Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Part 27

Chapter 273 wordsPublic domain

Ο σκοπός της κυρίας Βέλδων δεν ήτον να εγκαταλίπη το πρακτορείον. Το τέκνο της, ο εξάδελφος Βενέδικτος και αύτη ευρίσκοντο σχετικώς εν ασφαλεία. Αι περιποιήσεις της Χαλιμάς εμετρίαζον ολίγον τας σκληρότητας της φυλακίσεως εκείνης. Ήτο άλλως τε πιθανόν ότι ο σωματέμπορος δεν θα τη επέτρεπε να εγκαταλίπη το κατάστημά του.

Η μεγάλη αμοιβή την οποίαν θα τω προσεπόριζεν η αγορά της αιχμαλώτιδος ήξιζε τον κόπον να την φυλάττωσιν αυστηρώς. Ήτο μάλιστα ευτυχής διότι δεν ηναγκάσθη να εγκαταλίπη το Καζονδέ, όπως επισκεφθή τα δύο άλλα αυτού πρακτορεία του Βιχέ και της Κασάγγας. Ο Κοΐμβρας απήλθεν όπως αντικαταστήση αυτόν εν τη εκστρατεία νέων ανθρωποκυνηγεσίων, και ουδεμίαν αιτίαν είχε να ποθή την παρουσίαν του μεθύσου εκείνου.

Προς τούτοις ο Νεγορός προ της αναχωρήσεως του τω συνέστησε θερμώς την κυρίαν Βέλδων. Είχον μέγα συμφέρον να την επιτηρώσιν αυστηρώς. Δεν ήξευρον τι εγένετο ο Ηρακλής. Εάν δεν απώλετο εν τη φοβερά εκείνη επαρχία του Καζονδέ, ίσως θα προσεπάθει να πλησιάση την αιχμαλώτιδα και να αποσπάση εκ των χειρών του Αλβέζ. Ο σωματέμπορος εννόησε καλώς κατάστασιν πραγμάτων αντιπροσωπεύουσαν μέγα αριθμόν δολλαρίων και ηγγυάτο περί της κυρίας Βέλδων ως περί του ιδίου αυτού χρηματοκιβωτίου.

Ο μονότονος λοιπόν βίος της αιχμαλώτιδος, κατά τας πρώτας ημέρας της αφίξεως αυτής εις το πρακτορείον εξηκολούθησεν.

Ό,τι συνέβαινεν εν τω περιβόλω εκείνω αναπαρίστα ακριβέστατα τας διαφόρους πράξεις του εξωτερικού ιθαγενούς βίου. Ο Αλβέζ δεν ηκολούθει άλλα έθιμα ειμή τα των ιθαγενών του Καζονδέ.

Αι γυναίκες του καταστήματος ειργάζοντο ως θα ειργάζοντο εν τη πόλει προς μεγάλην ευχαρίστησιν των συζύγων των ή των κυρίων των· η μέχρι εντελούς αποφλοιώσεως διά ξυλίνων ιγδίων προετοιμασία της ορύζης· το καθάρισμα και το λίχνισμα του αραβοσίτου, και όλαι αι αναγκαίαι εργασίαι προς εξαγωγήν κεγχρώδους ουσίας χρησιμευούσης εις την κατασκευήν ζωμού καλουμένου «μτυελέ» εν τη χώρα· η συλλογή του σόργου, είδους μεγάλης κέγχρου, όπερ κατ' εκείνην την ώραν του έτους ήτο εντελώς ώριμον· η εξαγωγή του ευώδους εκείνου ελαίου των πυρηνωδών καρπών του τοσούτον επιζητήτου υπό των ιθαγενών· η κλώσις του βάμβακος, του οποίου αι ίνες περιστρέφονται δι' ατράκτου ενός και ημίσεως ποδός μήκους, εις το οποίον αι νήθουσαι δίδουσι ταχείαν περιστροφικήν κίνησιν· η εκ φλοιών κατασκευή υφασμάτων· η εξαγωγή των ριζών του μανιόκου και η προπαρασκευή της γης διά τα διάφορα προϊόντα της χώρας, ήτοι της κασάβας, αλεύρου εξαγομένου εκ του μανιόκου· κυάμων των οποίων οι λοβοί μακροί δεκαπέντε δακτύλων παράγονται επί δένδρων είκοσι ποδών υψηλών· αραχίδων προωρισμένων προς κατασκευήν ελαίου· ζωηρών και κυανών πίσων· καφέ ιθαγενούς· σακχαροκαλάμων, των οποίων ο οπός μεταβάλλεται εις σιρόπιον· κρομμύων, γουάβων, σησάμου· αγγουρίων, των οποίων οι σπόροι οπτώνται ως τα κάστανα· παρασκευή των ζημουμένων ποτών, του εκ βανανών κατασκεβαζομένου μαλοφού, του πομβέ και άλλων· περιποιήσεις των οικοβίων κτηνών, των αγελάδων εκείνων αίτινες δεν αφίνουσιν να τας αλμέξωσιν ειμή επί παρουσία του μόσχου των ή μόσχου τεταριχευμένου· των δαμάλεων εκείνων μικράς φυλής βραχυκέρων, των οποίων τινές έχουσιν ύβον· των αιγών εκείνων, αίτινες εν τη χώρα ένθα το κρέας των χρησιμεύει προς τροφήν είναι σπουδαίον αντικείμενον ανταλλαγής, δύναταί τις ειπείν τρέχων νόμισμα ως ο δούλος, τέλος η συντήρησις των ορνίθων, χοίρων, προβάτων, βοών κ. τ. λ. — η μακρά αύτη απαρίθμησις δεικνύει ποίαι τραχείαι εργασίαι επιβαρύνουσι το ασθενές φύλον των αγρίων εκείνων χωρών της αφρικανικής ηπείρου.

Κατά την εποχήν ταύτην οι άνδρες καπνίζουσι τον καπνόν ή την κάνναβιν, θυρεύουσι τον ελέφαντα ή τον βούβαλον, μισθούνται διά λογαριασμόν των σωματεμπόρων εις τα ανθρωποκυνήγια.

Συλογή αραβοσίτων ή δούλων, είναι πάντοτε συλλογή γινομένη κατ' εποχάς ωρισμένας.

Εκ των διαφόρων τούτων ασχολιών η κυρία Βέλδων δεν εγίνωσκεν εν τω πρακτορείω του Αλβέζ ειμή το μέρος το αναγόμενον εις τας γυναίκας.

Ενίοτε ίστατο να τας παρατηρή, ενώ εκείναι, οφείλομεν να το είπωμεν, τη απεκρίνοντο διά μορφασμών εχθρικών.

Το φυλετικόν ορμέμφυτον παρεκίνει τας δυστυχείς εκείνας να μισώσι την λευκήν, και εν τη καρδία αυτών ουδεμίαν θα εύρισκε τις συμπάθειαν δι' αυτήν. Μόνη η Χαλιμά απετέλει εξαίρεσιν, η δε κυρία Βέλδων κατωρθώσασα να ενθυμήται λέξεις τινάς της ιθαγενούς γλώσσης, ηδυνήθη μετ' ολίγον να ανταλλάση φράσεις τινάς μετά της νεαράς δούλης.

Ο μικρός Ζακ συνώδευε πολλάκις την μητέραν του, ότε αύτη περιεφέρετο εν τω περιβόλω αλλά πολύ επεθύμει να εξέλθη.

Εν τούτοις υπήρχον εκεί παμμέγιστα βαοβάβ, φωλεαί ερωδιών και φωλεαί σουιμάγγων μετά στήθους και λαιμού ερυθρών, είτα υπήρχον χήραι καλάοι των οποίων το κελάδημα ήτο ευάρεστον, ψιττακοί χρώματος φαιού ανοικτού μετά ερυθράς ουράς· δρούγοι εντομοφάγοι. Τη δεκακείσε περιίπταντο ωσαύτως, εκατοστύες χρυσαλλίδων διαφόρων ειδών, προ πάντων πέριξ των ρυακίων άτινα διήρχοντο διά του πρακτορείου· αλλ' όλα ταύτα αφεώρων τον εξάδελφον Βενέδικτον μάλλον ή τον μικρόν Ζακ, και ούτος ελυπείτο διότι δεν ήτο υψηλότερος όπως βλέπη υπεράνω των τοίχων.

Φευ! πού ήτο ο δυστυχής φίλος του, Δικ Σανδ, όστις τον ανεβίβαζε τόσον υψηλά εις τους ιστούς του «Πίλγριμ!» Πώς θα τον ηκολούθει εις τους κλάδους των δένδρων, των οποίων η κορυφή υψούτο πλειότερον των εκατόν ποδών! Πόσας άλλας ωραίας διασκεδάσεις θα απελάμβανον ομού!

Αλλ' ο εξάδελφος Βενέδικτος ήτο πάντοτε ευτυχέστατος εκεί ένθα ήτο, ήρκει να μη τω έλειπον τα έντομα. Ευτυχώς είχεν ανακαλύψει εν τω πρακτορείω — και εσπούδαζεν, όσον ηδύνατο άνευ διόπτρων και μικροσκοπίου — μικροσκοπικωτάτην τινά μέλισσαν, ήτις κατασκεύαζε τας ωοθήκας αυτής μεταξύ των σκωριών του ξύλου καί τινα σφήγγα ωοτοκούσαν εις κυψέλας μη ανηκούσας εις αυτήν, ως πράττει ο κόκκυξ εις την φωλεάν των άλλων.

Οι κώνωπες ωσαύτως δεν έλειπον εις τας όχθας των ρυακίων και τον κατέστιζον διά των νυγμάτων των εις βαθμόν ώστε να τον καθιστώσι αγνώριστον, και ότε η κυρία Βέλδων τον επέπληττε διότι άφινε να τον καταφάγωσι τα κακοποιά εκείνα έντομα,

— Είναι το ορμέμφυτον αυτών, εξαδέλφη Βέλδων, τη απεκρίνατο ξέων το δέρμα του μέχρις αίματος, είναι το ορμέμφυτον αυτών και δεν πρέπει να δυσαρεστούμεθα.

Τέλος ημέραν τινά — ήτο η 17 Ιουνίου — ο εξάδελφος Βενέδικτος ολίγου δειν να γίνη ο ευτυχέστατος των εντομολόγων.

Αλλά το γεγονός τούτο, όπερ έσχεν απροσδοκήτους συνεπείας, δέον να αφηγηθώμεν μετά τινων λεπτομερειών.

Ήτο η ενδεκάτη ώρα περίπου προ μεσημβρίας. Αφόρητος καύσων είχεν αναγκάσει τους κατοίκους του πρακτορείου να μείνωσιν εις τας καλύβας των, και ουδένα ιθαγενή θα συνήντα τις εις τας οδούς του Καζονδέ.

Η κυρία Βέλδων ήτο νεναρκωμένη πλησίον του μικρού Ζακ όστις εκοιμάτο.

Και αυτός ο εξάδελφος Βενέδικτος, υπείκων εις την επιρροήν της τροπικής εκείνης θερμοκρασίας, είχε παραιτήσει τα ευνοούμενα αυτού κυνήγια, — πράγμα όπερ τον δυσηρέστει πολύ, καθότι εις τας σημερινάς εκείνας ακτίνας ήκουε βομβούντα ολόκληρον κόσμον εντόμων.

Μετά μεγάλης λοιπόν λύπης κατέφυγεν εις το βάθος της καλύβης του και εκεί ο ύπνος ήρχισε να τον καταλαμβάνη εν τη καταναγκαστική εκείνη αναπαύσει.

Αίφνης ενώ οι οφθαλμοί του ημιεκλείοντο, ήκουσε θρουν τινα, ήτοι ένα εκ των αφορήτων εκείνων βόμβων των εντόμων, των οποίων τινά δύνανται να ποιήσωσι δεκαπέντε ή δεκαέξ χιλιάδας πτερυγισμούς κατά δευτερόλεπτον.

Εξάποδον! έκραξεν ο εξάδελφος Βενέδικτος αφυπνισθείς πάραυτα και μεταβαίνων από της οριζοντίας θέσεως εις την κάθετον θέσιν.

Ότι ήτο εξάποδον το βομβούν εν τη καλύβη, ουδεμία υπήρχεν αμφιβολία.

Αλλ' εάν ο εξάδελφος Βενέδικτος ήτο λίαν μύωψ, είχε τουλάχιστον την ακοήν οξυτάτην, εις τοιούτον μάλιστα βαθμόν ώστε ηδύνατο να διακρίνη έν έντομον από άλλου εκ μόνης της εντάσεως του βόμβου του και τω εφάνη ότι ο βόμβος εκείνος τω ήτο άγνωστος. αν και δεν ηδύνατο να παράγεται έκ τινος γιγαντώδους είδους.

— Τι είναι το εξάποδον τούτο; ηρώτησε καθ' εαυτόν ο εξάδελφος Βενέδικτος.

Και ιδού αυτός θέλων να διακρίνη το έντομον, όπερ ήτο λίαν δυσχερές εις τους μη διοπτροφορούντας οφθαλμούς του, αλλά προσπαθών να το αναγνωρίση εκ της αναπάλσεως των πτερύγων του.

Το εντομολογικόν αυτού ορμέμφυτον τον ειδοποίησεν ότι θα ήτο καλόν εύρημα, και ότι το έντομον εκείνο δεν θα ήτο τυχόν έντομον.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος ανακαθήσας δεν εκινείτο πλέον. Ηκροάζετο.

Ηλιακαί τινες ακτίνες εισέδυον μέχρις αυτού. Οι οφθαλμοί του ανεκάλυψαν τότε μέγα σημείον μέλαν περιιπτάμενον μεν αλλά μη διερχόμενον αρκετά πλησίον ώστε να δυνηθή να το διακρίνη.

Συνείχε την αναπνοή του, και εάν ενύσσετο εις οίον δήποτε μέρος του προσώπου ή των χειρών, είχεν απόφασιν, να μη ποιήση κίνησίν τινα δυναμένην να φυγαδεύση το εξάποδόν του.

Τέλος το βομβούν έντομον, αφού εστράφη πολύ περί αυτόν ήλθε και εκαθέσθη επί της κεφαλής του.

Το στόμα του εξαδέλφου Βενεδίκτου διεστάλη προς στιγμήν ωσεί να μειδιάση, και ποίον μειδίαμα! Ησθάνετο το ελαφρόν ζωύφιον τρέχον επί της κόμης του.

Ακαταμάχητος επιθυμία να φέρη εκεί την χείρα τον κατέλαβε προς στιγμήν, αλλ' αντέσχε και έπραξε καλώς.

— Οχ! όχι! εσκέφθη. ή θα αποτύχω, ή, όπερ το χειρότερον, θα τω προξενήσω κακόν. Ας το αφήσωμεν να έλθη πλησιέστερον. Ιδού βαδίζει! Καταβαίνει.

Αισθάνομαι τους μικροφυείς πόδας του διατρέχοντας το κρανίον μου! Πρέπει να είναι εξάποδον ωραίου μεγέθους. Θεέ μου! ευδόκησον μόνον να καταβή μέχρι του άκρου της ρινός μου και εκεί, αλλοιθωρίζων ολίγον, ίσως δυνηθώ να το ίδω και να ορίσω εις ποίαν ομοταξίαν, εις ποίον γένος, είδος ή ποικιλίαν ανήκει.

Ούτως εσκέπτετο ο εξάδελφος Βενέδικτος. Αλλά μεταξύ του κρανίου του, όπερ ήτο αρκούντως οξύ, μέχρι του άκρου της ρινός του, ήτις ήτο μακροτάτη, η απόστασις ήτο μεγάλη.

Πόσας άλλας διευθύνσεις το ιδιότροπον έντομον ηδύνατο να λάβη, προς το μέρος των ώτων, προς το μέρος του μεσοκράνου, διευθύνσεις αίτινες το απεμάκρυνον από των οφθαλμών του επιστήμονος, χωρίς να υπολογίσωμεν ότι ανά πάσαν στιγμήν ηδύνατο να επαναλάβη την πτήσιν του, να εγκαταλίπη την καλύβην, να εξαφανισθή εις τας ηλιακάς εκείνας ακτίνας, ένθα βεβαίως διήρχετο τον βίον του εν τω μέσω του βόμβου των ομογενών αυτού, άτινα το προσεκάλουν εκτός!

Ο εξάδελφος Βενέδικτος εσκέφθη πάντα ταύτα. Ουδέποτε καθ' όλον τον εντομολογικόν βίον του, διήλθε στιγμάς συγκινητικωτέρας. Αφρικανικόν εξάποδον είδους ή τουλάχιστον ποικιλίας, ή μάλιστα υποποικιλίας νέας, ήτο εκεί επί της κεφαλής του, και δεν ηδύνατο να το διακρίνη ειμή επί τω όρω να καταδεχθή να περιπατήση ένα τουλάχιστον δάκτυλον υπό τους οφθαλμούς του.

Εν τούτοις η ευχή του εξαδέλφου Βενεδίκτου έμελλε να εισακουσθή. Το έντομον, αφού περιώδευσεν επί της ημιανωρθωμένης εκείνης κόμης, ως επί της κορυφής ακαλλιεργήτου τινός θάμνου, ήρχισε να κατεβαίνη εις τας κροτάφους του εξαδέλφου Βενεδίκτου, και ούτος ηδυνήθη τέλος να συλλάβη την ελπίδα ότι ήθελε ριψοκινδυνεύσει εις την κορυφήν της ρινός, διατί να μη κατέλθη προς τας βάσεις;

— Εγώ εις την θέσιν του θα κατέβαινον, εσκέπτετο ο άξιος επιστήμων.

Το αληθέστερον είναι ότι πας άλλος εις την θέσιν του εξαδέλφου Βενεδίκτου θα έδιδεν ισχυρόν κτύπημα διά να κατασυντρίψη το ενοχλητικόν έντομον, ή τουλάχιστον διά να το τρέψη εις φυγήν. Να αισθάνεταί τις έξ πόδας περιφερομένους επί του δέρματός του, χωρίς να αναφέρομεν και τον φόβον μήπως κεντηθή, και να μη κινήται, συμφωνήσατε ότι τούτο είναι αληθής ηρωισμός.

Ο Σπαρτιάτης αφίνων να κατασπαραχθή το σώμα του υπό αλώπεκος. Ο Ρωμαίος κρατών μεταξύ των δακτύλων του άνθρακας ανημμένους, δεν ήσαν κύριοι εαυτών πλειότερον του εξαδέλφου Βενεδίκτου, όστις αναντιρρήτως κατήγετο εκ των δύο τούτων ηρώων.

Το έντομον, αφού εποίησεν είκοσι μικράς περιστροφάς, έφθασεν εις την κορυφήν της ρινός. Εκεί εγένετο δισταγμός τις, όστις επεσώρευσεν εις την καρδίαν όλον το αίμα του εξαδέλφου Βενεδίκτου. Θα ανέβαινε πάλιν το εξάποδον πέραν της γραμμής των οφθαλμών ή θα κατέβαινεν υποκάτω αυτών;

Κατέβη. Ο εξάδελφος Βενέδικτος ησθάνθη τους τριχωτούς πόδας του αναπτυσομένους προς τας βάσεις της ρινός του. Το έντομον δεν διευθύνθη μήτε προς τα δεξιά μήτε προς τα αριστερά. Έμεινε μεταξύ των φρισόντων πτερυγίων, επί της ελαφράς κοίλης κορυφής της επιστημονικής εκείνης ρινός, τοσούτον καλώς εσχηματισμένης, όπως βαστάζη δίοπτρα.

Υπερέβη το μικρόν κοίλωμα το παραχθέν εκ της αδιακόπου χρήσεως του οπτικού τούτου οργάνου του οποίου εστερείτο ο δυστυχής εξάδελφος, και εσταμάτησεν εις αυτήν την άκραν του ρινικού παραρτήματος.

Ήτο η καλλιτέρα θέσις, ην ηδύνατο να εκλέξη το εξάποδον. Εκ της αποστάσεως ταύτης οι δύο οφθαλμοί του εξαδέλφου Βενεδίκτου συνενούντες την οπτικήν αυτών ακτίνα ηδύναντο ως δύο φακοί να εξακοντήσωσιν επί του εντόμου το διπλούν αυτών βλέμμα.

— Θεέ παντοδύναμε! ανέκραξεν ο εξάδελφος Βενέδικτος μη δυνηθείς να συγκρατήση κραυγήν ο φυματώδης μαντίκορος!

Αλλά δεν έπρεπε να κραυγάση, έπρεπε μόνον να το σκεφθή! Αλλά τοιαύτη απαίτησις θα ήτο μεγάλη προκειμένου περί τοιούτου ενθουσιώδους εντομολόγου.

Να έχη επί της άκρας της ρινός φυματώδη μαντίκορον μετά πλατεών ελύτρων, έντομον της ομοιογενείας των πυγολαμπίδων, δείγμα σπανιώτατον εν ταις συλλογαίς, όπερ φαίνεται ειδικόν εις τας μεσημβρινάς εκείνας επαρχίας της Αφρικής και να μη εκφέρη κραυγήν θαυμασμού, τούτο είναι υπέρτερον των ανθρωπίνων δυνάμεων!

Ατυχώς ο μαντίκορος ήκουσε την κραυγήν εκείνην, ην σχεδόν αμέσως παρηκολούθησε πταρμός, όστις έσεισε το παράρτημα εφ' ού ανεπαύετο. Ο εξάδελφος Βενέδικτος ηθέλησε να τον συλλάβη, έτεινε την χείρα, την έκλεισε βιαίως και δεν κατώρθωσε να συλλάβη ειμή το άκρον της ιδίας εαυτού ρινός.

— Ανάθεμα! ανέκραξεν.

Αλλά τότε έδειξεν αξιοσημείωτον ψυχραιμίαν·

Ήξευρεν ότι ο φυματώδης μαντίκορος ημιίπταται, ούτως ειπείν ότι μάλλον βαδίζει ή πετά. Εγονυπέτησε λοιπόν και κατόρθωσε να παρατηρήση εις απόστασιν μικροτέραν των δέκα δακτύλων από των οφθαλμών του, το μέλαν σημείον ολισθαίνον ταχέως έν τινι ηλιακή ακτίνι.

Προδήλως προτιμότερον ήτο να το σπουδάση εν τη ανεξαρτήτω εκείνη καταστάσει.

Προ πάντων όμως έπρεπε να μη το απολέση εκ των οφθαλμών του.

— Να συλλάβω τον μαντίκορον· θα διέτρεχον τον κίνδυνον να τον κατασυντρίψω, εσκέφθη ο εξάδελφος Βενέδικτος. Όχι! Θα τον παρακολουθήσω, θα τον θαυμάσω. Έχω τον απαιτούμενον καιρόν να τον συλλάβω.

Είχεν άραγε άδικον ο εξάδελφος Βενέδικτος; Όπως δήποτε, ιδού ούτος με τα τέσσαρα, ως κύων οσφραινόμενος ίχνη, και ακολουθών επτά ή οκτώ δακτύλους όπισθεν το μεγαλοπρεπές εξάποδον.

Μετ' ολίγας στιγμάς ήτο έξω της καλύβης, υπό τον μεσημερινόν ήλιον και μετ' άλλας ολίγας στιγμάς εις την βάσιν του περιχαρακώματος, όπερ έκλειε το κατάστημα του Αλβέζ.

Εις το μέρος εκείνο έμελλεν άραγε ο μαντίκορος δι' ενός άλματος να υπερβή τον περίβολον και να θέση ένα τοίχον μεταξύ αυτού και του λάτρεώς του; Όχι, τούτο δεν ήτο εις την φύσιν του και ο εξάδελφος Βενέδικτος το εγίνωσκε καλώς.

Τούτο ένεκα έμεινε πάντοτε εκεί έρπων ως όφις πολύ μεν μακράν όπως δυνηθή να εξετάση το έντομον εντομολογικώς, αρκετά όμως πλησίον όπως βλέπη πάντοτε το κινούμενον εκείνο μέγα σημείον, όπερ εβάδιζεν επί του εδάφους.

Ο μαντίκορος φθάσας πλησίον του περιχαρακώματος, συνήντησε μεγάλην οπήν ανεωγμένην παρά την βάσιν του περιβόλου.

Εκεί χωρίς να διστάση εισέδυσεν εν τη υπογείω εκείνη στοά, καθότι έχει την συνήθειαν να επιζητή τας σκοτεινάς ταύτας οδούς.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος ενόμισεν ότι έμελλε να τον απολέση εκ των οφθαλμών του. Αλλά προς μεγάλην του έκπληξιν η οπή εκείνη ήτο δύο πόδας τουλάχιστον πλατεία και η σήραγξ εσχημάτιζεν είδος τι στοάς ένθα το ισχνόν σώμα του ηδυνήθη να εισχωρήση.

Άλλως τε δε εις την καταδίωξιν εκείνην εδείκνυε την ζέσιν ικτίδος, και ούτε καν παρετήρησεν ότι έρπων τοιουτοτρόπως διήλθε κάτωθεν του περιφράγματος.

Τωόντι η σήραγξ απετέλει συγκοινωνίαν φυσικήν μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού.

Μετά παρέλευσιν δε ημίσεως λεπτού ο εξάδελφος Βενέδικτος ευρέθη έξω του πρακτορείου.

Τούτο όμως δεν ήτο ικανόν να τον ανησυχήση. Ήτο όλως παραδεδεμένος εις τον θαυμασμόν του προς το κομψόν έντομον το οδηγούν αυτόν.

Αλλ' εκείνο βεβαίως είχε κουρασθή εκ της μακράς εκείνης πορείας.

Τα έλυτρα αυτού διέστησαν, αι πτέρυγες ανεπτύχθησαν. Ο εξάδελφος Βενέδικτος ησθάνθη τον κίνδυνον και διά της ανεστραμμένης χειρός του έμελλε να προσφέρη εις τον μαντίκορον προσωρινήν φυλάκισιν όταν, φρρρ . . . ούτος επέταξε.

Ποία απελπισία! Αλλ' ο μαντίκορος δεν ηδύνατο να πετάξη μακράν.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος ηγέρθη, παρετήρησε και ώρμησε με τας δύο χείρας τεταμένας και ανοικτάς.

Το έντομον περείπτατο άνωθεν της κεφαλής του και δεν έβλεπε πλέον ειμή μέλαν τι σημείον δυσδιάκριτον εις αυτόν.

Θα ήρχετο άραγε ο μαντίκορος να αναπαυθή πάλιν επί της γης, αφού περιέγραψεν ιδιοτρόπους τινάς κύκλους περί την ανωρθωμένην κόμην του εξαδέλφου Βενεδίκτου; Κατά πάσαν πιθανότητα θα εγίνετο ούτω.

Δυστυχώς διά τον ατυχή επιστήμονα, το μέρος εκείνο του καταστήματος του Αλβέζ, όπερ έκειτο εις την βορείαν άκραν της πόλεως, συνώρευε προς ευρύτατατον δάσος καλύπτον την χώραν του Καζονδέ επί διαστήματος πολλών τετραγωνικών μιλίων.

Εάν ο μαντίκορος έφθανεν εις το φύλλωμα των δένδρων, και εάν εκεί ήρχιζε να ίπταται από κλάδου εις κλάδον, έπρεπε να αποβάλη πλέον πάσαν ελπίδα ότι ήθελε τον εγκλείσει εις τον περίφημον κασσιτέρινον κιβώτιόν του, του οποίου θα ήτο το τιμαλφέστερον κόσμημα.

Φευ! τούτο και συνέβη. Ο μαντίκορος επανέλαβε πάλιν την επί του εδάφους θέσιν του.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος, ελπίσας ότι θα ηδύνατο να τον επανίδη, ερρίφθη αμέσως πρηνής. Αλλ' ο μαντίκορος δεν εβάδιζε πλέον αλλ' επροχώρει διά μικρών αλμάτων.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος εξηντλημένος, τους όνυχας και τα γόνατα έχων αιμόρφυρτα, επήδησεν ωσαύτως. Οι δύο βραχίονές του, με τας χείρας ανοικτάς ηπλούντο δεξιά και αριστερά, συμφώνως προς τα άλματα του μέλανος σημείου.

Ήθελε τις υποθέσει ότι έκαμνεν απλωτάς επί του φλογερού εκείνου εδάφους, ως κολυμβητής επί της επιφανείας του ύδατος.

Μάταιος κόπος! Αι δύο χείρες του εκλείοντο πάντοτε κεναί. Το έντομον διέφευγε παίζον, και μετ' ολίγον, φθάσαν υπό τας δροσεράς κλαδώσεις, υψώθη, αφού ηκόντησεν εις το ωτίον του εξαδέλφου Βενεδίκτου, όπερ εθώπευσεν, εντονώτερον μεν βόμβον αλλ' επίσης ειρωνικώτερον, διά των ως κολεοπτέρου πτερύγων αυτού.

— Ανάθεμα! ανέκραξεν εκ δευτέρου ο εξάδελφος Βενέδικτος. Με διέφυγεν! Αχάριστον εξάποδον! Συ εις τον οποίον προώριζον τιμητικήν θέσιν εις την συλλογήν μου! Αλλ' όχι! δεν θα σε εγκαταλείψω! Θα σε καταδιώξω μέχρις ου σε φθάσω!

Ο ατυχής εξάδελφος ελησμόνει ότι οι μυωπικοί οφθαλμοί του δεν τω επέτρεπον να διακρίνη τον μαντίκορον εν τω μέσω του φυλλώματος. Αλλά δεν ήτο πλέον κύριος εαυτού. Το πείσμα και η οργή καθίστων αυτόν έξω φρενών. Εαυτόν και μόνον εαυτόν έπρεπε να αιτιάται διά την αποτυχίαν του.

Εάν ευθύς εξ αρχής συνελάμβανε το έντομον αντί να το παρακολουθή «εν τη ανεξαρτήτω αυτού πτήσει», ουδέν θα συνέβαινεν εξ όσων συνέβησαν και θα είχεν εις την εξουσίαν του το θαυμάσιον εκείνο δείγμα των αφρικανικών μαντικόρων, των οποίων το όνομα είναι όνομα μυθώδους τινός ζώου, όπερ έχει την κεφαλήν ανθρώπου και σώμα λέοντος.

Ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν είχε πλέον τον νουν του. Ουδόλως εννόησεν ότι η μάλλον απρόοπτος των περιστάσεων τω απέδωκε την ελευθερίαν του.

Δεν εσκέφθη ότι η σήραγξ εκείνη εν τη οποία είχεν εισέλθει τω ήνοιξεν έξοδον και ότι εγκατέλιπε το κατάστημα του Αλβέζ. Το δάσος ήτο εκεί και υπό τα δένδρα ο αποπτάς μαντίκορος. Αντί πάσης θυσίας ήθελε να τον επανίδη.

Έτρεχε λοιπόν διά του πυκνού εκείνου δάσους, μη έχων πλέον μήτε την συνείδησιν των πραττομένων, φανταζόμενος ότι έβλεπε πάντοτε το πολύτιμον έντομον πλήττων τον αέρα διά των δύο μεγάλων βραχιόνων του ως γιγαντιαία μακρόπους αράχνη.

Πού διηυθύνετο, πώς θα επέστρεφε, και εάν θα επέστρεφεν, ουδέ εσκέπτετο καν και επί έν ολόκληρον μίλιον εβυθίσθη τοιουτοτρόπως, με κίνδυνον να συναντηθή υπό τινος θηρίου.

Αίφνης, ότε διήρχετο πλησίον πυκνώματός τινος εκ χαμοκλάδων, γιγαντώδες τι ον επήδησε και επέπεσε κατ' αυτού. Είτα δε ως θα έπραττεν ο εξάδελφος Βενέδικτος εάν συνελάμβανε τον μαντίκορον, τον έδραξε διά της μιας χειρός εκ του ινίου, διά δε της άλλης εκ του κάτω μέρους της ράχεως και χωρίς να λάβη καιρόν να εννοήση τι συνέβαινε μετεφέρθη διά του δάσους,.

Αληθώς ο εξάδελφος Βενέδικτος απώλεσε την ημέραν εκείνην λαμπράν ευκαιρίαν να ανακηρύξη εαυτόν ως τον ευτυχέστατον εντομολόγον των πέντε μερών του κόσμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ.'

Ο ΜΑΓΟΣ

Ότε η κυρία Βέλδων κατά την ημέραν εκείνην της 17, δεν είδεν επανελθόντα το εξάδελφων Βενέδικτον κατά την συνήθη ώραν, κατελήφθη υπό ζωηροτάτης ανησυχίας.

Δεν ηδύνατο να εννοήση τι εγένετο το μεγάλον παιδίον της. Ότι κατώρθωσε να διαφύγη το πρακτορείον, του οποίου ο περίβολος ήτο εντελώς αδιάβατος, τούτο δεν ήτο παραδεκτόν. Άλλως τε δε η κυρία Βέλδων εγνώριζε τον εξάδελφόν της. Και επί τη υποθέσει ότι επρότεινέ τις εις τον ιδιότροπον εκείνον να φύγη εγκαταλείπων το κασσιτέρινον κιβώτιόν του και την εξ αφρικανικών εντόμων συλλογήν του, θα ηρνείτο χωρίς να δείξη ούτε σκιάν δισταγμού.

Το κιβώτιον λοιπόν ήτο εκεί εν τη καλύβη ανέπαφον, περιέχον παν ό,τι ο επιστήμων ηδυνήθη να συλλέξη από της εν τη ηπείρω αφίξεώς του. Να υποθέση τις ότι είχε εκουσίως αποχωρισθή των εντομολογικών θησαυρών του ήτο απαράδεκτον.

Και εντούτοις ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν ευρίσκετο πλέον εις το κατάστημα του Ιωσία Αντωνίου Αλβέζ.

Καθ' όλην εκείνην την ημέραν η κυρία Βέλδων τον εζήτει επιμόνως. Ο μικρός Ζακ και η δούλη Χαλιμά συνήνωσαν τας προσπαθείας των, αλλ' εις μάτην.

Ηναγκάσθη τότε η κυρία Βέλδων να παραδεχθή την εξής ήκιστα ενθαρρυντικήν υπόθεσιν, ότι ο δεσμώτης ανηρπάγη κατά διαταγήν του δουλεμπόρου και διά λόγους αγνώστους αυτή.

Αλλά τότε, τι τον έκαμεν ο Αλβέζ; Τον ενέκλεισεν άρα γε εις παράπηγμά τι, της μεγάλης της πλατείας; Αλλά διατί η αρπαγή αύτη συμβαίνουσα μετά την συμφωνίαν την γενομένην μεταξύ της κυρίας Βέλδων και του Νεγορού, συμφωνίαν ήτις περιελάμβανε τον εξάδελφον Βενέδικτον μεταξύ των αιχμαλώτων τους οποίους ο δουλέμπορος ώφειλε να φέρη εις Μοσαμαδές και να τους παραδώση αντί λύτρων εις τον Ιάκωβον Βέλδων;

Εάν η κυρία Βέλδων ήτο δυνατόν να ίδη την οργήν του Αλβέζ, όταν έμαθε την εξαφάνισιν του αιχμαλώτου ήθελεν εννοήσει ότι η εξαφάνισις εκείνη εγένετο παρά την θέλησίν του.

Αλλά τότε εάν ο εξάδελφος Βενέδικτος εδραπέτευσεν εκουσίως, διατί δεν τη ανεκοίνωσε το μυστικόν της αποδράσεώς του;

Εν τούτοις αι αναζητήσεις του Αλβέζ και των υπηρετών του, αίτινες εγένοντο μετά μεγίστης φροντίδος, επέφερον την ανακάλυψιν της φωλεάς εκείνης, ήτις έθεσε το πρακτορείον εις άμεσον συγκοινωνίαν μετά του γειτονικού δάσους.

Ο δουλέμπορος δεν αμφέβαλλε πλέον ότι ο κυνηγός των μυιών επέταξε διά της στενής εκείνης οπής. Φαντάζεσθε λοιπόν την οργήν του, όταν εσκέφθη ότι η φυγή εκείνη θα κατελογίζετο βεβαίως εις βάρος του και θα ηλάττου το ποσόν το οποίον έμελλε να λάβη εις την υπόθεσιν εκείνην.

Το ζώον εκείνο δεν ήξιζε μεγάλα πράγματα, εσκέπτετο και εν τούτοις θα χάσω πολύ. Α! εάν τον συλλάβω πάλιν!

Αλλά μεθ' όλας τας εις τα ενδότερα γενομένας αναζητήσεις και μόλον ότι τα δάση εξηρευνήθησαν εν μεγάλη ακτίνι, υπήρξεν αδύνατον να ανευρεθή ίχνος τι του φυγάδος.

Η κυρία Βέλδων εδέησε να υπομείνη την απώλειαν του εξαδέλφου της, και ο Αλβέζ, να πενθήση διά τον αιχμάλωτον, Και επειδή δεν ηδύναντο να παραδεχθώσιν ότι ούτος είχε συνάψη σχέσεις εξωτερικάς, εδέησε να σχηματήσωσι την ιδέαν ότι μόνον εκ τύχης ανεκάλυψε την ύπαρξιν της φωλεάς εκείνης και απέδρα, χωρίς να μεριμνήση το παράπαν περί εκείνων τους οποίους εγκατέλιπεν όπισθέν του.

Η κυρία Βέλδων ηναγκάσθη να παραδεχθή τούτο, αλλά δεν εσκέφθη να οργισθή κατά του δυστυχούς εκείνου ανδρός, όστις ουδεμίαν συναίσθησιν είχε των πράξεών του.

— Ο δυστυχής! τι θα γίνη; εσκέπτετο.

Εννοείται ότι κατά την ιδίαν εκείνην ημέραν η φωλεά εφράχθη μετά μεγίστης προσοχής, και η επαγρύπνησις εδιπλασιάσθη και εντός και εκτός του πρακτορείου.

Ο μονότονος βίος των δεσμωτών εξηκολούθησε διά την κυρίαν Βέλδων και το τέκνον αυτής.

Εν τούτοις κλιματολογικόν τι γεγονός σπανιώτατον κατά την ώραν εκείνην του έτους, συνέβη εν τη επαρχία. Εξακολουθητικαί βροχαί ήρχισαν περί την 19 Ιουνίου, αν και η περίοδος αυτών, ήτις τελειώνει κατ' Απρίλιον, είχε παρέλθει. Τωόντη ο ουρανός ήτο κεκαλυμμένος, και υετοί επίμονοι κατέκλυζον την γην του Καζονδέ.

Εάν τούτο δυσηρέστει την κυρίαν Βέλδων, επειδή δεν ηδύνατο πλέον να εκτελή τους συνήθεις περιπάτους της εις το εσωτερικόν του πρακτορείου, διά τους ιθαγενείς όμως απέβη δυστύχημα γενικόν.