Part 28
Αι χαμηλαί γαίαι, κεκαλυμμέναι ήδη υπό χόρτων ωρίμων ήδη, κατεκλύσθησαν εντελώς υπό των υδάτων. Οι κάτοικοι της επαρχίας, των οποίων κατεστράφη αίφνης η συγκομιδή, ευρέθησαν εις απελπιστικήν κατάστασιν. Όλαι αι εργασίαι της εποχής διεκόπησαν, και η βασίλισσα Μοΐνα ως και οι υπουργοί αυτής δεν ήξευραν πώς να αποσοβήσωσι την καταστροφήν.
Κατέφυγον λοιπόν εις τους μάγους, αλλ' ουχί εις εκείνους ων το επάγγελμα είναι να θεραπεύωσι τους ασθενείς διά των γοητειών μαγειών των, ή οίτινες προέλεγον την καλήν τύχην εις τους ιθαγενείς.
Αλλά τότε προέκητο περί κοινής συμφοράς και οι άριστοι μ γ ο ύ ν γ α ι, οίτινες έχουσι την δύναμιν να προκαλώσιν ή να καταπαύωσι τας βροχάς, παρεκλήθησαν να εξορκίσωσι τον κίνδυνον.
Αλλά και ούτοι ουδέν κατώρθωσαν. Εις μάτην ετόνισαν το μονότονον άσμα των, έσεισαν τον διπλούν κώδωνα και τους κωδωνίσκους, μετεχειρίσθησαν τα πολυτιμότερα περίοπτα και έτι μάλλον ιδιαιτέρως κέρας τι, πλήρες πηλού και φλοιών, του οποίου η αιχμή απολήγει εις τρία κερατίδια, εξώρκισαν ρίπτοντες μικράς σφαίρας κόπρου ή πτύοντες εις το πρόσωπον των σεβαστοτέρων ανθρώπων της αυλής· δεν ηδυνήθησαν να αποδιώξωσι τα πονηρά πνεύματα, τα οποία προΐστανται εις τον σχηματισμόν των νεφών.
Τα πράγματα λοιπόν έβαινον ολοέν επί τα χείρω, ότ' η βασίλισσα Μοΐνα εσκέφθη να μετακαλέση διάσημόν τινα μάγον ευρισκόμενον τότε εις τα βόρεια μέρη της Αγγόλας.
Ήτο μάγος πρώτης τάξεως, του οποίου η τέχνη ήτο τοσούτω μάλλον θαυμασία, όσω δεν είχεν έτι δοκιμαοθή εν τη χώρα εκείνη ουδέποτε.
Τώρα όμως επρόκειτο να αποδείχθή η κατά των βροχών ικανότης του.
Κατά την πρωίαν λοιπόν της 25 Ιουνίου ο νέος μάγος ανήγγειλε θορυβωδώς την άφιξίν του διά των κωδωνίσκων του.
Ο μάγος εκείνος ήλθε κατ' ευθείαν εις την αγοράν και αμέσως το πλήθος των ιθαγενών έδραμε προς αυτόν. Ο ουρανός ήτο ολιγώτερον βροχερός, ο άνεμος εδείκνυε τάσιν προς μεταβολήν και τα συμπτώματα ταύτα της γαλήνης συμπίπτοντα μετά της ελεύσεως του μάγου, προδιέθετον τα πνεύματα υπέρ αυτού.
Ήτο άλλως τε μεγαλοπρεπέστατος ανήρ ωραιότατος μαύρος.
Είχεν ανάστημα τουλάχιστον έξ ποδών και εφαίνετο ότι ήτο εκτάκτως ισχυρός. Το εξωτερικόν του επέβαλεν ήδη επί του πλήθους.
Συνήθως οι μάγοι, όταν περιέρχωνται τα χωρία, συνενούνται ανά τρεις τέσσαρες ή πέντε και συνοδεύονται υπό τινων ακολούθων ή συμβοηθών.
Ο μάγος ούτος όμως ήτο μόνος. Όλον το στήθος του ήτο κατάστικτον υπό εικόνων λευκών, το δε κάτω μέρος του σώματός του εκαλύπτετο υπό ευρείας εσθήτος εξ υφάσματος χόρτου. Περιδέραιον εκ κρανίων πτηνών εις τον λαιμόν, επί της κεφαλής είδος δερματίνης περικεφαλαίας κεκοσμημένης διά πτερών και μαργαριτών, περί τα νεφρά χαλκίνη ζώνη από της οποίας εκρέμαντο εκατοντάδες τινές κωδωνίσκων, θορυβωδεστέρων ή ο ηχηρός κωδωνισμός ισπανικής ημιόνου, τοιαύτη ήτο η ενδυμασία του μεγαλοπρεπούς εκείνου δείγματος των σωματείων των ιθαγενών μάγων.
Όλον το υλικόν της τέχνης του συνέκειτο εξ είδους τινός κανίστρου του οποίου τον πυθμένα εσχημάτιζε κολοκύνθη και εντός του οποίου υπήρχον κογχυλύλια, περίαπτα, μικρά ξύλινα είδωλα και άλλα εικόνια, προσέτι δε μεγάλη ποσότης σφαιρών κόπρου, σπουδαίον συμπλήρωμα των γοητειών και μαντικών εργασιών της κεντρώας Αφρικής.
Ιδιαιτέρα τις περίπτωσις ην αμέσως εννόησε το πλήθος ήτο ότι ο μάγος εκείνος ήτο βωβός· το ελάττωμα όμως τούτο ηύξησε την υπόληψιν, δι' ης περιέβαλλον αυτόν.
Δεν εξέφερε δε ειμή λαρυγγώδη τινά ήχον χαμηλόν και σεσυρμένον, όστις ουδεμίαν είχε σημασίαν. Τούτο ήτο λόγος ισχυρότερος όπως τον εννοώσι καλλίτερον εν τη εξασκήσει της μαγικής τέχνης του.
Ο μάγος εποίησε κατά πρώτον τον γύρον της μεγάλης πλατείας, εκτελών είδος τι οργώσεως, ήτις έθετεν εις κίνησιν όλην αυτού την κωδωνοστοιχίαν. Το πλήθος τον ηκολούθει μιμούμενον τας κινήσεις του.
Θα έλεγέ τις ότι ολόκληρος αγέλη πιθήκων ηκολούθει γιγαντιαίον τετράχειρα. Είτα αίφνης ο μάγος διελθών την κυρίαν οδόν του Καζονδέ κατηυθύνθη προς την βασιλικήν κατοικίαν.
Άμα η βασίλισσα Μοΐνα ειδοποιήθη περί της αφίξεως του νέου μάγου ,ενεφανίσθη ακολουθουμένη υπό των αυλικών αυτής.
Ο μάγος προσεκύνησε μέχρις εδάφους, και ανήγειρε την κεφαλήν αναπτήσων τον λαμπρόν αυτού ανάστημα. Οι βραχίονές του εστάθησαν τότε προς τον ουρανόν, τον οποίον διέσχιζον ταχέως τμήματα νεφών.
Ο μάγος έδειξε τα νέφη εκείνα διά της χειρός, εμιμήθη τας κινήσεις διά παντομίμας ζωηράς, τα έδειξε φεύγοντα προς δυσμάς και επανερχόμενα προς ανατολάς διά περιστροφικής κινήσεως την οποίαν ουδεμία δύναμις ηδύνατο να αναστείλη.
Είτα αίφνης, προς μεγάλην έκπληξιν της πόλεως και της αυλής, ο μάγος εκείνος έλαβεν εκ της χειρός την φοβεράν ηγεμονίδα του Καζονδέ.
Αυλικοί τίνες ηθέλησαν να αντιθώσιν εις την πράξιν ταύτην εναντίον πάσης εθιμοτυπίας, αλλ' ο ρωμαλαίος μάγος αρπάσας τον πλησιέστερον εκ του δέρματος του τραχήλου, εξεσφενδόνισεν αυτόν δεκαπέντε βήματα μακράν.
Η βασίλισσα δεν εφάνη αποδοκιμάσασα την αλαζονικήν εκείνην πράξιν. Είδος τι μορφασμού, όπερ ήτο βεβαίως μειδίαμα, απευθύνθη προς τον μάγον, όστις παρέσυρε την βασίλισσαν διά βήματος ταχέως, ενώ το πλήθος ώρμα επί τα ίχνη αυτού.
Την φοράν ταύτην ο μάγος κατηυθύνθη προς το κατάστημα του Αλβέζ, έφθασε δε μετ' ολίγον εις την θύραν ήτις ήτο κεκλεισμένη. Απλή ώθησις του ώμου του την έρριψε κατά γης και εισήγαγε την πειθήνιον βασίλισσαν εντός του πρακτορείου.
Ο σωματέμπορος, οι στρατιώται του, οι δούλοι του προσέδραμον όπως τιμωρήσωσι τον αναιδή όστις είχε την τόλμην να ρίπτη κάτω τας θύρας, χωρίς να περιμένη να τω ανοίξωσιν αυτάς. Εν τούτοις όταν είδον την ηγεμονίδα μη δυσανασχετούσαν, εστάθησαν εν στάσει ευσεβεί.
Βεβαίως ο Αλβέζ, έμελλε να ερωτήση την βασίλισσαν, ποία η αιτία δι' ην τον ετίμα διά της επισκέψεώς της· αλλ' ο μάγος δεν τω έδωκε καιρόν, και αναγκάσας το πλήθος να υποχωρήση και να αφήση μέγα διάστημα ελεύθερον περί εαυτόν, ήρχισε πάλιν την παντομίμαν του μετά πολύ μεγαλυτέρας ζωηρότητος. Έδειξε τα νέφη διά της χειρός, τα ηπείλησε, τα εξώρκισεν, εποίησε πρώτον χειρονομίαν να τα σταματήση, έπειτα δε να τα απομακρύνη. Αι τεράστιαι αυτού παρειαί εξωγκώθησαν και εφύσησεν επί του εκ βαρέων ατμών εκείνου σωρού, ως εάν είχε την δύναμιν να τους διαλύση. Είτα ανορθωθείς εφάνη ωσεί ήθελε να αναστείλη την πορείαν αυτών και ήθελέ τις υποθέσει ότι το γιγαντιαίον ανάστημά του θα επέτρεπεν αυτώ να συλλάβη.
Η δισιδαίμων Μοΐνα, υποδουλωθείσα υπό των κινημάτων του μεγάλου εκείνου κωμωδού, δεν εκρατείτο πλέον. Τη διέφευγον κραυγαί. Παρετήρει και αυτή και επανελάμβανεν ορμεμφύτως τας χειρονομίας του μάγου. Οι αυλικοί, το πλήθος, έπραττον ως αυτή και οι λαρυγγώδεις ήχοι του βωμού εχάνοντο τότε εν τω μέσω των ωδών, κραυγών και ωρυγών, τα οποία μετά τοσαύτης δαψιλείας παρέχει η ιθαγενής γλώσσα.
Τα νέφη έπαυσαν άραγε να ανεβαίνωσιν εις τον ανατολικόν ορίζοντα και να καλύπτωσι τον ήλιον εκείνον των τροπικών; Εξηφανίσθησαν προ των εξορκισμών του νέου μάγου; Όχι. Και ακριβώς όταν η βασίλισσα και ο λαός αυτής εφαντάσθησαν ότι εδάμασαν τα κακοποιά πνεύματα, άτινα τους επότιζον διά τοσούτων κατακλυσμών, ο ουρανός καθαρισθείς ολίγον από της πρωίας εσκοτίσθη βαθύτερον. Μεγάλαι ρανίδες βροχής τρικυμιώδους έπεσαν κροτούσαι επί του εδάφους.
Τότε μεταβολή εγένετο εν τω πλήθει. Ηγανάκτησαν κατά του μάγου εκείνου ,όστις δεν ήξιζε περισσότερον των άλλων, και έκ τινων συσπάσεων των οφρύων της βασιλίσσης ενόησον ότι εκινδύνευον τουλάχιστον τα ώτα αυτού. Οι ιθαγενείς περιέσφυγξαν τον κύκλον περί αυτόν· οι γρόνθοι τον ηπείλουν και έμελλον να τον κακοποιήσωσιν, όταν επεισόδιόν τι απρόοπτον μετέβαλε την πορείαν των εχθρικών αυτών διαθέσεων.
Ο μάγος του οποίου η κεφαλή υπερείχεν όλου εκείνου του ωρυομένου πλήθους, εξέτεινε τον βραχίονα προς σημείον τι του περιβόλου. Το κίνημα εκείνο τοσούτον επιβλητικόν ήτο, ώστε όλοι εστράφησαν.
Η κυρία Βέλδων και ο μικρός Ζακ, ελκυσθέντες εκ της ταραχής και των κραυγών, είχον εξέλθει της καλύβης. Τούτους εδείκνυεν ο μάγος δι' οργίλου κινήματος της αριστεράς χειρός, ενώ η δεξιά του υψούτο προς τον ουρανόν.
Εκείνοι λοιπόν ήσαν! Εκείνη η λευκή, εκείνο το παιδίον, επροξένουν όλον το κακόν! Εκείνοι ήσαν η αιτία των τόσων δυστυχημάτων! Εκείνοι έφερον εκ των βροχερών χωρών των τα νέφη διά να καταπλημμυρίσωσι την γην του Καζονδέ.
Τον εννόησαν. Η βασίλισσα Μοΐνα, δεικνύουσα την κυρίαν Βέλδων, εποίησε χειρονομίαν απειλητικήν. Οι ιθαγενείς, εκφέροντες τρομερωτέρας κραυγάς, ώρμησαν κατ' αυτής.
Η κυρία Βέλδων ενόμισεν ότι απώλετο, και λαβούσα το υιόν της εις τας αγκάλας της έμεινεν ακίνητος ως άγαλμα έμπροσθεν του υπερηρεθισμένου εκείνου πλήθους.
Ο μάγος επροχώρησε προς αυτήν. Παρεμέρισαν προ αυτού, καθότι ενόμισαν ότι ,συν τη αιτία του κακού, εύρε και την θεραπείαν αυτού.
Ο σωματέμπορος Αλβέζ, δι' ον η ζωή της αιχμαλώτιδος ήτο πολύτιμος, επλησίασεν ωσαύτως αγνοών τι να πράξη.
Ο μάγος ήρπασε τον μικρόν Ζακ, και αποσπάσας αυτόν από της μητρός του, τον ύψωσε προς τον ουρανόν. Ήθελέ τις υποθέσει ότι έμελλε να θραύση την κεφαλήν του επί του εδάφους, όπως κατευνάση την οργήν των θεών.
Η κυρία Βέλδων εξέφερε τρομεράν κραυγήν και έπεσε χαμαί λιπόθυμος.
Αλλ' ο μάγος αφού απηύθυνε προς την βασίλισσαν σημείον τι, όπερ βεβαίως καθησήχασεν αυτήν περί των προθέσεών του, ανήγειρε την δυστυχή μητέρα και την απήγαγεν, ενώ το πλήθος καταπτοηθέν παρεμέριζεν όπως τω ανοίξη δίοδον.
Ο Αλβέζ, μανιώδης δεν ήθελε να συμβή τούτο. Αφού απώλεσεν ένα αιχμάλωτον εκ των τριών, έπειτα δε να βλέπη διαφεύγουσαν την εις την φύλαξίν του εμπιστευθείσαν παρακαταθήκην, και μετά της παρακαταθήκης την μεγάλην αμοιβήν, ην τω επεφύλαττεν ο Νεγορός, ουδέποτε θα υπέφερε τούτο, έστω και αν όλη η γη του Καζονδέ κατεστρέφετο υπό νέου κατακλυσμού. Ηθέλησε λοιπόν ν' αντιστή εις την αρπαγήν.
Κατ' αυτού λοιπόν τότε εξεμάνησαν οι ιθαγενείς. Η βασίλισσα διέταξε τους φύλακάς της να τον συλλάβωσι Γινώσκον δε ο σωματέμπορος τι έμελλε να πάθη, εδέησεν μείνη ακίνητος, ει και καταρώμενος την ευήθειαν των υπηκόων της βασιλίσσης Μοΐνας.
Τωόντι οι άγριοι εκείνοι περιέμενον να ίδωσι τα νέφη διασκεδαζόμενα μετά την εξαφάνισιν εκείνων, οίτινες τα είχον ελκύσει, και δεν αμφέβαλλον ότι ο μάγος ηθέλησε να σβέση εν τω αίματι των ξένων τας βροχάς εξ ων τοσούτον είχον υποφέρει.
Ως λέων απάγων ζεύγος εριφίων άτινα δεν βαρύνουσι τας ισχυράς σιαγόνας του, ούτω και ο μάγος απήγε τα θύματά του, τον μικρόν Ζακ κατεπτοημένον και την κυρίαν Βέλδων αναίσθητον, ενώ το πλήθος, εις τον έσχατον βαθμόν της μανίας, τον ηκολούθει διά των ωρυγών του· αλλ' εξήλθε του περιβόλου, διέσχιζε το Καζονδέ εισήλθεν εις το δάσος, ώδευσεν επί τρία περίπου μίλια, χωρίς ουδ' επί στιγμήν να εξασθενήσωσιν οι πόδες του, και μόνον τέλος, επειδή οι ιθαγενείς εννόησαν ότι δεν ήθελε να τον ακολουθώσι περισσότερον, έφθασε πλησίον ποταμίου, του οποίου το ταχύ ρεύμα έφευγε προς βορράν.
Εκεί, εις το βάθος ευρείας κοιλότητος, όπισθεν των μακρών και κρεμάμενων χόρτων θάμνου, άτινα έκρυπτον την όχθην, ήτο προσδεδεμένον μονόξυλον κεκαλυμμένον υπό είδους τινός καλάμων.
Ο μάγος κατεβίβασεν εν αυτώ το διπλούν φορτίον του, απώθησε διά του ποδός την λέμβον την οποίαν το ρεύμα παρέσυρε ταχέως, και τότε διά καθαράς φωνής.
— Πλοίαρχέ μου, είπε, σας παρουσιάζω την κυρίαν Βέλδων και τον μικρόν Ζακ. Δρόμον λοιπόν, και είθε όλα τα νέφη του ουρανού να αφανίσωσι τώρα τους βλάκας εκείνους του Καζονδέ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.
ΠΛΟΥΣ ΚΑΤΑ ΡΟΥΝ
Ο ομιλών τοιουτοτρόπως ήτο ο Ηρακλής, αγνώριστος υπό την μαγικήν εκείνην περιβολήν, και ο προς ον απετείνετο ήτο ο Δικ Σανδ, όστις αδύνατος έτι εκ των κακουχιών, εστηρίζετο επί του εξαδέλφου Βενεδίκτου πλησίον του οποίου ήτο κατακεκλιμένος ο Δίγγος.
Η κυρία Βέλδων, αναλαβούσα τας αισθήσεις αυτής, δεν ηδυνήθη να μη προσφέρη τας λέξεις ταύτας:
— Συ, Δικ! συ!
Ο νεαρός δόκιμος ηγέρθη, αλλ' ήδη η κυρία Βέλδων τον έθλιβεν εις τας αγκάλας της και ο Ζακ τον εθώπευεν.
— Ο φίλος μου Δικ! ο φίλος μου Δικ! επανελάμβανε το μικρό παιδίον.
Είτα στρεφόμενος προς τον Ηρακλέα:
— Και εγώ, προσέθηκεν, ο οποίος δεν σε είχον αναγνωρίσει!
— Ε! τι μεταβολή! απεκρίθη ο Ηρακλής, τρίβων το στήθος του όπως εξαλείψη τας καλυπτούσας αυτό εικόνας.
— Ήσο πολύ άσχημος, είπεν ο μικρός Ζακ.
— Ήμην ο διάβολος, και ο διάβολος δεν είναι ωραίος.
— Ηρακλή! είπεν η κυρία Βέλδων τείνουσα την χείρα προς τον γενναίον μαύρον.
— Σας ηλευθέρωσε, προσέθηκεν ο Δικ Σανδ, ως έσωσε και εμέ, αν και δεν θέλη να το ομολογήση.
— Εσώθημεν! εσώθημεν! αλλ' όχι δεν εσώθημεν ακόμη! Άλλως τε δε, άνευ του κυρίου Βενεδίκτου ο οποίος ήλθε να μας είπη πού ευρίσκεσθε, κυρία Βέλδων, δεν θα ηξεύραμεν τι να πράξωμεν.
Τωόντι προ πέντε ημερών ο Ηρακλής είχεν επιπέσει κατά του επιστήμονος, καθ' ήν στιγμήν ούτος απομακρυνθείς δύο μίλια από του πρακτορείου ανεζήτει τον πολύτιμον αυτού μαντίκορον. Άνευ του επεισοδίου εκείνου, μήτε ο Δικ Σανδ μήτε ο μαύρος θα ηδύνατο να μάθωσι το καταφύγιον της κυρίας Βέλδων, και ο Ηρακλής δεν θα ηδύνατο να ριψοκινδυνεύση εις το Καζονδέ υπό την περιβολήν μάγου.
Ενώ η λέμβος ωλίσθαινε ταχέως εις το στενόν εκείνο μέρος του ποταμού, ο Ηρακλής διηγήθη τι συνέβη από της φυγής αυτού εκ του στρατοπέδου του Κοάνζα· πώς είχεν ακολουθήσει αθέατος το φορείον εν τω οποίω ευρίσκοντο η κυρία Βέλδων και ο υιός της· πώς επανεύρε τον Δίγγον πληγωμένον, πώς αμφότεροι έφθασαν εις τα περίχωρα του Καζονδέ· πώς διά γραμματίου το οποίον εκόμισεν ο Δίγγος εις τον Δικ Σανδ, έμαθεν ούτος τι εγένετο η κυρία Βέλδων· πώς μετά την απροσδόκητον έλευσιν του εξαδέλφου Βενεδίκτου, προσεπάθησε ματαίως να εισχωρήση εις το πρακτορείον, πλέον ή άλλοτε αυστηρώς φυλασσόμενον, πώς τέλος εύρε την ευκαιρίαν εκείνην ν' αποσπάση την αιχμάλωτον από τον φρικώδη εκείνον Ιωσίαν Αντώνιον Αλβέζ.
Η ευκαιρία παρουσιάσθη αυτήν εκείνην την ημέραν. Μάγος τις περιοδεύων την Αγγόλαν χάριν της τέχνης του, — ο διάσημος εκείνος μάγος ο τοσούτον ανυπομόνως αναμενόμενος, — συνέβη να διέλθη το δάσος εκείνο εις το οποίον ο Ηρακλής περιεπλανάτο πάσαν νύκτα, καραδοκών, προσέχων και έτοιμος εις πάντα.
Να ορμήση κατά του μάγου, να τον δέση εις τον κορμόν δένδρου τοσούτον στερεώς ώστε και αυτοί οι αδελφοί Δαβανπόρ δεν θα ηδύναντο να τον λύσωσι, να ζωγραφισθή εις το σώμα λαμβάνων ως υπόδειγμα τον μάγον, και να πράξη ότι απητείτο όπως εξορκίζη τας βροχάς, πάντα ταύτα ήσαν υπόθεσις ολίγων ωρών, αλλ' απητείτο η απίστευτος ευπιστία των ιθαγενών, όπως επιτύχη το έργον.
Εν τη διηγήσει ταύτη, γενομένη ταχέως υπό του Ηρακλέους, ουδείς λόγος εγένετο περί του Δικ Σανδ.
— Και συ, Δικ; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων,
— Εγώ, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο νεαρός δόκιμος, δεν ειμπορώ να σας είπω τίποτε. Η τελευταία σκέψις μου ήτο δι' υμάς, διά τον Ζακ. Εις μάτην προσεπάθησα να συντρίψω τα δεσμά, τα οποία με εκράτουν εις τον πάσσαλον . . . Το ύδωρ είχεν υπερβή την κεφαλήν μου . . Είχον απολέσει τας αισθήσεις μου . . Ότε επανέκτησα αυτάς, οπή τις κεκρυμμένη εντός των παπύρων της όχθης ταύτης μοι εχρησίμευεν ως άσυλον, και ο Ηρακλής γονυπετής με περιποιείτο.
— Θεέ μου, τι θα γίνη; απεκρίθη ο Ηρακλής, αφού είμαι ιατρός, γόης, μάγος, μάντις, προφήτης;
— Ηρακλή, ηρώτησεν η κυρία Βέλδων, ειπέ μοι πώς ηδυνήθης να σώσης τον Δικ Σανδ;
— Εγώ τον έσωσα, κυρία Βέλδων; απεκρίθη ο Ηρακλής; Το ρεύμα δεν έθραυσε τον πάσσαλον εις τον οποίον ήτο δεδεμένος ο πλοίαρχός μας και δεν τον παρέσυρεν εν τω μέσω της νυκτός μετά του ξύλου τούτου, εις το μέρος όπου τον εύρον ημιθανή; Άλλως τε δε, τόσον δύσκολον ήτο με το σκότος εκείνο να ολισθήση τις μεταξύ των εστρωμένων κατά γης θυμάτων, να περιμείνη την καταστροφήν του οχυρώματος, να κολυμβήση εις το ύδωρ και καταβάλλων ολίγην τινά δύναμιν να αποσπάση διά μιας κινήσεως της χειρός και τον πλοίαρχόν μας και τον πάσσαλον εις τον οποίον οι αχρείοι εκείνοι τον είχον προσδέσει; Εις όλα ταύτα ουδέν το έκτακτον. Ο πρώτος τυχών θα έπραττε τα αυτά. Ιδού, και αυτός ο κύριος Βενέδικτος, ή ο Δίγγος. Τωόντι, διατί όχι ο Δίγγος;
Μικρά υλακή ηκούσθη, και ο Ζακ, λαβών την μεγάλην κεφαλήν του κυνός, τω έδωκε ολίγα μικρά φιλικά κτυπήματα. Είτα:
— Δίγγε, ηρώτησε, συ έσωσες τον φίλον μας Δικ;
Και συγχρόνως έσειε την κεφαλήν του κυνός εκ δεξιών προς τα αριστερά.
— Λέγει όχι Ηρακλή, επανέλαβεν ο Ζακ. Βλέπεις λοιπόν ότι δεν τον έσωσεν αυτός. Δίγγε, ο Ηρακλής έσωσε τον πλοίαρχόν μας;
Και το μικρόν παιδίον ηνάγκασε την αγαθήν κεφαλήν του Δίγγου να κινηθή πεντάκις η εξάκις εκ των κάτω προς τα άνω.
— Λέγει ναι, Ηρακλή! λέγει ναι! έκραξεν ο μικρός Ζακ. Βλέπεις ότι συ τον έσωσες.
— Φίλε Δίγγε, είπεν ο Ηρακλής θωπεύων τον κύνα. Δεν πράττεις καλώς. Με είχες υποσχεθή ότι δεν θα με προδώσης.
Ναι, ο Ηρακλής είχε διακινδυνεύσει την ζωήν του, όπως σώση την του Δικ Σανδ. Αλλ' ούτω ήτο πεπλασμένος και η μετριοφροσύνη του δεν τω επέτρεπε να ομολογήση τούτο. Άλλως τε δε εύρισκε το πράγμα απλούστατον, και επανέλαβεν ότι ουδείς των συντρόφων του ήθελε διστάσει να πράξη κατ' εκείνην την περίστασιν ό,τι έπραξεν αυτός.
Μετά ταύτα η κυρία Βέλδων ηρώτησε περί του γέροντος Τωμ, του υιού του Ακτέωνος του Βαρθολομαίου, των ατυχών συντρόφων της. Έμαθεν ότι είχον απέλθει προς την χώραν των λιμνών. Ο Ηρακλής τους είδε διερχομένους μετά της συνοδείας των δούλων. Τους ηκολούθησε, χωρίς όμως να εύρη ευκαιρίαν τινά όπως συγκοινωνήση μετ' αυτών. Είχον αναχωρήσει! Είχον απολεσθή!
Και τον καλόν γέλωτα του Ηρακλέους διεδέχθησαν παχέα δάκρυα, τα οποία δεν προσεπάθει να κρατήση.
— Μη κλαίετε, φίλε μου, τω είπεν η κυρία Βέλδων. Τις οίδεν εάν ο Δίγγος δεν μας κάμη την χάριν να τους επανίδωμεν ημέραν τινά.
Λέξεις τινές επληροφόρησαν τότε τον Δικ Σανδ περί πάντων όσα συνέβησαν κατά την διαμονήν της κυρίας Βέλδων εν τω πρακτορείω του Αλβέζ.
— Ίσως, προσέθηκεν αύτη, θα ήτο καλλίτερον να μείνω εις το Καζονδέ.
— Τι αδέξιος όπου είμαι! εφώνησεν ο Ηρακλής.
— Όχι, Ηρακλή, όχι, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Οι άθλιοι εκείνοι θα εύρισκον το μέσον να παρασύρωσι την κυρίαν Βέλδων είς τινα παγίδα. Ας φύγωμεν όλοι ομού και άνευ βραδύτητος. Θα φθάσωμεν εις την παραλίαν πριν ή ο Νεγορός επιστρέψη εις την Μοσαμέδην. Εκεί, αι πορτογαλικαί αρχαί θα μας παρέξωσιν άσυλον και προστασίαν, και όταν ο Αλβέζ παρουσιασθή όπως λάβη τας εκατόν χιλιάδας των δολλαρίων . . .
— Εκατόν χιλιάδας ραβδισμούς εις την κεφαλήν του αχρείου εκείνου γέροντος! εφώνησεν ο Ηρακλής, και εγώ αναδέχομαι να τακτοποιήσω τον λογαριασμόν.
Εντούτοις, ήτο περιπλοκή, ει και προφανώς η κυρία Βέλδων ουδόλως εσκέπτετο να επιστρέψη εις Καζονδέ. Επρόκειτο λοιπόν να προλάβωσι τον Νεγορόν. Όλα δε τα μεταγενέστερα σχέδια του Δικ Σανδ ώφειλον να τείνωσι προς τον σκοπόν τούτον.
Ο Δικ Σανδ εξετέλεσεν επί τέλους το σχέδιον εκείνο, όπερ από πολλού είχε συλλάβει, να φθάση εις την παραλίαν μεταχειριζόμενος το ρεύμα ποταμίου ή ποταμού. Λοιπόν, το ρεύμα ήτο εκεί, η διεύθυνσίς του το έφερε προς βορράν, και ήτο πιθανόν ότι εχύνετο εν τω Ζαΐρω. Εν τοιαύτη περιπτώσει, αντί να φθάσωσιν εις Άγιον Παύλον της Λοάνδας, η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής θα έφθανον εις τα στόμια του μεγάλου εκείνου ποταμού. Αλλ' αδιάφορον· αρκεί ότι συνδρομήν εις τας αποικίας εκείνας της κάτω Γουινέας.
Η πρώτη σκέψις του Δικ Σανδ, αποφασίσαντος να κατέλθη το ρεύμα του ποταμίου εκείνου, υπήρξε να επιβή επί μιας των πλωτών εκείνων σχεδίων, είδους πλεόντων νησιδίων, άτινα παμπληθή φέρονται επί της επιφανείας των αφρικανικών ποταμών.
Αλλ' ο Ηρακλής, περιπλανώμενος την νύκτα επί της όχθης ευτύχησε να εύρη λέμβον φερομένην κατά τον ρουν του ποταμίου. Ο Δικ Σανδ δεν θα ηδύνατο να ευχηθή καλλίτερον, και η τύχη τον εβοήθησε καλώς. Τωόντι δεν ήτο εξ εκείνων των στενών λέμβων τας οποίας μεταχειρίζονται συνήθως οι ιθαγενείς. Η υπό του Ηρακλέους ευρεθείσα ήτο εξ εκείνων των οποίων το μήκος υπερβαίνει τους τριάκοντα πόδας, το πλάτος τους τέσσαρας, και τας οποίας πολλοί κωπηλάται σύρουσι ταχέως επί των υδάτων των μεγάλων λιμνών. Η κυρία Βέλδων και οι σύντροφοι αυτής ηδύναντο λοιπόν να εγκατασταθώσιν εν αυτή ανέτως, και ήρκει να την κρατώσιν εις την διεύθυνσιν του ρεύματος διά τινος οπισθίας κώπης όπως κατέλθωσι τον ποταμόν.
Ευθύς εξ αρχής ο Δικ Σανδ, θέλων να διέλθη απαρατήρητος, εσχημάτισε το σχέδιον να πλέωσι μόνον την νύκτα. Αλλά εάν έπλεον δώδεκα μόνον ώρας εις τας εικοσιτέσσαρας, θα εδιπλασιάζετο η διάρκεια του διάπλου, όστις ηδύνατο να είναι μακρός. Ευτυχώς ο Δικ Σανδ επεννόησε να καλύψη την λέμβον διά τινος θόλου εκ μακρών χόρτων, άτινα υπεστηρίζοντο υπό δοκού εκτεινομένης από της πρώρας εις την πρύμνην, και άτινα κρεμάμενα επί των υδάτων, έκρυπτον και αυτήν την μακράν οπισθίαν κώπην. Ήθελέ τις υποθέσει ότι ήτο χορτοσωρός φερόμενος επί του ρεύματος εν μέσω των κινουμένων νησίδων. Τοιαύτη δε ήτο η διάταξις της καλύβης ταύτης, ώστε τα πτηνά ηπατώντο, και βλέποντα εκεί κόκκους προς τροφήν, γλάροι ερυθρόρρυγχοι, αρίγγαι μελανοπτέρυγοι, αλκυόνες λευκόφαιαι, ήρχοντο πολλάκις και εκάθηντο εκεί.
Πλην τούτου, η χλοερά εκείνη στέγη εσχημάτιζεν άσυλον κατά του καύσωνος του ηλίου. Πλους εκτελούμενος υπό τοιαύτας συνθήκας ηδύνατο λοιπόν να εκτελεσθή άνευ κόπου σχεδόν, αλλ' ουχί άνευ κινδύνου.
Τωόντι το διάστημα έμελλε να είναι μακρόν και θα ήτο ανάγκη να προμηθεύωνται την καθημερινήν τροφήν. Ένεκα τούτου έπρεπε να θηρεύωσιν εις τας όχθας, εάν η αλιεία δεν επήρκει, και ο Δικ Σανδ δεν είχεν άλλο όπλον ειμή εκείνο το οποίον είχε λάβει μεθ' εαυτού ο Ηρακλής μετά την προσβολήν του μυρμηκώνος. Αλλ' είχεν απόφασιν να μη απολέση ουδεμίαν βολήν. Ίσως μάλιστα, περών το όπλον του διά των καλαμών της λέμβου θα ηδύνατο να πυροβολή ασφαλέστερον, ως κάτοικός τις καλύβης διά των οπών του καταφυγίου του.
Εν τούτοις η λέμβος παρεσύρετο υπό την επίδρασιν ρεύματος, ην ο Δικ Σανδ υπελόγιζεν ουχί μικροτέραν των δύο μιλίων καθ' ώραν. Ήλπιζε λοιπόν να διανύση περί τα πεντήκοντα μίλια εντός δύο ανατολών του ηλίου. Αλλ' ένεκα αυτής ταύτης της ταχύτητος του ρεύματος εκείνου, απητείτο διαρκής προσοχή προς αποφυγήν των προσκομάτων, βράχων, κορμών δένδρων, σκοπέλων του ποταμού. Προσέτι υπήρχε φόβος μήπως το ρεύμα εκείνο μετεβάλλετο εις χείμαρρον, εις καταρράκτην, όπερ συχνότατον εις τους αφρικανικούς ποταμούς.
Ο Δικ Σανδ, εις ον η χαρά ότι επανείδε την κυρίαν Βέλδων και το τέκνον αυτής απέδωκε τας δυνάμεις του, ετοποθετήθη εις την πρώραν της λέμβου. Διά μέσου των μακρών χόρτων το βλέμμα του παρηκολούθει την διεύθυνσιν του ρεύματος και είτε διά της φωνής είτε διά της χειρός υπεδείκνυεν εις τον Ηρακλέα, του οποίου η στιβαρά χειρ εκράτει την κώπην, τι έδει να πράττη όπως τηρή την πρέπουσαν θέσιν.
Η κυρία Βέλδων, κατακεκλιμένη εις το μέσον επί στρωμνής εκ ξηρών χόρτων, ήτο παραδεδομένη εις σκέψεις. Ο εξάδελφος Βενέδικτος, σιωπηλός, συσπών την οφρύν εις την θέαν του Ηρακλέους, εις ον δεν συνεχώρει την παρέμβασίν του εις την υπόθεσιν του μαντικόρου, σκεπτόμενος την απολεσθείσαν συλλογήν του και τας εντομολογικάς σημειώσεις του, των οποίων την αξίαν δεν θα ηδύνατο να εκτιμήσωσιν οι ιθαγενείς του Καζονδέ, ήτο εκεί, τους πόδας έχων προτεταμένους, τους βραχίονας εσταυρωμένους επί του στήθους, και ανύψου ορμεμφύτως επί του μετώπου τα δίοπτρα, τα οποία δεν υπήρχον πλέον επί της ρίνας του. Ο δε μικρός Ζακ είχεν εννοήσει ότι δεν έπρεπε να ποιή θόρυβον, αλλ' επειδή το κινείσθαι δεν ήτο απηγορευμένον, εμιμείτο τον φίλον του Δίγγον και έτρεχε τετραποδητί από του ενός άκρου της λέμβου εις το άλλο.
Κατά τας δύο πρώτας ημέρας η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής ετρέφοντο εκ των οικονομιών τας οποίας ο Ηρακλής ηδυνήθη να προμηθευθή προ της αναχωρήσεως. Ο Δικ Σανδ δεν εσταμάτησε λοιπόν ειμή επί τινας ώρας της νυκτός, όπως αναπαυθή ολίγον. Δεν απέβη όμως εις την ξηράν επιφυλασσόμενος να πράξη τούτο, εάν επιέζετο υπό της ανάγκης της ανανεώσεως των τροφών.
Ουδέν επεισόδιον επήλθε κατά την έναρξιν του πλου επί του αγνώστου εκείνου ποταμίου, ούτινος το πλάτος δεν ήτο μεγαλείτερον των εκατόν πεντήκοντα ποδών. Νησίδια τινά παρεσύροντο εις την επιφάνειάν του και έπλεον μετά της αυτής ταχύτητος ως η λέμβος. Ουδείς λοιπόν φόβος να συγκρουσθώσι μετ' αυτών, εκτός εάν διέκοπτε την πορείαν των εμπόδιόν τι.
Άλλως δε αι όχθαι εφαίνοντο ότι ήσαν έρημοι. Προφανώς τα μέρη εκείνα της περιφερείας του Καζονδέ δεν εσυχνάζοντο υπό των ιθαγενών.