Part 6
Η λέμβος, διευθυνομένη υπό του ναυκλήρου, ωλίσθαινεν αθορύβως εις την επιφάνειαν των ημιλιπαρών εκείνων υδάτων, ως εάν εκυμάτιζεν επί στρώματος ελαίου.
Η φάλαινα δεν εκινείτο και δεν εφαίνειο έτι ότι παρετήρησε την λέμβον ήτις περιέγραφε κύκλον περί αυτήν.
Ο πλοίαρχος Χουλ εκτελών την περιστροφήν εκείνην απεμακρύνετο αναγκαίως από του «Πίλγριμ», όπερ η απόστασις εσμίκρυνεν ολίγον κατ' ολίγον.
Πάντοτε είναι παράδοξον πράγμα η ταχύτης μεθ' ης τα αντικείμενα σμικρύνονται εν τη θαλάσση. Φαίνονται ως εάν τα βλέπη τις διά του αντιθέτου μέρους του τηλεσκοπίου.
Η οπτική αύτη απάτη προέρχεται προδήλως εκ του ότι σημεία συγκρίσεως δεν υπάρχουσιν εις τα εκτενή εκείνα διαστήματα.
Ούτω συνέβη εις το «Πίλγριμ», όπερ εσμικρύνετο ταχέως και εφαίνετο πολύ μάλλον μεμακρυσμένον παρ' όσον ήτο αληθώς.
Ημίσειαν ώραν μετά την αναχώρησίν των, ο πλοίαρχος Χουλ και οι μετ' αυτού ευρίσκοντο ακρικώς υπηνέμως της φαλαίνης, ούτως ώστε αύτη κατείχε μεσάζον μεταξύ του πλοίου και της λέμβου.
Επέστη λοιπόν η στιγμή να πλησιάσωσι ποιούντες όσω το δυνατόν ολιγώτερον θόρυβον. Δεν ήτο δε αδύνατον να πλησιάσωσι το ζώον εκ του πλαγίου και να το ακοντίσωσιν εκ μικράς αποστάσεως πριν ή διεγερθή η προσοχή του.
— Κωπηλατείτε ολιγώτερον ταχέως, παιδιά, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ χαμηλή τη φωνή.
— Μοι φαίνεται, απεκρίθη ο Χόβικ, ότι η μαρίδα μας εμυρίσθη κάτι τι. Φυσά ολιγώτερον βιαίως παρ' όσον εφύσα προ ολίγου.
— Σιωπή, σιωπή, επανέλαβεν ο πλοίαρχος Χουλ.
Μετά πέντε λεπτά η φαλαινοθηρίς ευρίσκετο διακόσια μέτρα μακράν της φαλαίνης.
Ο ναύκληρος, όρθιος εις την πρύμνην, προσεπάθησε να πλησιάση εις την αριστεράν πλευράν του μυστοφόρου, αλλ' αποφεύγων μετά μεγίστης προσοχής να διέλθη πλησίον της φοβεράς ουράς, της οποίας έν μόνον κτύπημα θα ήρκει να κατασυντρίψη την λέμβον.
Εις την πρώραν, ο πλοίαρχος Χουλ με τους πόδας ολίγον διεστώτας, διά να διατηρή καλλίτερον την ισορροπίαν του εκράτει το όργανον διά του οποίου έμμελε να καταφέρη το πρώτον κτύπημα.
Ηδύναντο να έχωσι πεποίθησιν εις την δεξιότητα αυτού, ότι το ακόντιον εκείνο θα εβυθίζετο εντός της πυκνής μάζης, ήτις εξείχε των υδάτων.
Πλησίον του πλοιάρχου, εντός κάδου, ήτο εστοιβαγμένη η πρώτη των πέντε ορμιών, στερεώς προσδεδεμένη εις το ακόντιον και εις ην θα προσεδένοντο διαδοχικώς αι άλλαι τέσσαρες, εάν η φάλαινα εβυθίζετο εις μεγάλα βάθη.
— Έτοιμοι, παιδιά; εψιθύρισεν ο πλοίαρχος Χουλ.
— Ναι, απεκρίθη ο Χόβικ κρατών στερεώς την κώπην εις τας μεγάλας χείρας του.
— Πλησίασον! πλησίασον!
Ο ναύκληρος υπήκουσεν εις την διαταγήν, και η φαλαινοθηρίς επλησίασε το ζώον εις απόστασιν ολιγωτέραν των δέκα ποδών.
Τούτο δεν μετεκινείτο πλέον και εφαίνετο κοιμώμενον.
Αι φάλαιναι αι καταλαμβανόμεναι τοιουτοτρόπως ενώ κοιμώνται συλλαμβάνονται ευκολώτερον, και συμβαίνει πολλάκις το πρώτον καταφερόμενον κτύπημα να είναι θανατηφόρον.
— Η ακινησία αύτη είναι πολύ περίεργος! εσκέφθη ο πλοίαρχος Χουλ.
Τοιαύτη ήτο και η σκέψις του ναυκλήρου, όστις προσεπάθει να ίδη την αντίθετον πλευράν του ζώου.
Αλλά δεν ήτο στιγμή σκέψεως, ήτο στιγμή προσβολής.
Ο πλοίαρχος Χουλ κρατών το ακόντιόν του εκ του μέσου του κορμού, το εταλάντευσε πολλάκις όπως ασφαλίση καλλίτερον την ακρίβειαν του κτυπήματος, ενώ εσκόπευε το πλευρόν της φαλαίνης.
Είτα έρριψεν αυτό δι' όλης της δυνάμεως του βραχίονός του.
— Οπίσω, οπίσω! έκραξεν αμέσως.
Και οι ναύται κωπηλάτησαντες συγχρόνως, ωπισθοχώρησαν ταχέως όπως προφυλάξωσι την λέμβον από τα κτυπήματα της ουράς του κήτους.
Αλλά, κατά την αυτήν στιγμήν, κραυγή του ναυκλήρου έδωκε να ενοήσωσι διατί η φάλαινα ήτο επί τοσούτον χρόνον και τοσούτον παραδόξως ακίνητος εις την επιφάνειαν της θαλάσσης.
— Έν φαλαινίδιον! είπε.
Τωόντι η φάλαινα, αφού εκτυπήθη διά του ακοντίου, σχεδόν εντελώς έκλινεν επί του πλευρού, αποκαλύψασα τοιουτοτρόπως έν φαλαινίδιον όπερ εγαλούχει.
Η περίπτωσις αύτη, ην ο πλοίαρχος Χουλ εγίνωσκε καλώς, έμελλε να καταστήση την σύλληψιν της φαλαίνης πολύ δυσχερεστέραν.
Προδήλως η μήτηρ έμελλε να υπερασπίση μετά μείζονος μανίας και εαυτήν και το «μικρόν» της, — εάν επιτρέπεται να μεταχειρισθώμεν το επίθετον τούτο διά ζώον μήκους είκοσι τουλάχιστον ποδών.
Εν τούτοις, ως εφοβήθησαν, η φάλαινα δεν ώρμησεν αμέσως κατά της λέμβου και δεν ελήφθη ανάγκης όπως φύγωσι, να κόψωσι την ορμιάν ήτις συνέδεεν αυτήν μετά του ακοντίου.
Εξ εναντίας, ως τούτο συμβαίνει πολλάκις, η φάλαινα, ακολουθουμένη υπό του φαλαινηδίου εβυθίσθη κατ' αρχάς μεν λοξοειδώς· είτα δε ανελθούσα διά άλματος ήρχισε να πλέη μετά καταπληκτικής ταχύτητος.
Αλλά, πριν ή εκτελέση την πρώτην αυτής καταβύθισιν, ο πλοίαρχος Χουλ και ο ναύκληρος, όρθιοι αμφότεροι, έλαβον καιρόν να την ίδωσι, και κατ' ακολουθίαν να την εκτιμήσωσιν εις την αληθή αυτής αξίαν.
Η φάλαινα εκείνη ήτο πράγματι πτεροφάλαινα μεγάλης εκτάσεως.
Από της κεφαλής μέχρι της ουράς είχε μήκος τουλάχιστον ογδοήκοντα ποδών. Το δέρμα της χρώματος μελανοκιτρίνου, ήτο ωσεί εστιγμένον υπό κυλίδων χρώματος μελαμβαθούς.
Η καταδίωξις, ή μάλλον η ρυμουλκία, είχεν αρχίσει. Η φαλαινοθηρίς, της οποίας αι κώπαι είχον ανυψωθή, έφευγεν ως βέλος κυλιομένη επί της επιφανείας των κυμάτων.
Ο Χόβικ την συνεκράτει στιβαρώς, μεθ' όλας τας ταχείας αυτής και φοβεράς ταλαντεύσεις.
Ο πλοίαρχος Χουλ με οφθαλμούς προσηλωμένους επί της λείας του, δεν έπαυεν την αιωνίαν του επωδόν.
— Πρόσεχε καλά, Χόβικ, πρόσεχε καλά!
Και ηδύναντο να είναι βέβαιοι ότι η προσοχή του ναυκλήρου δεν ήθελε παραμεληθή ουδ' επί στιγμήν.
Εν τούτοις, επειδή η φαλαινοθηρίς δεν έφευγε τόσον ταχέως, όσον η φάλαινα, η ορμιά του ακοντίου εξετυλίσσετο μετά τοσαύτης ταχύτητος ώστε υπήρχε φόβος μήπως αναφλεχθή, προστριβομένη εις την επιγκενίδα. Τούτου ένεκα ο πλοίαρχος Χουλ εφρόντιζεν την διατηρή υγράν, πληρώσας ύδατος τον περιέχοντα αυτήν κάδον. Εν τούτοις η φάλαινα δεν εφαίνετο ότι έμελλε να σταματήση κατά την φυγήν της, μήτε ότι ήθελε την μετριάσει.
Προσεδέθη λοιπόν και το δεύτερον σχοινίον εις την άκραν του πρώτου, δεν εβράδυνε δε να παρασυρθή και τούτο μετά της αυτής ταχύτητος.
Μετά πέντε λεπτά, εδέησε να προσδέσωσι και το τρίτον σχοινίον, όπερ αμέσως εβυθίσθη εις τα ύδατα.
Η φάλαινα δεν ίστατο πλέον.
Προδήλως το ακόντιον δεν είχε εισδύσει εις ζωτικόν τι μέρος του σώματός της.
Ηδύνατό τις μάλιστα να παρατηρήση, εκ της μεγαλειτέρας λοξότητος της ορμιάς, ότι το ζώον, αντί να ανέλθη πάλιν εις την επιφάνειαν, εβυθίζετο εις βαθύτερα στρώματα.
— Διάβολε! ανέκραξεν ο πλοίαρχος Χουλ, αλλ' αυτή η αχρεία θα μας φάγη και τα πέντε σχοινία μας!
— Και θα μας παρασύρη εις μακρόν απόστασιν από του «Πίλγριμ»! απεκρίθη ο ναύκληρος.
— Πρέπει εν τούτοις να επανέλθη διά να αναπνεύση επί της επιφανείας! είπεν ο πλοίαρχος Χουλ. Δεν είναι ιχθύς και έχει ανάγκην αέρος ως απλούς ιδιώτης.
Θα εκράτησε την αναπνοήν της διά να τρέχη περισσότερον, είπε γελών είς των ναυτών.
Τωόντι, το σχοινίον εξετυλίσσετο πάντοτε μετά της αυτής ταχύτητος.
Εις το τρίτον σχοινίον εδέησε μετ' ολίγον να ενώσωσι και τέταρτον, τούτο δε δεν εγένετο χωρίς να ανησυχήση ολίγον τους ναύτας ως προς το μέλλον μερίδιον της λείας των.
— Διάβολε! διάβολε! εψιθύριζεν ο πλοίαρχος Χουλ ποτέ δεν είδον τοιούτο τι! Κατηραμένη φάλαινα!
Τέλος, το πέμπτον σχοινίον εδέησε να εξαχθή, και ήδη είχε κατά το ήμισυ εκτυλιχθή, ότι εφάνη χαλαρούμενον.
— Καλά! καλά! ανέκραξεν ο πλοίαρχος Χουλ. Το σχοινίον εκτείνεται ολιγώτερον. Η φάλαινα κουράζεται.
Κατ' εκείνην την στιγμήν το «Πίλγριμ» ευρίσκετο εις απόστασιν πέντε μιλίων υπηνέμως της λέμβου.
Ο πλοίαρχος Χουλ υψώσας σημαίαν εις άκρον αρπάγης, εποίησε σημείον να πλησιάσωσι.
Και σχεδόν αμέσως ηδυνήθη να ίδη ότι ο Δικ Σανδ, βοηθούμενος υπό του Τωμ και των συντρόφων του, ήρχισε να διευθετή τας κεραίας ούτως ώστε να στραφώσι τα ιστία καταλληλότερον προς τον άνεμον.
Αλλ' η αύρα ήτο ασθενής και ουχί σταθερά. Πνόαι τινες μόνον ήρχοντο μικράς διαρκείας.
Βεβαίως το «Πίλγριμ» θα εδυσκολεύετο να φθάση την φαλαινοθηρίδα, και εάν έτι υποθέσωμεν ότι ηδύνατο να την φθάση.
Εν τούτοις, ως είχον προΐδει, η φάλαινα ανήλθε πάλιν να αναπνεύση επί της επιφανείας του ύδατος μετά του ακοντίου πάντοτε προσηλωμένου εις την πλευράν της.
Τότε έμεινε σχεδόν ακίνητος, περιμένουσα ίσως το φαλαινίδιόν της όπερ θα απεμάκρυνεν απ' αυτής η μανιώδης εκείνη πορεία.
Ο πλοίαρχος Χουλ διέταξε να επισπεύσωσι την κωπηλασίαν διά να την φθάσωσι και μετ' ολίγον ελαχίστη μόνον απόστασις τους εχώριζεν απ' αυτής.
Δύο κώπαι ανυψώθησαν, και δύο ναύται, ως και ο πλοίαρχος ωπλίσθησαν διά μακρών λογχών, προωρισμένων όπως πλήξωσι το ζώον.
Ο Χόβικ τότε εκυβέρνησεν επιδεξίως, και ήτο έτοιμος να εκτελέση επιτήδειον ελιγμόν, εν ή περιπτώσει η φάλαινα ήθελεν ορμήσει κατά της λέμβου.
— Προσοχή! έκραξεν ο πλοίαρχος Χουλ. Μη προσβολάς ματαίας! Σκοπεύετε καλώς, παιδιά! Είμεθα έτοιμοι, Χόβικ;
— Προσέχω, κύριε, απεκρίθη ο ναύκληρος, αλλ' έν πράγμα με ανησυχεί, ότι η φάλαινα, αφού έφυγε τόσον ταχέως, τώρα είναι πολύ ήσυχος.
— Τωόντι, Χόβικ, τούτο με φαίνεται ύποπτον.
— Ας δυσπιστώμεν.
— Ναι, αλλ' ας προχωρήσωμεν.
Ο πλοίαρχος Χουλ ηρεθίζετο επί μάλλον και μάλλον.
Η λέμβος επλησίασε περισσότερον. Η φάλαινα δεν έπραττεν άλλο ειμή να στρέφεται επί της θέσεώς της.
Το φαλαινίδιόν της δεν ήτο πλέον πλησίον της, και ίσως εζήτει να το επανεύρη.
Αίφνης εποίησε κίνημά τι διά της ουράς, όπερ την απεμάκρυνε κατά τριάκοντα περίπου πόδας.
Μήπως έμελλε να φύγη πάλιν και θα ηναγκάζοντο να επαναλάβωσι την ατελεύτητον εκείνην επί της επιφανείας των υδάτων καταδίωξιν;
— Προσοχή! έκραξεν ο πλοίαρχος Χουλ. Το ζώον θα ορμήση καθ' ημών! Κυβέρνα, Χόβικ, κυβέρνα!
Τωόντι η φάλαινα είχε περιστραφή ούτως ώστε να παρουσιασθή κατά μέτωπον εις την φαλαινοθηρίδα.
Είτα, πλήττουσα βιαίως την θάλασσαν διά των τεραστίων αυτής πτερυγίων, ώρμησεν εις τα εμπρός.
Ο ναύκληρος, όστις περιέμενε την κατ' ευθείαν ταύτην προσβολήν έκαμε τοιαύτην στροφήν, ώστε η φάλαινα παρήλθε κατά μήκος της λέμβου, χωρίς όμως να την εγγίση.
Ο πλοίαρχος Χουλ και οι δύο ναύται τη κατέφερον τρία ισχυρά κτυπήματα λόγχης κατά την διάβασιν προσπαθήσαντες να πλήξωσιν, ουσιώδες τι όργανον του σώματος.
Η φάλαινα έστη και αναρρίπτουσα εις μέγα ύψος δύο στήλας ύδατος μεμιγμένας μεθ' αίματος, ώρμησεν εκ νέου κατά της λέμβου, αναπηδώσα ούτως ειπείν και φοβερά την θέαν.
Έπρεπεν οι ναυτικοί εκείνοι να ήσαν αλιείς τολμηροί διά να μη παραζαλισθώσιν εις εκείνην την περίστασιν.
Ο Χόβικ απέφυγεν αύθις την προσβολήν της φαλαίνης, στρέψας την λέμβον πλαγίως.
Τρία νέα κτυπήματα, δοθέντα εγκαίρως εποίησαν τρεις νέας πληγάς εις το ζώον. Αλλά κατά την διάβασίν του έπληξε τοσούτω βιαίως το ύδωρ διά της φοβέρας ουράς του, ώστε κύμα πελώριον υψώθη, ως εάν η θάλασσα διερράγη αιφνιδίως.
Η φαλαινοθηρίς ολίγον έλειψε να ανατραπή, το δε ύδωρ εισελθόν άνωθεν επλημμύρησεν αυτήν κατά το ήμισυ.
— Τον κάδον, τον κάδον! έκραξεν ο πλοίαρχος Χουλ.
Οι δύο ναύται, αφήσαντες τας κώπας, ήρχισαν να κενώσι ταχέως την φαλαινοθηρίδα, ενώ ο πλοίαρχος έκοπτε το σχοινίον, καταστάν τότε άχρηστον.
Όχι! το ζώον γενόμενον μανιώδες εκ της οδύνης, δεν εσκέπτετο πλέον να φύγη.
Εξηκολούθει να προσβάλλη, και η αγωνία του ηπείλει ότι έμελλε να αποβή τρομερά.
Τρίτην φοράν επεστράφη «στήθος προς στήθος» και ώρμησεν εκ νέου κατά της λέμβου.
Αλλ' η φαλαινοθηρίς, ημιπεπληρωμένη ύδατος δεν ηδύνατο να κινηθή πλέον μετά της αυτής ευκολίας.
Υπό τας συνθήκας ταύτας, πώς να αποφύγη την προσβολήν ήτις ηπείλει αυτήν; Αφού δεν ήτο εις κατάστασιν να κυβερνηθή πλέον, κατά μείζονα λόγον δεν ηδύνατο να φύγη.
Άλλως τε δε, όσον ταχέως και αν κατώρθου να φύγη η λέμβος εκείνη, η ταχεία φάλαινα θα την έφθανε πάντοτε με ολίγα άλματα.
Τώρα λοιπόν δεν επρόκειτο πλέον να προσβάλλωσιν, αλλά να αμυνθώσιν.
Ο πλοίαρχος Χουλ δεν ηπατήθη.
Η τρίτη επίθεσις του ζώου δεν υπήρξε δυνατόν να αποκρουσθή εντελώς. Διερχόμενον, επέψαυσε την φαλαινοθηρίδα διά του τεραστίου νωτιαίου πτερυγίου του, αλλά μετά τοσαύτης δυνάμεως, ώστε ο Χόβικ ανετράπη επί του εδωλίου του.
Αι τρεις λόγχαι, δυστυχώς παρεκλίνασαι ως εκ της ταλαντεύσεως, απέτυχον του σκοπού την φοράν ταύτην.
— Χόβικ, Χόβικ! έκραξεν ο πλοίαρχος Χουλ μόλις και ούτος δυνηθείς να συγκρατηθή εις την θέσιν του.
— Παρών! απήντησεν ο ναύκληρος εγερθείς. Αλλά παρετήρησε τότε ότι κατά την πτώσιν του η κώπη της ουράς είχε θραυσθή εν τω μέσω.
— Άλλην κώπην! είπεν ο πλοίαρχος Χουλ.
— Τετέλεσται, απεκρίθη ο Χόβικ.
Την στιγμήν εκείνην, αναβρασμός τις εγένετο υπό τα ύδατα, εις απόστασιν ολίγων μόνον οργυιών από της λέμβου.
Το φαλαινίδιον ανεφάνη. Η φάλαινα το είδε και ώρμησε προς αυτό.
Η περίπτωσις αύτη προσέδιδεν εις τον αγώνα χαρακτήρα μάλλον τρομερόν.
Η φάλαινα έμελλε να πολεμήση διά δύο. Ο πλοίαρχος Χουλ παρετήρησε προς το μέρος του «Πίλγριμ».
Η χειρ του εκίνησε φρενητιωδώς την αρπάγην ήτις έφερεν την σημαίαν.
Αλλά τι άλλο ηδύνατο να πράξη ο Δικ Σανδ ειμή ό,τι έπραξεν ήδη κατά το πρώτον σημείον του πλοιάρχου; Τα ιστία του «Πίλγριμ» ήσαν διευθετημένα καλώς και ο άνεμος ήρχισε να τα κολπώνη. Δυστυχώς ο μυοπάρων δεν είχεν έλικα της οποίας να αυξήσωσι την δύναμιν όπως πλέωσι ταχύτερον.
Εάν έρριπτε μίαν λέμβον εις την θάλασσαν και έσπευδε προς βοήθειαν του πλοιάρχου, τη βοηθεία των μαύρων, θα ήτο τούτο σημαντική απώλεια χρόνου, και άλλως τε ο δόκιμος είχε διαταγήν να μη εγκαταλίπη το πλοίον ό,τι δήποτε και αν ήθελε συμβή. Εν τούτοις κατεβίβασεν εκ των ικριωμάτων το οπίσθιον εφόλκιον όπερ ερρυμούλκησεν, όπως ο πλοίαρχος και οι μετ' αυτού δυνηθώσι να καταφύγωσιν εν αυτώ, εάν ήτο ανάγκη.
Κατ' εκείνην την στιγμήν η φάλαινα, καλύπτουσα το φαλαινίδιον διά του σώματός της, επανέλαβε την επίθεσιν. Την φοράν δε ταύτην εστράφη ούτως ώστε να επιτύχη κατ' ευθείαν την λέμβον.
— Προσοχή, Χόβικ! έκραξε τελευταίαν φοράν ο πλοίαρχος Χουλ.
Αλλ' ο ναύκληρος ήτο ούτως ειπείν αφωπλισμένος. Αντί μοχλού του οποίου το μήκος απετέλει την δύναμιν δεν εκράτει πλέον εις την χείρα ειμή κώπην σχετικώς βραχείαν.
Προσπάθησε να στρέψη την λέμβον πλαγίως. Ήτο αδύνατον.
Οι ναύται εννόησαν ότι απώλοντο. Όλοι ηγέρθησαν, εκβάλοντες κραυγήν τρομεράν, ήτις ίσως ηκούσθη από του «Πίλγριμ».
Δεινόν κτύπημα της ουράς του τέρατος έπληξε την φαλαινοθηρίδα κάτωθεν.
Η λέμβος, ριφθείσα εις τον αέρα μετ' ακαταμαχήτου ορμής, επανέπεσε τεθραυσμένη εις τρία τεμάχια εν τω μέσω των κυμάτων μανιωδώς αλληλοσυγκρουομένων εκ των αλμάτων της φαλαίνης.
Οι δυστυχείς ναύται, ει και βαρέως πληγωμένοι, θα είχον ίσως την δύναμιν να κρατηθώσιν εισέτι είτε κολυμβώντες, είτε προσκολλώμενοι επί τινος ξύλου επεπλέοντος.
Τούτο μάλιστα έπραξεν ο πλοίαρχος Χουλ τον οποίον είδον προς στιγμήν αναβιβάζοντα επί τινος ναυαγίου τον ναύκληρον.
Αλλ' η φάλαινα, εις το ύψιστον σημείον της μανίας, επεστράφη, εκήδευσεν, ίσως εν τοις τελευταίοι άλμασι τρομεράς αγωνίας και διά της ουράς της έπληξε φοβερά τα τεταραγμένα ύδατα, εν οις οι δυστυχείς εκείνοι εκολύμβων εισέτι!
Επί τινας στιγμάς, δεν εφάνη πλέον άλλο ειμή σίφων ρευστός διασκορπιζόμενος εις ρανίδας πανταχόθεν.
Μετά έν τέταρτον, ο Δικ Σανδ όστις ακολουθούμενος υπό των μαύρων, ώρμησεν εις το εφόλκιον και έφθασεν εις το θέατρον της καταστροφής, παν έμψυχον ον είχεν εξαφανισθή.
Δεν έμενον πλέον ειμή λείψανά τινα της φαλαινοθηρίδος εις την επιφάνειαν των αιματοβαφών υδάτων . .
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Ο ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΣΑΝΔ
Η πρώτη εντύπωσις ην ησθάνθησαν οι επιβάται του «Πίλγριμ» προ της φοβεράς εκείνης καταστροφής υπήρξε μίγμα οίκτου και φρίκης.
Δεν εσκέπτοντο άλλο ειμή τον τρομερόν εκείνον θάνατον του πλοιάρχου Χουλ και των πέντε ναυτών του πλοίου.
Η φρικώδης εκείνη σκηνή εξετυλίχθη σχεδόν υπό τους οφθαλμούς των χωρίς να δυνηθώσι να πράξωσι τίποτε προς σωτηρίαν των.
Ούτε ηδυνήθησαν τουλάχιστον να φθάσωσιν εγκαίρως όπως περισυλλέξωσι το πλήρωμα της λέμβου, τους δυστυχείς συντρόφους των, τραυματίας μεν, αλλά ζώντας εισέτι, και να αντιτάξωσι το σκάφος του «Πίλγριμ» εις τα φοβερά κτυπήματα της φαλαίνης! Ο πλοίαρχος Χουλ και οι άνδρες του απώλοντο διά παντός.
Ότε ο μυοπάρων έφθασεν εις το μέρος του δυστυχήματος, η κυρία Βέλδων εγονυπέτησε και ύψωσε τας χείρας προς τον ουρανόν.
— Ας προσευχηθώμεν! είπεν η ευσεβής γυνή.
Μετ' αυτής συνηνώθη ο μικρός της Ζακ, όστις εγονυπέτησε πλησίον της μητρός του. Το πτωχόν παιδίον εννόησε τα πάντα.
Ο Δικ Σανδ, η Ναν, ο Τωμ, και οι άλλοι μαύροι εστάθησαν όρθιοι, με την κεφαλήν κεκλιμένην.
Όλοι επανέλαβαν την δέησιν ην η κυρία Βέλδων απηύθυνε προς τον Θεόν συνιστώσα εις την άπειρον αυτού αγαθότητα εκείνους οίτινες έμελλον να εμφανισθώσιν ενώπιον αυτού.
Είτα η κυρία Βέλδων, στραφείσα προς τους μετ' αυτής.
— Και τώρα, φίλοι μου, είπεν, ας ζητήσωμεν παρά του Θεού δύναμιν και θάρρος δι' ημάς αυτούς.
Ναι, ώφειλον να επικαλεσθώσι την βοήθειαν Εκείνου όστις δύναται τα πάντα, καθότι η θέσις αυτών ήτο σοβαρωτάτη.
Το φέρον αυτούς πλοίον δεν είχε πλέον πλοίαρχον όπως το διοικήση, δεν είχε πλέον πλήρωμα όπως εκτελέση τους χειρισμούς. Ευρίσκετο εν τω μέσω του απεράντου εκείνου Ειρηνικού Ωκεανού, εκατοστύας μιλίων μακράν πάσης ξηράς, εις την διάκρισιν των ανέμων και των κυμάτων.
Ποία τύχη ολεθρία ωδήγησε λοιπόν την φάλαιναν εκείνην επί της οδού του «Πίλγριμ»; Ποία τύχη ολεθριωτέρα έτι ώθησε τον πλοίαρχον Χουλ τοσούτω συνετόν συνήθως, να ριψοκινδυνεύση τα πάντα όπως συμπληρώση το φορτίον του;
Καταστροφή τοιαύτη, καθ' ήν ουδείς των ναυτών ηδυνήθη να διασωθή, είναι εκ των σπανιωτάτων εις τα χρονικά της μεγάλης αλιείας.
Ναι! ήτο ολεθρία τύχη!
Τωόντι, ουδέ είς πλέον ναύτης υπήρχεν εις το κατάστρωμα του «Πίλγριμ».
Ναι! Ήτο είς μόνος, ο Δικ Σανδ, αλλ' ούτος ήτο απλούς δόκιμος, νεανίας δεκαπενταετής.
Πλοίαρχος, ναύκληρος, ναύται, πάντα ταύτα δυνάμεθα ειπείν συνωψίζοντο τώρα εν αυτώ.
Εντός του πλοίου ευρίσκετο μία επιβάτις, μία μήτηρ και το τέκνον αυτής, των οποίων η παρουσία θα εδυσχέραινε περισσότερον την θέσιν.
Είτα, υπήρχον ωσαύτως μαύροι τίνες, αγαθοί άνδρες, γενναίοι και πρόθυμοι βεβαίως, έτοιμοι να υπακούσωσιν εις εκείνον όστις ήθελεν είσθαι εις κατάστασιν να τους διοικήση, αλλά στερούμενοι και των ελαχίστων γνώσεων του ναυτικού επαγγέλματος.
Ο Δικ Σανδ ίστατο ακίνητος, με βραχίονας εσταυρωμένους, παρατηρών την θέσιν ένθα κατεπόθη ο πλοίαρχος Χουλ, ο προστάτης του, προς τον οποίον ησθάνετο υικήν στοργήν.
Είτα, οι οφθαλμοί του διέτρεχον τον ορίζοντα, ζητούντες να ανακαλύψωσι πλοίον τι παρ' ου να εζήτει βοήθειαν και συνδρομήν, εις ο τουλάχιστον να ηδύνατο να εμπιστευθή την κυρίαν Βέλδων.
Αλλά δεν θα εγκατελίμπανε το «Πίλγριμ», όχι βεβαίως, χωρίς να πειραθή τα πάντα όπως το επαναφέρη εις τον λιμένα.
Αλλ' η κυρία Βέλδων και το μικρόν αυτής τέκνον θα ήσαν εν ασφαλεία και δεν θα εφοβείτο πλέον διά τα δύο εκείνα όντα, εις α ήτο αφωσιωμένος ψυχή τε και σώματι.
Ο Ωκεανός ήτο έρημος. Από της εξαφανίσεως της φαλαίνης ουδέν φαινόμενον επήλθε να διαταράξη την επιφάνειαν της θαλάσσης.
Τα πάντα περί το «Πίλγριμ» ήσαν ουρανός και ύδωρ. Ο νεαρός δόκιμος κάλλιστα εγίνωσκεν ότι ευρίσκετο έξω των δρόμων ους ηκολούθουν τα εμπορικά πλοία, και ότι οι άλλοι φαλαινοθήραι έπλεον εισέτι μακράν εις τα μέρη της αλιείας.
Εν τούτοις έπρεπε να αντιμετωπίση την κατάστασιν και να ίδη τα πράγματα τοιαύτα οία ήσαν. Τούτο έπραξεν ο Δικ Σανδ, ζητήσας παρά του Θεού εκ βάθους καρδίας, βοήθειαν και συνδρομήν. Ποίαν απόφασιν έμελλε να λάβη;
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Νεγορός εφάνη επί του καταστρώματος, όπερ είχεν εγκαταλείψει μετά την καταστροφήν. Αδύνατον να είπη τις τι ησθάνθη προ του ανεπανορθώτου εκείνου δυστυχήματος ον τοσούτον αινιγματώδες· Είδε την καταστροφήν χωρίς να ποιήση ουδέν κίνημα, χωρίς να λύση την σιωπήν. Οι οφθαλμοί του απλήστως αντελήφθησαν όλας τας λεπτομερείας.
Αλλ' εάν κατά την στιγμήν εκείνην εσκέπτετό τις να τον παρατηρήση, θα εξεπλήττετο τουλάχιστον πώς μήτε ο ελάχιστος μυς δεν εκινείτο επί του απαθούς προσώπου του.
Όπως δήποτε, ως εάν μη ήκουσε, δεν απήντησεν εις την ευσεβή πρόσκλησιν της κυρίας Βέλδων, προσευχομένης υπέρ του καταβυθισθέντος πληρώματος.
Ο Νεγορός επροχώρει προς την πρώραν, εκεί ακριβώς ένθα ο Δικ Σανδ ίστατο ακίνητος, και έστη τρία βήματα μακράν του δοκίμου.
— Θέλετε να μοι ομιλήσετε; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ.
— Θέλω να ομιλήσω προς τον πλοίαρχον Χουλ απεκρίθη ψυχρώς ο Νεγορός, και εν ελλείψει αυτού εις τον ναύκληρον Χόβικ.
— Ηξεύρετε καλώς ότι και οι δύο επνίγησαν! ανέκραξεν ο δόκιμος.
— Ποίος λοιπόν διοικεί το πλοίον τώρα; ηρώτησεν αυθαδώς ο Νεγορός.
— Εγώ, απήντησεν άνευ δισταγμού ο Δικ Σανδ.
— Υμείς; είπεν ο Νεγορός υψών τους ώμους. Πλοίαρχος δεκαπενταετής!
— Δεκαπενταετής πλοίαρχος! απεκρίθη ο δόκιμος, προχωρών προς τον μάγειρον.
Ούτως οπισθοχώρησε.
— Μη το λησμονήτε! είπε τότε η κυρία Βέλδων. Εδώ είς μόνον πλοίαρχος είναι . . . ο πλοίαρχος Σανδ, και καλόν είναι να μάθη έκαστος ότι πρέπει να τον υπακούη.
Ο Νεγορός προσεκλίνατο, ψιθυρίζων ειρωνικώς λόγους τινάς ους ηδυνήθησαν να ακούσωσι, και επέστρεψεν εις την θέσιν του.
Ως βλέπομεν ο Δικ απεφάσισεν.
Εν τούτοις ο μυοδρόμων, υπό την ώθησιν της αύρας ήτις ήρχισε να ενδυναμούται, είχεν ήδη παρέλθει την ευρείαν έκτασιν των μαλακοστράκων.
Ο Δικ Σανδ εξήτασε την κατάστασιν των ιστίων. Είτα οι οφθαλμοί του εταπεινώθησαν επί του καταστρώματος. Συνησθάνθη τότε την φοβεράν ευθύνην ην ανελάμβανε περί του μέλλοντος και ότι έπρεπε να έχη την δύναμιν να την αποδεχθή.
Ετόλμησε να ίδη τους επιζώντας του «Πίλγριμ», των οποίων οι οφθαλμοί ήσαν τώρα προσηλωμένοι επ' αυτού.
Εννοήσας δε εκ των βλεμμάτων αυτών ότι ηδύνατο να έχη πεποίθησιν εις αυτούς, τοις είπεν εν ολίγοις ότι και αυτοί ηδύναντο να έχωσι πεποίθησιν εις αυτόν.
Ο Δικ Σανδ εξήτασε μετά πάσης ειλικρίνειας την συνείδησίν του, εάν ήτο ικανός να μεταβάλλη ή να στερεώνη τα ιστία του μυοπάρωνος κατά τας περιστάσεις, μεταχειριζόμενος τους βραχίονας του Τωμ και των συντρόφων του, προδήλως όμως δεν εκέκτητο έτι τας αναγκαίας γνώσεις να ορίση την θέσιν του διά των υπολογισμών.
Μετά τέσσαρα ή πέντε έτη, ο Δικ Σανδ θα εγίνωσκε κατά βάθος το ωραίον τούτο και δύσκολον ναυτικόν επάγγελμα! Θα εγίνωσκε να μεταχειρίζεται το εκτόκυκλον, το όργανον εκείνο όπερ εχειρίζετο καθ' ημέραν ο πλοίαρχος Χουλ και διά του οποίου μετρείται το ύψος των αστέρων! Θα ανεγίνωσκεν επί του χρονομέτρου την ώραν του μεσημβρινού του Γρήνουιχ και θα αφήσει απ' αυτής το μήκος διά της ωριαίας γωνίας. Ο ήλιος θα εγίνετο ο καθημερινός σύμβουλός του.
Η σελήνη και οι πλανήται θα το έλεγον:
«Εδώ, επί του σημείου τούτου του Ωκεανού, ευρίσκεται το πλοίον σου».
Το στερέωμα εκείνο επί του οποίου τα άστρα κινούνται ως δείκται τελείου ωρολογίου, όπερ ουδείς κλονισμός δύναται να διαταράξη και του οποίου η ακρίβεια είναι απόλυτος, το στερέωμα εκείνο θα τω εδείκνυε τας ώρας και τας αποστάσεις.
Διά των αστρονομικών παρατηρήσεων, θα ανεγνώριζεν, ως ανεγνώριζε καθ' ημέραν ο πλοίαρχός του, το μέρος εις ο ευρίσκετο το «Πίλγριμ» χωρίς να λανθασθή ούτε έν μίλιον, και την οδόν ην διήνυσεν ως και εκείνην ην έμελλε να διανύση.
Και τώρα διά της εκτιμήσεως, ήτοι διά της οδού της μετρηθείσης διά του δρομομέτρου, της ορισθείσης διά του διαβήτου και διορθωθείσης διά της παρεκλίσεως, έμελλεν αποκλειστικώς να ζητή την οδόν ην έπρεπε να ακολουθήση.
Εν τούτοις δεν εδίστασεν.
Η κυρία Βέλδων εννόησε παν ό,τι συνέβαινεν εν τη αποφασιστική καρδία του νεαρού δοκίμου.
— Ευχαριστώ, Δικ, τω είπε μετά φωνής σταθεράς. Ο πλοίαρχος Χουλ δεν υπάρχει πλέον. Όλον το πλήρωμα απωλέσθη, μετ' αυτού. Η τύχη του πλοίου είναι εις χείρας σου. Δικ θα σώσης το πλοίον και τους εν αυτώ.
— Ναι, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, ναι! θα προσπαθήσω, με την βοήθειαν του Θεού.
— Ο Τωμ και οι σύντροφοί του είναι αγαθοί άνδρες επί των οποίων δύνασαι να βασισθής εντελώς.
— Το ηξεύρω, θα τους κάμω ναυτικούς, και θα εκτελώμεν ομού τας εργασίας. Εάν έχωμεν ωραίον καιρόν, το πράγμα θα είναι εύκολον. Εάν έχωμεν καλόν . . . καλά, εάν έχωμεν κακόν θα παλαίσωμεν και πάλιν· θα σας σώσωμεν, κυρία Βέλδων, υμάς και τον μικρόν σας Ζακ, όλους! Ναι, αισθάνομαι ότι θα το πράξω. Και επανέλαβε.
— Με την βοήθειαν του Θεού!
— Τώρα, Δικ, ημπορείς να γνωρίσης πού ευρίσκεται το «Πίλγριμ»; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Ευκόλως απεκρίθη ο δόκιμος. Δεν έχω να πράξω άλλο ειμή να συμβουλευθώ τον χάρτην του πλοίου, επί του οποίου το σημείον εστάθη χθες υπό του πλοιάρχου Χουλ.
— Και θα δυνυθής να θέσης το πλοίον εις καλήν διεύθυνσιν;
— Ναι θα δυνηθώ να θέσω την πρώραν προς ανατολάς, εις το μέρος περίπου της αμερικανικής παραλίας όπου πρέπει να προσεγγίσωμεν.