Part 30
Ο Ηρακλής, δι' ισχυρού κινήματος της κώπης, ώρμησε προς την αριστεράν όχθην. Άλλως τε το ρεύμα δεν ήτο ταχύ εις το μέρος εκείνο και η κοίτη του ποταμού διετήρει μέχρι των καταρρακτών την τακτικήν αυτής κλίσιν. Ως είπομεν ήδη το έδαφος εξηφανίζετο αίφνης και η έλξις δεν εγίνετο επαισθητή ειμή τριακοσίους ή τετρακοσίους πόδας κάτωθεν του καταρράκτου.
Επί της αριστεράς όχθης υψούντο μεγάλα δάση πυκνότατα. Ουδέν φως εισέδυε διά του αδιαπεράστου αυτών παραπετάσματος. Ο Δικ Σανδ μετά τρόμου έβλεπε την γην εκείνην κατοικουμένην υπό των ανθρωποφάγων του κάτω Κόγγου, την οποίαν τώρα έπρεπε να διέλθωσι, καθότι η λέμβος δεν ηδύνατο πλέον να ακολουθήση το ρεύμα. Περί μεταφοράς της λέμβου κάτωθεν των καταρρακτών μήτε σκέψις ηδύνατο να γίνη. Ήτο λοιπόν φοβερόν δυστύχημα πλήττον τους δυστυχείς εκείνους κατά την παραμονήν ίσως της αφίξεώς των εις τας πορτογαλικάς κώμας του στομίου. Αλλ' αφού εβοήθησαν αλλήλους τόσον καλώς, δεν θα τους εβοήθει και ο Θεός;
Η λέμβος έφθασε μετ' ολίγον εις την αριστεράν όχθην του ποταμού. Καθ' όσον δε επλησίαζεν, ο Δίγγος έδιδε παράδοξα σημεία ανυπομονησίας και θλίψεως συγχρόνως.
Ο Δικ Σανδ όστις τον παρετήρει, — καθότι τα πάντα ήσαν κίνδυνος, — εσκέφθη μήπως θηρίον ή ιθαγενής εκρύπτετο εντός των παπύρων της ακτής. Αλλ' εβεβαιώθη μετ' ολίγον ότι η ταραχή του ζώου δεν προήρχετο εξ οργής.
— Θα έλεγέ τις ότι κλαίει! έκραξεν ο μικρός Ζακ περιβάλλων τον Δίγγον διά των δύο βραχιόνων του.
Ο Δίγγος διέφυγε και πηδήσας εις το ύδωρ, ότε η λέμβος απείχε της όχθης περί τα είκοσι βήματα, έφθασεν εις την ξηράν και εγένετο άφαντος μεταξύ των χόρτων.
Μήτε η κυρία Βέλδων, μήτε ο Δικ Σανδ, μήτε ο Ηρακλής ήξευρον τι να σκεφθώσιν.
Μετά τινας στιγμάς έφθασαν εν τω μέσω πρασίνου αφρού φυκών και άλλων υδατωδών φυτών. Αλτυόνες τινές, εκφέρουσαι οξέα συρίγματα, και μικροί ερωδιοί λευκοί ως η χιών, απέπτησαν αμέσως. Ο Ηρακλής προσέδεσε στερεώς την λέμβον εις κορμόν μαγγλίου, και όλοι απέβησαν εις την όχθην, άνωθεν της οποίας έκλινον μεγάλα δένδρα.
Ουδεμία κεχαραγμένη ατραπός εν τω δάσει εκείνω. Εν τούτοις τα πεπατημένα βρύα του εδάφους εμαρτύρουν ότι εσχάτως διήλθον εκείθεν ιθαγενείς ή ζώα.
Ο Δικ Σανδ έχων το όπλον πεπληρωμένον, και ο Ηρακλής, κρατών τον πέλεκυν είς την χείραν, μόλις επροχώρησαν δέκα βήματα ότε επανεύρον τον Δίγγον. Ο κύων, την ρίνα έχων εις την γην, ηκολούθει, ίχνος τι, εκφέρων πάντοτε υλακάς. Πρώτη ανεξήγητος προαίσθησις τον είχε ελκύσει εις το μέρος εκείνο της όχθης, άλλη δευτέρα τον είλκυε τότε εις τα βάθη των δασών. Πάντες είδον τούτο προφανώς.
— Προσοχή! είπεν ο Δικ Σανδ. Κυρία Βέλδων, κύριε Βενέδικτε, Ζακ, μη μας εγκαταλείπετε. — Προσοχή, Ηράκλεις.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Δίγγος ανύψου την κεφαλήν, και διά μικρών αλμάτων προεκάλει να τον ακολουθήσωσι.
Μετ' ολίγας στιγμάς η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής τον έφθασαν εις τας ρίζας γηραιάς συκομορέας εν τω μέσω του πυκνοτάτου μέρους του δάσους.
Εκεί υψούτο κατεστραμμένη καλύβη προ της οποίας ο Δίγγος υλάκτει θρηνωδώς.
— Ποίος άραγε είναι εκεί; έκραξεν ο Δικ Σανδ.
Εισήλθεν εν τη καλύβη.
Η κυρία Βέλδων και οι άλλοι τον ηκολούθησαν.
Το έδαφος ήτο εστρωμένον υπό οστών λευκαθέντων ήδη υπό την επίδρασιν της ατμοσφαίρας.
— Άνθρωπος απέθανεν εις την καλύβην ταύτην, είπεν η κυρία Βέλδων.
— Και τον άνθρωπον τούτον ο Δίγγος τον εγνώριζεν απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Θα ήτο ίσως ο κύριός του. Α! ιδέτε!
Ο Δικ Σανδ εδείκνυεν εις το βάθος της καλύβης τον απογεγυμνωμένον κορμόν της συκομορέας.
Εκεί εφαίνοντο δύο μεγάλα ερυθρά γράμματα, σχεδόν εξηλειμμένα ήδη, τα οποία όμως ηδύνατό τις έτι να διακρίνη.
Ο Δίγγος επέθεσε τον δεξιόν πόδα επί του δένδρου και εφαίνετο δεικνύων.
— Σ. Β.! έκραζε ο Δικ Σανδ. Τα γράμματα εκείνα τα οποία ο Δίγγος διέκρινε μεταξύ όλων. Τα αρχικά τα οποία φέρει εις το περιλαίμιόν του.
Δεν ετελείωσε την φράσιν του, και κύψας έλαβεν μικρόν χάλκινον κυτίον όλως οξειδωμένον, όπερ ευρίσκετο εις γωνίαν τινα της καλύβης.
Το κυτίον εκείνο ηνεώχθη και έπεσεν εξ αυτού τεμάχιον χάρτου επί του οποίου ο Δικ Σανδ ανέγνωσε τας ακολούθους λέξεις:
«Δολοφονηθείς . . ληστευθείς υπό του οδηγού μου Νεγορού . . . τη 3 Δεκεμβρίου 1871 . . ενταύθα., 120 μίλια μακράν της ακτής . . ο Δίγγος ιδικός μου.
«Σ. ΒΕΡΝΩΝ»
Η επιστολή έλεγε τα πάντα. Ο Σαμουήλ Βερνών, αναχωρήσας μετά του κυνός του Δίγγου όπως εξερευνήση την κεντρώαν Αφρικήν, ωδηγείτο υπό του Νεγορού. Τα χρήματα, άτινα έφερε μεθ' εαυτού, ηρέθισαν την πλεονεξίαν του αθλίου, όστις απεφάσισε να τα αρπάση. Ο Γάλλος περιηγητής, φθάσας εις το μέρος εκείνο των οχθών του Κόγγου κατεσκήνωσεν εν τη καλύβη εκείνη. Εκεί, επλήγη θανατηφόρως, εληστεύθη, εγκατελείφθη.
Συντελεσθέντος του φόνου, ο Νεγορός έφυγε βεβαίως, και τότε περιέπεσεν εις χείρας των Πορτογάλων. Αναγνωρισθείς ως είς των πρακτόρων του σωματεμπόρου Αλβέζ, και μετενεχθείς εις Άγιον Παύλον της Λοάνδας, κατεδικάσθη να διέλθη τον βίον του εις έν των σοφρωνιστηρίων της αποικίας, Γνωρίζομεν πώς κατώρθωσε να αποδράση να φθάση εις την Νέαν Ζηλανδίαν, και πώς απεβιβάσθη εις το «Πίλγριμ» προς δυστυχίαν των επιβατών αυτού. Αλλά τι συνέβη μετά το έγκλημα; ευκόλως εννοείται. Ο ατυχής Βερνών, πριν αποθάνη, έλαβε προδήλως καιρόν να γράψη το επιστόλιον όπερ συν τη χρονολογία και τω αιτίω της δολοφονίας, ανέφερε και το όνομα του δολοφόνου. Το επιστόλιον εκείνο εν τω οποίω βεβαίως υπήρχε το κλαπέν αργύριον, και δι' εσχάτης αγωνίας ο αιματόφυρτος δάκτυλός του εχάραξεν ως επιτάφιον τα αρχικά γράμματα του ονόματός του. Προ των δύο εκείνων γραμμάτων ο Δίγγος θα έμεινε πολλάς ημέρας. Έμαθε να τα διακρίνη. Δεν έμελλε πλέον να τα λησμονή. Είτα επανελθών εις την ακτήν, παρελήφθη υπό του πλοιάρχου του «Βάλδεκ» και ακολούθως μετέβη εις το «Πίλγριμ», όπου συνηντήθη μετά του Νεγορού. Καθ' όλον εκείνο το διάστημα, τα οστά του περιηγητού ελευκαίνοντο εις το καλύβιον του απωτάτου εκείνου δάσους της κεντρώας Αφρικής, και μόνον εις την ενθύμησιν του κυνός επέζων. Ναι, τα πράγματα θα συνέβησαν τοιουτοτρόπως, ο δε Δικ Σανδ και ο Ηρακλής ητοιμάζοντο να δώσωσι ταφήν χριστιανικήν εις τα λείψανα του Σαμουήλ Βερνών, ότε ο Δίγγος εκφέρων υλακήν λυσσώδη ώρμησεν έξω της καλύβης.
Σχεδόν αμέσως, φρικώδεις κραυγαί ηκούσθησαν εις μικράν απόστασιν. Προδήλως, άνθρωπος τις συνεπλάκη μετά του ρωμαλέου ζώου.
Ο Ηρακλής έπραξεν ό,τι έπραξεν ο Δίγγος. Ώρμησε και αυτός έξω της καλύβης, ο δε Δικ Σανδ η κυρία Βέλδων, ο Ζακ και ο Βενέδικτος, ακολουθούντες τα ίχνη του τον είδον να ορμά καθ' ενός ανθρώπου, όστις εκυλίσθη κατά γης κρατούμενος εκ του λαιμού διά των φοβερών οδόντων του κυνός.
Ήτο ο Νεγορός.
Μεταβαίνων εις το στόμιον του Ζαΐρου ίνα επιβιβασθή διά την Αμερικήν ο κακούργος εκείνος, αφού άφησε την συνοδείαν του όπισθεν, ήλθεν εις αυτό εκείνο το μέρος ένθα εδολοφόνησε τον οδοιπόρον, όστις είχεν εμπιστευθή εις αυτόν.
Αλ' έπραξε τούτο ουχί άνευ λόγου, και πάντες το εννόησαν, όταν είδον δράκας τινας χρυσών γαλλικών νομισμάτων, άτινα έστιλβον εις οπήν τινα αρτίως ορυχθείσαν παρά τας ρίζας δένδρου. Ο Νεγορός είχε κρύψει το προϊόν της κλοπής επί τω σκοπώ να επανέλθη ημέραν τινά να το αναλάβη και έμελλε τωόντι να λάβη τα χρήματα εκείνα, ότε ο Δίγγος τον ανεκάλυψε και ώρμησε κατ' αυτού. Καταπλαγείς ο άθλιος έσυρε την μάχαιράν του και εκτύπησε τον κύνα, καθ' ήν στιγμήν ο Ηρακλής επέπεσε κατ' αυτού κράζων.
— Άθλιε: Θα σε πνίξω τέλος πάντων!
Τετέλεσται. Ο Πορτογάλος δεν έδιδε πλέον σημείον ζωής, πληγείς δύναται τις ειπείν υπό της θείας δικαιοσύνης και εν τω αύτω μέρει ένθα το έγκλημα διεπράχθη. Αλλ' ο πιστός κύων είχεν λάβει κτύπημα θανάσιμον, και συρθείς μέχρι της καλύβης ήλθε και εξέψυσεν εκεί, όπου είχεν αποθάνει ο Σαμουήλ Βερνών.
Ο Ηρακλής έθαψε βεβαίως τα λείψανα του περιηγητού, και ο Δίγγος αφού τον έκλαυσαν όλοι, ετέθη μετά του κυρίου του εις τον αυτόν λάκκον.
Δεν υπήρχε μεν πλέον ο Νεγορός, αλλ' οι από του Καζονδέ συνοδεύσαντες αυτόν ιθαγενείς δεν ηδύναντο να ώσι μακράν. Μη επαναβλέποντες αυτόν, θα τον ανεζήτουν προδήλως προς το μέρος του ποταμού, και τούτο ήτο κίνδυνος σπουδαιότατος.
Ο Δικ Σανδ και η κυρία Βέλδων συνεσκέφθησαν λοιπόν τι έδει να πράξωσι και να το πράξωσι χωρίς να χάσωσι μήτε στιγμήν.
Έν βέβαιον όμως απεδείχθη, ότι ο ποταμός εκείνος ήτο ο Κόγγος ονομαζόμενος υπό των ιθαγενών Κουάγγος ή Ικουτού γάΚόγγος, και ότι είναι ο Ζαΐρος υπό το έν μήκος και Λουαλάβας εις το άλλο. Είναι τωόντι η μεγάλη εκείνη αρτηρία της κεντρώας Αφρικής εις ήν ο ηρωϊκός Στάνλεϋ επέβαλε το ένδοξο όνομα του Λιβιγγστώνος, αλλ' οι γεωγράφοι ώφειλον ίσως να αντικαταστήσωσι διά του ιδικού του.
Αλλ' εάν δεν ηδύναντο έτι να αμφιβάλλωσιν ότι ήτο το Κόγγος, το γραμμάτιον όμως του γάλλου περιηγητού εσημείου ότι το στόμιον αυτού απείχεν έτι εκατόν είκοσι μίλια από του μέρους εκείνου και δυστυχώς το μέρος εκείνο ήτο αδιάβατον. Μεγάλοι καταράκται — πιθανώς οι του Ντάμου — κωλύουσι την κάθοδον εις πάσαν λέμβον. Ανάγκη λοιπόν να ακολουθήσωσι την μίαν ή την ετέραν όχθην, τουλάχιστον μέχρι κάτω των καταρρακτών ήτοι επί έν ή δύο μίλια και μετά ταύτα να κατασκευάσωσι σχεδίαν, όπως επαναλάβωσιν αύθις την διά του ρεύματος κάθοδον.
— Μένει λοιπόν, είπεν εν συμπεράσματι ο Δικ Σανδ, να αποφασίσωμεν εάν θα κατέλθωμεν την αριστεράν εις ην ευρισκόμεθα, ή την δεξιάν όχθην του ποταμού. Αμφότεραι, κυρία Βέλδων, μοι φαίνονται επικίδυνοι και οι ιθαγενείς είναι εδώ επίφοβοι. Εν τούτοις, επί της όχθης ταύτη, φαίνεται ότι κινδυνεύομεν περισσότερον, επειδή υπάρχει φόβος μήπως συναντήσωμεν την ακολουθίαν του Νεγορού.
— Ας διαβώμεν εις την άλλην όχθην, απεκρίθη η κυρία Βέλδων.
— Είναι άραγε βατή; παρετήρησεν ο Δικ Σανδ. Η οδός των στομίων του Κόγγου είναι μάλλον επί της αριστεράς όχθης, αφού ο Νεγορός αυτήν ηκολούθει. Αδιάφορον! Δεν πρέπει να διστάσωμεν. Αλλά πριν διέλθωμεν τον ποταμόν μεθ' υμών, κυρία Βέλδων, πρέπει να ηξεύρω εάν δυνάμεθα να κατέλθωμεν μέχρι κάτω των καταρρακτών.
Έπρεπε να ενεργήσωσι φρονίμως και ο Δικ Σανδ ηθέλησε να εκτελέση αμέσως το σχέδιόν του.
Εις εκείνο το μέρος ο ποταμός δεν είχε μήκος πλειότερον των τριακοσίων μέχρι των τετρακοσίων ποδών, και η διέλευσις αυτού ήτο εύκολος εις τον νεαρόν δόκιμον, συνηθισμένον όντα να χειρίζηται και την πρυμνοκώπην. Η κυρία Βέλδων, ο Ζακ, ο εξάδελφος Βενέδικτος ώφειλον να μείνωσιν υπό την φύλαξιν του Ηρακλέους περιμένοντες την επιστροφήν του.
Ληφθεισών των διατάξεων τούτων, ο Δικ Σανδ έμελλε να αναχωρήση, ότε η κυρία Βέλδων τω είπε.
— Δεν φοβείσαι, Δικ, μήπως παρασυρθής προς τους καταράκτας;
— Όχι, κυρία Βέλδων. Θα διέλθω τετρακόσιους πόδας υπεράνω αυτών.
— Αλλ' εις την άλλην όχθην;
— Δεν θα αποβώ εις την ξηράν, εάν ίδω έστω και τον ελάχιστον κίνδυνον.
— Λάβε το όπλον σου.
— Ναι· αλλά μη ανησυχήτε περί εμού.
— Ίσως θα ήτο προτιμότερον να μη χωρισθώμεν, Δικ, προσέθηκεν η κυρία Βέλδων, ως εάν κατέλαβεν αυτήν προαίσθημά τι.
— Όχι . . . αφήσατέ με να υπάγω μόνος . . . απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Πρέπει να γίνη τούτο χάριν της ασφαλείας πάντων. Πριν παρέλθη μία ώρα θα επιστρέψω. Πρόσεχε καλώς Ηράκλεις.
Αφού είπε ταύτα ο Δικ έλυσε την λέμβον και έπλευσε προς την άλλην όχθην του Ζαΐρου.
Η κυρία Βέλδων και ο Ηρακλής, συνεσπειρωμένοι εις τας λόχμας των παπύρων, τον ηκολούθουν διά του βλέμματος.
Ο Δικ Σανδ έφθασε μετ' ολίγον εις το μέσον του ποταμού. Το ρεύμα, χωρίς να είναι λίαν ισχυρόν, ενεδυναμούτο ολίγον ένεκα της έλξεως των καταρρακτών. Τετρακόσιους πόδας κατωτέρω, ο επιβλητικός μυκηθμός των υδάτων επλήρου το διάστημα, καί τινες νιφάδες, αρπαζόμεναι υπό του ανέμου, έφθανον μέχρι του νεαρού δοκίμου. Εφρικία εις την σκέψιν ότι η λέμβος, εάν επετηρείτο ολιγώτερον κατά την παρελθούσαν νύκτα, θα απώλλυτο εις τους καταρράκτας εκείνους, οίτινες μόνον πτώματα θα απέδιδον. Αλλά τοιούτος φόβος δεν υπήρχε πλέον, και κατ' εκείνην την στιγμήν η κώπη, επιδεξίως χειριζομένη, ήρκει εις την χείρα όπως τηρή αυτήν εις διεύθυνσιν ολίγον λοξήν προς το ρεύμα.
Μετά έν τέταρτον της ώρας ο Δικ Σανδ έφθασεν εις την αντιπέραν όχθην και ητοιμάζετο να πηδήση εις την ξηράν.
Κατ' εκείνην την στιγμήν κραυγαί ηκούσθησαν, και δεκάς ιθαγενών ώρμησε κατά του σωρού των χόρτων, όστις εκάλυπτεν έτι την λέμβον.
Ήσαν οι ανθρωποφάγοι του υποβρυχίου χωρίου. Επί οκτώ ημέρας είχον ακολουθήσει την δεξιάν όχθην του ποταμού. Υπό το φύλλωμα εκείνο όπερ είχε σχισθή εις τους πασσάλους του χωρίου των, είχον ανακαλύψει τους φυγάδας, ήτοι λείαν βεβαίαν δι' αυτούς, αφού το κώλυμα των καταρρακτών θα ηνάγκαζε τάχιον ή βράδιον τους δυστυχείς να αποβώσιν εις την μίαν ή την ετέραν όχθην.
Ο Δικ Σανδ ενόμισε εαυτόν απολεσθέντα, αλλ' εσκέφθη εάν διά της θυσίας της ζωής του θα ηδύνατο να σώση τους μετ' αυτού. Κύριος εαυτού, όρθιος επί του εμπροσθίου μέρους της λέμβου, το όπλον έχων εστραμμένον κατά των ανθρωποφάγων, εκράτει αυτούς εν αποστάσει.
Ούτοι εν τούτοις απέσπασαν όλον το φύλλωμα υπό το οποίον ενόμιζον ότι θα εύρισκον και άλλα θύματα. Ότε δε είδον ότι μόνος ο νεαρός δόκιμος περιέπεσεν εις χείρας των, ησθάνθησαν δυσαρέσκειαν, ήτις εξεδηλώθη διά φοβερών κραυγών. Έν παιδίον δεκαπενταετές διά δέκα ανθρώπους!
Αλλά τότε είς των ιθαγενών ανηγέρθη, έτεινε τον βραχίονα προς την αριστεράν όχθην, και έδειξε την κυρίαν Βέλδων και τους μετ' αυτής οίτινες, ιδόντες τα πάντα και μη γινώσκοντες τι να πράξωσιν, ανήλθον την ακτήν.
Ο Δικ Σανδ, μη σκεπτόμενος περί εαυτού, περιέμενεν εκ του ουρανού έμπνευσίν τινα δυναμένην να τους σώση.
Η λέμβος έμελλε να αναχθή μακράν. Οι ιθαγενείς εσκόπευον να διέλθωσι το ποτάμιον. Προ του κατ' αυτών εστημένου όπλου δεν εκινούντο, γινώσκοντες το αποτέλεσμα των πυροβόλων όπλων. Αλλ' είς εξ αυτών έδραξε την κώπην, εχειρίσθη αυτήν ως άνθρωπος γινώσκων να την μεταχειρισθή, και η λέμβος διήρχετο λοξώς τον ποταμόν. Μετ' ολίγον δε απείχε μόλις εκατόν πόδας από της αριστεράς όχθης.
— Φύγετε! έκραξεν ο Δικ Σανδ προς την κυρίαν Βέλδων. Φύγετε!
Μήτε η κυρία Βέλδων, μήτε ο Ηρακλής εκινήθησαν.
Ήθελέ τις υποθέσει ότι οι πόδες των ήσαν καθηλωμένοι επί του εδάφους.
Να φύγωσι! και προς τι! Πριν παρέλθη μία ώρα θα ενέπιπτον εις τας χείρας των ανθρωποφάγων.
Ο Δικ Σανδ εννόησε τούτο. Αλλά τότε, η υπερτάτη εκείνη έμπνευσις, ην εζήτει παρά του ουρανού, κατεπέμφθη αύτω. Διείδε την πιθανότητα να σώση πάντας εκείνους ους ηγάπα διά της ιδίας αυτού ζωής!. Δεν εδίστασε να πράξη τούτο.
— Ο Θεός να τους προστατεύση, εψιθύρισε, και να οικτείρη και εμέ εν τη απείρω αυτού αγαθότητι!
— Αμέσως δε ο Δικ Σανδ διηύθυνε το πυροβόλον του προς τον κωπηλατούντα ιθαγενή, και η κώπη, θραυσθείσα υπό της σφαίρας διεσκορπίσθη εις τεμάχια.
— Οι ανθρωποφάγοι έρρηξαν κραυγήν τρόμου.
— Τωόντι η λέμβος, μη συγκροτουμένη πλέον υπό της κώπης, έλαβε την διεύθυνσιν του ύδατος. Το ρεύμα την παρέσυρε μετ' αυξανούσης ταχύτητος, και μετά τινας στιγμάς δεν απείχε πλειότερον των εκατόν ποδών από τους καταρράκτας.
Η κυρία Βέλδων και ο Ηρακλής εννόησαν τα πάντα. Ο Δικ Σανδ επειράτο να τους σώση ωθών τους ανθρωποφάγους μεθ' εαυτού εις την άβυσσον. Ο μικρός Ζακ και η μήτηρ του, γονυπετείς επί της ακτής, τω απέστελλον ύστατον αποχαιρετισμόν. Η ανίσχυρος χειρ του Ηρακλέους ετείνετο προς αυτόν.
Κατ' εκείνην την στιγμήν οι ιθαγενείς, θελήσαντες να φθάσωσι κολυμβώντες εις την αριστεράν όχθην, ερρίφθησαν έξω της λέμβου, ήτις και ανετράπη.
Ο Δικ Σανδ δεν απώλεσε την ψυχραιμία του απέναντι του απειλούντος αυτόν θανάτου. Τότε τω επήλθε μία τελευταία σκέψις ότι η λέμβος, ως εξ αυτού τούτου του γεγονότος εκυμαίνετο μετά της τρόπιδος εις τον αέρα, ηδύνατο να τω χρησιμεύση όπως τον σώση.
Τωόντι δύο κίνδυνοι υπήρχον καθ' ήν στιγμήν ο Δικ Σανδ θα περιεπλέκετο εν τω καταρράκτη· ασφυξία εκ του ύδατος, ασφυξία εκ του αέρος. Το ανεστραμμένον λοιπόν εκείνο σκάφος θα ήτο ως κιβωτός, εν τη οποία θα ηδύνατο ίσως να διατηρή την κεφαλήν αυτού έξω του ύδατος, συγχρόνως δε θα προεφυλάσσετο και από του εξωτερικού αέρος, όστις βεβαίως θα τον έπνιγεν εν τη ταχύτητι της πτώσεώς του. Υπό τας συνθήκας ταύτας δύναταί τις να ελπίση ότι θα αποφύγη την διπλήν ασφυξίαν, έστω και αν κατέρχηται τους καταρράκτας του Νιαγάρα.
Ο Δικ Σανδ είδε τούτα πάντα ως εν αστραπή. Διά τελευταίου τινός ορμεμφύτου προσεκολλήθη εις το θρανίον, όπερ συνέδεε τα δύο χείλη της λέμβου, και έχων την κεφαλήν έξω του ύδατος υπό το ανεστραμμένον σκάφος, ησθάνθη το ακαταμάχητον ρεύμα να τον παρασύρη, και την πτώσιν γινομένην σχεδόν κάθετον.
Η λέμβος εβυθίσθη εν τη υπό των υδάτων εις τους πρόποδας του καταρράκτου ορυχθείση αβύσσω, και αφού κατήλθεν εις μέγα βάθος, επανήλθεν εις την επιφάνειαν του ποταμού. Ο Δικ Σανδ, καλός κολυμβητής, εννόησεν ότι η σωτηρία του νυν εξηρτάτο εκ της ισχύος των βραχιόνων του.
Μετά έν τέταρτον της ώρας, έφθασεν εις την αριστεράν όχθην, ένθα επανεύρε την κυρίαν Βέλδων, τον μικρόν Ζακ και τον εξάδελφον Βενέδικτον, τους οποίους ο Ηρακλής είχε φέρει εκεί μετά πάσης σπουδής.
Αλλ' ήδη οι ανθρωποφάγοι είχον απολεσθή εν τω παφλασμώ του ύδατος. Μη υπερασπιζόμενοι υπό της ανατετραμμένης λέμβου επνίγησαν πριν ή φθάσωσι καν εις τα τελευταία βάθη της αβύσσου, τα δε σώματα αυτών έμελλον να κατασχισθώσιν εις τους οξείς εκείνους βράχους, εις ους εθραύετο το κατώτερον μέρος του ποταμού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Μετά δύο ημέρας, τη 20 Ιουλίου, η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής συνήντησαν συνοδείαν κατευθυνομένην προς την Εμβόμαν, εις το στόμιον του Κόγγου. Δεν ήσαν δουλέμποροι, αλλά τίμιοι έμποροι πορτογάλλοι ενεργούντες το εμπόριον του ελεφαντοστού. Υπεδέχθησαν τους φυγάδας μετά μεγίστης ευμενείας και το τελευταίον μέρος της οδοιπορίας εκείνης εγένετο υπό ανεκτούς όρους.
Η συνάντησις της συνοδείας εκείνης ήτο αληθώς εύνοια του ουρανού. Ο Δικ Σανδ δεν θα ηδύνατο να εξακολουθήση μετά της σχεδίας την κάθοδον του Ζαΐρου. Από των καταρρακτών του Ντάμου μέχρι του Υελλάλα ο ποταμός ουδέν άλλο είναι ειμή συνέχεια ρευμάτων και καταρρακτών. Ο Στάνλεϋ ηρίθμισε τοιούτους εβδομήκοντα και δύο, και ουδεμία λέμβος δύναται να εισέλθη εκεί. Εις το στόμιον του Κουάγγου ο ακάματος περιηγητής έμελλε μετά τέσσαρα έτη να υποστή την τελευταίαν των τριάκοντα και δύο μαχών, ας εδέησε να συνάψη μετά των ιθαγενών. Κατωτέρω εις τους καταρράκτας του Μπέλου έμελλε να διαφύγη τον θάνατον, ως εκ θαύματος. Τη 11 Αυγούστου η κυρία Βέλδων, ο Δικ Σανδ, ο Ζακ, ο Ηρακλής και ο εξάδελφος Βενέδικτος έφθασαν εις Εμβόμαν, ένθα οι κ. κ. Μότας Βιέγας και Χάρισων τους υπεδέχθησαν φιλοξένως. Ατμόπλοιόν τι έμελλε να αποπλεύση διά τον ισθμόν του Παναμά.
Η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής επεβιβάσθησαν εν αυτώ και έφθασαν εις την αμερικανικήν γην.
Τηλεγράφημα αποσταλέν εις Άγιον Φραγκίσκον ανήγγειλεν εις τον Ιάκωβον Βέλδων την ανέλπιστον επιστροφήν της γυναικός του και του τέκνου του, των οποίων εις μάτην είχεν αναζητήσει τα ίχνη εις όλα τα μέρη, ένθα ηδύνατο να ελπίζη ότι ερρίφθη το «Πίλγριμ».
Τέλος τη 25 Αυγούστου ο σιδηρόδρομος απέθετε τους ναυαγούς εν τη πρωτευούση της Καλιφορνίας. Α! εάν ο γέρων Τωμ και οι σύντροφοί του ήσαν μετ' αυτών! . . . .
Τι να είπωμεν τώρα περί του Δικ Σανδ και του Ηρακλέους. Ο μεν εγένετο υιός, ο δε φίλος της οικογενείας.
Ο Ιάκωβος Βέλδων εγίγνωσκε πάντα όσα ώφειλεν εις τον νεαρόν δόκιμον, πάντα όσα ώφειλεν εις τον γενναίον μαύρον.
Αληθώς ήτο ευτύχημα ότι ο Νεγορός δεν έφθασε μέχρις αυτού, καθότι θα έδιδεν όλην την περιουσίαν του, όπως εξαγοράση την γυναίκα και τον υιόν του. Θα απήρχετο εις την αφρικανικήν ακτήν, και εκεί, τις δύναται να είπη εις ποίους κινδύνους, εις ποίας απιστίας θα εξετίθετο!
Ολίγα τινά και περί του εξαδέλφου Βενεδίκτου. Την αυτήν ημέραν της αφίξεώς του ο άξιος επιστήμων, αφού έθλιψε την χείρα του Ιακώβου Βέλδων, εκλείσθη εις το σπουδαστήριόν του, και επανέλαβε την εργασίαν του, ως εάν εξηκολούθει φράσιν τινά διακοπείσαν την προτεραίαν.
Εσκέπτετο γιγανταίον σύγγραμμα περί του «Εξάποδος Βενεδίκτου», όπερ θα ήτο το αριστούργημα της εντομολογικής επιστήμης.
Εκεί, εν τω υπό εντόμων επεστρωμένω σπουδαστηρίω του, ο εξάδελφος Βενέδικτος εύρε μικροσκόπιον και δίοπτρα . . . Ύψιστε Θεέ! ποίαν κραυγήν απελπισίας έρρηξε την πρώτην φοράν, ότε μετεχειρίσθη ταύτα όπως εξετάση το μόνον δείγμα, όπερ τω προμήθευσεν η αφρικανική εντομολογία!
Ο «Εξάπους Βενέδικτος» δεν ήτο εξάπουν. Ήτο κοινή αράχνη! Και εάν είχον έξ πόδας αντί οκτώ, τούτο συνέβαινε διότι έλειπον απ' αυτής οι δύο εμπρόσθιοι πόδες.
Και εάν έλειπον οι πόδες εκείνοι, έλειπον διότι ο Ηρακλής τους έθραυσε συλλαβών αυτήν ανεπιτηδείως. Ο ακρωτηριασμός λοιπόν εκείνος περιήγε τον υποτιθέμενον «Εξάπουν Βενέδικτον», εις κατάστασιν απομάχου και κατέτασσεν αυτήν εις την τάξιν των κοινοτάτων αραχνοειδών, όπερ ο εξάδελφος Βενέδικτος ένεκα της μυωπίας του δεν ηδυνήθη να αναγνωρίση, το ταχύτερον.
Ως εκ τούτου ησθένησεν, αλλ' ευτυχώς εθεραπεύθη.
Μετά τρία έτη ο μικρός Ζακ ήτο οκταέτης, και ο Δικ Σανδ, καί τοι εργαζόμενος δι' εαυτόν, τω έμελλε να επαναλαμβάνη τα μαθήματά του. Τωόντι μόλις απέβη εις την ξηράν, εννοήσας πόσα πράγματα δεν εγνώριζεν, επέπεσεν εις την σπουδήν με είδος τι τύψεως του συνειδότος, της τύψεως εκείνης ανθρώπου όστις ελλείψει επιστήμης ευρέθη υποδεέστερος του έργου, όπερ ανέλαβεν.
— Ναι, επανελάμβανε πολλάκις. Εάν εις το «Πίλγριμ» εγνώριζα όσα οφείλει να γνωρίζη ναυτικός, πόσα δυστυχήματα θα απεφεύγοντο!
Ούτως ωμίλει ο Δικ Σανδ. Τούτου ένεκα εν ηλικία δεκαοκτώ ετών επεραίωσεν επιτυχώς τας υδρογραφικάς σπουδάς του και λαβών δίπλωμα κατ' εξαιρετικήν εύνοιαν εγένετο πλοίαρχος εν τω οίκω του Ιακώβου Βέλδων.
Ιδού πού έφθασε διά της διαγωγής και διά της εργασίας του ο μικρός ορφανός ο περισυλλεχθείς εις την άκραν του Σάνδυ Κουκ.
Μεθ' όλην την νεαράν ηλικίαν του είχεν εφελκύσει την υπόληψιν, δυνάμεθα ειπείν τον σεβασμόν όλων, αλλ' η απλότης και η μετριοφροσύνη του ήσαν τοσούτω φυσικαί, ώστε ουδέ εννόει τούτο.
Αν και δεν ηδύνατό τις να αποδώση εις αυτόν τα καλούμενα ανδραγαθήματα, όμως εκείνος ουδέ υπώπτευε καν ότι η σταθερότης, η γενναιότης, η επιμονή, τας οποίας ανέπτυξεν εν ταις δοκιμασίαις, είχον καταστήσει αυτόν είδος τι ήρωος.
Εν τούτοις σκέψις τις κατείχεν αυτόν. Κατά τας σπανίας αναπαύσεις τας οποίας τω άφινον αι σπουδαί του, ενθυμείτο πάντοτε τον γέροντα Τωμ, τον Βαρθολομαίον, τον Αυγουστίνον και τον Ακτέωνα, διά την δυστυχίαν των οποίων ενόμιζεν εαυτόν υπεύθυνον. Τούτο ήτο ωσαύτως αντικείμενον πραγματικής θλίψεως διά την κυρίαν Βέλδων σκεπτομένην την αθλίαν κατάστασιν των αρχαίων αυτής εν τη δυστυχία συντρόφων.
Τούτου ένεκα ο Ιάκωβος Βέλδων, ο Δικ Σανδ και ο Ηρακλής ανεκίνησαν ουρανόν και γην όπως επανεύρωσι τα ίχνη των.
Τέλος κατώρθωσαν τούτο, χάρις εις τους ανταποκριτάς, ους ο πλούσιος εφοπλιστής είχεν εν όλω τω κόσμω. Ο Τωμ και οι σύντροφοι αυτού είχον πωληθή εν Μαδαγασκάρη, ένθα άλλως τε η δουλεία έμελλε μετ' ολίγον να καταργηθή·
Ο Δικ Σανδ ηθέλησε να θυσιάση τας μικράς του οικονομίας όπως τους εξαγοράση, αλλ' ο Ιάκωβος Βέλδων δεν επέτρεπεν τούτο. Είς των ανταποκριτών του διεπραγματεύθη την υπόθεσιν και ημέραν τινά, την 15 Νοεμβρίου 1877, τέσσαρες μαύροι έκρουον την θύραν της κατοικίας του.
Ήσαν ο Γέρων Τωμ, ο Βαρθολομαίος, ο Ακτέων, ο Αυγουστίνος. Οι αγαθοί εκείνοι άνδρες, αφού διέφυγον τόσους κινδύνους, ολίγον έλειψε να πνιγώσι κατ' εκείνην την ημέραν εκ των εναγκαλισμών των φίλων των.
Εξ εκείνων λοιπόν τους οποίους το «Πίλγριμ» έρριψε επί της απαισίας εκείνης ακτής της Αφρικής δεν έλειπεν ειμή η δυστυχής Ναν. Αλλ' ουδέ την γηραιάν υπηρέτριαν, ουδέ τον Δίγγον ηδύνατο να επαναφέρωσιν εις την ζωήν. Και βεβαίως ήτο θαύμα πώς μόνον εκείνα τα δύο όντα υπέκυψαν εις τοσαύτας και τοιαύτας περιπετείας.
Οίκοθεν εννοείται ότι κατ' εκείνην την ημέραν ήτο εορτή εις την οικίαν του καλιφορνιανού εμπόρου, και η αρίστη πρόποσις ην πάντες ανευφήμησαν ήτο εκείνη ην προέτεινεν η κυρία Βέλδων: εις υγείαν του Δικ Σανδ.
ΤΕΛΟΣ
«ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΕΤΟΥΣ ΠΛΟΙΑΡΧΟΥ»
1) Τύποι, ακρίδες, γρύλλοι, κτλ.
2) Τύποι, μυρμηκολέοντες, μύστακες.
3) Τύποι, μέλισσαι, σφήκες, μύρμηγκες.
4) Τύποι, χρυσαλίδες κτλ.
5) Τύποι, τέττιγες, ψύλοι, κλπ.
6) Τύποι, μηλολόνθαι πυγολαμπίδες, κτλ.
7) Τύποι, κώνωπες, μυίαι, κτλ.
8) Τύποι, στύλοπες.
9) Τύποι, ακάρεα, κτλ.
10) Τύποι, λεπίδες, πόδουροι, κτλ.
11) Σανδ σημαίνει αγγλιστί άμμος.
12) Στρατιωτική σχολή εν Νέα Υόρκη.
13) Εν τη κατεργασία ταύτη το λίπος της φαλαίνης απόλλυσι το τρίτο περίπου του βάρους του.
14) Άλλοτε ηρκούντο να μετατρέπωσι τον φλοιόν τούτον εις κόνιν, ήτις εκαλείτο κ ό ν ι ς τ ω ν Ι η σ ο υ ι τ ώ ν, διότι τω 1649 οι Ιησουίται της Ρώμης έλαβον παρά της εν Αμερική Ιεραποστολής σημαντικόν ποσόν εξ αυτής.
15) 4,650 χιλιόμετρα.