστροφής, το «Πίλγριμ» έφερε μόνον τους αρτέμονας, τον επίδρομον, το ακάτιον και τον δόλωνα. Μετά την ανακώχευσιν, ο δόκιμος, δεν είχε να πράξη άλλο ειμή να μεταστρέψη το πρωραίον πέτασμα, και οι μαύροι τον εβοήθησαν ευκόλως εις τον χειρισμόν τούτου.
Τώρα λοιπόν προέκειτο να ευθετήσωσι κατ' επίφορον (βάζω στα χυτά,) και προς εκτέλεσιν τούτου έπρεπε να υψώσωσι τον φώσωνα, το λαίφος και τα προΐστια.
— Φίλοι μου, είπεν ο δόκιμος εις τους πέντε μαύρους, πράξατε ό,τι σας διατάξω, και όλα θα υπάγουν καλά.
Ο Δικ Σανδ έμεινε εις τον τροχόν του πηδαλίου.
— Εμπρός! έκραξε, Τωμ χαλάρωσον αυτό το σχοινίον.
— Χαλάρωσον . . . είπεν ο Τωμ, όστις δεν εννόει την έκφρασιν ταύτην.
— Ναι . . . λύσον αυτό. — Συ, Βαρθολομαίε, πράξε το αυτό. Καλά . . . Έλκετε . . . εντείνετε . . . Εμπρός, αίρετε άνω.
— Κατ' αυτόν τον τρόπον; είπεν ο Βαρθολομαίος.
— Ναι, κατ' αυτόν τον τρόπον. Πολύ καλά! . . . Εμπρός, Ηράκλεις, δύναμις. Βοήθησε εκεί.
Να είπη τις δύναμις εις τον Ηρακλέα ήτο αφροσύνη. Ο γίγας χωρίς να εννοήση, έσυρε τόσον ισχυρώς, ώστε ολίγον έλειψε να θραύση τα πάντα.
— Ε! όχι τόσον δυνατά, παλληκάρι μου! έκραξεν ο Δικ Σανδ μειδιών. Θα ρίψης όλα τα ιστία.
— Και όμως μόλις έσυρα, απεκρίθη ο Ηρακλής.
— Λοιπόν, προσποιήθητι μόνον ότι σύρεις. Θα ιδής ότι τούτο αρκεί . . . Καλά, χαλαρώσετε . . . εντείνετε . . . σταματήσετε . . . Δέσετε, στερεώσατε . . . ούτω . . . Καλά . . . Όλοι ομού! Σύρετε . . . σύρετε διά των βραχιόνων . . .
Και άπαν το πέτασμα του ιστού του οποίου οι δεξιοί βραχίονες είχον χαλαρωθή εστράφη βραδέως. Ο άνεμος, κολπών τα ιστία, έδωκε ποιάν τινα ταχύτητα εις το πλοίον.
Ο Δικ Σανδ, αφού πρώτον εχαλάρωσε τους πόδας των αρτεμόνων (σλόταις των φλόκων) προσεκάλεσε τους μαύρους εις την πρύμνην.
— Ιδού όλα έγιναν, φίλοι μου, και έγειναν καλώς. Ας ασχοληθώμεν τώρα εις τον μέγαν ιστόν. Αλλά μη σπάσης τίποτε, Ηρακλή.
— Θα προσπαθήσω, απήντησεν ο κολοσσός χωρίς να υποσχεθή τι περισσότερον.
Ο δεύτερος ούτος χειρισμός υπήρξεν αρκούντως εύκολος. Των ποδών του επιδρόμου (σκόταις της ράννας) αναπτυχθέντων ησύχως, ο επίδρομος ενεκολπώθη τον αέρα τακτικώτερον και προσέθηκε και ούτος την ισχυράν του δράσιν εις την των πρωραίων ιστίων.
Το λαίφος ετοποθετήθη λοιπόν υπεράνω του επιδρόμου, και επειδή ήτο απλώς συνεσταλμένον, έπρεπε μόνον να εντείνωσι την υπέραν και έπειτα να ποδύσωσιν.
Αλλ' ο Ηρακλής μετά του φίλου του Ακτέωνος, μη λογιζομένου του μικρού Ζακ όστις ηνώθη μετ' αυτών, τοσούτον ισχυρώς ενέτεινον, ώστε η υπέρα εθραύσθη και οι τρεις έπεσαν ύπτιοι χωρίς ευτυχώς να πάθωσί τι. Ο Ζακ ήτο καταμαγευμένος.
— Δεν είναι τίποτε, δεν είναι τίποτε! εφώναξεν ο δόκιμος. Συνδέσατε προσωρινώς τα δύο άκρα, και σύρατε ησύχως.
Το πρόσταγμα ετελέσθη υπό την επίβλεψιν του Δικ Σανδ, όστις ουδέ τότε εγκατέλιπε το πηδάλιον. Το «Πίλγριμ» έπλεε ήδη ταχέως, την πρώραν προς ανατολάς, και έπρεπε να εμμένη πλέον εις αυτήν την διεύθυνσιν. Ουδέν τούτου ευκολώτερον, καθότι ο άνεμος ήτο κανονικός και δεν υπήρχε φόβος περιδονήσεων.
— Καλά, φίλοι μου! είπεν ο δόκιμος. Πριν τελειώση το ταξείδιον, θα ήσθε καλοί ναυτικοί.
— Θα πράξωμεν ό,τι δυνηθώμεν, πλοίαρχε Σανδ, απεκρίθη ο Τωμ.
Και η κυρία Βέλδων συνεχάρη ωσαύτως τους καλούς εκείνους άνδρας.
Ο μικρός Ζακ έλαβε το ανάλογον μερίδιον των επαίνων, καθότι ειργάσθη φιλοτίμως.
— Νομίζω μάλιστα, κύριε Ζακ, είπεν ο Ηρακλής μειδιών, ότι υμείς εθραύσατε την υπέραν! Τι δυνατόν χέρι που έχετε. Άνευ υμών, τίποτε καλόν δεν θα εγίνετο.
Και ο μικρός Ζακ, λίαν υπερήφανος δι' εαυτόν, έσεισεν ισχυρώς την χείρα του φίλου του Ηρακλέους.
Η αποκατάστασις των ιστίων του «Πίλγριμ» δεν ήτο εισέτι τελεία. Έλειπαν τα υψηλά ιστία, ων η ενέργεια δεν είναι περιφρονητέα εν τοιαύτη ανοικτή θαλασσοπλοΐα. Ο μυοπάρων είχεν ανάγκην του φώσωνος, του σιπάρου και των προϊστίων, ο δε Δικ Σανδ απεφάσισε να τα αναρτήση.
Ο χειρισμός ούτος είναι δυσκολώτερος των προηγουμένων, ουχί διά τα προΐστια άτινα δύνανται να αίρωνται και να πηδώνται κάτωθεν, αλλά διά τα σταυρωτά ιστία του ακατίου ιστού.
Έπρεπε να αναβή τις μέχρι των διζύγων όπως αναπτύξη αυτά, και ο Δικ Σανδ, μη θέλων να εκθέση τινά εκ του αγυμνάστου πλήρωμα ιός του, απεφάσισε να εκτελέση αυτός την εργασίαν ταύτην.
Εκάλεσε λοιπόν τον Τωμ και τον έθεσεν εις το οιακοστρόφιον, δεικνύων αύτω προς ποίον σημείον έπρεπε να διευθύνη το πλοίον.
Είτα δε ο Ηρακλής, ο Βαρθολομαίος, ο Ακτέων, ο Αυγουστίνος, ετέθησαν οι μεν εις τας υπέρας του φώσωνος, οι δε εις τας υπέρας του σιπάρου, και ο Δικ Σανδ ώρμησεν εις τους ιστούς.
Το να αναρριχηθή εις τας βαθμίδας των εξαρτίων του ακατίου ιστού, εις τας αναβάθρας των εξαρτίων του επιστηλίου και να φθάση επί των διζύγων, ήτο παιγνίδιον διά τον νεαρόν δόκιμον.
Εντός ενός λεπτού της ώρας ευρέθη επί των βαθμίδων της κεραίας του φώσωνος και έλυσε τα σχοινία άτινα εκράτουν δεδεμένον το ιστίον.
Είτα επανήλθεν επί των διζύγων και ανερριχήθη επί της κεραίας του σιπάρου, του οποίου ταχέως ανεπέτασε το ιστίον.
Ο Δικ Σανδ είχε τελειώσει την εργασίαν του, και δράξας ένα των δεξιών παρατόνων (παταράτσα) ωλίσθησε μέχρι του καταστρώματος.
Εκεί, υπό τας οδηγίας αυτού, τα δύο ιστία ανεπετάσθησαν και εποδόθησαν, είτα δε αι δύο κεραίαι ανυψώθησαν διά των συνδετήρων. Αφού δε τα προΐστια ετέθησαν μεταξύ του μεγάλου ιστού και του ακατίου ιστού, η εργασία ετελείωσεν.
Την φοράν ταύτην ο Ηρακλής ουδέν έθραυσε.
Το «Πίλγριμ» έφερε τότε όλα τα ιστία τα αποτελούντα τον εξαρτισμόν αυτού.
Βεβαίως ο Δικ Σανδ επεθύμει να προσθέση τα παρίστια του αριστερού ακατίου (κουρτεράτσες του τρίγκου), αλλ' εις τας παρούσας περιστάσεις ήτο εργασία δύσκολος, και εάν επήρχετο ανάγκη να τα συστείλωσιν ένεκα ανεμοστροβίλου, δεν θα ηδύναντο να πράξωσι τούτο ταχέως. Τούτου ένεκεν ο δόκιμος ηρκέσθη εις όσα εγένοντο.
Ο Τωμ παρήτησε την παρά το οιακοστρόφιον θέσιν του και ανέλαβεν αυτήν ο Δικ Σανδ.
Η αύρα ενεδυναμούτο. «Το «Πίλγριμ», κλίνον ελαφρώς προς τα δεξιά, ωλίσθαινε ταχέως επί της επιφανείας της θαλάσσης αφίνον όπισθεν αυτού αύλακα ομαλωτάτην.
— Πλέομεν καλώς, κυρία Βέλδων, είπε τότε ο Δικ Σανδ, και τώρα, ο Θεός να μας διατηρήση αυτόν τον ούριον άνεμον.
Η κυρία Βέλδων έθλιψε την χείρα του νεαρού δοκίμου. Είτα κεκμηκυία εξ όλων των συγκινήσεων της τελευταίας εκείνης ώρας επανήλθεν εις τον κοιτωνίσκον της και περιέπεσεν εις είδος τι επιπόνου νάρκης, ήτις δεν ήτο ύπνος.
Το νέον πλήρωμα έμεινεν επί του καταστρώματος του μυοπάρωνος, επαγρυπνούν επί της πρώρας και έτοιμον να υπακούση εις τας διαταγάς του Δικ Σανδ, ήτοι να διευθετή τα ιστία αναλόγως των μεταβολών του ανέμου· αλλ' ενόσω η αύρα θα διετήρη και την διεύθυνσιν εκείνην, ουδεμία εργασία θα ήτο αναγκαία.
Καθ' όλον εκείνον τον χρόνον τι έπραττεν ο εξάδελφος Βενέδικτος;
Ο εξάδελφος Βενέδικτος ησχολείτο να εξετάζη διά του μικροσκοπίου έναθρόν τι, όπερ επί τέλους ανεκάλυψεν εν τω πλοίω· απλούν τι ορθόπτερον, του οποίου η κεφαλή εχάνετο υπό τον προθώρακα, έντομόν τι μεθ' ομαλών ελύτρων, γαστρός στρογγύλης και πτερύγων αρκούντως μακρών, ανήκον εις την ενέργειαν των σιλφοειδών και εις το είδος των αμερικανικών σιλφών.
Το πολύτιμον εκείνο εύρημα ανεκάλυψεν ερευνών εν τω μαγειρείω του Νεγορού, και καθ' ήν στιγμήν ο μάγειρος έμελε να το κατασυντρίψη ασπλάχνως. Εκ τούτου εξεδήλωσε οργή την οποίαν ο Νεγορός αφήκε ψυχρώς να παρέλθη.
Αλλ' ο εξάδελφος εκείνος Βενέδικτος, εγίνωσκεν άρα γε ποία μεταβολή εγένετο εν τω πλοίω, από της στιγμής καθ' ήν ο πλοίαρχος Χουλ και οι μετ' αυτού είχον αρχίσει την απαισίαν εκείνην αλιείαν της φαλαίνης; Ναι, βεβαίως. Ευρίσκετο μάλιστα επί του καταστρώματος, ότε το «Πίλγριμ» έφθασεν απέναντι των συντριμμάτων της φαλαινοθηρίδος. Το πλήρωμα λοιπόν του μυοπάρωνος απώλετο προ των οφθαλμών του.
Να ισχυρισθή τις ότι η καταστροφή εκείνη ουδόλως συνεκίνησεν αυτόν, θα ήτο κατηγορία κατά της καρδίας του. Βεβαίως ησθάνθη τον οίκτον εκείνον, ον πάντες αισθάνονται επί τη δυστυχία του άλλου. Είχεν ωσαύτως συγκινηθή διά την κατάστασιν, εις ην ευρέθη η εξαδέλφη του. Ήλθε και έσφιγξε την χείρα της κυρίας Βέλδων, ως εάν τη έλεγε: «Μη φοβήσθε! Είμαι εδώ! Σας μένω εγώ!
Είτα ο εξάδελφος Βενέδικτος επέστρεψε προς τον κοιτωνίσκον του, ίνα μελετήση βεβαίως τας συνεπείας του καταστρεπτικού εκείνου συμβάντος και σκεφθή ποία δραστήρια μέτρα ήρμοζε να λάβωσιν.
Αλλά καθ' οδόν συνήντησε τον περί ου ο λόγος σάρακα, και επειδή είχε την αξίωσιν να αποδείξη είς τινας εντομολόγους ότι αι σίλφαι του είδους των φερασποειδών, αξιοσημείωτοι διά τα χρώματά των έχουσιν ήθη όλως διάφορα των κυρίως λεγομένων σιλφών, προσηλώθη εις την σπουδήν αυτής, λησμονήσας ότι υπήρχεν άλλοτε είς πλοίαρχος Χουλ όστις εκυβέρνα το «Πίλγριμ» και ότι ο δυστυχής εκείνος απώλετο μεθ' όλου του πληρώματος.
Η σίλφη απερρόφα όλην αυτού την προσοχήν. Ουχ ήττον δε την εθαύμαζε και την περιποιείτο ως εάν ήτο χρυσούς κάνθαρος.
Η εν τω πλοίω ζωή επανέλαβε λοιπόν την τακτικήν αυτής πορείαν, αν και έκαστος έμελλε να μένη επί πολύν χρόνον υπό την επήρειαν της οδυνηράς και απροόπτου εκείνης καταστροφής.
Κατά την ημέραν εκείνην ο Δικ Σανδ έθεσε τα πάντα εν τάξει ώστε να δυνηθή να προλάβη παν ενδεχόμενον. Οι μαύροι υπήκουον αυτώ μετά ζήλου. Αρίστη τάξις επεκράτει εντός του «Πίλγριμ». Ηδύναντο λοιπόν να ελπίζωσιν ότι τα πάντα θα έβαινον καλώς.
Ο Νεγορός ουδεμίαν πλέον εποίησεν απόπειραν, όπως αποφύγη την εξουσίαν του Δικ Σανδ. Εφαίνετο ως εάν την ανεγνώρισεν σιωπηλώς. Ενησχολημένος, ως πάντοτε, εν τω στενώ κοιτωνίσκω του, δεν ενεφανίζετο πλειότερον ή πρότερον. Άλλως τε εις την ελαχίστην απείθειαν, ή εις πρώτην παρεκτροπήν, ο Δικ Σανδ είχεν απόφασιν να τον ρίψη εις τον βυθόν του πυθμένος καθ' όλον το υπόλοιπον του διάπλου. Εις έν νεύμα του ο Ηρακλής θα συνελάμβανε τον μάγειρον εκ του τραχήλου.
Προς τούτο δεν εχροιάζετο πολλή ώρα. Τότε δε η Ναν, ήτις εγίνωσκε μαγειρικήν, θα τον αντικαθίστα εν τω μαγειρίω. Ο Νεγορός λοιπόν θα εσκέφθη ότι δεν ήτο απαραίτητος, και επειδή τον επετήρουν εκ του σύνεγγυς, εφρόντιζε να μη δώση λαβήν τινα εναντίον του.
Ο άνεμος έπνεεν ο αυτός μέχρι της εσπέρας, ώστε ουδεμία ανάγκη επήλθε μεταβολής της ιστιοθεσίας. Οι στερεοί ιστοί του πλοίου, η σιδηρά αυτού εξάρτησις ήτις ήτο εν καλή καταστάσει, τω επέτρεπον να πλέη και υπό ισχυρότερον άνεμον.
Κατά την νύκτα συνήθως περιστέλλουσι τα ιστία και ιδίως τα υψηλά, τα λαίφη, τα φωσώνια, τους σιπάρους κτλ. Το μέτρον τούτο είναι συνετόν, διά την περίπτωσιν καθ' ήν ανεμοστρόβιλός τις ήθελεν ενσκήψει.
Αλλ' ο Δικ Σανδ ενόμισεν ότι ηδύνατο ν' αποφύγη την προφύλαξιν ταύτην. Η κατάστασις της ατμοσφαίρας ουδέν απαίσιον προοιωνίζετο, άλλως τε δε ο νεαρός δόκιμος, απόφασιν έχων να διέλθη την πρώτην εκείνην νύκτα επί του καταστρώματος, εφρόνει ότι ηδύνατο να επιτηρή τα πάντα.
Και έπειτα τοιουτοτρόπως έπλεον ταχύτερον, και η επιθυμία του ήτο να φθάσωσιν εις παράλια ολιγώτερον έρημα.
Είπομεν ότι το δρομόμετρον και η πυξίς ήσαν τα μόνα όργανα άτινα ο Δικ Σανδ ηδύνατο να μεταχειρισθή, όπως εκτιμήση ως έγγιστα το διανυθέν υπό του «Πίλγριμ» διάστημα.
Κατά την ημέραν εκείνην ο δόκιμος έρριπτε καθ' εκάστην ημίσειαν ώραν το δρομόμετρον και εσημείου τας υπό του οργάνου σημειουμένας ενδείξεις.
Πυξίδες υπήρχον δύο εν τω πλοίω. Η μία ευρίσκετο εν τη πυξιδοθήκη υπό τα όμματα του οιακιστού. Η πλαξ αυτής φωτιζομένη την μεν ημέραν υπό του ηλιακού φωτός, την δε νύκτα υπό δύο πλαγίων λυχνιών, εδείκνυεν κατά πάσαν στιγμήν, πού έβλεπε το πλοίον, ήτοι ποίαν διεύθυνσιν ηκολούθει.
Η άλλη πυξίς ήτο πυξίς ανάστροφος προσηλωμένη εις τας κιγκλίδας του δωματίου, όπερ κατείχεν άλλοτε ο πλοίαρχος Χουλ. Κατ' αυτόν τον τρόπον, χωρίς να εξέλθη του κοιτώνος του ηδύνατο πάντοτε να ηξεύρη εάν η υποδειχθείσα οδός ηκολουθείτο ακριβώς, ή εάν ο οιακιστής εξ ανικανότητος ή αμελείας έδιδεν εις το πλοίον πολύ μεγάλας αποκλίσεις.
Άλλως τε όλα τα πλοία τα χρησιμεύοντα εις μακρούς πλόας, έχουσι δύο τουλάχιστον πυξίδας ως και δύο χρονόμετρα. Δέον να παραβάλλωνται τα όργανα ταύτα μεταξύ των και κατ' ακολουθίαν να εξελέγχωνται αι υποδείξεις αυτών.
Το «Πίλγριμ» ήτο λοιπόν επαρκώς εφωδιασμένον υπό την έποψιν ταύτην, και ο Δικ Σανδ συνέστησεν εις τους ανθρώπους του να προσέχωσι πολύ τας δύο πυξίδας τας τοσούτον αναγκαίας εις αυτόν.
Αλλά δυστυχώς, κατά την νύκτα της 12 προς την 13 Φεβρουαρίου, ενώ ο δόκιμος ήτο εν υπηρεσία και εκράτει το οιακοστρόφιον, συνέβη δυσάρεστόν τι.
Η ανάστροφος πυξίς, ήτις ήτο προσκεκολημμένη διά χαλκίνου κρίκου επί της μεσοδόμης του κοιτώνος, απεσπάσθη και έπεσεν επί του δαπέδου. Μόλις δε την επομένην ημέραν παρετήρησαν τούτο.
Πώς ο κρίκος εκείνος ήνοιξε; το πράγμα ήτο ανεξήγητον. Πιθανόν όμως να είχεν οξειδωθή και προνευσασμός τις ή σάλος τον απέσπασεν από της μεσόδμης. Ακριβώς δε κατά την νύκτα εκείνην η θάλασσα ήτο αγριωτέρα. Όπως δήποτε η πυξίς είχε θραυσθή εις τρόπον ανεπίδεκτον διορθώσεως.
Ο Δικ Σανδ εδυσθύμησεν. Εις το εξής ήτο υπεύθυνος, ηδύνατο να έχη δυσαρέστους συνεπείας. Έλαβε λοιπόν ο δόκιμος όλα τα μέτρα, ώστε η άλλη πυξίς να προφυλάσσηται από παντός ενδεχομένου.
Πλην της βλάβης ταύτης, τα πάντα μέχρι τότε έβαινον καλώς εν τω πλοίω.
Η κυρία Βέλδων, βλέπουσα την αταραξίαν του Δικ Σανδ, ανέλαβε θάρρος. Ουχί διότι δεν απελπίσθη ποτέ. Προ παντός άλλου εστηρίζετο εις την αγαθότητα του Θεού. Τούτου ένεκα, ως ειλικρινής και ευσεβής χριστιανός ενεδυναμούτο διά της προσευχής.
Ο Δικ Σανδ είχε διευθετήσει τα πράγματα, ούτως ώστε να μένη εις το πηδάλιον κατά την νύκτα. Εκοιμάτο πέντε ή έξ ώρας την ημέραν και τούτο τω εφαίνετο αρκετόν, επειδή δεν ησθάνετο κόπωσιν. Κατά το διάστημα τούτο ο Τωμ ή ο υιός του Βαρθολομαίος αντικαθίστων αυτόν εις το οιακοστρόφιον, και χάρις εις τας συμβουλάς του εγίνοντο ολίγον κατ' ολίγον καλοί πηδαλιούχοι.
Πολλάκις η κυρία Βέλδων και ο δόκιμος συνομίλουν. Ο Δικ Σανδ ευχαρίστως εδέχετο συμβουλάς παρά της ευφυούς και γενναίας εκείνης γυναικός. Καθ' εκάστην τη εδείκνυεν επί του χάρτου του πλοίου το διανυθέν διάστημα, όπερ υπελόγιζε λαμβάνων υπ' όψει μόνον την διεύθυνσιν και την ταχύτητα του πλοίου.
— Ιδέτε, κυρία Βέλδων, τη επανελάμβανε πολλάκις, εάν εξακολουθήσωσιν οι άνεμοι ούτοι, δεν θα βραδύνωμεν να φθάσωμεν ες τα παράλια της μεσημβρινής Αμερικής. Δεν θέλω να βεβαιώσω, αλλά νομίζω ότι, όταν το πλοίον αντικρύση ξηράν, δεν θα είμεθα μακράν του Βαλπαραΐζου.
Η κυρία Βέλδων δεν ηδύνατο ν' αμφιβάλη ότι η διεύθυνσις του πλοίου ήτο καλή, υποβοηθουμένη προ πάντων υπό των ανέμων εκείνων.
Αλλά πόσον μακράν έτι τη εφαίνετο από της Αμερικανικής παραλίας! Πόσοι κίνδυνοι μεταξύ αυτού και της ξηράς, χωρίς να υπολογίση τους δυναμένους να προέλθωσιν εκ μεταβολής τινος εις την κατάστασιν της θαλάσσης και του ουρανού!