Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Part 5

Chapter 52 wordsPublic domain

— Ε! τέκνον μου, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ μικροί κόκκοι σιμιγδάλεως, αλεύρου, αμύλου, δεν απαρτίζουσιν ωραίον ζωμόν; Ναι, η φύσις ούτως ηθέλησεν. Όταν φάλαινά τις πλέη εν μέσω των ερυθρών τούτων υδάτων, ο ζωμός αυτής είναι έτοιμος, δεν έχει να πράξη άλλο ειμή να ανοίξη το μέγα στόμα της. Μυριάδες μαλακοδέρμων εισέρχονται εκεί, τα απειράριθμα γένεια δι' ων είναι πεπροικισμένος ο ουρανίσκος του ζώου εκτείνονται ως δίκτυα αλιέως, ουδέν δύναται να εξέλθη εκείθεν, και η μάζα των μαλακοδέρμων καταβυθίζεται εις τον ευρύχωρον στόμαχον της φαλαίνης απαραλλάκτως ως ο ζωμός του γεύματος εις τον ιδικόν μας.

— Πρέπει να σκεφθής, Ζακ, παρετήρησεν ο Δικ Σανδ, ότι η κυρία φάλαινα δεν χάνει τον καιρόν της εις το να καθαρίζη έν προς έν αυτά τα μαλακόδερμα, ως υμείς καθαρίζετε τας καρίδας.

— Προσθέτω, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ, ότι ακριβώς όταν η γιγαντιαία αύτη λαίμαργος ασχολήται κατ' αυτόν τον τρόπον, είναι ευκολώτερον να την πλησιάση τις χωρίς να διεγείρη την δυσπιστίαν της. Είναι λοιπόν η καταλληλοτέρα στιγμή διά να την ακοντίση τις μετά τινος επιτυχίας.

Την στιγμήν εκείνην, και οιονεί προς επικύρωσιν των λόγων του πλοιάρχου Χουλ η φωνή ναύτου ηκούσθη εις την πρώραν του πλοίου.

— Μία φάλαινα εμπρός αριστερά!

Ο πλοίαρχος Χουλ ανετινάχθη.

— Φάλαινα; ανέκραξε.

Και ωθούμενος υπό του φαλαινοθηρευτικού του ορμεμφύτου, ώρμησεν εις τα πρυμνήσια του «Πίλγριμ».

Η κυρία Βέλδων, ο Ζακ, ο Δικ Σανδ και αυτός ο εξάδελφος Βενέδικτος τον ηκολούθησαν αμέσως . .

Πράγματι εις απόστασιν τεσσάρων μιλλίων αναβρασμός τις εμαρτύρει ότι μέγα τι θαλάσσιον μαστοφόρον εκινείτο εν τω μέσω των ερυθρών υδάτων.

Καθό φαλαινοθήραι δεν ηδύναντο να απατηθώσιν.

Αλλ' η απόστασις ήτο πολύ μεγάλη έτι, ώστε δεν ηδύνατο να γνωρίσωσι το είδος, εις ό ανήκε το μαστοφόρον εκείνο.

Τωόντι τα είδη ταύτα είναι λίαν διακεκριμμένα.

Μήπως ήτο φάλαινά τις εκ των γνησίων εκείνων, τας οποίας μάλλον ιδιαιτέρως επιζητούσιν οι αλιείς των βορείων θαλασσών;

Τα κήτη ταύτα, από των οποίων ελλείπει το ραχιαίον πτερύγιον, αλλά των οποίων το δέρμα περικαλύετε παχύ στρώμα λίπους, δυνατόν να έχωσι μήκος ογδοήκοντα ποδών, ει και ο μέσος όρος δεν υπερβαίνει τους εξήκοντα, και τότε έν μόνον των τεράτων εκείνων παρέχει εκατόν βαρέλια ελαίου.

Ή μήπως ήτο πτεροφάλαινα, ης το πρώτον συνθετικόν του ονόματος θα ηδύνατο να εφελκύση την υπόληψιν του εντομολόγου;

Αύται κέκτηνται ραχιαία πτερύγια, λευκά το χρώμα και μακρά όσον το ήμισυ του σώματος, άτινα ομοιάζουσι προς ζεύγος πτερύγων, — είδος τι πτερωτής φαλαίνης.

Ή μήπως πιθανώτερον ήτο μακροπτερύγιος φάλαινα, έχουσα ραχιαίον πτερύγιον και της οποίας το μήκος είναι ίσον σχεδόν προς το της γνησίας φαλαίνης;

Ο πλοίαρχος Χουλ και το πλήρωμά του δεν ηδύνατο έτι ν' αποφανθώσιν, αλλά παρετήρουν το ζώον μετ' επιθυμίας περισσοτέρας ή θαυμασμού.

Εάν είναι αληθές ότι ο ωρολογοποιός δεν δύναται να απαντήση εκκρεμές χωρίς να αισθανθή την ακαταμάχητον ανάγκην να το εκτείνη, πόσον περισσότερον ο φαλαινοθήρας ευρισκόμενος απέναντι φαλαίνης καταλαμβάνεται υπό επιτακτικής επιθυμίας να συλλάβη αυτήν! Οι κυνηγοί της μεγάλης θήρας είναι ως λέγουσιν ενθερμότεροι ή οι κυνηγοί της μικράς θήρας.

Λοιπόν όσω μεγαλείτερον είναι το ζώον, τόσω περισσότερον διεγείρει την επιθυμίαν! Τι πρέπει να αισθάνωνται τότε οι ελεφαντοθήραι! Πλην τούτου υπήρχεν ωσαύτως και η δυσαρέσκεια ην ησθάνετο το πλήρωμα του «Πίλγριμ» ότι επανήρχετο μετά φορτίου ατελούς.

Εν τούτοις ο πλοίαρχος Χουλ προσεπάθει να αναγνωρίση το ζώον το οποίον εφάνη μακράν.

Δεν ήτο ορατόν εκ τοιαύτης αποστάσεως.

Ουχ ήττον ο εξησκημένος οφθαλμός φαλαινοθήρου δεν ηδύνατο να απατηθή έκ τινων λεπτομερειών ευκόλως διακρινομένων μακρόθεν.

Τωόντι η ανάβρασις, ήτοι η ατμώδης και υδατώδης στήλη την οποίαν η φάλαινα εκφυσά διά των ρωθώνων της, ώφειλε να προσελκύση την προσοχήν του πλοιάρτου Χουλ και να τον οδηγήση εις ποίον είδος ανήκε το κήτος εκείνο.

— Δεν είναι γνησία φάλαινα, ανέκραξεν. Ο αναβρασμός αυτής θα ήτο υψηλότερος και ολιγώτερος ογκώδης. Αφ' ετέρου εάν ο θόρυβος τον οποίον προξενεί ο αναβρασμός ούτος ηδύνατο να παραβληθή προς τον μεμακρυσμένον θόρυβον πυρίνου στόματος, θα έκλινον να πιστεύσω ότι η φάλαινα αύτη ανήκει εις το είδος των πτεροφαλαινών αλλά το πράγμα δεν έχει ούτω, και εάν προσέξη τις, δύναται να βεβαιωθή ότι ο θόρυβος ούτος είναι όλως διαφόρου φύσεως. — Τι φρονείς περί τούτου, Δικ; ηρώτησεν ο πλοίαρχος Χουλ στρεφόμενος προς τον δόκιμον.

— Πιστεύω, πλοίαρχε, απήντησεν ο Δικ, ότι είναι μακροπτερύγιος φάλαινα. Ιδέτε πώς οι ρώθωνες αυτής αναρρίπτουσι βιαίως εις τον αέρα την θαλασσίαν εκείνην στήλην. Δεν σας φαίνεται ωσαύτως — όπερ και θα εδικαιολόγει την παρατήρησίν μου — ότι η αναπήδησις εκείνη περιέχει περισσότερον ύδωρ ή ατμόν συμπεπυκνωμένον; Και δεν απατώμαι, τούτο είναι ιδιαίτερον προσόν της μακροπτερυγίου φαλαίνης.

— Τωόντι, Δικ, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ. Δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία. Είναι μακροπτερύγιος η οποία επιπλέει επί της επιφανείας των ερυθρών εκείνων υδάτων.

— Τι ωραίον που είναι! ανεφώνησεν ο μικρός Ζακ.

— Ναι, τέκνον μου. Και όταν αναλογίζεται τις ότι το μεγάλον εκείνο ζώον γευματίζει εκεί και ούτε υποπτεύει καν ότι φαλαινοθήραι το παρατηρούσι.

— Τολμώ να βεβαιώσω ότι η μακροπτερύγιος αύτη φάλαινα είναι μεγάλη, παρετήρησεν ο Δικ Σανδ.

— Βεβαίως, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ, όστις εξηρεθίζετο ολίγον κατ' ολίγον. Της δίδω τουλάχιστον εβδομήκοντα ποδών μήκος.

— Καλά, προσέθηκεν ο ναύκληρος. Ημίσεια δωδεκάς τοιούτων φαλαινών θα ήρκει διά να φορτώση πλοίον ως το ιδικόν μας.

— Ναι, θα ήρκει, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ, όστις ανέβη επί της πρώρας διά να βλέπη καλλίτερον.

— Και με αυτήν, προσέθηκεν ο ναύκληρος, θα συνεπληρούμεν εις ολίγας ώρας το ήμισυ των διακοσίων βαρελίων τα οποία μας λείπουσι.

— Ναι . . . πράγματι . . . ναι . . . εψιθύριζεν ο πλοίαρχος Χουλ.

— Τούτο είναι αληθές, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, αλλ' ενίοτε είναι πολύ επικίνδυνον να προσβάλη τις αυτάς τας γιγαντιαίας μακροπτερυγίους.

— Πολύ επικίνδυνον, πολύ επικίνδυνον, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ. Αύται αι πτεροφάλαιναι έχουσιν ουράς φοβεράς τας οποίας δεν πρέπει να πλησιάζη τις άνευ προφυλάξεως. Η στερεωτέρα λέμβος δεν θα ηδύνατο να ανθέξη εις έν καλόν κτύπημα αυτής. Αλλ' η ωφέλεια αξίζει τον κόπον.

— Πα! είπεν είς των ναυτών, μία καλή μακροπτερύγιος είναι ωραίον θήραμα.

— Και επικερδές! απεκρίνατο άλλος.

— Θα ήτο κρίμα να μη την χαιρετίσωμεν κατά την διάβασιν.

Ήτο πρόδηλον ότι οι ανδρείοι εκείνοι ναυτικοί εξηρεθίζοντο εις την θέαν της φαλαίνης.

Ήτο ολόκληρον φορτίον βαρελίων ελαίου όπερ εκυμάτιζε πλησίον των χειρών των.

Βεβαίως, ακούων τις αυτούς, δεν είχε να πράξη άλλο ειμή να διευθετήση τα βαρέλια εκείνα εις το κύτος του «Πίλγριμ» όπως συμπληρώση το φορτίον.

Τινές των ναυτών, αναρριχιθέντες επί των σχοινίων του ακατίου ιστού ερρήγνυον κραυγάς επιθυμίας. Ο πλοίαρχος Χουλ όστις δεν ωμίλει, περιέτρωγε τους όνυχάς του.

Υπήρχεν εκεί ακατανίκητος μαγνήτης όστις έσυρε το «Πίλγριμ» και όλον αυτού το πλήρωμα.

— Μήτερ, μήτερ, ανέκραξε τότε ο μικρός Ζακ, επεθύμουν να είχον αυτήν την φάλαιναν διά να την ιδώ πώς είναι.

— Α! θέλεις να έχης αυτήν την φάλαιναν, παιδίον μου; Και διατί όχι, φίλοι μου; είπεν ο πλοίαρχος Χουλ, ενδίδων τέλος εις την κρυφίαν επιθυμίαν του! Ναι μεν δεν έχομεν επικούρους αλιείς, αλλ' ημείς μόνοι . . .

— Ναι! ναι! εφώνησαν οι ναύται ομοθυμαδόν.

— Δεν θα είναι η πρώτη φορά όπου θα εκτελέσω το έργον του ακοντιστού, προσέθηκεν ο πλοίαρχος Χουλ και θα ιδήτε εάν ηξεύρω εισέτι να ακοντίζω.

— Ουρρά! ουρρά! απεκρίθη το πλήρωμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΙ

Ευκόλως εννοεί τις ότι η θέα του θαυμασιώδους εκείνου μαστοφόρου εγένετο όπως παραγάγη μέγαν ερεθισμόν εις τους ανθρώπους του «Πίλγριμ».

Η φάλαινα ήτις εκυμάτιζεν εν τω μέσω των ερυθρών υδάτων εφαίνετο γιγαντιαία.

Να την συλλάβωσι και να συμπληρώσωσι τοιουτοτρόπως το φορτίον, ήτο λίαν ερεθιστικόν. Ηδύνατό ποτε αλιείς να αφήσωσι να τοις διαφύγη παρομοία ευκαιρία;

Εν τούτοις η κυρία Βέλδων, ενόμισεν ότι ώφειλε να ερωτήση τον πλοίαρχον Χουλ εάν δεν υπήρχε κίνδυνός τις διά τους άνδρας του και δι' αυτόν, εάν απετόλμων να προσβάλωσι φάλαιναν υπό τοιαύτας συνθήκας.

— Ουδείς, κυρία Βέλδων, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ. Πλέον ή άπαξ με συνέβη να κυνηγήσω φάλαιναν μετά μιας μόνης λέμβου και πάντοτε κατώρθωσα να την συλλάβω. Σας επαναλαμβάνω, ουδείς υπάρχει κίνδυνος δι' ημάς επομένως δε και δι' υμάς.

Ησυχάσασα η κυρία Βέλδων δεν επέμεινεν.

Ο πλοίαρχος Χουλ έλαβεν αμέσως όλα τα μέτρα του όπως συλλάβη την φάλαιναν.

Εκ πείρας εγίνωσκεν ότι η καταδίωξις πτεροφαλαίνης δεν εγίνετο άνευ δυσχερειών τίνων, και ήθελε να προλάβη τα πάντα.

Ό,τι καθίστα την σύλληψιν εκείνην ολιγώτερον εύκολον, ήτο ότι το πλήρωμα του μυοπάρωνος θα επελαμβάνετο του έργου διά μιας μόνης λέμβου, αν και το «Πίλγριμ» εκέκτητο μίαν άκατον δεδεμένην εις τον μέγαν ιστόν και τρεις φαλαινοθηρίδας, ων αι μεν δύο εκρέμαντο εις τα δεξιά και τα αριστερά του πλοίου, η δε τρίτη οπίσω και έξωθεν του αετώματος.

Συνήθως τας τρεις ταύτας φαλαινοθηρίδας μεταχειρίζονται προς καταδίωξιν των κητών.

Αλλά, κατά την εποχήν της αλιείας, ως γνωστόν, επικουρικόν πλήρωμα, λαμβανόμενον εκ των σταθμών της Νέας Ζηλανδίας, εβοήθει τους ναύτας του «Πίλγριμ».

Υπό τας περιστάσεις λοιπόν εκείνας το «Πίλγριμ» δεν ηδύνατο να παράσχη ειμή τους πέντε ναύτας του πλοίου, δι' ων θα εκπληρούτο μία μόνη των φαλαινοθηρίδων.

Η συνδρομή του Τωμ και των εταίρων αυτού, οίτινες προσεφέρθησαν αμέσως, ήτο αδύνατος. Πράγματι, ο χειρισμός αλιευτικής λέμβου απαιτεί ναυτικούς όλως ιδιαιτέρως εξησκημένους.

Λελανθεσμένον κίνημα του πηδαλίου ή λελανθασμένη κωπηλασία θα ήρκουν, όπως διακινδυνεύσωσι την σωτηρίαν της λέμβου κατά την προσβολήν.

Αφ' ετέρου ο πλοίαρχος Χουλ δεν ήθελε να εγκαταλείψη το πλοίον του χωρίς να αφήση εν αυτώ ένα τουλάχιστον άνδρα του πληρώματος εις τον οποίον να είχεν εμπιστοσύνην. Έπρεπε να προΐδη όλα τα ενδεχόμενα.

Λοιπόν ο πλοίαρχος Χουλ ηναγκασμένος να εκλέξη ισχυρούς ναυτικούς όπως εξοπλίση την φαλαινοθηρίδα, ώφειλε να αναθέση την φύλαξιν του «Πίλγριμ» εις τον Δικ Σανδ.

— Δικ, είπεν αυτώ, σε επιφορτίζω να μείνης εις το πλοίον κατά την απουσίαν μου ήτις δεν θα διαρκέση πολύ, ως ελπίζω·

— Καλά, κύριε, απεκρίθη ο νεαρός δόκιμος.

Ο Δικ Σανδ επεθύμει να λάβη μέρος εις την αλιείαν εκείνην, ήτις είχε μέγα θέλγητρον δι' αυτόν, αλλ' εννόησεν αφ' ενός μεν ότι αι χείρες τελείου ανδρός ήξιζον περισσότερον ή αι ιδικαί του διά την υπηρεσίαν της φαλαινοθηρίδος, αφ' ετέρου δε ότι αυτός μόνος ηδύνατο να αντικαταστήση τον πλοίαρχον Χουλ. Υπέμεινε λοιπόν.

Το πλήρωμα της φαλαινοθηρίδος έμελε να συγκροτήται εκ πέντε ανδρών, συμπεριλαμβανομένου και του ναυκλήρου Χόβικ, οίτινες απήρτιζον το πλήρωμα του «Πίλγριμ».

Οι τέσσαρες εκείνοι ναύται έμελλον να καθήσωσι παρά τας κώπας, ο δε Χόβικ θα εκράτει την κώπην της ουράς, ήτις χρησιμεύει όπως κυβερνά τοιούτου είδους λέμβους.

Τωόντι απλούν πηδάλιον δεν θα είχεν ενέργειαν ταχυτέραν, και εις περίστασιν καθ' ήν αι πλάγιαι κώπαι θα απέβαινον άχρηστοι, η ουραία κώπη, καλώς χειριζομένη δύναται να απομακρύνη την φαλαινοθηρίδα από τας προσβολάς του τέρατος.

Έμενε λοιπόν ο πλοίαρχος Χουλ. Ούτος εφύλαξε δι' αυτόν την θέσιν του ακοντιστού, και ως είπε δεν ήτο η πρώτη φορά καθ' ήν εξεπλήρου το έργον τούτο.

Αυτός πρώτος έμελλε να ρίψη το ακόντιον, είτα δε να επιτηρήση την εκτύλιξιν της μακράς ορμιάς της δεδεμένης εις το άκρον αυτού, και ακολούθως να αποτελειώση το ζώον διά της λόγχης, όταν τούτο θα επανήρχετο εις την επιφάνειαν του Ωκεανού.

Οι φαλαινοθήραι μεταχειρίζονται ενίοτε πυροβόλα όπλα εις το είδος τούτο της αλιείας. Τη βοηθεία ειδικής τινος μηχανής, οιονοί μικρού τηλεβόλου ευρισκομένου είτε επί του καταστρώματος του πλοίου είτε εις την πρώραν της λέμβου, ρίπτουσι ακόντιον όπερ παρασύρει μεθ' εαυτού το εις την άκραν αυτού προσδεδεμένον σχοινίον, ή εκρηκτικάς σφαίρας αίτινες επιφέρουσι μεγάλας καταστροφάς εις το σώμα του ζώου.

Αλλά το «Πίλγριμ» δεν είχε τοιαύτας μηχανάς, αίτινες άλλως τε στοιχίζουσιν ακριβά, είναι δύσχρηστοι, οι δε ναύται, μη αγαπώντες πολύ τούς νεωτερισμούς, φαίνονται ότι προτιμώσι τα αρχαϊκά όπλα, τα οποία χειρίζονται επιδεξίως, ήτοι το ακόντιον και την λόγχην.

Διά των συνήθων λοιπόν μέσων έμελλεν ο πλοίαρχος Χουλ να προσβάλη την φάλαιναν ήτις ευρίσκετο πέντε μίλια μακράν του πλοίου του.

Άλλως τε δε ο καιρός εφαίνετο εύνους εις την εκστρατείαν εκείνην. Η θάλασσα, ησυχωτάτη, ήτο κατάλληλος εις τους χειρισμούς φαλαινοθηρίδος. Ο άνεμος έτεινε να κοπάση, και το «Πίλγριμ» ολίγον μόνον θα παρεξέκλινε, καθ' όν καιρόν το πλήρωμα αυτού θα ήτο ενησχολημένον εις το πέλαγος.

Η δεξιά λοιπόν λέμβος κατεβιβάσθη αμέσως και οι τέσσαρες ναύται επέβησαν αυτής.

Ο Χόβικ τοις έδωκε δύο μεγάλα ακόντια και δύο λόγχας με οξείας αιχμάς. Εις τα επιθετικά ταύτα όπλα προσέθηκε πέντε δέματα ευκάμπτων και στερεών σχοινίων τα οποία οι φαλαινοθήραι ονομάζουσιν «ορμιάς», και τα οποία μετρούσιν εξακοσίων ποδών μήκος.

Δεν αρκούσιν ολιγώτερα, καθότι πολλάκις συμβαίνει ώστε τα σχοινία ταύτα προσδεδεμένα το έν μετά του άλλου να μη αρκώσιν εις το έργον, τόσον η φάλαινα βυθίζεται εις μέγα βάθος.

Τοιαύτα ήσαν τα διάφορα μηχανήματα τα οποία επιμελώς ετοποθετήθησαν εις το έμπροσθεν μέρος της λέμβου.

Ο Χόβικ και οι τέσσαρες ναύται δεν περιέμενον πλέον ειμή την διαταγήν να λύσωσι το σχοινίον.

Μία μόνη θέσις έμενεν ελευθέρα εις το έμπροσθεν της λέμβου, εκείνην την οποίαν έμελλε να καταλάβη ο πλοίαρχος Χουλ.

Εννοείται οίκοθεν ότι το πλήρωμα του «Πίλγριμ», πριν εγκαταλίπη το πλοίον, διεσταύρωσε τα ιστία ούτως ώστε να μένη τούτο περίπου στάσιμον.

Κατά την στιγμήν της επιβιβάσεως ο πλοίαρχος Χουλ έρριψε τελευταίον βλέμμα επί του πλοίου. Εβεβαιώθη ότι τα πάντα ήσαν εντάξει, τα σχοινία καλώς διασκευασμένα, τα ιστία καλώς τοποθετημένα. Αφού άφινε τον νεαρόν δόκιμον εις το πλοίον κατ' απουσίαν ήτις ηδύνατο να παραταθή επί πολλάς ώρας, ήθελεν, ευλόγως, εκτός απροόπτου συμβεβηκότος, να μη έχη ο Δικ Σανδ ουδέ τον παραμικρόν χειρισμόν να εκτελέση.

Από της στιγμής εκείνης, έδωκεν αυτώ τας τελευταίας οδηγίας.

— Δικ, είπε, σε αφίνω μόνον. Επέβλεπε τα πάντα. Εάν, όπερ απίθανον, επήρχετο ανάγκη να αρχίσης πάλιν τον πλουν, εις περίπτωσιν καθ' ήν η καταδίωξις της φαλαίνης εκείνης ήθελε μας παρασύρει πολύ μακράν, ο Τωμ και οι σύντροφοί του θα ηδύναντο κάλλιστα να σε βοηθήσωσιν. Υποδεικνύων εις αυτούς τι πρέπει να εκτελέσωσιν, είμαι βέβαιος ότι θέλουσι το εκτελέσει.

— Μάλιστα, πλοίαρχε Χουλ απήντησεν ο γέρων Τωμ, και ο κύριος Δικ δύναται να βασισθή εις ημάς.

— Διατάξατε! διατάξατε! έκραξεν ο Βαρθολομαίος. Μεγάλην επιθυμίαν έχομεν να σας φανώμεν χρήσιμοι.

— Τι πρέπει να πράξωμεν; . . . ηρώτησεν ο Ηρακλής αναστρέφων τας ευρείας χειρίδας του ενδύματός του.

— Τίποτε προς το παρόν, απεκρίθη ο Δικ Σανδ μειδιών.

— Είμεθα εις τας διαταγάς σας, επανέλαβεν ο κολοσσός.

— Δικ, επανέλαβεν ο πλοίαρχος Χουλ, ο καιρός είναι ωραίος. Ο άνεμος έπεσεν. Ουδέν σημείον ότι θα δυναμώση πάλιν. Προ πάντων, ό,τι δήποτε και αν συμβή, μη ρίψης λέμβον εις την θάλασσαν μη αφήσης το πλοίον.

— Θα σας υπακούσω.

— Εάν παρίστατο ανάγκη να μας πλησιάση το «Πίλγριμ», θα σε κάμω σημείον υψών μίαν σημαίαν εις το άκρον κώπης.

— Μείνετε ήσυχος, πλοίαρχε, δεν θα χάσω από τα βλέμματά μου την φαλαινοθηρίδα, απήντησεν ο Δικ Σανδ.

— Καλά, παιδί μου, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ· θάρρος και ψυχραιμίαν. Ιδού συ υποπλοίαρχος. Τίμησον τον βαθμόν σου. Ουδείς καθείξε τοιούτον εις την ηλικίαν σου.

Ο Δικ Σανδ δεν απεκρίθη, αλλ' ηρυθρίασε μειδιών. Ο πλοίαρχος Χουλ εννόησε το ερύθημα και το μειδίαμα.

— Το αγαθόν παιδίον, είπε καθ' εαυτόν, μετριοφροσύνη και καλή διάθεσις είναι τα καλά του προτερήματα.

Εν τούτοις, εις τας επιμόνους εκείνας συστάσεις, ήτο προφανές ότι, ει και δεν υπήρχεν ουδείς κίνδυνος, ο πλοίαρχος Χουλ δεν εγκατελίμπανεν ευχαρίστως το πλοίον του έστω και διά τινας ώρας.

Αλλ' ακαταμάχητον ορμέφυτον αλιέως, προ πάντων η μανιώδης επιθυμία να συμπληρώση το εξ ελαίου φορτίον του, και να ικανοποιήση τας υπό του Ζαμ Βέλδων ληφθείσας υποχρεώσεις εν Βαλπαραΐζω, πάντα ταύτα τον παρεκίνουν να διακινδυνεύση. Άλλως τε δε η τοσούτον ωραία εκείνη θάλασσα υπεβοήθει θαυμασίως την καταδίωξιν κήτους. Μήτε το πλήρωμά του, μήτε αυτός, θα ηδύναντο ν' αντισταθώσιν εις τοιούτον πειρασμόν. Η αλιευτική εκστρατεία θα συνεπληρούτο τέλος, και η τελευταία αύτη σκέψις κατείχεν υπέρ παν άλλο την καρδίαν του πλοιάρχου Χουλ.

Ο πλοίαρχος Χουλ διηυθύνθη προς την κλίμακα.

— Καλήν επιτυχίαν! τω είπεν η κυρία Βέλδων.

— Ευχαριστώ, κυρία Βέλδων.

— Σας παρακαλώ μη βασανίσητε πολύ την δυστυχή φάλαιναν! έκραζεν ο μικρός Ζακ.

— Όχι, τέκνον μου, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ.

— Να την συλλάβετε ήσυχα, κύριε.

— Ναι . . . με τα χειρόκτια, μικρέ Ζακ.

— Ενίοτε, παρετήρησεν ο εξάδελφος Βενέδικτος, ευρίσκονται περιεργότατα έντομα επί της ράχεως των μεγάλων αυτών μαστοφόρων.

— Λοιπόν, κύριε Βενέδικτε, απήντησε γελών ο πλοίαρχος Χουλ θα έχετε το δικαίωμα «να εντομολογήσετε», όταν η φάλαινα μας ευρεθή επί του καταστρώματος του «Πίλγριμ».

Είτα, στρεφόμενος προς τον Τωμ.

— Τωμ, βασίζομαι επί των συντρόφων σου και επί σου, είπεν, ότι θα μας βοηθήσετε να διαμελίσωμεν την φάλαιναν όταν θα δεθή εις το σκάφος του πλοίου, — το οποίον δεν θα αργήση να γίνη.

— Εις τας διαταγάς σας, κύριε, απήντησεν ο γέρων μαύρος.

— Καλά, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ. Δικ, αυτοί οι γενναίοι άνδρες θα σε βοηθήσωσι να προετοιμάσης τα κενά βαρέλια. Κατά την απουσίαν μας, θα τα αναβιβάσωσιν επί του καταστρώματος και τοιουτοτρόπως η εργασία θα τελειώση ταχέως όταν επιστρέψωμεν.

— Θα γίνη τούτο πλοίαρχε.

Διά τους αγοούντας δέον να είπωμεν ότι η φάλαινα, άπαξ θανατωθείσα, ώφειλε να ρυμουλκυθή μέχρι του «Πίλγριμ» και να δεθή στερεώς εις το δεξιόν πλευρόν. Τότε οι ναύται φορούντες αγκυρωτά υποδήματα θα ανέβαινον επί της ράχεως του υπερμεγέθους κήτους και θα διεμέλιζον αυτό μεθοδικώς κατά παραλλήλους λωρίδας διευθυνομένας από της κεφαλής εις την ουράν.

Αι λωρίδες εκείναι θα εκόπτοντο εις τεμάχια ενός ποδός και ημίσεως, είτα θα διηρούντο εις τμήματα, άτινα, αφού εστιβάζοντο εις τα βαρέλια, θα κατεβιβάζοντο εις τον πυθμένα του πλοίου.

Ως επί το πλείστον, το φαλαινοθηρικόν πλοίον, όταν τελειώση η αλιεία, προσπαθεί όσω το δυνατόν να φθάση εις την ξηράν, διά να αποπερατώση τας εργασίας του· Το πλήρωμα αποβιβάζεται, και εκεί εκτελεί την ανάλυσιν του λίπους, όπερ υπό την επίδρασιν της θερμότητος αποδίδει πάσαν την χρήσιμον αυτού ουσίαν, ήτοι το έλαιον (13)

Αλλά κατά την περίστασιν εκείνην ο πλοίαρχος Χουλ δεν εσκέπτετο να επανακάμψη όπως συμπληρώση την εργασίαν εκείνην.

Δεν εσκόπευε να «αναλύση» την συμπλήρωσιν εκείνην του λίπους ειμή εις Βαλπαραΐζον.

Άλλως τε δε διά των ανέμων εκείνων οίτινες δεν θα εβράδυνον να πνεύσωσιν εκ δυσμών, ήλπιζεν ότι ήθελε προσεγγίσει εις την αμερικανικήν παραλίαν πριν ή παρέλθωσιν είκοσιν ημέραι, και το χρονικόν εκείνο διάστημα δεν ηδύνατο να ματαιώση τα αποτελέσματα της αλιείας του.

Επέστη η στιγμή της αναχωρήσεως.

Πριν ή το «Πίλγριμ» διασταυρώση τα ιστία, είχεν ολίγον πλησιάσει εις το μέρος όπου η φάλαινα εξηκολούθει να δεικνύη την παρουσίαν της δι' ανατινάξεων ατμού και ύδατος.

Η φάλαινα έπλεε πάντοτε εν μέσω του ευρέος ερυθρού πεδίου των μαλακοδέρμων, ανοίγουσα αυτοματικώς το πλατύ στόμα της και απορροφώσα εκάστοτε μυριάδας ζωαρίων.

Κατά το λέγειν των ειδημόνων του πλοίου, ουδείς φόβος υπήρχεν ότι θα προσεπάθει να διαφύγη.

Άνευ ουδεμιάς αμφιβολίας ήτο εξ εκείνων τας οποίας οι αλιείς αποκαλούσι φαλαίνας «πολεμικάς».

Ο πλοίαρχος Χουλ διεσκέλισε τα παραρρύματα, και καταβάς την σχοινίνην κλίμακα έφθασεν εις το έμπροσθεν μέρος της λέμβου.

Η κυρία Βέλδων, ο Ζακ, ο εξάδελφος Βενέδικτος, ο Τωμ και οι σύντροφοί του ηυχήθησαν διά τελευταίαν φοράν καλήν επιτυχίαν εις τον πλοίαρχον.

Και αυτός ο Δίγγος, ορθωθείς επί των οπισθίων ποδών του και προεκβαλών την κεφαλήν άνω του διαζώματος, εφαίνετο ωσεί θέλων να αποχαιρετίση το πλήρωμα.

Είτα, όλοι επανήλθον εις την πρώραν ίνα μη απολέσωσιν ουδεμίαν των περιέργων εκείνων περιπετειών τοιαύτης αλιείας.

Η λέμβος απεσπάσθη, και υπό την ώθησιν των τεσσάρων αυτής κωπών, ισχυρώς χειριζομένων ήρχησε να μακρύνεται από του «Πίλγριμ».

— Πρόσεχε καλώς, Δικ, πρόσεχε καλώς! εφώνησεν διά τελευταίαν φοράν ο πλοίαρχος Χουλ προς τον νεαρόν δόκιμον.

— Μείνετε ήσυχος, κύριε.

— Τον ένα οφθαλμόν εις το πλοίον και τον άλλον εις την λέμβον, παιδί μου, μη το λησμονής.

— Δεν θα το λησμονήσω, πλοίαρχε, απεκρίθη ο Δικ Σανδ όστις ήλθε να σταθή πλησίον του πηδαλίου.

Ήδη η ελαφρά λέμβος ευρίσκετο πολλάς εκατοστύας ποδών μακράν του πλοίου. Ο πλοίαρχος Χουλ όρθιος επί της πρώρας και μη δυνάμενος πλέον ν' ακουσθή, ανενέου τας συστάσεις του δι' εκφραστικωτάτων χειρονομιών.

Τότε ο Δίγγος, του οποίου οι εμπρόσθιοι πόδες ήσαν πάντοτε εστηριγμένοι επί του διαζόματος, εξέβαλεν είδος τι θρηνώδους υλακής, ήτις δυσάρεστον εντύπωσιν ενεποίησεν εις ανθρώπους επιρρεπείς ολίγον εις δεισιδαιμονίαν.

Η υλακή μάλιστα εκείνη έκαμε, την κυρίαν Βέλδων να ανασκιρτήση.

— Δίγγε, είπε, Δίγγε! Ούτως ενθαρρύνεις τους φίλους σου! Εμπρός, μίαν ωραίαν υλακήν, πολύ φαιδράν!

Αλλ' ο κύων δεν υλάκτησε πλέον, και πεσών πάλιν επί των τεσσάρων ποδών του, ήλθε βραδέως προς την κυρίαν Βέλδων και έλειξε την χείρα αυτής μετ' αγάπης.

— Δεν κινεί την ουράν . . εψιθύρισεν ο Τωμ. Κακόν σημείον! Κακόν σημείον!

Αλλά, σχεδόν αμέσως, ο Δίγγος ανωρθώθη, και εξέφερεν υλακήν οργίλην!

Η κυρία Βέλδων εστράφη.

Ο Νεγορός είχεν αφήσει την θέσιν του και διευθύνετο προς την εμπρόσθιον κρηπίδα, επί τω σκοπώ βεβαίως να παρακολουθήση και ούτος διά του βλέμματος τας κινήσεις της λέμβου.

Ο Δίγγος ώρμησε κατά του μαγείρου, καταληφθείς υπό ζωηροτάτης και όλως ανεξηγήτου μανίας.

Ο Νεγορός έλαβε διχαλωτόν μοχλόν και ετέθη εν αμύνη.

Ο κύων έμελλε να πηδήση εις τον λαιμόν του.

— Εδώ, Δίγγε, εδώ! έκραξεν ο Δικ Σανδ, όστις εγκαταλιπών προς στιγμήν την επιτηρητικήν θέσιν του, έδραμε προς την πρώραν.

Και η κυρία Βέλδων αφ' ετέρου εζήτει να καταπραΰνη τον κύνα.

Ο Δίγγος υπήκουσεν, ουχί άνευ αποστροφής, και επανήλθε γογγύζων υποκώφως προς τον νεαρόν δόκιμον.

Ο Νεγορός μήτε λέξιν επρόφερεν, αλλ' η μορφή του ωχρίασε προς στιγμήν. Αφήσας τότε να καταπέση ο μοχλός, επανήλθεν εις την καλύβην του.

— Ηρακλή, είπε τότε ο Δικ Σανδ, σε επιφορτίζω να επαγρυπνής επ' αυτού του ανθρώπου.

— Θα επαγρυπνώ, απήντησεν απλώς ο Ηρακλής, του οποίου αι δύο τεράστιαι πυγμαί εκλείσθησαν εις σημείον συγκαταθέσεως.

Η κυρία Βέλδων και ο Δικ Σανδ έστρεψαν τότε πάλιν τα βλέμματά των προς την φαλαινοθηρίδα την οποίαν απεμάκρυνον ταχέως αι τέσσαρες κώπαι αυτής.

Δεν ήτο πλέον άλλο ειμή σημείον τι επί της θαλάσσης.

ΚΕΦΑΛΑIΟΝ Η'.

Η ΦΑΛΑΙΝΑ

Ο πλοίαρχος Χουλ πεπειραμένος φαλαινοθήρας, δεν έπρεπε να αφήση εις την τύχην ουδέ το ελάχιστον.

Η σύλληψις μακροπτερυγίου φαλαίνης είναι δύσκολον πράγμα.

— Ουδεμία προφύλαξις πρέπει να παραμεληθή· Και τωόντι ουδεμία παρημελήθη κατ' εκείνην την περίστασιν.

Εν πρώτοις, ο πλοίαρχος Χουλ εχειρίσθη εις τρόπον ώστε να πλησιάση, την φάλαιναν υπηνέμως, χωρίς ουδείς κρότος να φανερώση την προσέγγισιν της λέμβου.

Ο Χόβικ διηύθυνε λοιπόν την λέμβον ακολουθών την αρκούντως μακράν καμπύλην, ην διέγραφεν η ερυθρά εκείνη μάζα εν μέσω της ο οποίος εκυμάτιζεν η φάλαινα.

Τοιουτοτρόπως ήτο ανάγκη να την περιστρέψωσιν.

Ο ναύκληρος ο επιφορτισμένος τον χειρισμόν τούτον ήτο θαλασσινός λίαν ατάραχος, παρέχων πάσαν εμπιστοσύνην εις τον πλοίαρχον Χουλ. Δεν ηδύναντο να φοβηθώσι παρ' αυτού μήτε δισταγμόν μήτε αλλοφροσύνην.

— Προσοχή εις το πηδάλιον, Χόβικ, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ· θα προσπαθήσωμεν να προκαταλάβωμεν την φάλαιναν. Ας μη φανερωθώμεν ειμή όταν θα ευρεθώμεν εις θέσιν να την ακοντίσωμεν.

— Εννόησα, κύριε, απεκρίθη ο Χόβικ, θα ακολουθήσω την περιστροφήν αυτών των ερυθρών υδάτων εις τρόπον ώστε να ευρισκώμεθα πάντοτε υπηνέμως.

— Καλά! είπεν ο πλοίαρχος Χουλ. — Παιδιά, όσω το δυνατόν ολιγώτερον θόρυβον εις τα κουπιά.

Αι κώπαι επιμελώς περιτετυλιγμέναι διά ψάθου, εκινούντο αθορύβως.

Η λέμβος, επιδεξίως διευθυνομένη υπό του Χόβικ, έφθασεν εις την ευρείαν μάζαν των μαλακοδέρμων.

Αι εις τα δεξιά κώπαι εβυθίζοντο έτι εις το πράσινον και διαυγές ύδωρ, ενώ αι εις τα αριστερά, ανεγείρουσαι το ερυθρωπόν ρευστόν, εφαίνοντο αποστάζουσαι σταγόνας αίματος.

— Κρασί και νερό! είπε είς των ναυτών.

— Ναι, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ αλλά νερό το οποίον δεν πίνεται και κρασί το οποίον δεν καταπίνεται! Εμπρός παιδιά, ας μη ομιλώμεν πλέον και ας προχωρώμεν.