Part 29
Επί των ακτών άπειρα άγρια φυτά ευρίσκοντσ εν αφθονία και εκόσμουν αυτάς διά των ζωηροτάτων χρωμάτων των. Ασκληπιοί, ξίφια, κρίνα, κληματίδες, βαλσαμίναι, σκιαδοφόρα, αλόαι, πτερίδες δενδροειδείς, δενδρύλια μυροβόλα, εσχημάτιζον τάπητα ασυγκρίτου λαμπρότητος. Δάση τινά έβρεχον ωσαύτως τας άκρας των εις τα ρέοντα ύδατα. Άλλα δένδρα διάφορα έκλινον τα φυλλώματα αυτών επί της όχθης. Αι υψηλαί αυτών κορυφαί, συνενούμεναι εις ύψος εκατών ποδών, απετέλουν κοιτίδια αδιαπέραστα εις τας ηλιακάς ακτίνας. Πολλάκις όμως έρριπτον και γέφυραν εκ κλάδων από της μιας όχθης εις την άλλην, και κατά την ημέραν της 27, ο μικρός Ζακ, ουχί άνευ μεγάλου θαυμασμού, είδεν αγέλην πιθήκων διερχομένων μίαν τοιαύτην γέφυραν και αλληλοκρατουμένων εκ της ουράς διά την περίπτωσιν καθ' ήν η γέφυρα εκείνη ήθελε τυχόν συντριβή υπό το βάρος των.
Οι πίθηκοι ούτοι, εκ του είδους εκείνου των μικρών σιπανζέ, όπερ ονομάζεται σοκός εν τη κεντρώα Αφρική, είναι ασχημότατα προϊόντα του πιθηκικού γένους· μέτωπον χαμηλόν, πρόσωπον ανοικτόν κίτρινον, ώτα υψηλά τεθειμένα. Ζώσι κατ' αγέλας ανά δέκα, υλακτούσιν ως συνήθεις κύνες και είναι επίφοβοι εις τους ιθαγενείς από τους οποίους ενίοτε αρπάζουσι τα παιδία, όπως τα νύττωσιν ή τα δάκνωσι. Διερχόμενοι την εκ κληματίδων γέφυραν, ουδόλως υπώπτευον ότι υπό τον θαμνώδη εκείνον σωρόν τον οποίον παρέσυρε το ρεύμα, υπήρχεν ακριβώς έν μικρόν παιδίον, όπερ θα της εχρησίμευεν ως διασκέδασις. Η μηχανή λοιπόν η επινοηθείσα υπό του Δικ Σανδ ήτο κάλλιστα διατεθειμένη, αφού τα οξυδερκή εκείνα ζώα ηπατώντο.
Είκοσι μίλια απωτέρω, κατά την αυτήν εκείνην ημέραν η λέμβος εσταμάτησεν αίφνης εις την πορείαν της.
— Τι είναι; ηρώτησεν ο Ηρακλής ιστάμενος πάντοτε εις την κώπην της πρύμνης.
— Πρόσκομμά τι, απήντησεν ο Δικ Σανδ, αλλά πρόσκομμα φυσικόν.
— Πρέπει να το συντρίψωμεν, κύριε Δικ.
— Ναι, Ηρακλή, με τον πέλεκυν. Νησίδιά τινα έπλευσαν μέχρις αυτού και αντέστη.
— Εις έργον λοιπόν πλοίαρχέ μου, εις έργον, απεκρίθη ο Ηρακλής ελθών εις το έμπροσθεν μέρος της λέμβου.
Το πρόσκομμα εκείνο εσχηματίζετο εκ της διακλαδώσεως στερεού τινος και στιλπνοφύλλου χόρτου, όπερ συστρέφεται περί εαυτό και καθίσταται αδιαπέραστον. Ονομάζεται τακατίκα και επιτρέπει να διέρχεταί τις ρεύματα πεζός, εάν δεν φοβήται μήπως βυθισθή δώδεκα περίπου δακτύλους εις το χορτώδες περίζωμά του. Μεγαλοπρεπείς κλάδοι λωτού εκάλυπτον την επιφάνειαν του φραγμού εκείνου.
Ήτο ήδη σκότος. Ο Ηρακλής ηδυνήθη ευκόλως να εξέλθη και τοσούτον επιδεξίως μετεχειρίσθη τον πέλεκυν, ώστε μετά δύο ώρας ο φραγμός υπεχώρησε, το ρεύμα ήνωσε πάλιν επί των οχθών τα δύο διασχιθέντα ημίσεά του και η λέμβος επανέλαβε τον τακτικόν αυτής πλουν.
Πρέπει να ομολογήσωμεν ότι το μέγα εκείνον παιδίον, ο εξάδελφος Βενέδικτος ήλπισε προς στιγμήν ότι δεν θα διήρχοντο. Τοιούτος πλους τω εφαίνετο οχληρός. Επόθει μάλιστα το πρακτορείον του Ιωσία Αντωνίου Αλβέζ και την καλύβην, ένθα ευρίσκετο εισέτι το πολύτιμον αυτού εντομολογικόν κιβώτιον. Η λύπη του ήτο πραγματικωτάτη, και κατά βάθος ο δυστυχής εκείνος ανήρ ήτο άξιος ελέους. Ούτε έν έντομον εύρισκεν, ούτε έν.
Οποία λοιπόν υπήρξεν η χαρά του όταν ο Ηρακλής — ο μαθητής του — τω έφερε φρικώδες τι ζωύφιον όπερ εύρεν είς τι κλωνίον της τακατίκας εκείνης. Παράδοξον πράγμα, ο αγαθός μαύρος εφαίνετο ολίγον αμηχανών, όταν έδιδε τούτο εις αυτόν.
Αλλά ποίας αναφωνήσεις εξέβαλεν ο εξάδελφος Βενέδικτος, όταν το έντομον εκείνο, όπερ εκράτει μεταξύ του δείκτου και του αντίχειρος, το έφερεν όσω το δυνατόν εγγύτερον των οφθαλμών του, τους οποίους πλέον μήτε δίοπτρα ηδύναντο να βοηθήσωσιν.
— Ηράκλεις! ανέκραξεν, Ηράκλεις! Α! τούτο αξίζει την συγχώρησίν του. Εξαδέλφη Βέλδων! Δικ! Έν εξάπουν μοναδικόν εις το είδος του και καταγωγής αφρικανικής. Τούτο τουλάχιστον δεν θα με το φιλονεικήσωσι και δεν θα το αποχωρισθώ ενόσω ζω.
— Είναι λοιπόν πολυτιμότατον; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Εάν είναι πολύτιμον! ανέκραξεν ο εξάδελφος Βενέδικτος. Έντομον το οποίον δεν είναι μήτε κολεόπτερον, μήτε υμενόπτερον, όπερ δεν ανήκει εις ουδεμίαν των δέκα τάξεων των ανεγνωρισμένων υπό των επιστημόνων· και όπερ δεν θα εδίσταζέ τις να κατατάξη μάλλον εις το δεύτερον είδος των αραχνιδών! Είδος τι αράχνης, όπερ θα ήτο αράχνη, εάν είχεν οκτώ πόδας, και όπερ είναι εντούτοις εξάπουν, αφού δεν έχει ειμή έξ. Α φίλοι μου, ο ουρανός μοι εχρεώστει μίαν χαράν και θα δώσω τέλος το όνομά μου εις μίαν επιστημονικήν ανακάλυψιν. Το έντομον τούτο θα ονομασθή «εξάπους Βενέδικτος».
Ο ένθους επιστήμων τοσούτον ήτο ευτυχής, τοσούτον ελησμόνει τας παρελθούσας και μελλούσας αθλιότητας, ώστε η κυρία Βέλδων και ο Δικ Σανδ τον συνεχάρησαν από καρδίας.
Κατ' αυτό το διάστημα η λέμβος εκυλίετο επί των σκοτεινών υδάτων του ποταμίου. Η σιωπή της νυκτός εταράσσετο μόνον υπό του κροταλισμού των σωμάτων των κροκοδείλων ή του ραγχασμού των ιπποποτάμων, οίτινες έπαιζον επί των οχθών.
Είτα διά των κλωνίων των καλαμών, η σελήνη, εμφανισθείσα όπισθεν των κορυφών των δένδρων, διέχυσε τας γλυκείας φαύσεις αυτής εντός της λέμβου.
Αίφνης επί της δεξιάς όχθης ηκούσθη μακρυνός θόρυβος, έπειτα κρότος υπόκωφος, ως εάν γιγαντώδεις αντλίαι ειργάζοντο εν τη σκιά.
Ήσαν πολλαί εκατοντάδες ελεφάντων, οίτινες χορτασθέντες εκ των ξυλωδών ριζών, τας οποίας είχον φάγει κατά την ημέραν, ήρχοντο να ποτισθώσιν. Αληθώς ηδύνατό τις να πιστεύση ότι όλαι εκείναι αι προβοσκίδες, ταπεινούμεναι και ανυψούμενοι διά μιας και της αυτής αυτοματικής κινήσεως, έμελλον να αποξηράνωσι το ποτάμιον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.
ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ
Επί οκτώ ημέρας η λέμβος έπλεεν υπό την ώθησιν του ρεύματος και υπό τας μνημονευθείσας συνθήκας. Ουδέν επεισόδιον οπωσούν σπουδαίον επεγένετο. Επί διαστήματος πολλών μιλίων, το ποτάμιον έλουε τας άκρας μεγαλοπρεπών δασών. Είτα η γη, απεγεγυμνωμένη των ωραίων τούτων δένδρων, άφινε τας ελώδεις πεδιάδας να εκτείνωνται μέχρι των ορίων του ορίζοντος.
Εάν οι ιθαγενείς έλειπον εκ της χώρας εκείνης, διά το οποίον ουδόλως δυσηρεστείτο ο Δικ Σανδ, τα ζώα τουλάχιστον έβριθον εκεί. Ήσαν ζέβροι πέζοντες επί των οχθών, άλκαι, κααμάς, είδος αντιλόπων χαριεστάτων, αίτινες εξηφανίζοντο μετά της νυκτός, όπως εγκατασταθώσιν υπό των λεοπαρδάλεων, ων ηκούοντο οι ορυγμοί και των λεόντων, οίτινες επήδων εις τα υψηλά χόρτα. Μέχρι τότε οι φυγάδες ουδέν έπαθον εκ των αγρίων εκείνων σαρκοβόρων του δάσους ή του ποταμίου.
Εν τούτοις καθ' ημέραν σηνηθέστερον δε μετά μεσημβρίαν, ο Δικ Σανδ προσήγγιζεν εις την μίαν ή την άλλην όχθην, απέβαινεν εκεί και κατώπτευε τα πέριξ μέρη.
Έπρεπε τωόντι να πράττη τούτο προς ανανέωσιν της καθημερινής τροφής. Εις το μέρος εκείνο εστερημένον πάσης καλλιεργείας δεν ηδύνατό τις να έχη τας ελπίδας του εις το μανιόκον ή τον σόργον ή τον αραβόσιτον, καρπούς οίτινες απαρτίζουσι την φυτικήν τροφήν των ιθαγενών φυλών. Τα φυτά ταύτα δεν εβλάστανον εκεί ειμή εν αγρία καταστάσει και δεν ήσαν εδώδιμα. Ήτο λοιπόν ηναγκασμένος ο Δικ Σανδ να θησεύη, ει και ο κρότος του πυροβόλου του ηδύνατο να εφελκύση κακήν τινα συνάντησιν.
Ήναπτον πυρ περιστρέφοντες ραβδίον εντός αγρίας συκής κατά τον ιθαγενή τρόπον ή μάλλον κατά τον πιθηκικόν τρόπον, καθότι βεβαιούσιν ότι γορίλλοι τινές διά τοιούτου τρόπου προμηθεύονται πυρ. Είτα έψηνον διά πολλάς ημέρας ολίγον κρέας άλκης ή αντιλόπης. Κατά την ημέραν της 4 Ιουλίου ο Δικ Σανδ κατώρθωσε μάλιστα να φονεύση διά μιας μόνης βολής έν ποκού, όπερ τω παρέσχε καλήν προμήθειαν τροφής. Το ζώον τούτο έχει μήκος πέντε ποδών, μακρά κέρατα μετά δακτυλίων, τρίχωμα ερυθροκίτρινον μετά στιγμάτων λαμπρών, κοιλίαν λευκήν, και το κρέας αυτού ευρέθη εξαίρετον.
Εκ τούτου έπεται ότι λαμβανομένων υπ' όψει των σχεδόν καθημερινών τούτων αποβάσεων και των ωρών αναπαύσεως τας οποίας έπρεπε να λαμβάνωσι κατά την νύκτα των μέχρι της 8 Ιουλίου διανυθέν διάστημα δεν ήτο πλειότερον των εκατόν μιλίων. Και όμως ήτο σημαντικόν, και ήδη ο Δικ Σανδ εσκέπτετο πού θα τον έφερε το ατελείωτον εκείνο ποτάμιον, του οποίου το ρεύμα δεν απερρόφα εισέτι ειμή ελάχιστα τινά παραποτάμια και δεν επλατύνετο σημαντικώς. Η δε γενική αυτού διεύθυνσις αφού επί πολύν χρόνον ήτο βόρειος, εκάμφθη τότε εις βορειοδυτικήν.
Όπως δήποτε το ποτάμιον εκείνο συνετέλει και τούτο εις εύρεσιν τροφής. Μακραί κλιματίδες φέρουσαι εις τας άκρας αυτών ακάνθας εν είδει αγκίστρων, παρείχον σαντζίκας λεπτοτάτας εις την γεύσιν, ουζάκας μαύρας λίαν επιζητήτους, μόνδας πλατυκεφάλους, και μικρούς δαγάλας φίλους των ρεόντων υδάτων.
Κατά την ημέραν της 9 Ιουλίου, ο Δικ Σανδ εδέησε να επιδείξη άπασαν την ψυχραιμίαν του. Ήτο μόνος εις την ξηράν παραφυλλάτων ένα κααμάν, του οποίου τα κέρατα εφαίνοντο άνωθεν θαμνώδους πυκνώματος, ότε εις τριάκοντα βημάτων απόστασιν ανεπήδησε φοβερός τις κυνηγός, όστις βεβαίως ήλθε να απαιτήση το μερίδιόν του εκ της λείας και δεν ήτο τοιούτος ώστε να την εγκαταλείψη.
Ήτο λέων τεραστίου αναστήματος, εξ εκείνων τους οποίους οι ιθαγενείς ονομάζουσι καράμος, και ουχί εκ του άνευ χαίτης εκείνου είδους, όπερ καλείται λέων του Νυατή. Ο λέων εκείνος είχε πέντε ποδών ύψος, ήτο ζώον φοβερόν.
Δι' ενός άλματος ο λέων επέπεσε κατά του κααμά, τον οποίον η σφαίρα του Δικ Σανδ είχε ρίψει χαμαί, και όστις πλήρης έτι ζωής έσπαιρε κράζων υπό τους όνυχας του τρομερού ζώου.
Ο Δικ Σανδ, αφοπλισθείς, δεν έσχε καιρόν να θέση δεύτερον φυσίγγιον εις το όπλον του.
Διά πρώτου βλέμματος ο λέων τον είδεν, αλλ' ηρκέσθη κατ' αρχάς να τον παρατηρή.
Ο Δικ Σανδ έμεινε κύριος εαυτού και ουδέν κίνημα εποίησεν. Ενεθυμήθη ότι εν τοιαύτη περιστάσει η ακινησία δύναται να γίνη σωτηρία. Δεν επειράθη να πληρώση αύθις το όπλον του, αλλ' ούτε προσεπάθησε να φύγη.
Ο λέων τον παρετήρει πάντοτε διά των ερυθρών και φωτοβόλων οφθαλμών του. Εδίστασε μεταξύ της μιας λείας και της άλλης, εκείνης ήτις εκινείτο. Εάν ο κααμάς δεν συνεσπειρούτο υπό τους όνυχας του λέοντος, ο Δικ Σανδ θα ήτο απολωλός.
Δύο στιγμαί παρήλθον τοιουτοτρόπως. Ο λέων έβλεπε τον Δικ Σανδ, και ο Δικ Σανδ έβλεπε τον λέοντα, χωρίς να κινήση καν τα βλέφαρα.
Και τότε ο λέων διά μεγαλοπρεπούς κινήσεως του στόματος αναρπάσας τον σπαίροντα κααμάν απήγαγεν αυτόν ως λαγωόν, και πλήττων διά της φοβεράς ουράς του τα δενδρύλλια εγένετο άφαντος εις τας λόχμας.
Ο Δικ Σανδ διέμεινεν ακίνητος επί τινας στιγμάς, είτα εγκατέλειπε την θέσιν του, και επιστρέψας προς τους συντρόφους του δεν τοις ωμίλησε περί του κινδύνου από του οποίου διά της ψυχραιμίας του εσώθη. Αλλ' εάν, αντί να διαπλέωσιν το ταχύ εκείνο ρεύμα, οι φυγάδες ηναγκάζοντο να διέλθωσι τας πεδιάδας και τα δάση συχναζόμενα υπό ομοίων θηρίων, ίσως την ώραν ταύτην μήτε είς των ναυαγών του «Πίλγριμ» θα εσώζετο.
Εν τούτοις, εάν τότε η χώρα ήτο ακατοίκητος, δεν υπήρξεν όμως πάντοτε τοιαύτη. Πολλάκις, επί τινων καθιζήσεων του εδάφους, θα ηδύναντο να ανεύρωσιν ίχνη αρχαίων χωρίων. Οδοιπόρος ειθισμένος να διατρέχη τα μέρη εκείνα, ως έπραττεν ο Δαβίδ Λίβιγγστων, δεν θα ηπατάτο.
Βλέπων τις τα υψηλά εκείνα εξ ευφόρβων ικριώματα καλυβών, και την ιεράν συκήν, μεμονωμένως ορθουμένην εν τω μέσω του περιβόλου, θα εβεβαίου ότι κώμη τις υπήρχεν άλλοτε εκεί. Αλλά, κατά τα ιθαγενή έθιμα, ο θάνατος αρχηγού τινος αρκεί να αναγκάση τους κατοίκους να εγκαταλείψωσι τας κατοικίας των και μεταφέρωσιν αυτάς εις άλλο σημείον της χώρας.
Ίσως ωσαύτως εις το μέρος εκείνο, όπερ διέσχιζεν ο ποταμός, φυλαί τινες κατώκουν υπό την γην ως εις άλλα μέρη της Αφρικής. Οι άγριοι εκείνοι, ευρισκόμενοι εις την εσχάτην βαθμίδα της ανθρωπότητος, μόνον κατά την νύκτα εξέρχονται των οπών των ως τα θηρία εκ της φωλεάς των, αλλ' η συνάντησις και των μεν και των δε είναι επικίνδυνος.
Ο Δικ Σανδ δεν ηδύνατο ν' αμφιβάλλη ότι εκεί ήτο τόπος ανθρωποφάγων. Τρις ή τετράκις, είς τινα ανοικτά μέρη, εν μέσω τεφρών μόλις ψυχρανθεισών, εύρεν ημίκαυστα ανθρώπινα οστά, λείψανα φρικώδους τινός δείπνου. Τους ανθρωποφάγους δε εκείνους του άνω Καζονδέ ολεθρία τύχη ηδύνατο να φέρη εις τας όχθας εκείνας, καθ' ήν στιγμήν απέβαινεν ο Δικ Σανδ. Τούτου ένεκα δεν προσήγγιζε πλέον άνευ μεγάλης ανάγκης και επί τη υποσχέσει του Ηρακλέους ότι εις την ελαχίστην ειδοποίησιν θα ώθει ούτος την λέμβον εις τα εμπρός. Ο αγαθός μαύρος υπέσχετο τούτο, αλλ' όταν ο Δικ Σανδ απέβαινεν εις την όχθην, δυσκόλως απέκρυπτεν από την κυρίαν Βέλδων την θανάσιμον ανησυχίαν του.
Κατά την εσπέραν της 10 Ιουλίου εδέησε να διπλασιάσωσι την προσοχήν των. Επί της δεξιάς όχθης υψούτο χωρίον εκ τριακοντάδος κατοικιών επί πασσάλων. Ήσαν ηναγκασμένοι να διέλθωσι δι' αυτών, καθότι εις το αριστερόν μέρος ο ποταμός ήτο άβατος ένεκα των διεσπαρμένων βράχων.
Αλλά το χωρίον εκείνο κατωκείτο. Πυρά τινα έλαμπον κάτωθεν των καλυβών. Ηκούοντο δε φωναί αίτινες ηδύναντο να εκληφθώσιν ως βρυχηθμοί. Εάν κατά δυστυχίαν, ως τούτο συμβαίνει πολλάκις, ήσαν μεταξύ των πασσάλων ηπλωμένα δίκτυα, θα εξηγείρετο η προσοχή των κατοίκων, καθ' όν χρόνον η λέμβος θα προσεπάθει να παραβιάση την δίοδον.
Ο Δικ Σανδ, καθήμενος εμπρός, έδιδε χαμηλή τη φωνή οδηγίας, όπως αποφύγωσι πάσαν σύγκρουσιν μετά των υποποταμίων εκείνων οικοδομών. Η νυξ ήτο καθαρά. Έβλεπον μεν αρκούντως όπως διευθύνονται, αλλ' ηδύναντο ωσαύτως να γίνωσιν ορατοί.
Παρήλθον στιγμαί τινες τρομεραί. Δύο ιθαγενείς, συνδιαλεγόμενοι υψηλή τη φωνή, εκάθηντο συνεσπειρωμένοι επί των πασσάλων, μεταξύ των οποίων το ρεύμα παρέσυρε την λέμβον, της οποίας η διεύθυνσις δεν ηδύνατο να μεταβληθή διά της στενοτάτης εκείνης διόδου. Δεν θα την έβλεπον λοιπόν, και εις τας κραυγάς των δεν υπήρχε φόβος μήπως όλη η κώμη ήθελε προσδράμει;
Διάστημά τι εκατόν ποδών το πολύ έμενε να διανυθή, ότε ο Δικ Σανδ ήκουσε τους δύο ιθαγενείς ανταποκρινομένους ζωηρότερον. Ο είς εδείκνυεν εις τον άλλον τον θαμνώδη σωρόν, όστις έπλεε και ηπείλει να σχίση τα δίκτυα, τα οποία κατ' εκείνην την στιγμήν κατεγίνοντο να απλώσωσι.
Ενώ δε τα ανέσυρον κατεσπευσμένως προσεκάλεσαν και άλλους προς βοήθειαν.
Πέντε ή εξ μαύροι κατρεκύλισαν αμέσως διά των πασσάλων και εκαθέσθησαν επί των συνοδευουσών αυτούς εγκαρσίων δοκών εκφέροντες κραυγάς, τας οποίας αδύνατον να φαντασθή τις.
Εξ εναντίας εν τη λέμβω απόλυτος επεκράτει σιγή εκτός διαταγών τινων του Δικ Σανδ διδομένων χαμηλή τη φωνή· και ακινησία τελεία, εκτός της τακτικής κινήσεως του δεξιού βραχίονος του Ηρακλέους χειριζομένου την κώπην, ενίοτε υπόκωφος γρυλλισμός του Δίγγου, του οποίου ο μικρός Ζακ εκράτει τας δύο σιαγόνας συνεσφιγμένας εντός των χειρών του· έξω ο μορμυρισμός του ρεύματος συντριβομένου επί των πασσάλων· άνωθεν δε αι άγριαι φωναί των ανθρωποφάγων.
Εν τούτοις οι ιθαγενείς έσυρον ταχέως τα δίκτυα. Εάν ανηγείρονται εγκαίρως, η λέμβος θα διήρχετο, άλλως θα περιεπλέκετο, και αλλοίμονον εις εκείνους οίτινες έπλεον μετ' αυτής! Όσον δ' αφορά την μεταβολήν ή την διακοπήν της πορείας, ο Δικ Σανδ δεν ηδύνατο να επιτύχη τούτο, καθότι το ρεύμα βιαιότερον εις το στενόν εκείνο μέρος, τον παρέσυρεν ταχύτερον.
Μετά ήμισυ λεπτόν της ώρας η λέμβος εισήλθε μεταξύ των πασσάλων. Εξ ακατανοήτου δε τύχης οι ιθαγενείς διά τελευταίας προσπαθείας ανέσυρον τα δίκτυα.
Αλλ' η λέμβος διερχομένη, ως είχε φοβηθή ο Δικ Σανδ, απώλεσε μέρος των χόρτων, άτινα εκυμάτιζον εις την δεξιάν πλευράν αυτής.
Είς των ιθαγενών εξέφερε κραυγήν. Είχεν άρα γε ιδεί τους εν αυτή κρυπτομένους και ειδοποίησε τους συντρόφους του; . . . Το πράγμα ήτο πλέον ή πιθανόν.
Ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού ήσαν ήδη μακράν, και μετά τινας στιγμάς υπό την ώθησιν του ρεύματος εκείνου μεταβεβλημένου εις είδος τι χειμάρρου έχασαν εκ της οράσεώς των το υποβρύχιον χωρίον.
— Εις την αριστεράν όχθην! διέταξεν ο Δικ Σανδ εκ φρονήσεως. Η κοίτη έγινε πάλιν βατή.
— Εις την αριστεράν όχθην, είπεν ο Ηρακλής, δίδων ισχυράν στροφήν εις την κώπην.
Ο Δικ Σανδ εκαθέσθη πλησίον του και παρετήρησε την επιφάνειαν των υδάτων, τα οποία η σελήνη εφώτιζε ζωηρώς και ουδέν ύποπτον είδεν. Ουδεμία λέμβος τον κατεδίωκεν. Ίσως οι άγριοι εκείνοι δεν είχον τοιαύτην, και όταν ανέτειλεν η ημέρα μήτε επί των οχθών συνέβη τι. Εν τούτοις, προς μείζονα προφύλαξιν, η λέμβος παρηκολούθησε σταθερώς την αριστεράν όχθην.
Κατά τας τέσσαρας ακολούθους ημέρας, από της 11 μέχρι της 14 Ιουλίου, η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής παρετήρησαν ότι το μέρος εκείνο της χώρας είχε μεταβλητή επαισθητώς. Δεν ήτο μόνον τόπος έρημος, αλλά καθαυτό έρημος, και ηδύνατό τις να την παραβάλη προς την Καλαχάρην, εκείνην την εξερευνηθείσαν υπό του Λιβιγγστώνος κατά την πρώτην αυτού περιήγησιν. Το αυχμηρόν έδαφος δεν ανεμίμνησκε τας ευφόρους πεδιάδας της άνω χώρας.
Και πάντοτε ο ατέρμων εκείνος ρύαξ, ον ηδύναντο καλώς να ονομάσωσι ποταμόν, επειδή εφαίνετο ότι απέληγεν εις αυτόν, τον Ατλαντικόν.
Το ζήτημα της τροφής εις τον ξηρόν εκείνον τόπον κατέστη δύσλητον. Ουδέν υπελείπετο πλέον εκ των προσλαβουσών οικονομιών. Η αλιεία ήτο μηδαμινή, η θήρα εξέλειπεν. Άλκαι, αντιλόπαι, ποκού και άλλα ζώα δεν θα εύρισκον πώς να ζήσωσιν εις την έρημον εκείνην, μετ' αυτών δε θα συνεξηφανίζοντο και τα σαρκοβόρα.
Τούτου ένεκα την νύκτα δεν αντήχουν πλέον οι συνήθεις βρυχηθμοί, αλλά μόνον η συναυλία εκείνη των βατράχων, την οποίαν ο Καμερών παραβάλλει προς τον θόρυβον των πακτωτών και των τρυπητών ναυπηγείων.
Επί των δύο οχθών η πεδιάς ήτο ομαλή και γυμνή δένδρων μέχρι των απωτάτων λόφων, οίτινες περιώριζον αυτήν προς ανατολάς και προς δυσμάς. Τα εφόρβια εφύοντο μόνα και άφθονα· ουχί τα ευφορβιοειδή εκείνα τα παράγοντα τον άλευρον του μανιακού, αλλ' εκείνα άτινα παράγουσιν έλαιον δυνάμενον να χρησιμεύση προς διατροφήν.
Έπρεπεν εν τούτοις να μεριμνήσωσι περί τροφής. Ο Δικ Σανδ, δεν είξευρε τι να πράξη, ο δε Ηρακλής τω υπέμνησεν εγκαίρως ότι οι ιθαγενείς έτρωγον πολλάκις νεαρούς βλαστούς πτερίδων και τον μυελόν εκείνον, ον περιέχει ο κορμός του παπύρου. Αυτός ο ίδιος ενώ παρηκολούθει διά του δάσους την συνοδείαν του Ιβν Χαμή, ηναγκάσθη πλέον ή άπαξ να καταφύγη εις το μέσον τούτο όπως κατευνάση την πείναν του. Ευτυχώς πτερίδες και πάπυροι υπήρχον άφθονοι κατά μήκος της όχθης και ο μυελός, του οποίου η ουσία είναι σακχαρώδης, πολύ ήρκεσεν εις όλους ιδιαιτέρως δε εις τον μικρόν Ζακ. Εν τούτοις η τροφή αύτη δεν ήτο ενδυναμωτική, αλλά την επιούσαν, χάρις εις τον εξάδελφον Βενέδικτον εύρον καλλιτέραν.
Από της ανακαλύψεως του «Εξάποδος Βενεδίκτου», όπερ έμελλε να απαθανατίση το όνομά του, ο εξάδελφος Βενέδικτος επανέλαβε τον συνήθη βίον του. Αφού έθεσε το έντομον εις μέρος ασφαλές, δηλαδή το καθήλωσε διά καρφίδος εις το υπόστρωμα του πίλου του, ο επιστήμων επανέλαβε τας αναζητήσεις του κατά τας ώρας της αποβάσεως. Κατ' εκείνην λοιπόν την ημέραν ερευνών εις τα υψηλά χόρτα, εξήγειρε πτηνόν τι, του οποίου το πτέρωμα είλκυσε την προσοχήν του.
Ο Δικ Σανδ ητοιμάσθη να πυροβολήση, ότε ο εξάδελφος Βενέδικτος ανέκραξε:
— Μη πυροβολήτε, Δικ, μη πυροβολήτε. Πτηνόν διά πέντε άτομα θα ήτο ανεπαρκές.
— Θα αρκέση εις τον Ζακ, απεκρίθη ο Δικ Σανδ σκοπεύων εκ δευτέρου το πτηνόν, όπερ δεν έσπευδε να πετάξη.
— Όχι, όχι, επανέλαβεν ο εξάδελφος Βενέδικτος. Μη πυροβολήτε. είναι δείκτης, και θα μας προμηθεύση άφθονον μέλι.
Ο Δικ κατεβίβασε το όπλον του υπολογίζων επί τέλους ότι λίτραι τινές μέλιτος ήσαν προτιμότεροι ενός πτηνού, και αμέσως αυτός και ο εξάδελφος Βενέδικτος ηκολούθησαν τον δείκτην, όστις επικαθήμενος και ανιπτάμενος αλληλοδιαδόχως τους προσεκάλει να τον ακολουθήσωσι.
Δεν ηναγκάσθησαν να μεταβώσι μακράν, και μετά τινα λεπτά της ώρας γηραιοί κορμοί κεκρυμμένοι μεταξύ των ευφορβίων ενεφανίσθησαν εν τω μέσω ηχηρού βόμβου μελισσών.
Ο εξάδελφος Βενέδικτος θα επεθύμει ίσως να μη στερήση από τα βιομήχανα εκείνα υμενόπτερα τον καρπόν της εργασίας των. Αλλ' ο Δικ Σανδ δεν εννόει τούτο. Εκάπνισε τας μελίσσας διά ξηρών χόρτων και συνέλεξε μεγάλην ποσότητα μέλιτος. Είτα εγκαταλείπων εις τον δείκτην τας μελικηρίδας, αίτινες απαρτίζουσι το μερίδιον του κέρδους του, επανήλθε μετά του εξαδέλφου Βενεδίκτου εις την λέμβον.
Το μέλι εγένετο ευχαρίστως δεκτόν, αλλ' επί τέλους μικρόν πράγμα ήτο· άπαντες θα υπέφερον σκληρώς εκ της πείνης, εάν κατά την ημέραν της 12 η λέμβος δεν έφθανε πλησίον όρμου βρίθοντος εξ ακρίδων. Ήσαν μυριάδες, και εκάλυπτον το έδαφος και τους θάμνους ανά δύο και τρεις σειράς. Επειδή δε ο εξάδελφος Βενέδικτος είπεν ότι οι ιθαγενείς ετρέφοντο πολλάκις διά των ορθοπτέρων εκείνων — όπερ ήτο ακριβέστατον — επέπεσαν επί του μάννα εκείνου. Υπήρχον εκεί τοσαύται ώστε να φορτώσωσι δεκάκις την λέμβον, και φρυγόμεναι επί πυρός ησύχου, αι εδώδιμοι αύται ακρίδες δύνανται να φανώσιν εξαίρετοι και εις αυτούς τους ολιγώτερον πεινώντας ανθρώπους. Εις το μερίδιόν του ο εξάδελφος Βενέδικτος έφαγεν αρκετήν ποσότητα, στενάζων μεν αληθώς, αλλ' όμως έφαγεν.
Εν τούτοις ήτο καιρός να λάβη πέρας η μακρά αύτη σειρά ηθικών και φυσικών δοκιμασιών. Ει και ο πλους επί του ταχέος εκείνου ποταμίου δεν υπήρξε κοπιαστικός, όσον ήτο η πορεία εις τα πρώτα δάση της χώρας, εν τούτοις ο υπερβολικός καύσων της ημέρας, αι υγραί αναθυμιάσεις της νυκτός, αι αδιάκοποι επιθέσεις των κωνώπων, πάντα ταύτα καθίστων πάλιν οχληράν την του ρεύματος κάθοδον. Ήτο καιρός πλέον να φθάσωσι και εν τούτοις ο Δικ Σανδ δεν ηδύνατο να προσδιορίση ουδέν τέρμα εις τον πλουν εκείνον. Οκτώ ημέρας θα διήρκει ή ένα μήνα; ουδεμία ένδειξις. Εάν το ποτάμιον έρρεε κατ' ευθείαν προς δυσμάς, θα ευρίσκοντο ήδη επί της βορείας ακτής της Αγγόλας, αλλ' η γενική διεύθυνσις υπήρξε μάλλον βορεινή και τοιουτοτρόπως θα έπλεον επί πολύν χρόνον, πριν φθάσωσιν εις την παραλίαν. Ήτο λοιπόν ο Δικ Σανδ εις άκρον ανήσυχος, ότε εγένετο αίφνης μεταβολή διευθύνσεως κατά την πρωίαν της 14 Ιουλίου.
Ο μικρός Ζακ ήτο εις το έμπροσθεν μέρος της λέμβου και παρετήρει διά των καλάμων, ότε μεγάλη έκτασις ύδατος εφάνη εις τον ορίζοντα.
— Η θάλασσα! ανεφώνησεν.
Εις την λέξιν ταύτην ο Δικ Σανδ ανεσκίρτησε και ήλθε πλησίον του μικρού Ζακ.
— Η θάλασσα! είπεν. Όχι, όχι ακόμη, αλλά τουλάχιστον ποταμός όστις ρέει προς δυσμάς, και του οποίου παραπόταμος είναι ο παρών. Ίσως είναι ούτος ο Ζαΐρος.
— Ο Θεός να σε εισακούση, Δικ, είπεν η κυρία Βέλδων. Ναι, διότι εάν ήτο ο Ζαΐρος εκείνος ή Κόγγος τον οποίον ο Στάνλεϋ έμελλε να ανακαλύψη μετά τινα έτη, δεν είχον πλέον να πράξωσι άλλο ειμή να κατέλθωσι το ρεύμα του, όπως φθάσωσιν εις τας πορτογαλικός κώμας του στομίου. Ο Δικ Σανδ ήρχισε να πιστεύη το τοιούτο.
Κατά τας ημέρας της 15, 16, 17 και 18 Ιουλίου, εν τω μέσω χώρας ολιγώτερον ξηράς, η λέμβος έπλευσεν επί των αργυροστίλπνων υδάτων του ποταμού. Εν τούτοις αι αυταί προφυλάξεις ελαμβάνοντο και εφαίνετο πάντοτε ότι το ρεύμα εκύλιε σωρόν χόρτων.
Μετά τινας ώρας βεβαίως οι επιζώντες του «Πίλγριμ» θα έβλεπον το τέρμα των δυστυχιών των. Εις έκαστον θα απεδίδετο αναλόγως, η μερίς της αφοσιώσεως και εάν ο νεαρός δόκιμος δεν διεξεδίκει την μεγαλειτέραν, η κυρία Βέλδων θα την διεξεδίκει υπέρ αυτού.
Αλλά κατά την νύκτα της 18 Ιουλίου συνέβη τι, όπερ έμελλε να διακινδυνεύση την σωτηρίαν πάντων.
Περί την τρίτην ώραν της πρωίας, μακρυνός θόρυβος ηκούσθη προς δυσμάς. Ο Δικ Σανδ, πλήρης αγωνίας ηθέλησεν να μάθη πόθεν προήρχετο ο θόρυβος εκείνος. Ενώ δε η κυρία Βέλδων, ο Ζακ και ο εξάδελφος Βενέδικτος εκοιμώντο εις το βάθος της λέμβου, προσεκάλεσε τον Ηρακλέα εις την πρώραν και τω συνέστησε να ακροασθή μετά μεγάλης προσοχής.
Η νυξ ήτο ήσυχος. Ουδεμία πνοή εκίνει τα ατμοσφαιρικά στρώματα.
— Είναι θόρυβος θαλάσσης! είπεν ο Ηρακλής του οποίου οι οφθαλμοί ήστραψαν εκ χαράς.
— Όχι, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, κινών την κεφαλήν . . .
— Τι είναι λοιπόν; ηρώτησεν ο Ηρακλής.
Ας περιμείνωμεν την ημέραν, αλλ' ας προσέχωμεν πολύ. Μετά την απόκρισιν, ο Ηρακλής επανήλθεν εις την θέσιν του.
Ο Δικ Σανδ έμεινεν εις το έμπροσθεν μέρος και ηκροάζετο πάντοτε. Ο θόρυβος ηύξανε. Μετ' ολίγον ηκούετο ως μυκηθμός μακρυνός.
Η ημέρα εφάνη, σχεδόν άνευ ηούς. Άνωθεν του ποταμού, εις απόστασιν ημίσεως περίπου μιλίου, είδος τι νέφους εκυμαίνετο εν τη ατμοσφαίρα. Αλλά δεν ήσαν ατμοί, τούτο δε εγένετο καταφανές ότε, από τας πρώτας ηλιακάς ακτίνας, αίτινες διήλθον διασχίσασαι αυτούς, θαυμασία ίρις ανεπτύχθη από της μιας εις την άλλην όχθην.
— Εις την όχθην! έκραξεν ο Δικ Σανδ, του οποίου η φωνή αφύπνισε την κυρίαν Βέλδων. Υπάρχουσι καταρράκται! Τα νέφη ταύτα είναι ύδωρ κονιοποιημένον. Εις την όχθην, Ηρακλή!
Ο Δικ Σανδ δεν ηπατάτο. Εμπρός το έδαφος εξηφανίζετο επί εκατόν πόδας από της κοίτης του ποταμού, του οποίου τα ύδατα εβαραθρούντο μετ' αγερώχου αλλ' ακατασχέτου ορμής. Ήμισυ μίλιον έτι και η λέμβος θα παρεσύρετο εις την άβυσον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'.
Σ. Β.