Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Part 4

Chapter 44 wordsPublic domain

Ούτω λοιπόν εις τας συνομιλίας ταύτας και πολλάς άλλας, αίτινες εστρέφοντο αναλλοιώτως επί τινος σημείου της εντελούς λογικής επιστήμης, άμα ελάμβανε μέρος ο εξάδελφος Βενέδικτος, διέρρεον αι μακραί ώραι της επιπόνου εκείνης θαλασσοπλοΐας. Η θάλασσα ήτο πάντοτε ωραία, αλλ' οι άνεμοι ηνάγκαζον τον μυοπάρωνα να μη προχωρή. Το «Πίλγριμ» δεν επροχώρει πολύ προς ανατολάς, τόσον η αύρα ήτο ασθενής, και εβράδυνε να φθάση εις τα παράλια εκείνα όπου οι άνεμοι θα ήσαν εις αυτό ευνοϊκώτερον.

Δέον να είπωμεν ενταύθα ότι ο εξάδελφος Βενέδικτος είχεν αποπειραθή να μυήση τον νεαρόν δόκιμον εις τα μυστήρια της εντομολογίας.

Αλλ' ο Δικ Σανδ εφάνη πολύ απειθής εις τας παροτρύνσεις του.

Ελλείψει λοιπόν άλλου, ο επιστήμων επέπεσε κατά των μαύρων, οίτινες δεν ηννόουν τίποτε. Επί τέλους ο Τωμ, ο Ακτέων, ο Βαρθολομαίος και ο Αυγουστίνος ελιποτάκτησαν, ο δε καθηγητής ευρέθη μετά μόνου του Ηρακλέους όστις τω εφαίνετο ότι είχε φυσικάς τινας διαθέσεις να διακρίνη παράσιτον από θυσανούρου.

Ο γιγαντώδης μαύρος έζη λοιπόν εν τω κόσμω των κολεοπτέρων των σαρκοβόρων, των θηρευτών, των κανονοβηλητών, των τεκροθαπτών, των πυγολαμπίδων, των καράβων, των σιλφών, των ασπαλάκων, των μηλονθών, των κανθάρων, των σκοτίων, των σιταροφθειρών, των μυιών, σπουδάζων άπασαν την συλλογήν του εξαδέλφου Βενεδίκτου, χωρίς ούτος να φρικιά οσάκις έβλεπε τα εύθραστα εκείνα δείγματα μεταξύ των χονδρών δακτύλων του Ηρακλέους, άτινα είχον την σκληρότητα και την δύναμιν μαγγάνου.

Αλλ' ο κολοσσιαίος μαθητής ήκουε τοσούτον ευπειθώς τα μαθήματα του καθηγητού, ώστε ήξιζε τη αληθεία να ριψοκινδυνεύσωσί τινα χάριν αυτού.

Ενώ δε ο εξάδελφος Βενέδικτος ειργάζετο τοιουτοτρόπως, η κυρία Βέλδων δεν άφινε τον μικρόν Ζακ εντελώς άνευ ενασχολήσεως.

Εδίδασκεν αυτόν να αναγινώσκη και να γράφη, ο δε φίλος του Δικ Σανδ ανέλαβε την διδασκαλίαν των πρώτων στοιχείων της αριθμητικής.

Εν ηλικία πέντε ετών είναι τις εισέτι μικρόν παιδίον και διδάσκεται καλλίτερον ίσως διά πρακτικών παιγνιδίων ή διά θεωρητικών μαθημάτων, αναγκαίως ολίγον δυσχερών.

Ο Ζακ εμάνθανε να αναγινώσκη ουχί δι' αλφαβηταρίου, αλλά διά γραμμάτων κινητών, τετυπωμένων δι' ερυθρού χρώματος επί ξυλίνων κύβων, ούτως ώστε να σχηματίζωνται λέξεις. Ενίοτε η κυρία Βέλδων ελάμβανε τους κύβους εκείνους και συνέθετε μίαν λέξιν είτα τους ανεμίγνυε και άφινεν εις τον Ζακ την φροντίδα να τους θέση πάλιν εις την απαιτουμένην τάξιν.

Το μικρόν παιδίον πολύ ηγάπα τον τρόπον τούτον του μανθάνειν την ανάγνωσιν. Κάθε ημέραν διήρχετο ώρας τινάς οτέ μεν εις τον θαλαμίσκον οτέ δε εις το κατάστρωμα όπως αναταράσση τα γράμματα του αλφαβήτου του.

Τούτο προεκάλεσεν ημέραν τινά γεγονός τοσούτον παράδοξον, τοσούτον απροσδόκητον, ώστε πρέπει να το αναφέρωμεν μετά τινος λεπτομερείας.

Ήτο η πρωία της 9 Φεβρουαρίου. Ο Ζακ ημικεκλισμένος επί του καταστρώματος, διεσκέδαζε σχηματίζων λέξιν τινά την οποίαν ο γηραιός Τωμ, ώφειλε να ανασχηματίση μετά την ανάμιξιν των γραμμάτων. Ο Τωμ την χείρα έχων επί των οφθαλμών, διά να μη υποκλέψη τι, δεν έπρεπε να ίδη τίποτε και δεν έβλεπε τίποτε εκ της εργασίας του μικρού παιδίου.

Εκ των διαφόρων εκείνων γραμμάτων, πεντήκοντα περίπου τον αριθμόν, τα μεν ήσαν κεφαλαία τα δε μικρά. Προσέτι τινές των κύβων εκείνων έφερον ένα αριθμόν, όπερ επέτρεπε να μανθάνη τις να σχηματίζη λέξεις.

Οι κύβοι εκείνοι ήσαν αραδιασμένοι επί του καταστρώματος, και ο μικρός Ζακ ελάμβανε πότε τον ένα πότε τον άλλον διά να συνθέση την λέξιν του, — τη αληθεία βαρεία εργασία.

Αλλ' από τινων στιγμών ο Δίγγος περιστρέφετο περί το μικρόν παιδίον, ότε αίφνης εστάθη. Οι οφθαλμοί του προσηλώθησαν, ο δεξιός αυτού πους υψώθη, η ουρά του εκινείτο σπασμωδικώς. Είτα αίφνης, ορμήσας επί ενός των ξυλίνων κύβων, τον ήρπασε διά του στόματος του και τον απέθεσεν επί του καταστρώματος ολίγα βήματα μακράν του Ζακ.

Ο κύβος εκείνος έφερε το κεφαλαίον γράμμα Σ.

— Δίγγε, ε, Δίγγε! ανέκραξε το μικρόν παιδίον νομίσαν κατ' αρχάς ότι ο κύων κατέπιε το Σ εκείνο.

Αλλ' ο Δίγγος είχεν επιστρέψει και αρχίσας πάλιν την αυτήν εργασίαν ήρπασεν άλλον κύβον και τον απέθεσε πλησίον του πρώτου.

Ο δεύτερος εκείνος κύβος ήτο έν Β κεφάλαιον.

Την φοράν ταύτην ο Ζακ εξέβαλε κραυγήν.

Εις την κραυγήν εκείνην, η κυρία Βέλδων, ο πλοίαρχος Χουλ και ο νεαρός δόκιμος, οίτινες περιεφέροντο εις το κατάστρωμα, προσέτρεξαν. Ο μικρός Ζακ διηγήθη τότε εις αυτούς τι είχε συμβή.

Ο Δίγγος εγνώριζε τα γράματά του! Ο Δίγγος ήξευρε να αναγινώσκη. Τούτο ήτο βέβαιον, διότι τον είδεν ο Ζακ.

Ο Δικ Σανδ ηθέλησε να λάβη τους δύο κύβους διά να τους αποδώση εις τον φίλον του Ζακ, αλλ' ο Δίγγος τω έδειξε τους οδόντας.

Εν τούτοις ο δόκιμος κατόρθωσε να ανακτήση τους δύο κύβους και τους έθεσε πάλιν εις το παιγνίδιον.

Ο Δίγγος ώρμησεν εκ νέου, ήρπασε πάλιν τα αυτά δύο γράμματα και τα έφερε μακράν. Την φοράν όμως ταύτην θέσας τους πόδας επ' αυτών, εφαίνετο έχων απόφασιν να τα κρατήση όπως ηδύνατο. Περί δε των άλλων γραμμάτων του αλφαβήτου ουδόλως εφρόντιζεν εάν υπήρχον.

— Τι περίεργον πράγμα! είπεν η κυρία Βέλδων.

— Τωόντι πολύ περίεργον, απήντησε, ο πλοίαρχος Χουλ παρατηρών προσεκτικώς τα δύο γράμματα.

— Σ, Β, — είπεν η κυρία Βέλδων.

— Σ, Β, — επανέλαβεν ο πλοίαρχος Χουλ. Αλλ' είναι ακριβώς τα γράμματα τα οποία φέρει το περιδέραιον του Δίγγου!

Είτα αίφνης, στραφείς προς τον γέροντα μαύρον.

— Τωμ, ηρώτησεν, δεν με είπετε ότι αυτός ο κύων προ ολίγου μόνον καιρού ανήκεν εις τον πλοίαρχον του «Βάλδεκ»;

— Μάλιστα, κύριε. Ο Δίγγος ευρίσκετο εις το πλοίον μόλις από δύο ετών.

Και δεν προσεθέσατε και ότι ο πλοίαρχος του Βάλδεκ εύρε τον κύνα τούτον εις την δυτικήν παραλίαν της αφρικής;

— Μάλιστα κύριε, εις τα πέριξ του Κόγγου. Ήκουσα πολλάκις τον πλοίαρχον να το λέγη.

— Λοιπόν, ηρώτησεν ο πλοίαρχος Χουλ, ποτέ δεν έμαθον εις ποίον ανήκεν αυτός ο κύων, μήτε πόθεν ήρχετο;

— Ποτέ, κύριε· σκύλος έκθετος είναι χειρότερον βρέφους εκθέτου. Μήτε σημείωσίς τις επ' αυτού, και το δεινότερον, μήτε δύναται να ομιλήση.

Ο πλοίαρχος Χουλ εσιώπησε και εσκέπτετο.

— Τα δύο αυτά γράμματα μήπως φέρουσιν εις την μνήμην σας ανάμνησίν τινα; ηρώτησε τον πλοίαρχον Χουλ η κυρία Βέλδων, αφού τον άφησε να σκεφθή επί τινας στιγμάς.

— Μάλιστα, κυρία Βέλδων, μίαν ανάμνησιν, ή μάλλον σχέσιν τινά παράδοξον.

— Ποίαν;

— Τα δύο αυτά γράμματα δύνανται να έχωμεν έννοιάν τινα και να σας φωτίσωσι περί της τύχης τολμηρού τινος περιηγητού.

— Τι εννοείτε; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Ιδού, κυρία Βέλδων. Κατά το 1871, — επομένως προ δύο ετών — γάλλος περιηγητής, κατ' απαίτησιν της γεωγραφικής εταιρείας των Παρισίων, ανεχώρησε με σκοπόν να διέλθη την Αφρικήν από δυσμών προς ανατολάς. Το σημείον της αναχωρήσεώς του ήτο ακριβώς το στόμιον του Κόγγου. Το σημείον της αφίξεως έπρεπε να είναι το όσω το δυνατόν το ακρωτήριον Δελδάγον, εις τας εκβολάς του Ροβούμα, ούτινος θα ηκολούθει το ρεύμα. Ο γάλλος εκείνος περιηγητής εκαλείτο Σαμουήλ Βερνών.

— Σαμουήλ Βερνών! επανέλαβεν η κυρία Βέλδων.

— Μάλιστα, κυρία Βέλδων, και τα δύο ταύτα ονόματα αρχίζουσιν ακριβώς εκ των δύο τούτων γραμμάτων τα οποία εξέλεξεν ο Δίγγος μεταξύ όλων, και τα οποία είναι κεχαραγμένα εις το περιλαίμιόν του.

— Τωόντι, απήντησεν η κυρία Βέλδων. Και ο περιηγητής εκείνος; . . .

— Ο περιηγητής εκείνος ανεχώρησεν, απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ και δεν ηκούσθη τι πλέον περί αυτού μετά την αναχώρησίν του.

— Ποτέ; ηρώτησεν ο δόκιμος.

— Ποτέ, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ.

— Τι συμπεραίνεται εκ τούτου; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Ότι ο Σαμουήλ Βερνών προδήλως δεν ηδυνήθη να φθάση εις την ανατολικήν ακτήν της Αφρικής, είτε διότι ηχμαλωτίσθη υπό των ιθαγενών, είτε διότι τον προσέβαλεν ο θάνατος καθ' οδόν.

— Και τότε ο κύων ούτος; . .

— Ο κύων ούτος θα τω ανήκεν, ευτυχέστερος δε του κυρίου του, εάν η εικασία μου είναι ορθή, θα ηδυνήθη να επανέλθη εις την παραλίαν του Κόγγου, αφού, καθ' ήν εποχήν συνέβησαν ταύτα, ευρέθη εκεί υπό του πλοιάρχου του «Βάλδεκ».

— Αλλά, παρετήσεν η κυρία Βέλδων, ηξεύρετε εάν ο άλλος εκείνος περιηγητής συνωδεύετο υπό κυνός κατά την αναχώρησίν του; Μήπως είναι απλή εικασία εκ μέρους σας;

— Τωόντι είναι απλή εικασία, κυρία Βέλδων, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ. Αλλά το βέβαιον είναι ότι ο Δίγγος γνωρίζει αυτά τα δύο γράμματα Σ και Β, τα οποία ακριβώς είναι τα αρχικά στοιχεία των δύο ονομάτων του γάλλου περιηγητού. Τώρα, πώς το ζώον έμαθε να τα διακρίνη, τούτο δεν ειμπορώ να εξηγήσω, αλλά, το επαναλαμβάνω, τα γνωρίζει βεβαιότατα, και ιδού όπου τα ωθεί διά του ποδός του και φαίνεται ως εάν μας προσκαλή να τα αναγνώσωμεν μετ' αυτού.

— Τωόντι, δεν ηδύνατο να απατηθώσιν ως προς την πρόθεσιν του Δίγγου.

— Ήτο λοιπόν μόνος ο Σαμουήλ Βερνών όταν εγκατέλιπε το παράλιον του Κόγγου; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ.

— Το αγνοώ, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ. Εν τούτοις, πιθανόν είναι ότι θα είχε μεθ' εαυτού συνοδείαν ιθαγενών.

— Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Νεγορός, αφήσας την θέσιν του, εφάνη επί του καταστρώματος. Κατ' αρχάς ουδείς εννόησε την παρουσίαν του και ουδείς είδε το αλλόκοτον βλέμμα το οποίον έρριψεν επί του κυνός όταν παρετήρησε τα δύο γράμματα προ των οποίων ούτος ίστατο. Αλλ' ο Δίγγος, αναγνωρίσας τον μάγειρον, ήρχισε να δίδει σημεία εσχάτης μανίας.

— Ο Νεγορός επέστεψεν αμέσως εις την θέσιν του πληρώματος ουχί άνευ ακουσίου τινός απειλητικού κινήματος προς τον κύνα.

— Υπάρχει μυστήριόν τι! εψιθύρισεν ο πλοίαρχος Χουλ, ον δεν διέλαθεν ουδέν των της σκηνής εκείνης.

— Αλλά, κύριε, είπεν ο δόκιμος, δεν είναι παράξενον κύων να δύναται να αναγνωρίζη γράμματα του αλφαβήτου;

— Όχι! ανέκραξεν ο μικρός Ζακ. Η μήτηρ μου πολλάκις με διηγήθη την ιστορίαν κυνός ο οποίος ήξευρε ν' αναγινώσκη και να γράφη και μάλιστα να παίζη δόμινον ως αληθής διδάσκαλος σχολείου.

— Φίλτατόν μου τέκνον, απεκρίθη η κυρία Βέλδων μειδιώσα, ο κύων εκείνος όστις ωνομάζετο Μόνιτος δεν ήτο τόσον σοφός όσον νομίζεις. Εάν πιστεύσω όσα με διηγήθησαν, δεν ηδύνατο να συνθέση την λέξιν του. Αλλ' ο κύριός του, επιτήδειος Αμερικανός, παρατηρήσας πόσον ο Μόνιτος είχεν οξείαν την ακοήν, επεμελήθη να εξασκήση την αίσθησιν εκείνην και να εξαγάγη περιεργότατα αποτελέσματα.

— Και τι έπρατε, κυρία Βέλδων; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ αισθανθείς ενδιαφέρον προς την διήγησιν σχεδόν όσον και ο μικρός Ζακ.

— Ιδού, φίλε μου. Όταν ο Μόνιτος επρόκειτο να «εργασθή» ενώπιον του κοινού, γράμματα όμοια προς ταύτα ετίθεντο επί τραπέζης. Επί της τραπέζης εκείνης ο κύων περιεφέρετο, περιμένων να τω προταθή λέξις τις είτε υψηλοφώνως είτε χαμηλοφώνως, υπό τον όρον όμως να γινώσκη την λέξιν ταύτην ο κύριός του.

— Ώστε, απόντος του κυρίου του . . .

— Ο κύων δεν θα ηδύνατο να πράξη τίποτε, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, και ιδού διατί. Τιθεμένων των γραμμάτων επί της τραπέζης, ο Μόνιτος περιεφέρετο διά μέσου του αλφαβήτου εκείνου, άμα δε έφθανεν ενώπιον του γράμματος όπερ έπρεπε να εκλέξη ίστατο· αλλ' εάν ίστατο, έπραττε τούτο διότι ήκουε τον ανεπαίσθητρν εις πάντα άλλον κρότον οδοντογλυφίδος, τον οποίον έκαμνεν εις το θυλάκιόν του ο Αμερικανός. Ο κρότος εκείνος ήτο διά τον Μόνιτον σύνθημα να λάβη το στοιχείον και να το θέση εις την πρέπουσαν τάξιν.

— Και ιδού όλον το μυστικόν! ανέκραξεν ο Δικ Σανδ.

— Ιδού όλον το μυστικόν, απήντησεν η κυρία Βέλδων, ως παν ό,τι γίνεται εν τη ταχυδακτυλουργική τέχνη. Εν απουσία του Αμερικανού ο Μόνιτος δεν θα ήτο πλέον Μόνιτος. Εκπλήττομαι λοιπόν πώς, ενώ ο κύριός του δεν είναι εδώ, — εάν εν τούτοις ο περιηγητής Σαμούλ Βερνών υπήρξε ποτε κύριός του, — ο Δίγγος ειμπορεί να αναγνωρίση τα δύο ταύτα γράμματα.

— Τωόντι, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ είναι πολύ παράδοξον. Παρατηρήσατε όμως καλώς, ενταύθα δεν πρόκειται ειμή περί δύο μόνον γραμμάτων, δύο ειδικών γραμμάτων, και ουχί λέξεως τυχαίως εκλεγομένης. Μεθ' όλα ταύτα, ο κύων εκείνος όστις εκτύπα την θύραν του μοναστηρίου διά να λάβη το διά τους πτωχούς διαβάτας προωρισμένον φαγητόν, και ο άλλος εκείνος όστις επιφορτιζόμενος μετά τινος ομοίου του να στρέφη τον οβελόν ημέραν παρ' ημέραν, ηρνείτο να πράξη τούτο όταν δεν ήτο η σειρά του, οι δύο εκείνοι κύνες, λέγω, ήσαν νοημονέστεροι του Δίγγου. Άλλως τε ευρισκόμεθα ενώπιον γεγονότος αδιαφιλονικήτου. Εξ όλων των γραμμάτων του αλφαβήτου τούτου, ο Δίγγος εξέλεξε μόνον τα δύο ταύτα Σ και Β. Τα άλλα φαίνεται ότι μήτε τα γνωρίζη καν. Πρέπει λοιπόν να συμπεράνωμεν ότι δι' αιτίαν άγνωστον εις ημάς, η προσοχή του είχε προσηλωθή επί των δύο τούτων γραμμάτων.

— Α! πλοίαρχε Χουλ είπεν ο νεαρός δόκιμος, εάν ο Δίγγος, ηδύνατο να ομιλήση! . . . Ίσως θα μας έλεγε τι σημαίνουσιν αυτά τα δύο γράμματα, και διατί δεικνύει τους οδόντας του εις τον μάγειρόν μας.

— Και τι οδόντας! απεκρίθη ο πλοίαρχος Χουλ, καθ' ήν στιγμήν ο Δίγγος, ανοίξας το στόμα, εδείκνυε τας φοβεράς αρπάγας του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

ΦΑΛΑΙΝΑ ΕΙΣ ΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ

Ευκόλως δύναταί τις να φαντασθή ότι το παράδοξον εκείνο συμβεβηκός υπήρξε πλέον ή άπαξ των συνδιαλέξων αίτινες εγίνοντο εις την πρύμνην του «Πίλγριμ» μεταξύ της κυρίας Βέλδων, του πλοιάρχου Χουλ και του νεαρού δοκίμου.

Ούτος, μάλλον ιδιαιτέρως, ησθάνθη ορμέμφυτον δυσπιστίαν προς τον Νεγορόν, του οποίου εν τούτοις η διαγωγή ουδεμιάς μομφής ήτο αξία.

Εις την πρώραν συνδιελέγοντο ωσαύτως περί τούτου, αλλά δεν εξήγον τα αυτά συμπεράσματα.

Εκεί, υπό των ανθρώπων του πληρώματος, ο Δίγγος εθεωρείτο απλούστατα ως κύων να αναγινώσκη και ίσως μάλιστα να γράφη καλλίτερον πολλών ναυτών του πλοίου, και εάν δεν ωμίλει, τούτο εσήμαινεν ότι κατά πάσαν πιθανότητα είχεν ισχυρούς λόγους να σιωπά.

— Αλλ' ημέραν τινά, είπεν ο πηδαλιούχος Βόλτων, ημέραν τινά αυτός ο σκύλος θα μας ερωτήση πού διευθυνόμεθα, εάν ο άνεμος είναι βορειοδυτικός ή βορειανατολικός, και θα χρειασθή να τω αποκριθώμεν.

— Υπάρχουσι ζώα τα οποία λαλούσιν, είπεν άλλος ναύτης, κίσσαι, παπαγάλοι. Λοιπόν διατί και σκύλος να μη κάμνη το αυτό, εάν του ήρχετο επιθυμία; Δυσκολώτερον είναι να ομιλήση τις με το ράμφος ή με το στόμα.

— Βεβαιότατα, είπεν ο ναύκληρος Χούβικ. Αλλά τούτο ποτέ δεν το είδε τις.

Πολύ θα εξέπληττέ τις τους αγαθούς εκείνους άνδρας εάν τοις έλεγεν ότι επιστήμων τις Δανός είχεν κύνα, όστις επρόφερεν ευδιακρίτως περί τας είκοσι λέξεις.

Αλλ' εκ τούτου μέχρι του να εννοή ό,τι έλεγεν, υπήρχεν άβυσσος.

Προδήλως ο κύων εκείνος, του οποίου η γλωττίς ήτο πεπλασμένη εις τρόπον ώστε να δύναται να προφέρη ήχους κανονικούς, ουδόλως εννόει την σημασίαν αυτών, ως οι ψιττακοί, οι κολοσοί και αι κίσσαι.

Η φράσις παρά τοις ζώοις τούτοις, δεν είναι άλλο τι ειμή είδος τι κελαδήματος ή κραυγών λαλουμένων ληφθεισών εκ ξένης γλώσσης της οποίας δεν έχουσι την έννοιαν.

Όπως δήποτε ο Δίγγος εγένετο ο ήρως του πλοίου ένεκα του οποίου όμως ουδόλως υπερηφανεύετο.

Πολλάκις ο πλοίαρχος Χουλ επανέλαβε το πείραμα.

Οι ξύλινοι κύβοι του αλφαβήτου ετίθεντο ενώπιον του Δίγγου, και πάντοτε, άνευ λάθους, άνευ δισταγμού τα δυο γράμματα Σ και Β εξελέγοντο μεταξύ όλων υπό του παραδόξου ζώου, χωρίς τα άλλα να ελκύωσί ποτε την προσοχήν του.

Το πείραμα τούτο πολλάκις επανελήφθη ενώπιον του εξαδέλφου Βενεδίκτου, αλλ' ούτος ουδέν έδειξεν ενδιαφέρον.

— Εν τούτοις, ηξίωσε να είπη ημέραν τινά, δεν πρέπει να πιστεύσωμεν ότι μόνοι οι κύνες έχουσι το πλεονέκτημα να είναι νοήμονες κατά τοιούτον τρόπον. Και άλλα ζώα τους ομοιάζουσιν, ακολουθούντα απλώς το ορμέμφυτόν των. Τοιούτον είναι οι ποντικοί, οι οποίοι εγκαταλείπουσι το προωρισμένον να καταποντισθή εις την θάλασσαν πλοίον· τοιούτοι είναι οι κάστορες, οίτινες προβλέπουσι την αύξησιν των υδάτων και εγείρουσιν υψηλότερα προχώματα· τοιούτοι ήσαν οι ίπποι του Νικομήδους, του Σκερδέρμπεη και του Οππιανού, οίτινες τόσην λύπην ησθάνθησαν ώστε απέθανον μετά τον θάνατον των κυρίων των, τοιούτοι είναι οι όνοι, τοσούτον θαυμαστοί διά την μνήμην των, και τόσα άλλα τέλος ζώα, άτινα ετίμησαν το ζωικόν βασίλειον. Δεν είδομεν πτηνά, θαυμασίως δεδιδαγμένα, άτινα γράφουσιν απταίστως λέξεις καθ' υπαγόρευσιν των διδασκάλων των, κακατόας αίτινες μετρούσι τόσον καλώς όσον λογιστής του γραφείου των γεωγραφικών πλατών όλα τα έν τινι αιθούση παρόντα πρόσωπα; Δεν υπήρξε ψιττακός, αγορασθείς αντί εκατόν χρυσών σκούδων, όστις χωρίς να παραλείψη μήτε λέξιν, έλεγεν εις τον καρδινάλιον τον κύριόν του όλον το Σύμβολον των αποστόλων; Τέλος, η νόμιμος υπερηφάνεια ενός εντομολόγου δεν πρέπει να φθάνη εις το έπακρον, όταν βλέπη απλά έντομα παρέχοντα αποδείξεις νοημοσύνης ανωτέρας και επιβεβαιούντα ευγλώττως το αξίωμα:

&Εν ελαχίστοις μέγας ο Θεός&

τους μύρμηκας εκείνους οίτινες θα ηδύναντο να παραβληθώσι προς τους επισημοτάτους των μεγαλειτέρων πόλεων, τους υδροβίους εκείνους αργυρονήτους οι οποίοι κατασκευάζουσι καταβυθιστικούς κώδωνας, τους ψύλλους εκείνους οίτινες σύρουσιν αμάξας ως αληθείς αμαξηλάται, οίτινες εκτελούσι γυμνάσια τόσον καλώς όσον οι καραβινοφόροι, οίτινες κανονιοβολούσι καλλίτερον ή οι πτυχιούχοι πυροβοληταί του Βεστποέν (12); Όχι, ο Δίγγος ούτος δεν είναι άξιος τοσούτων επαίνων, και εάν είναι τόσον δυνατός εις το αλφάβητον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ανήκει εις είδος τι μολοσσών, μη ταξινομηθείς εν τη ζωολογική επιστήμη, «τον αλφαβητικόν κύνα» της Νέας Ζηλανδίας.

Μεθ' όλας τας ομιλίας ταύτας και άλλας του φθονερού εντομολόγου, ο Δίγγος δεν απώλεσε την κοινήν υπόληψιν και εξηκολούθησε να θεωρήται ως φαινόμενον εν τοις συνομιλίαις όλου του πληρώματος.

Εν τούτοις πιθανόν ότι ο Νεγορός δεν συνεμερίζετο τον γενικόν ενθουσιασμόν προς το ζώον.

Ίσως μάλιστα το εύρισκεν υπέρ το δέον νοήμον.

Όπως δήποτε, ο κύων εδείκνυε πάντοτε την αυτήν αντιπάθειαν κατά του μαγείρου, και βεβαίως θα εκινδύνευε να πάθη κακόν τι, εάν δεν ήτο αφ' ενός μεν κύων ικανός να προστατεύση εαυτόν, αφ' ετέρου δε προστατευόμενος υπό της συμπαθείας όλων των εν τω πλοίω.

Ο Νεγορός απέφευγε πλειότερον ή άλλοτε να ευρεθή επί παρουσία του. Ο Δικ Σανδ δεν έλειψε να παρατηρήση ότι από του συμβάντος των δύο γραμμάτων η αμοιβαία αντιπάθεια του ανθρώπου και του κυνός είχεν αυξήσει. Τούτο ήτο αληθώς ανεξήγητον.

Τη 10 Φεβρουαρίου ο βορειανατολικός άνεμος, όστις μέχρι τότε είχε διαδεχθή τας μακράς και απελπιστικάς νηνεμίας, κατά την διάρκειαν των οποίων το «Πίλγριμ» έμενεν ακίνητον, ηλαττώθη επαισθητώς.

Ο πλοίαρχος Χουλ ηδυνήθη λοιπόν να ελπίζη ότι μεταβολή τις εις την διεύθυνσιν των ατμοσφαιρικών ρευμάτων έμελλε να παραχθή και ίσως ο μυοπάρων θα έπλεε τέλος πλησίστιος.

Η εξ Ωκλάνδης αναχώρησίς του εχρονολογείτο από δέκα εννέα ημερών μόνον. Η βραδύτης άρα δεν ήτο μεγάλη, το δε «Πίλγριμ», χάρις εις τα καλά αυτού ιστία, θα ηδύνατο τη βοηθεία πλαγίου ανέμου να ανακτήση ευκόλως τον απολεσθέντα χρόνον. Αλλ' έπρεπε να περιμένη ολίγας ημέρας μέχρις ου πνεύσωσι σταθερώς οι δυτικοί άνεμοι.

Το μέρος εκείνο του Ειρηνικού ήτο πάντοτε έρημον. Ουδέν πλοίον εφαίνετο εις τα παράλια εκείνα. Ήτο πλάτος εντελώς εγκαταλελειμμένον υπό των θαλασσοπόρων. Οι φαλαινοθήραι των μεσημβρινών θαλασσών δεν ετόλμων εισέτι να διέλθωσι τον τροπικόν.

Οι εν τω «Πίλγριμ» λοιπόν, οίτινες ένεκεν ιδιαιτέρων περιστάσεων ηναγκάσθησαν να εγκαταλείπωσι τα μέρη της αλιείας προ του τέλους της εποχής, δεν έπρεπε να ελπίζωσιν ότι ήθελον συναντήσει πλοίον τι εκεί.

Όσον δ' αφορά τα υπερειρηνικά ατμόπλοια, είπομεν ήδη ότι ταύτα δεν ηκολούθουν παράλληλον τόσω υψηλήν κατά τους διάπλους αυτών μεταξύ της Αυστραλίας και της αμερικανικής ηπείρου.

Εν τούτοις, ένεκεν αυτής ταύτης της ερημίας της θαλάσσης πρέπει να ερευνήσωμεν αυτήν μέχρι των τελευταίων ορίων του ορίζοντος. Όσον μονότονος και αν δύναται να φανή εις τα απρόσεκτα πνεύματα, τόσον απείρως ποικίλη είναι δι' εκείνον όστις δύναται να την εννοήση. Αι μάλλον αδιόρατοι μεταβολαί θέλγουσι τας φαντασίας εκείνας αίτινες εννοούσι τας ποιήσεις του Ωκεανού. Θαλάσσιον φυτόν φερόμενον επί των κυμάτων, κλάδος βρύου του οποίου η ελαφρά πορεία ποικίλλει την επιφάνειαν της θαλάσσης, τεμάχιον σανίδος του οποίου θα ήθελέ τις να μάθη την ιστορίαν, δεν χρειάζονται περισσότερα. Προ του απείρου εκείνου, το πνεύμα υπ' ουδενός εμποδίζεται. Η φαντασία έχει ελεύθερον στάδιον. Έκαστον των υδατίνων εκείνων μορίων, άτινα η εξάτμισις ανταλλάσσει συνεχώς μεταξύ της θαλάσσης και του ουρανού, περικλείει ίσως το μυστήριον καταστροφής τινος. Τούτου ένεκα πρέπει να φθονώμεν εκείνους των οποίων η ενδόμυχος σκέψις δύναται να ερευνήση τα μυστήρια του Ωκεανού, τα πνεύματα εκείνα τα υψούμενα από της κινητής επιφανείας μέχρι του ουρανού.

Η ζωή άλλως τε εκδηλούται πάντοτε υπεράνω ως και υποκάτω των θαλασσών.

Οι επιβάται του «Πίλγριμ» ηδύναντο να ίδωσι μικροτάτους ιχθείς καταδιωκωμένους υπό σμήνους πτηνών, εξ εκείνων τα οποία πριν του χειμώνος φεύγουσι το τραχύ κλίμα των πόλεων.

Και πολλάκις ο Δικ Σανδ, άξιος μαθητής του Ζαμ Βέλδων ως προς το αντικείμενον τούτο ως και εις πολλά άλλα, έδωκεν αποδείξεις της θαυμασίας αυτού επιδεξιότητος εις το πυροβόλον ή εις το πιστόλιον, φονεύων τινά των ταχυπτέρων εκείνων πτηνών.

Μεταξύ τούτων ήσαν θαλασσοβάται λευκοί και άλλοι θαλασσοβάτα,ι των οποίων αι πτέρυγες διεγραμμίζοντο εις τα άκρα υπό ταινίας μελαγχρόου.

Ενίοτε ωσαύτως διήρχοντο σμήνη κογχίλων ή λιπαρόχηνες τινές, των οποίων το επί της ξηράς βάδισμα είναι βαρύ και γελοίον.

Εν τούτοις, ως παρετήρησεν ο πλοίαρχος Χουλ οι λιπαρόχηνες εκείνοι, μεταχειριζόμενοι τους πόδας των ως αληθή πτερύγια, δύνανται να προκαλέσωσιν εις το κολύμβημα τους ταχυτέρους ιχθύς, ούτως ώστε και αυτοί οι ναυτικοί τους συγχέουσιν ενίοτε μετά των τρωκτών.

Υψηλότερον, γιγαντιαίοι κλυδωνομάντεις έπληττον τον αέρα διά των πτερύγων των, αίτινες είχον περίμετρον δέκα ποδών, και εκάθηντο είτα επί της επιφανείας των υδάτων, ανακινούντες αυτά διά του ράμφους των όπως εύρωσι την τροφήν των.

Όλαι αύται αι σκηναί παρίστων θέαμα ποικίλλον, όπερ πνεύματα αναίσθητα προς τα θέλγητρα της φύσεως θα εύρισκον μονότονον.

Την ημέραν εκείνην η κυρία Βέλδων περιεφέρετο εις την πρύμνην του «Πίλγριμ», ότε φαινόμενόν τι αρκούντως περίεργον είλκυσε την προσοχήν της.

Τα ύδατα της θαλάσσης εγένοντο σχεδόν αιφνιδίως ερυθρά.

Ηδύνατό τις να νομίση ότι είχον βαφή δι' αίματος και ο ανεξήγητος εκείνος χρωματισμός εξετείνετο όσον μακράν ηδύνατο να φθάση το βλέμμα.

Τότε ο Δικ Σανδ ευρίσκετο μετά του μικρού Ζακ πλησίον της κυρίας Βέλδων.

— Βλέπεις, Δικ, είπεν εκείνη προς τον νεαρόν δόκιμον, τον αλλόκοτον τούτον χρωματιστόν του Ειρηνικού; Μήπως οφείλεται ούτος εις θαλάσσιόν τι φυτόν;

— Όχι, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, ο χρωματισμός ούτος παράγεται υπό μυριάδων μικρών μαλακοδέρμων, διά των οποίων συνήθως τρέφονται τα μεγάλα μαστοφόρα. Οι αλιείς, ουχί άνευ λόγου, ονομάζουσιν αυτά «φαγητόν της φαλαίνης».

— Μαλακόδερμα! είπεν η κυρία Βέλδων. Αλλ' είναι τόσον μικρά ώστε σχεδόν ηδύνατό τις να τα ονομάση θαλάσσια έντομα. Ο εξάδελφος Βενέδικτος θα υπερευχαριστηθή ίσως εάν συλλέξη ολίγα τινά εξ αυτών.

Και καλούσα:

— Εξάδελφε Βενέδικτε! εφώνησεν.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος εξήλθε του δωματίου σχεδόν συγχρόνως μετά του πλοιάρχου Χουλ.

— Εξάδελφε Βενέδικτε, είπεν η κυρία Βέλδων, ιδέτε λοιπόν τον μεγάλον εκείνον ερυθρωπόν σωρόν όστις εκτείνεται επ' άπειρον.

— Ναι, είπεν ο πλοίαρχος Χουλ είναι το φαγητόν της φαλαίνης. Κύριε Βενέδικτε, ωραία ευκαιρία διά να σπουδάσητε το περίεργον τούτο είδος των μαλακοδέρμων.

— Ουφ, έκανεν ο εντομολόγος.

— Πώς ουφ! ανέκραξεν ο πλοίαρχος. Αλλά δεν έχετε το δικαίωμα να εκφράζηται τοιαύτην αδιαφορίαν. Τα μαλακόδερμα ταύτα σχηματίζουσι μίαν των έξ κλάσεων των ενάρθρων, εάν δεν απατώμαι, και ως τοιαύτα . . .

— Ουφ! έκαμε και πάλιν ο εξάδελφος Βενέδικτος σείων την κεφαλήν . . .

— Λοιπόν φαίνεσθε ολίγον υπεροπτικός ως εντομολόγος.

— Εντομολόγος έστω, απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος, αλλ' ειδικώτερον εξαποδιστής, πλοίαρχε Χουλ ευαρεστηθήτε να μη το λησμονήτε.

— Όπως δήποτε, απήντησεν ο πλοίαρχος Χουλ, έστω να μη σας ενδιαφέρωσι τα μαλακόδερμα ταύτα, αλλ' εάν είχατε στόμαχον φαλαίνης, το πράγμα θα ήτο διαφορετικόν. Τι λαμπρά εστίασις τότε! — Βλέπετε κυρία Βέλδων, όταν ημείς οι φαλαινοθήραι, κατά την εποχήν της αλιείας, ευρεθώμεν απέναντι τοιαύτης σωρείας τοιούτων μαλακοδέρμων, μόλις λαμβάνομεν καιρόν να ετοιμάσωμεν τας αρπάγας και τας ορμιάς ημών. Είμεθα βέβαιοι ότι το θήραμα δεν είναι μακράν.

— Είναι δυνατόν τόσω μικρά ζώα να δύνανται να τρέφωσι τόσω μεγάλα; είπεν ο Ζακ.