Part 25
Τότε λάκος εφάνη διακεκριμένως. Ήτο επεστρωμένος διά σωμάτων μαύρων και ζώντων, καθότι εκινούντο από τας αλύσεις τας συνδεούσας αυτά μετά του εδάφους. Πεντήκοντα αιχμάλωτοι περιέμενον εκεί να κλείση πάλιν ο χείμαρρος επ' αυτών, το πλείστον νεαρών ιθαγενών, άλλων μεν εγκαρτερουσών και σιωπηλών, άλλων δε στεναζουσών γοερώς.
Αι σύζυγοι, κεκοσμημέναι ως εν εορτή είχον εκλεχθή υπό της βασιλίσσης. Η μία εξ αυτών, ήτις έφερε τον τίτλον δευτέρας συζύγου, εκυρτώθη επί των χειρών και των ποδών όπως χρησιμεύση ως βασιλικόν εδώλιον, ως έπραττεν ότε έζη ο βασιλεύς και η τρίτη σύζυγος υπεστήριζε το ανδρείκελον, καθ' όν καιρόν η τετάρτη κατεκλίνετο παρά τους πόδας αυτού εν είδει προσκεφαλαίου.
Ενώπιον του ανδρεικέλου, εις την άκραν του λάκκου, πάσσαλος βεβαμμένος ερυθρός υψούτο από της γης.
Εις τον πάσσαλον εκείνον ήτο δεδεμένος λευκός τις, όστις έμελλε να καταλογισθή και αυτός μεταξύ των θυμάτων της αιματηράς εκείνης κηδείας.
Ο λευκός εκείνος ήτο ο Δικ Σανδ. Το ημίγυμνον σώμα του έφερε τα σημεία των βασάνων, άτινα υπέστη κατά διαταγήν του Νεγορού. Δεδεμένος εις τον πάσσαλον εκείνον περιέμενε τον θάνατον, ως άνθρωπος ελπίζων μόνον εις άλλην ζωήν.
Εν τούτοις δεν έφθασεν έτι η στιγμή, καθ' ήν το πρόφραγμα έπρεπε να θραυσθή.
Εις σημείον τι της βασιλίσσης η τετάρτη σύζυγος, κατακειμένη εις τους πόδας του βασιλέως, εσφάγη υπό του δημίου του Καζονδέ, και το αίμα αυτής έρρευσεν εν τω λάκκω.
Τούτο ήτο η έναρξις της φρικώδους ανθρωποθυσίας. Πεντήκοντα δούλαι έπεσαν υπό το φάσγανον των σφαγέων, η κοίτη του ποταμού εκύλιε κύματα αίματος.
Επί ημίσειαν ώραν κραυγαί των θυμάτων συνανεμίγησαν εις τας κραυγάς των παρισταμένων, και ματαίως θα ανεζήτει τις εις το πλήθος εκείνο αίσθημα αποστροφής ή οίκτου.
Τέλος η βασίλισσα Μοΐνα εποίησε χειρονομίαν τινα και το περίφραγμα όπερ εκράτει τα ανώτερα ύδατα, ήρχισε να ανοίγεται ολίγον κατ' ολίγον. Χάριν πλειοτέρας σκληρότητος άφησαν να διηθήται το ανώτερον ρεύμα αντί να εισορμήση διά μιας. Ήτο ο βραδύς θάνατος αντί του αιφνιδίου.
Το ύδωρ έπνιξε πρώτον την σειράν των αιχμαλώτων διά της οποίας ήτο εστρωμένον το βάθος του λάκκου. Φρικώδη άλματα εγίνοντο υπό των ζωσών εκείνων γυναικών, αίτινες επάλαιον κατά της ασφυξίας. Ο Δικ Σανδ, βεβυθισμένος εις το ύδωρ μέχρι γωνάτων, εφάνη αποπειραθείς τελευταίον τινα αγώνα, όπως συντρίψη τα δεσμά του.
Αλλά το ύδωρ ανήλθεν. Αι τελευταίοι κεφαλαί εγένοντο άφαντοι υπό τον χείμαρρον, όστις επαναλάμβανε την πορείαν του, και ουδέν εδείκνυε πλέον ότι εις το βάθος του ποταμού εκείνου ωρύχθη τάφος εν τω οποίω εκατό θύματα ετάφησαν προς τιμήν του βασιλέως Καζονδέ.
Η γραφίς θα ήτο αδύνατον να ζωγραφίση τοιαύτας εικόνας, εάν η μέριμνα της αληθείας δεν επέβαλλε το καθήκον να περιγράψη αυτός εν τη φρικαλέα αυτών πραγματικότητι. Ο άνθρωπος τοιούτος είναι εις τας θλιβεράς εκείνας χώρας. Ουδενί πλέον επιτρέπεται να αγνοή τούτο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΝ ΠΡΑΚΊΟΡΕΙΟΥ
Ο Χάρρης και ο Νεγορός εψεύσθησαν ειπόντες ότι η κυρία Βέλδων και ο μικρός Ζακ απέθανον. Και εκείνη και εκείνος και ο εξάδελφος Βενέδικτος ευρίσκοντο τότε εν Καζονδέ.
Μετά την κατά του μυρμηκώνος έφοδον μετεφέρθησαν πέραν του στρατοπέδου του Κοάνζα υπό του Χάρρη και του Νεγορού, τους οποίους συνώδευον δωδεκάς ιθαγενών στρατιωτών.
Φορείον τι ή εγχωρία «κιτάνδα» εδέχθη την κυρίαν Βέλδων και τον μικρόν Ζακ. Διατί αι περιποιήσεις εκείναι εκ μέρους ανθρώπου ως τον Νεγορόν; Η κυρία Βέλδων δεν ετόλμα να εξηγήση τούτο.
Η από Κοάνζα εις Καζονδέ οδός εγένετο ταχέως και άνευ καμάτου. Ο εξάδελφος Βενέδικτος τον οποίον αι κακουχίαι εφαίνοντο ότι ουδόλως επηρέαζον, εβάδιζε σταθερώ τω βήματι.
Επειδή δε τον άφινον να περιπλανάται δεξιά και αριστερά, ουδόλως εσκέπτετο να παραπονεθή. Έφθασε λοιπόν η μικρά συνοδεία εις Καζονδέ οκτώ ημέρας προ της αφίξεως της συνοδείας του Ιβν Χαμή. Η κυρία Βέλδων εκλείσθη μετά του τέκνου της και του εξαδέλφου Βενεδίκτου εν τω καταστήματι του Αλβέζ.
Οφείλομεν να σπεύσωμεν να είπωμεν, ότι ο μικρός Ζακ ήτο πολύ καλλίτερον εις την υγείαν του. Μετά την εκ της ελώδους χώρας αναχώρησιν ένθα προσεβλήθη υπό πυρετού, η κατάστασις αυτού ολίγον κατ' ολίγον εβελτιώθη, και τώρα είχε καλώς. Μήτε αυτός μήτε η μήτηρ του θα ηδύναντο να ανθέξωσιν εις τας κακουχίας της συνοδείας. Αλλ' υφ' ούς όρους εγίνετο η οδοιπορία εκείνη κατά την οποίαν τοις παρείχοντο περιποιήσεις τινές, ευρίσκοντο εις ευχάριστον κατάστασιν, φυσικώς τουλάχιστον.
Περί των συντρόφων αυτής, η κυρία Βέλδων ουδεμίαν είδησιν είχεν. Αφ' ότου είδε τον Ηρακλέα φεύγοντα εις το δάσος, ηγνόει τι εγένετο ούτος. Όσον δ' αφορά τον Δικ Σανδ, επειδή ο Χάρρης και ο Νεγορός δεν ήσαν πλέον εκεί όπως τον βασανίζωσιν, ήλπιζεν ότι καθό λευκός, θα απηλλάσσετο ίσως κακής μεταχειρίσεως. Αλλ' η Ναν, ο Τωμ, Βαρθολομαίος, ο Αυγουστίνος, ο Ακτέων ήσαν μαύροι, και ήτο λίαν βέβαιον ότι θα τους μετεχειρίζοντο ως τοιούτους. Δυστυχείς άνδρες! οίτινες ουδέποτε θα επάτουν την γην εκείνην της Αφρικής, εάν δεν επήρχετο η προδοσία να τους ρίψη εκεί.
Ότε η συνοδεία του Ιβν Χαμή αφίκετο εις Καζονδέ, η κυρία Βέλδων, μηδεμίαν έχουσα συγκοινωνίαν μετά των εκτός, δεν έμαθε την άφιξιν ταύτης.
Αλλ' ουδέ εκ των θορύβων της αγοράς ηδυνήθη να πληροφορηθή περί των διατρεχόντων. Δεν έμαθεν ότι ο Τωμ και οι μετ' αυτού επωλήθησαν εις σωματέμπορόν τινα του Ουζιζί και έμελλον να αναχωρήσωσι προσεχώς. Δεν εγνώριζε μήτε την τιμωρίαν του Χάρρη, μήτε τον θάνατον του Μοΐνη Λούγγα, μήτε τα της βασιλικής κηδείας, εις τα θύματα της οποίας συγκατελέχθη ο Δικ Σανδ. Η δυστυχής γυνή ευρίσκετο λοιπόν μόνη εν Καζονδέ εις την διάκρισιν των δουλεμπόρων, εις την εξουσίαν του Νεγορού, και όπως απαλλαγή αυτού, ουδέ να αποθάνη ηδύνατο να σκεφθή, αφού το τέκνον της ήτο μετ' αυτής.
Ηγνόει λοιπόν απολύτως η κυρία Βέλδων την τύχην ήτις την περιέμενε. Καθ' όλην την από Κοάνζα εις Καζονδέ πορείαν ο Χάρρης και ο Νεγορός ουδέ λέξιν τη απέτεινον. Από της αφίξεώς της, δεν είχεν επανίδει μήτε τον ένα μήτε τον άλλον, ουδέ ηδύνατο να εγκαταλείπη τον περίβολον, όστις περιέκλειε το ιδιαίτερον κατάστημα του πλουσίου δουλεμπόρου.
Είναι άρα γε ανάγκη να είπωμεν τώρα ότι η κυρία Βέλδων ουδεμίαν βοήθειαν εύρεν εκ μέρους του μεγάλου παιδίου της, του εξαδέλφου της Βενεδίκτου; Τούτο άλλως τε εννοείται.
Όταν ο άξιος επιστήμων έμαθεν ότι δεν ευρίσκετο ως υπέθετον επί της αμερικανικής ηπείρου, ουδόλως εφρόντισε να μάθη πώς τούτο συνέβη. Όχι! Το πρώτον κίνημα αυτού ήτο κίνημα πείσματος. Τωόντι, τα έντομα εκείνα τα οποία εφαντάζετο ότι αυτός πρώτος ανεκάλυψεν εν Αμερική, τα τσετσέ εκείνα και τα άλλα, ουδέν άλλο ήσαν ειμή απλούστατα εξάποδα αφρικανικά, τα οποία τόσοι φυσιολόγοι είχον εύρει προ αυτού εις τα μέρη της καταγωγής των. Ώχετο πλέον η δόξα να προσκολλήση το όνομά του εις τας ανακαλύψεις ταύτας. Τωόντι, τι το εκπληκτικόν εάν ο εξάδελφος Βενέδικτος συνέλεξεν έντομα αφρικανικά, αφού ευρίσκετο εν Αφρική!
Αλλά, παρελθόντος του πρώτου πείσματος, ο εξάδελφος Βενέδικτος εσκέφθη ότι η «Γη των Φαραώ», ως την εκάλει πάντοτε, εκέκτητο απαράμιλλα εντομολογικά πλούτη, και ότι εάν δεν ευρίσκετο εις την «Γην των Ίνκα», δεν έχανεν όμως εκ της μεταβολής.
— Ε! επανελάμβανε καθ' εαυτόν και επανελάμβανε μάλιστα προς την κυρίαν Βέλδων, ήτις ουδόλως τον ήκουεν, εδώ είναι η πατρίς των μαντικόρων, των κολεοπτέρων εκείνων με τους μακρούς τριχωτούς πόδας, με τα συγκεκολλημένα και κοπτερά έλυτρα, με τας μεγάλας σιαγόνας και των οποίων ο μάλλον αξιοσημείωτος είναι ο φυματώδης μαντίκορος. Εδώ είναι η χώρα των καλοσώμων με την χρυσήν αιχμνήν των γολιάθ της Γουινέας και του Γαβών, των όποιων οι πόδες είναι πεπροικισμένοι δι' ακανθών· των στικτών ανθιδίων άτινα αποθέτουσι τα ωά των εν τη κενή κογχύλη των λειμάκων· των ιερών ατεύχων, τους οποίους οι Αιγύπτιοι της άνω Αιγύπτου ετίμων ως θεούς. Εδώ εγεννήθησαν αι νεκροκέφαλοι σφίγγες αίτινες τώρα είναι διεσπαρμέναι εν όλη τη Ευρώπη, και οι «Ιδίαι Βιγότη» των οποίων το δήγμα φοβούνται ιδιαιτέρως οι παράλιοι Σενεγάλοι. Ναι, εδώ δύνανται να γίνωσι λαμπραί ανακαλύψεις, και θα ποιήσω αυτάς, εάν οι αγαθοί αυτοί άνδρες το επιτρέψωσιν.
Ηξεύρομεν τίνες ήσαν οι αγαθοί εκείνοι άνδρες κατά των οποίων ουδέν παράπονον είχεν ο εξάδελφος Βενέδικτος. Άλλως τε ως είπωμεν ήδη, ο εντομολόγος, εν τη κοινωνία του Χάρρη και του Νεγορού, απελάμβανεν ολίγην τινά ελευθερίαν, της οποίας ο Δικ Σανδ απολύτως εστερείτο κατά την οδοιπορίαν εκείνην της όχθης του Κοάνζα. Ο απλοϊκός επιστήμων λίαν συνεκινήθη εκ της συγκαταβάσεως εκείνης.
Τέλος ο εξάδελφος Βενέδικτος θα ήτο ο ευτυχέστατος των εντομολόγων, εάν δεν υφίστατο απώλειαν ήτις τον ελύπησε τα μέγιστα. Είχε μεν πάντοτε το κασσιτέρινον κιβώτιόν τον, αλλά τα δίοπτρά του δεν ωρθούντο πλέον επί της ρινός του, το μικροσκόπιον δεν εκρέματο πλέον εις τον λαιμόν του. Φυσιολόγος δε άνευ μικροσκοπίου και άνευ διόπτρων αδύνατον να υπάρξη.
Ο εξάδελφος Βενέδικτος όμως προώριστο να μη επανίδη πλέον τα δύο ταύτα όργανα της οπτικής, επειδή είχον συνταφή μετά του βασιλικού ανδρεικέλου. Ούτω λοιπόν οσάκις εύρισκεν έντομόν τι, ηναγκάζετο να το χώνη εις τους οφθαλμούς του, όπως διακρίνη τα στοιχειωδέστατα αυτού συστατικά. Α! τούτο μεγάλως ελύπει τον εξάδελφον Βενέδικτον, και ευχαρίστως θα ηγόραζεν ακριβά έν ζεύγος διόπτρων, αλλά τοιούτον εμπόρευμα δεν εσυνηθίζετο εις τας αγοράς του Καζονδέ. Όπως δήποτε, ο εξάδελφος Βενέδικτος ηδύνατο να περιέρχεται ελευθέρως εις το κατάστημα του Ιωσία Αντωνίου Αλβέζ. Τον ενόμιζον ανίκανον να ζητήση να αποδράση.
Άλλως τε δε, υψηλόν περίφραγμα εχώριζε το πρακτορείον εκ των άλλων συνοικιών της πόλεως, και δεν ήτο εύκολον να το υπερβή τις.
Αλλ' εάν ήτο καλώς περιφραγμένον, είχεν όμως ενός μιλίου τουλάχιστον περιφερειών. Δένδρα, θάμνοι ιδιαίτεροι της Αφρικής, υψηλά χόρτα, ρύακες τινες, καλύβαι και παραπήγματα ήσαν πλειότερα παρ' όσα εχρειάζοντο, όπως αποκρύψωσι τα σπανιώτερα έντομα της ηπείρου, και να αποτελέσωσι τον πλούτον, αν όχι την ευδαιμονίαν, του εξαδέλφου Βενεδίκτου.
Και πράγματι ανεκάλυψεν εξάποδά τινα, και μάλιστα ολίγον έλειψε να τυφλωθή θελήσας να τα σπουδάση άνευ διόπτρων, αλλά τέλος ηύξησε την πολύτιμον συλλογήν του και έρριψε τας βάσεις μεγάλου συγγράμματος περί της αφρικανικής εντομολογίας. Εάν δε επετύγχανε να ανακαλύψη νέον τι έντομον εις το οποίον να δώση το όνομά του, θα ήτο ο ευτυχέστατος των ανθρώπων.
Εάν το κατάστημα του Αλβέζ ήτο αρκούντως μέγα διά τους επιστημονικούς περιπάτους του εξαδέλφου Βενεδίκτου, εις τον μικρόν Ζακ, όστις ηδύνατο να περιφέρηται εν πάση ελευθερία εφαίνετο απέραντον. Αλλά το παιδίον εκείνο ήκιστα επεζήτη τας τοσούτω φυσικάς εις την ηλικίαν του ηδονάς, σπανίως δε εγκατέλιπε την μητέρα του, ήτις δεν ήθελε να τον αφίνη μόνον, και εφοβείτο πάντοτε δυστύχημά τι. Ο μικρός Ζακ πολλάκις ωμίλει περί του πατρός του, τον οποίον προ πολλού δεν είχεν ιδεί και εζήτει να επανέλθη πλησίον του. Εζήτει πληροφορίας περί όλων, περί της γραίας Ναν, περί του φίλου του Ηρακλέους, περί του Βαρθολομαίου, του Αυγουστίνου, του Ακτέωνος και περί του Δίγγου, όστις και αυτός εφαίνετο ότι τον εγκατέλιπεν. Ήθελε να επανίδη τον σύντροφόν του Δικ Σανδ. Η νεαρά φαντασία του, όλη τρυφερότης, έζη μόνον διά των αναμνήσεων. Εις τας ερωτήσεις του η κυρία Βέλδων δεν ηδύνατο να αποκριθή, ειμή θλίβουσα αυτόν εις τας αγκάλας της και κατασπαζομένη αυτόν. Παν ό,τι ηδύνατο να πράξη, ήτο να μη κλαίη ενώπιον αυτού.
Εν τούτοις η κυρία Βέλδων παρετήρησεν ότι εάν δεν την μετεχειρίσθησαν κακώς διαρκούσης της από Κοάνζα οδοιπορίας, ούτω και εν τω καταστήματι του Αλβέζ ουδέν εμαρτύρει ότι έμελλον να μεταβάλωσι διαγωγήν προς αυτήν. Εν τω πρακτορείω δεν υπήρχον πλέον ειμή αιχμάλωτοι υπηρετούντες τον δουλέμπορον. Πάντες οι άλλοι, οι αποτελούντες το αντικείμενον του εμπορίου του, ήσαν κεκλεισμένοι εις τα παραπήγματα, είτα δε επωλήθησαν εις τους μεσίτας του εσωτερικού. Τώρα αι αποθήκαι του καταστήματος ήσαν μεσταί υφασμάτων και ελαφαντοστού, υφασμάτων προορισμένων ν' ανταλαχθώσιν εις τας κεντρικάς επαρχίας, ελεφαντοστού προωρισμένου να αποσταλή εις τας κυριωτάτας αγοράς της ηπείρου.
Εν συντόμω ολίγιστοι υπήρχον εν τω πρακτορείω. Η κυρία Βέλδων κατείχε μετά του Ζακ καλύβην ιδιαιτέραν, ο εξάδελφος Βενέδικτος άλλην. Δεν συνεκοινώνουν μετά των υπηρετών του δουλεμπόρου. Έτρωγον εν κοινώ. Η τροφή κρέας αιγός ή προβάτου, όσπρια, μανιόκον, σόργον, εγχώριαι οπώραι, ήτο επαρκής. Η Χαλιμά, νεαρά δούλη, ειδικώς υπηρετούσα την κυρίαν Βέλδων, τη επεδείκνυε μάλιστα, ως ηδύνατο, είδος τι αγρίας μεν αγάπης αλλά βεβαίως ειλικρινούς
Η κυρία Βέλδων μόλις έβλεπε τον Ιωσίαν Αντώνιον Αλβέζ, όστις κατείχε την κυρίαν οικίαν πρακτορείου, και ουδέποτε έβλεπε τον Νεγορόν, κατοικούντα εκτός, του οποίου η απουσία ήτο ανεξήγητος. Η επιφύλαξις αύτη την εξέπληττε και την ανησύχει συγχρόνως.
— Τι θέλει; Τι εννοεί; έλεγε καθ' εαυτήν. Διατί μας παρέσυρεν εις Καζονδέ;
Τοιουτοτρόπως παρήλθον αι οκτώ ημέραι αι προγηθείσαι της αφίξεως της συνοδείας του Ιβν Χαμή, ήτοι αι δύο ημέραι προ της κηδείας και αι ακόλουθοι έξ.
Εν τω μέσω τόσης αγωνίας η κυρία Βέλδων δεν ηδύνατο να λησμονήση ότι ο σύζυγός της θα κατείχετο υπό φρικώδους απελπισίας μη βλέπων τους οικείους του επανερχομένους εις Άγιον Φραγγίσκον. Ο κύριος Βέλδων δεν ηδύνατο να ηξεύρη ότι η σύζυγός του έσχε την ολεθρίαν ιδέαν να ζητήση θέσιν εις το «Πίλγριμ» και ώφειλε να πιστεύη ότι είχεν επιβιβασθή εις έν των ατμοπλοίων της υπερωκεανείου εταιρίας. Τα ατμόπλοια εκείνα έφθανον τακτικώς, αλλ' ούτε ο Ζακ, ούτε ο εξάδελφος Βενέδικτος ευρίσκοντο εν αυτοίς. Πλην τούτου και αυτό το «Πίλγριμ» έπρεπε να είχεν επιστρέψει εις τον λιμένα. Αλλά δεν ενεφανίζετο και ο κύριος Βέλδων ώφειλε τώρα να το κατατάξη εις την κατηγορίαν των δι' έλλειψιν ειδήσεων υποτιθεμένων απολεσθέντων πλοίων. Και ποίος κεραυνός ενέσκηψεν επ' αυτόν την ημέραν καθ' ήν έλαβε παρ' ενός των εν Ωκλάνδη ανταποκριτών του την είδησιν του απόπλου του «Πίλγριμ» και της επιβιβάσεως της κυρίας Βέλδων; Τι έπραξεν; Ηρνήθη να πιστεύση ότι ο υιός του και αυτή απώλοντο εν τη θαλάσση. Αλλά τότε πού ώφειλε να στρέψη τας αναζητήσεις του; Προδήλως προς τας νήσους του Ειρηνικού, ίσως προς την αμερικανικήν παραλίαν. Αλλ' ουδέποτε, ναι, ουδέποτε, θα τω επήρχετο η ιδέα ότι ερρίφθη επί της ακτής της απαισίας εκείνης Αφρικής.
Ούτως εσκέπτετο η κυρία Βέλδων. Αλλά τι ηδύνατο να πράξη; Να φύγη; Πώς; Την επετήρουν εκ του σύνεγγυς! Και έπειτα να φύγη εσήμαινε να διακινδυνεύση εις τα πυκνά εκείνα δάση, εν τω μέσω μυρίων κινδύνων να επιχειρήση πορείαν μακροτέραν των διακοσίων μιλίων, μέχρις ου φθάση εις το παράλιον. Και εν τούτοις η κυρία Βέλδων είχεν απόφασιν να πράξη τούτο, και ουδέν άλλο μέσον εύρισκε προς ανάκτησιν της ελευθερίας της. Πριν τούτου όμως ήθελε να μάθη ακριβώς τους σκοπούς του Νεγορού.
Τέλος τους έμαθε.
Τη 6 Ιουνίου τρεις ημέρας μετά τον ενταφιασμόν του βασιλέως του Καζονδέ, ο Νεγορός εισήλθεν εις το πρακτορείον, ένθα δεν είχεν έτι εισέλθει από της επιστροφής του, και μετέβη κατ' ευθείαν εις την υπό της αιχμαλώτιδός του κατεχομένην καλύβην.
Η κυρία Βέλδων ήτο μόνη. Ο εξάδελφος Βενέδικτος εξετέλει ένα των επιστημονικών περιπάτων του. Ο μικρός Ζακ υπό την επιτήρησιν της δούλης Χαλιμάς περιεφέρετο εις τον περίβολον του καταστήματος.
Ο Νεγορός ώθησε την θύραν της καλύβης, και άνευ άλλου προοιμίου,
— Κυρία Βέλδων, είπεν, ο Τωμ, και οι σύντροφοί του επωλήθησαν διά τας αγοράς του Ουζιζί.
— Ο Θεός να τους προστατεύση! είπεν η κυρία Βέλδων απομάσσουσα δάκρυ.
— Η Ναν απέθανε καθ' οδόν, ο Δικ Σανδ, θα απήλετο.
— Η Ναν απέθανε! Και ο Δικ! . . . ανέκραξεν η κυρία Βέλδων.
— Ναι δίκαιον ήτο ο δεκαπενταετής πλοίαρχος σας να πληρώση διά της ζωής του τον φόνον του Χάρρη, επανέλαβεν ο Νεγορός. Είσθε μόνη εν Καζονδέ, κυρία μόνη εις την εξουσίαν του αρχαίου μαγείρου του «Πίλγριμ»· εντελώς μόνη ακούετε!
Ό,τι έλεγεν ο Νεγορός ήτο αληθέστατον, ως και τα αφορώντα τον Τωμ και τους συντρόφους του. Ο γέρων μαύρος, ο υιός του Βαρθολομαίος, ο Ακτέων και ο Αυγουστίνος είχον αναχωρήσει κατά την προτεραίαν μετά της συνοδείας του δουλεμπόρου του Ουζιζί, χωρίς να έχωσι την παρηγορίαν να επανίδωσι την κυρίαν Βέλδων, χωρίς μάλιστα να ηξεύρωσιν ότι η εν τη δυστυχία σύντροφος αυτών ευρίσκετο εις Καζονδέ, εν τω καταστήματι του Αλβέζ. Είχον απέλθει εις την χώραν των λιμνών απέχουσαν εκατοντάδας μιλίων, εις ην ολίγοι οι φθάνοντες και εξ ης ολίγιστοι οι επιστρέφοντες.
— Λοιπόν, εψιθύρισεν η κυρία Βέλδων, παρατηρούσα τον Νεγορόν χωρίς να απαντήση.
— Κυρία Βέλδων, επανέλαβεν ο Πορτογάλλος μετά βραχείας φωνής, ηδυνάμην να εκδικηθώ καθ' υμών, διά τον κακόν προς εμέ τρόπον σας εντός του Πίλγριμ. Αλλ' ο θάνατος του Δικ Σανδ αρκεί εις την εκδίκησίν μου. Τώρα γίνομαι πάλιν έμπορος, και ιδού ποία είναι τα σχέδιά μου περί ημών.
Η κυρία Βέλδων, εξηκολούθει να τον παρατηρή χωρίς να προφέρη μήτε λέξιν.
— Υμείς επανέλαβεν ο Πορτογάλος, το τέκνον σας και ο βλαξ εκείνος κυνηγός των μυιών, έχετε εμπορικήν αξίαν, την οποίαν σκοπεύω να χρησιμοποιήσω. Λοιπόν θα σας πωλήσω.
— Αλλ' είμαι εκ φυλής ελευθέρας, απεκρίθη η κυρία Βέλδων μετά τόνου φωνής σταθερού.
— Είσθε αιχμάλωτος, εάν θέλω.
— Και τις θα αγοράση λευκήν;
— Άνθρωπος όστις θα πληρώση όσα τω ζητήσω.
Η κυρία Βέλδων εταπείνωσεν επί τινας στιγμάς την κεφαλήν, καθότι εγίνωσκεν ότι τα πάντα ήσαν δυνατά εν τη φρικώδει εκείνη χώρα.
— Με ηκούσατε; επανέλαβεν ο Νεγορός.
— Τις είναι ο άνθρωπος εις τον οποίον θέλετε να με πωλήσητε; απεκρίθη η κυρία Βέλδων.
— Να σας πωλήσω ή να σας μεταπωλήσω . . . Τουλάχιστον τούτο υποθέτω, προσέθηκεν ο Πορτογάλος γελών μυκτηριστικώς.
— Το όνομα αυτού του ανθρώπου; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.
— Ο άνθρωπος ούτος είναι ο Ιάκωβος Βέλδων, ο σύζυγός σας.
— Ο σύζυγός μου! ανέκραξεν η κυρία Βέλδων, μη δυναμένη να πιστεύση ό,τι ήκουεν.
— Αυτός ο ίδιος κυρία Βέλδων, ο σύζυγός σας, εις τον οποίον θέλω ουχί να αποδώσω αλλά να εξαναγκάσω να πληρώση την γυναίκα του, το τέκνον του και τον εξάδελφόν του εκ περισσού.
Η κυρία Βέλδων εσκέφθη μη ο Νεγορός τη έστηνε παγίδα. Εν τούτοις εννόησεν ότι ωμίλει σπουδαιότατα. Εις ένα άθλιον διά τον οποίον το αργύριον είναι το παν, φαίνεται ότι δύναταί τις να εμπιστευθή όταν πρόκειται περί υποθέσεως.
— Και πότε σκοπεύετε να ενεργήσετε την επιχείρησιν ταύτην; επανέλαβεν η κυρία Βέλδων.
— Όσω το δυνατόν ταχύτερον.
— Πού;
— Εδώ, εδώ. Ο Ιάκωβος Βέλδων βεβαίως δεν θα διστάση να έλθη μέχρι του Καζονδέ να εύρη την γυναίκα του και τον υιόν του.
— Όχι, δεν θα διστάση . . . Αλλά τις θα τον ειδοποιήση;
— Εγώ, θα μεταβώ εις Άγιον Φραγκίσκον να εύρω τον Ιάκωβον Βέλδων. Έχω χρήματα διά τον πλουν.
— Τα χρήματα τα κλαπέντα εκ του «Πίλγριμ»,.
— Ναι . . . αυτά . . . και άλλα προσέτι, απεκρίθη αναιδώς ο Νεγορός. Αλλ' εάν θέλω να σας πωλήσω ταχέως, θέλω ωσαύτως να σας πωλήσω ακριβά. Φρονώ ότι ο Ιάκωβος Βέλδων δεν θα λυπηθή εκατόν χιλιάδας δολλάρια.
— Δεν θα τα λυπηθή, εάν δύναται να τα δώση, απεκρίθη ψυχρώς η κυρία Βέλδων. Νομίζω όμως ότι ο σύζυγός μου εις τον οποίον θα ειπήτε βεβαίως ότι κρατούμαι αιχμάλωτος εις Καζονδέ, εν τη κεντρική Αφρική . .
— Ακριβώς!
— Ο σύζυγός μου δεν θα σας πιστεύση άνευ αποδείξεων· και δεν θα είναι τόσον ασύνετος, ώστε να έλθη εις Καζονδέ πιστεύων εις μόνους τους λόγους σας.
— Θα έλθη, επανέλαβεν ο Νεγορός, εάν τω φέρω επιστολήν γεγραμμένην παρ' υμών, ήτις θα τω αναγγέλλη την κατάστασίν σας, ήτις θα με παραστά ως πιστόν θεράποντά σας, διαφυγόντα τας χείρας των αγρίων εκείνων . . .
— Ουδέποτε η χειρ μου θα γράψη τοιαύτην επιστολήν, απεκρίθη ψυχρότερον η κυρία Βέλδων.
— Αρνείσθε; ανέκραξεν ο Νεγορός.
— Αρνούμαι.
Η σκέψις των κινδύνων ους θα διέτρεχεν ο σύζυγός της ερχόμενος εις Καζονδέ, η ολίγη πίστις ην έπρεπε να δώσωσιν εις τας υποσχέσεις του Πορτογάλου, η ευκολία την οποίαν θα είχεν ούτος να μην αφήση ελεύθερον τον Ιάκωβον Βέλδων, αφού ελάμβανε τα συμπεφωνηθέντα λύτρα, πάντες ούτοι οι λόγοι συνετέλεσαν ώστε ευθύς εξ αρχής η κυρία Βέλδων μη βλέπουσα ειμή εαυτήν, λησμονούσα και το τέκνον της, απέκρουσε την πρότασιν του Νεγορού.
— θα γράψετε αυτήν την επιστολήν, επανέλαβεν ούτος.
— Όχι, απεκρίθη πάλιν η κυρία Βέλδων.
— Α! προσέχετε! έκραξεν ο Νεγορός. Δεν είσθε μόνη εδώ. Το τέκνον σας, ως υμείς είναι εις την εξουσίαν μου, και δύναμαι κάλλιστα . . .
Η κυρία Βέλδων ήθελε να αποκριθή, ότι τούτο θα ήτο αδύνατον. Η καρδία της έπαλλε μέχρι διαρρήξεως· η φωνή της εκόπη.
— Κυρία Βέλδων, είπεν ο Νεγορός, θα σκεφθήτε περί της προτάσεώς μου. Μετά οκτώ ημέρας ή θα μοι παραδώσετε επιστολήν προς τον Ιάκωβον Βέλδων ή θα μετανοήσετε.
Και ταύτα ειπών ο Πορτογάλος απήλθε χωρίς να εκδηλώση την οργήν του· αλλ' ήτο εύκολον να ίδη τις ότι ουδέν θα τον ανεχαίτιζεν, όπως αναγκάση την κυρίαν Βέλδων να υπακούση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ’.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΙΝΕΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΛΙΒΙΓΓΣΤΩΝΟΣ
Η κυρία Βέλδων, μείνασα μόνη, προσηλώθη κατ' αρχάς εις την σκέψιν ταύτην, ότι θα παρήρχοντο οκτώ ημέραι πριν ή επανέλθη ο Νεγορός να τη ζητήση οριστικήν απάντησιν. Ο χρόνος ούτος ήρκει να σκεφθή και να αποφασίση. Περί της τιμιότητος του Πορτογάλου δεν ηδύνατο να γίνη λόγος, ειμή περί του συμφέροντος αυτού. Η «εμπορική αξία» ην απέδιδεν εις την αιχμαλώτιδά του ηδύνατο προδήλως να προφυλάξη αυτήν και να την απαλάξη, προσωρινώς τουλάχιστον, από πάσης αποπείρας δυναμένης να περιαγάγη αυτήν εις κίνδυνον.
Ίσως θα εύρισκε μέσον, τινά τρόπον όστις θα τη επέτρεπε να αποδοθή εις τον σύζυγόν της, χωρίς ο Ιάκωβος Βέλδων να αναγκασθή να έλθη εις Καζονδέ.
Εγίνωσκε κάλλιστα ότι άμα ελάμβανεν επιστολήν της γυναικός του, ο Ιάκωβος Βέλδων ήθελεν αναχωρήσει, και ήθελεν αψηφήσει τους κινδύνους της μεταβάσεως εις τας κινδυνωδεστέρας χώρας της Αφρικής.
Αλλ' όταν ήρχετο εις Καζονδέ, όταν ο Νεγορός θα ελάμβανεν εις χείρας του τον πλούτον εκείνον των εκατόν χιλιάδων δολαρίων, ποίαν εγγύησιν θα είχον ο Ιάκωβος Βέλδων, η γυνή του, το τέκνον του, ο εξάδελφος Βενέδικτος, ότι θα τους άφινον ελευθέρους να αναχωρήσωσιν;
Ιδιοτροπία τις της βασιλίσσης Μοΐνας δεν ηδύνατο άρα γε να τους εμποδίση; Η «παράδοσις» εκείνη της κυρίας Βέλδων και των μετ' αυτής δεν θα εγίνετο υπό καλλιτέρας συνθήκας, εάν εγίνετο εις την παραλίαν εις μέρος τι ωρισμένον, οπότε ο Ιάκωβος Βέλδων θα απέφευγε και τους κινδύνους της εις το εσωτερικόν μεταβάσεως και την δυσχέρειαν, ίνα μη είπωμεν το αδύνατον της επανόδου;
Ταύτα εσκέπτετο η κυρία Βέλδων.
Τούτου ένεκα ηρνήθη ευθύς εξ αρχής να συγκατατεθή εις την πρότασιν του Νεγορού και να τω δώση την επιστολήν προς τον σύζυγόν της.
Εσκέφθη ωσαύτως ότι εάν ο Νεγορός ανέβαλε την δευτέραν επίσκεψιν μετά οκτώ ημέρας, έπραξε τούτο βεβαίως διότι είχεν ανάγκην του χρονικού τούτου διαστήματος όπως προετοιμάση τα της αναχωρήσεώς του, άλλως θα επανήρχετο ταχύτερον όπως βιάση την χείρα της·
— Μήπως θέλη αληθώς να με χωρίση από το τέκνον μου; εψιθύρισε.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Ζακ εισήλθεν εις την καλύβην, και εκ κινήματος ορμεμφύτου η μήτηρ του τον ήρπασεν, ως εάν ο Νεγορός ήτο εκεί έτοιμος να τον αποσπάση.
— Έχεις μεγάλην λύπην, μήτερ; ηρώτησε το μικρόν παιδίον . . .
— Όχι Ζακ, απεκρίθη η κυρία Βέλδων. Εσκεπτόμην τον πατέρα σου. Θα ευχαριστείσο εάν τον έβλεπες;
— Ω, ναι, μήτερ. Μήπως θα έλθη;
— Όχι . . . όχι. Δεν πρέπει να έλθη!
— Λοιπόν, ημείς θα υπάγωμεν να τον επανεύρωμε;
— Ναι, Ζακ.
— Με τον φίλον μου Δικ . . . και τον Ηρακλέα και τον γέρο Τωμ;
— Ναι, ναι, ναι απεκρίθη η κυρία Βέλδων ταπεινούσα την κεφαλήν όπως κρύψη, τα δάκρυά της.
— Μήπως σε έγραψεν ο πατήρ; ηρώτησεν ο μικρός Ζακ.
— Όχι φίλτατέ μου.
— Λοιπόν συ θα τω γράψης μήτερ.
— Ναι, ναι, ίσως . . απεκρίθη η κυρία Βέλδων.
Και χωρίς να το εννοήση ο μικρός Ζακ επενέβαινεν απ' ευθείας εις την σκέψιν της μητρός του, ήτις ίνα μη αποκριθή άλλως, τον κατησπάσθη.
Αρμόζει τώρα να είπωμεν ότι εις τα διάφορα αίτια, άτινα παρεκίνησαν την κυρίαν Βέλδων να αντιστή εις τας παρακελεύσεις του Νεγορού, προσετίθετο και έτερον αίτιον, όπερ δεν ήτο άνευ αξίας. Η κυρία Βέλδων είχεν ίσως απροσδόκητόν τινα ελπίδα να απελευθερωθή άνευ της επεμβάσεως του συζύγου της και μάλιστα εναντίον της θελήσεως του Νεγορού. Τούτο μεν ήτο παύσις ελπίδος αορίστου έτι, αλλ' όπως δήποτε ήτο ελπίς.
Τωόντι έκ τινων λέξεων ας ήκουσε προ πολλών ημερών, διείδε πιθανήν βοήθειαν προσεχώς, βοήθειαν δυνάμεθα ειπείν της θείας προνοίας.