Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Part 24

Chapter 242 wordsPublic domain

— Ας στείλωσιν αυτόν τον λευκόν εις τον βασιλέα Μασόγγον εις την χώραν των Ασούας, εις τον Ζαΐρον. Θα τον κόψωσιν εις τεμάχια και θα τον φάγωσιν ζωντανόν. Αυτοί δεν ελησμόνησαν την γεύσιν του ανθρωπίνου κρέατος ,ανέκραξεν ο Μοΐνης Λούγγας.

Ο Μασόγγος εκείνος ήτο τωόντι βασιλεύς φυλής τινος ανθρωποφάγων, και είναι αληθέστατον ότι είς τινας επαρχίας της κεντρώας Αφρικής η ανθρωποφαγία εκτελείται αναφανδόν.

Ο Λίβιγγστων ομολογεί τούτο εις τας σημειώσεις της περιηγήσεώς του.

Επί των οχθών του Λαουλόβα, οι Μανυεμάς τρώγουσιν ου μόνον τους φονευομένους εις τους πολέμους ανθρώπους, αλλά και αγοράζουσι δούλους όπως καταβροχθίζωσιν αυτούς, λέγοντες ότι το ανθρώπινον κρέας είναι ελαφρώς ηλατισμένον και ολίγιστον μόνον αλάτισμα απαιτεί.

Τους ανθρωποφάγους τούτους ο Καμερών επανεύρεν εις Μοενέ Βοΰγγα, ένθα τρώγουσι τα πτώματα, αφού πρώτον τα αφήσωσι να μοσχεύσωσιν επί πολλάς ημέρας εντός ρέοντος ύδατος.

Ομοίως ο Στάνλεϋ εύρε παρά τοις κατοίκοις του Ουκουζού τας ανθρωποφαγικάς ταύτας συνηθείας, προδήλως λίαν δεδομένας μεταξύ των κεντρώων φυλών.

Αλλ' όσον σκληρόν και αν ήτο το είδος του θανάτου το προταθέν υπό του βασιλέως διά τον Δικ Σανδ, δεν ηδύνατο να συμφέρη εις τον Νεγορόν, όστις δεν ήθελε να απομακρυνθή από του θύματός του.

— Εδώ είπεν λευκός εφόνευσε τον σύντροφον ημών.

— Εδώ πρέπει να αποθάνη, προσέθηκεν ο Αλβέζ.

— Όπου θέλεις Αλβέζ, απεκρίθη ο Μοΐνης Λούγγας. Αλλά ρανίδα πυρίνου νερού αντί ρανίδος αίματος.

— Ναι, είπεν ο σωματέμπορος, πύρινον νερόν, και θα ίδης σήμερον ότι του αξίζει το όνομα τούτο. Αυτό το νερόν θα το ανάψωμεν. Ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ θα προσφέρη πούνσιον εις τον βασιλέα Μοΐνην Λούγγαν.

Ο μέθυσος έπληξε τας χείρας του φίλου του Αλβέζ. Δεν ηδύνατο να συγκρατήση την χαράν του.

Αι γυναίκες του, οι αυλικοί του, συνεμερίζοντο την παραφοράν του. Ουδέποτε είδον καιόμενον οινόπνευμα και βεβαίως εσκόπευον να πίωσι με τας φλόγας.

Είτα, μετά της δίψης του οινοπνεύματος θα κατηυνάζετο επίσης και η δίψα του αίματος, τοσούτον επιτακτική παρά τοις αγρίοις εκείνοις.

Ταλαίπωρε Δικ Σανδ! ποία φρικώδης βάσανος σε περιέμενεν.

Όταν αναλογίζεταί τις τα τρομερά ή γελοία αποτελέσματα της μέθης εις τα πεπολιτισμένα έθνη, εννοεί μέχρι τίνος σημείου δύναται να εξωθήση αύτη βαρβάρους λαούς.

Ευκόλως εννοείται ότι η σκέψις να βασανισθή λευκός, δεν απήρεσκε μήτε εις τους ιθαγενείς μήτε εις τον Αντώνιον Ιωσίαν Αλβέζ, μαύρον ως αυτοί, μήτε εις τον Κοΐμβραν, μιγάδα εξ αίματος μαύρου, μήτε εις τον Νεγορόν τέλος, εμφορούμενον υπό μίσους αγρίου κατά των ανθρώπων του ιδίου του χρώματος.

Επήλθεν η εσπέρα, εσπέρα άνευ λυκόφωτος, ήτις έμελλε να μεταβάλη σχεδόν αμέσως την ημέραν εις νύκτα, ώραν κατάλληλον διά την ανάφλεξιν του πουνσίου.

Αληθώς η ιδέα του Αλβέζ να προσφέρη πούνσιον εις την αιθιοπικήν εκείνην Μεγαλειότητα και να την παρακινήση ν' αγαπήση το οινόπνευμα υπό νέαν μορφήν, ήτο ιδέα θριαμβευτική.

Ο Μοΐνης Λούγγας ήρχιζε να ευρίσκη ότι το πύρινον ύδωρ δεν εδικαίου αρκούντως το όνομά του.

Ίσως αναφλεγόμενον και καίον θα εγαργάλιζε περισσότερον τα αναισθητήσαντα θηλίδια της γλώσσης του.

Το πρόγραμμα λοιπόν της εσπερίδος περιελάμβανε κατ' αρχάς έν πούνσιον και έπειτα μίαν βάσανον.

Ο Δικ Σανδ, στενώς κεκλεισμένος εν τη φυλακή του, δεν έμελλε να εξέλθη αυτής, ειμή όπως μεταβή εις τον θάνατον.

Οι άλλοι δούλοι, πωληθέντες ή μη, είχον μεταφερθή πάλιν εις τα παραπήγματα.

Δεν έμενον πλέον εις την αγοράν ειμή οι σωματέμποροι, οι οδηγοί, οι στρατιώται, έτοιμοι να λάβωσι το μερίδιόν των εκ του πουνσίου, εάν ο βασιλεύς και οι αυλικοί του άφινον ολίγον.

Κατά συμβουλήν του Νεγορού, ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ διηυθέτησε καλώς τα πράγματα.

Έφερον χάλκινον λέβητα δυνάμενον να περιλάβη διακοσίας τουλάχιστον λίτρας και τον έθεσαν εν τω μέσω της πλατείας.

Βυτία περιέχοντα οινόπνευμα κατωτέρας μεν ποιότητος, αλλά λίαν καθαρόν, εχύθησαν εν τω λέβητι. Δεν εφείσθηοαν ούτε κιναμώμου, ούτε μυρωδικών, ούτε άλλων βοηθητικών, δυναμένων να καταστήσωσι δριμύτερον το άγριον εκείνο πούνσιον.

Άπαντες περιεκύκλωσαν τον βασιλέα, όστις κλονούμενος επροχώρησε προς τον λέβητα.

Ήθελέ τις υποθέσει ότι το οινόπνευμα εκείνο τον εγοήτευε και ότι ήθελε να πέση εντός αυτού.

Ο Αλβέζ τον εκράτησε γενναιοφρόνως, και έθεσεν εις την χείρα του θρυαλλίδαν ανημμένην.

— Πυρ! έκραξε μεθ' υπούλου μορφασμού ευχαριστήσεως.

— Πυρ! απεκρίθη ο Μοΐνης Λούγγας, μαστίζων το ρευστόν διά του άκρου της θρυαλλίδος.

Οποία αναλαμπή, και οποίον αποτέλεσμα, ότε αι υποκύανοι φλόγες επτερύγισαν εις την επιφάνειαν του λέβητος.

Ο Αλβέζ όπως καταστήση βεβαίως το οινόπνευμα εκείνο έτι δριμύτερον, ανέμιξεν αυτό με δράκας τινάς θαλασσίου άλατος.

Τα πρόσωπα των παρισταμένων εκαλύφθησαν τότε υπό της πτωματώδους εκείνης πελιδνότητος, ην η φαντασία αποδίδει εις τα φαντάσματα.

Οι μαύροι εκείνοι, μεθύσαντες εκ των προτέρων, ήρχισαν να κραυγάζωσι, να χειρονομώσι, και λαβόντες αλλήλων τας χείρας εσχημάτισαν μέγαν κύκλον περί τον βασιλέα του Καζονδέ.

Ο Αλβέζ κρατών τεράστιον μεταλλικόν κοχλιάριον, ανεκίνει το υγρόν, όπερ έρριπτεν αμυδράς λάμψεις επί των παραληρούντων εκείνων πιθήκων.

Ο Μοΐνης Λούγγας επροχώρησεν, έλαβε το κοχλιάριον εκ των χειρών του σωματεμπόρου, το εβύθισεν εν τω λέβητι, είτα δε ανασύρας αυτό πλήρες φλεγομένου πουνσίου, το επλησίασεν εις τα χείλη του.

Ποίαν κραυγήν εξέφερε τότε ο βασιλεύς του Καζονδέ!

Φαινόμενον αυτομάτου αναφλέξεως παρήχθη. Ο βασιλεύς ανεφλέχθη ως πετρέλαιον. Το πυρ εκείνο ανέπτυσσε μεν ολίγην θερμότητα, αλλά κατεβίβρωσκε μετά της αυτής ταχύτητος.

Εις το θέαμα εκείνο, ο χορός των ιθαγενών διεκόπη αμέσως.

Είς υπουργός του Μοΐνη Λούγγα ώρμησε προς τον ηγεμόνα, του όπως τον σβέση· αλλ' ουχί ολιγώτερον του κυρίου του οινοπνευματισμένος, ήναψε και αυτός.

Εάν τούτο εξηκολούθει, όλη η αυλή του Μοΐνη Λούγγα εκινδύνευε να αναφλεχθή.

Ο Αλβέζ και ο Νεγορός δεν ήξευρον πώς να βοηθήσωσι την Αυτού Μεγαλειότητα.

Αι γυναίκες καταληφθείσαι υπό τρόμου έφυγον. Και ο Κοΐμβρας δε, γινώσκων την ευφλόγιστον φύσιν του έφυγε ταχέως.

Ο βασιλεύς και ο υπουργός, πεσόντες επί του εδάφους, συνεστρέφοντο και έσπαιρον εκ των φρικωδών βάσανων.

Εις τα σώματα τα τοσούτω βαθέως οινοπνευματισθέντα η ανάφλεξις παράγει ελαφράν και υποκύανον φλόγα την οποίαν αδύνατον να σβέση το ύδωρ.

Αλλά και αν σβεσθή εξωτερικώς, εξακολουθεί να καίη εσωτερικώς.

Όταν οι ιστοί του σώματος εμποτισθώσιν υπό των πνευματωδών ποτών, ουδέν μέσον υπάρχει να σταματήση η ανάφλεξις.

Μετά τινας στιγμάς ο Μοΐνης Λούγγας και ο υπάλληλος αυτού ενεκρώθησαν μεν, αλλ' έκαιον εισέτι.

Μετ' ολίγον, εις την θέσιν εις ην έπεσαν, δεν ευρίσκοντο πλέον ειμή ελαφροί τινες άνθρακες, έν ή δύο τεμάχια της σπονδυλικής στήλης, δάκτυλοι και αστράγαλοι τους οποίους το πυρ δεν καταναλίσκει εις τας περιπτώσεις αυτομάτου αναφλέξεως, αλλά περικαλύπτει υπό τινος δυσώδους και οξείας ασβόλης.

Αυτά ήσαν τα λείψανα του βασιλέως του Καζονδέ και του υπουργού αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

ΚΗΔΕΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ

Την επιούσαν, 29 Μαΐου, η πόλις του Καζονδέ παρίστα ασυνήθη θέαν.

Οι ιθαγενείς έντρομοι έμενον έγκλειστοι εις τας καλύβας των.

Ποτέ δεν είχον ίδει μήτε βασιλέα όστις ελέγετο ότι είχε θείαν ουσίαν, μήτε απλούν υπουργόν αποθνήσκοντας διά τοιούτου φρικώδους θανάτου.

Είχον ήδη καύσει τινός των ομοίων των, και οι γηραιότεροι δεν ηδύναντο να λησμονήσωσι μαγειρικάς τινας προετοιμασίας σχετικάς προς την ανθρωποφαγίαν.

Εγίνωσκον λοιπόν πόσον δυσκόλως εκτελείται η όπτησις ανθρωπίνου σώματος και ιδού ο βασιλεύς των και ο υπουργός του εκάησαν μόνοι αφ' εαυτών.

Τούτο τοις εφαίνετο και ώφειλε πράγματι να τοις φανή ανεξήγητον!

Ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ έμενε κατάκλειστος εις την οικίαν του.

Ηδύνατο να φοβήται μήπως τον καταστήσωσιν υπεύθυνον επί τω συμβάντι εκείνω. Ο Νεγορός τω έδωκε να εννοήση τι συνέβη, και τον ειδοποίησε να προφυλάττηται.

Εάν απεδίδετο ο θάνατος του Μοΐνη Λούγγα εις αυτόν, θα ήτο κακή υπόθεσις, από της οποίας δεν θα ηδύνατο ίσως να απαλλαγή άνευ κινδύνου.

Αλλ' ο Νεγορός συνέλαβε καλήν ιδέαν. Διά των φροντίδων του, ο Αλβέζ διέδωκε την φήμην ότι ο θάνατος εκείνος του κυριάρχου του Καζανδέ ήτο υπερφυσικός, ότι ο μέγας Μανιτού τον επεφύλλασσε μόνον διά τους εκλεκτούς αυτού, και οι ιθαγενείς, λίαν επιρρεπείς εις την δεσιδαιμονίαν, δεν εβράδυναν να πιστεύσωσιν εις τον μύθον τούτον. Το πυρ το εξερχόμενον εκ των σωμάτων του βασιλέως και του υπουργού του εγένετο πυρ ιερόν. Δεν έμενε δε πλέον άλλο, ειμή να τιμήσωσι τον Μοΐνην Λούγγαν διά κηδείας αξίας ανδρός υψωθέντος εις την τάξιν των θεών.

Η κηδεία αύτη, μεθ' όλων των αφρικανικών τελετών ήτο κατάλληλος ευκαιρία εις τον Νεγορόν όπως περιπλέξη και τον Δικ Σανδ. Πόσον αίμα έμελλε να στοιχίση ο θάνατος εκείνος του βασιλέως Μοΐνη Λούγγα, δυσκόλως θα το επίστευέ τις, εάν οι περιηγηταί της κεντρώας Αφρικής, μεταξύ δε άλλων ο υποπλοίαρχος Καμερών, δεν ανέφερον γεγονότα ανεπίδεκτα αμφισβητήσεως.

Η φυσική κληρονόμος του βασιλέως του Καζονδέ ήτο η βασίλισσα Μοΐνα. Διατάττουσα την άνευ αναβολής εκτέλεσιν των επικηδείων τελετών εδείκνυε κυριαρχικήν εξουσίαν και απεμάκρυνε τοιουτοτρόπως τους απαιτητάς, μεταξύ δε άλλων τον βασιλέα εκείνον του Ουκουζού όστις εδείκνυε διαθέσεις να αφαρπάση τα κυριαρχικά δικαιώματα του Καζονδέ. Πλην τούτου η Μοΐνα δι' αυτό τούτο ότι εγίνετο βασίλισσα, απέφευγε την σκληράν τύχην την επιφυλασσομένην εις τας άλλας συζύγους του μακαρίτου, και συγχρόνως απηλάσσετο των νεωτέρων, καθ' ων ως πρώτη χρονολογικώς ώφειλεν αναγκαίως να έχη παράπονα. Το αποτέλεσμα δε τούτο συνέφερεν ιδιαιτέρως εις την αγρίαν φύσιν της μεγαίρας εκείνης. Ανήγγειλε λοιπόν δι' όλων των σαλπίγγων, ότι η κηδεία του μακαρίτου βασιλέως έμελλε να γίνη την επομένην εσπέραν μεθ' όλων των εν χρήσει εθιμοτυπιών.

Ουδεμία διαμαρτυρία ηκούσθη, μήτε εν τη αυλή μήτε εν τω ιθαγενεί πληθυσμώ. Ο Αλβέζ και οι άλλοι σωματέμποροι ουδέν είχον να φοβηθώσιν εκ της αναρρήσεως της βασιλίσσης εκείνης Μοΐνας. Διά τινων δώρων, διά τινων κολακειών, ευκόλως θα ηδύνατο να λάβωσιν επ' αυτής επιρροήν. Λοιπόν η βασιλική κληρονομία μετεβιβάσθη άνευ δυσκολιών. Μόνον εις το χαρέμιον επεκράτησε φόβος, και δικαίως.

Αι προπαρασκευαστικαί εργασίαι της κηδείας ήρχισαν την αυτήν εκείνην ημέραν. Εις το άκρον της μεγάλης οδού του Καζονδέ έρρεε βαθύς και χειμαρώδης ρύαξ, παραπόταμος του Κουάγγου.

Τον ρύακα εκείνον έπρεπε να μεταστρέψωσιν όπως αποξηρανθή η κοίτη αυτού· εις την κοίτην εκείνην ώφειλε να ορυχθή ο βασιλικός λάκκος· μετά τον ενταφιασμόν δε, ο ρύαξ θα επανελάμβανε την τακτικήν πορείαν του.

Οι ιθαγενείς ησχολήθησαν δραστηρίως να αναγείρωσι διάφραγμα δυνάμενον να αναγκάση τον ρύακα να διανοίξη προσωρινήν κοίτην διά της πεδιάδος του Καζονδέ. Κατά την τελευταίαν εικόνα της επικηδείου τελετής το διάφραγμα εκείνο θα συνετρίβετο, και ο χείμαρος θα επέστρεφεν εις την αρχαίαν αυτού κοίτην.

Ο Νεγορός προώριζε τον Δικ Σανδ να συμπληρώση τον αριθμόν των θυμάτων, όσα έμελλον να θυσιασθώσιν επί του τάφου του βασιλέως. Υπήρξε μάρτυς ακατασχέτου οργίλου κινήματος του νεαρού δοκίμου, ότε ο Χάρρης τω ανήγγειλε τον θάνατον της κυρίας Βέλδων και του μικρού Ζακ. Ο Νεγορός άνανδρος κακούργος δεν θα εξετίθετο να υποστή την αυτήν τύχην, ην υπέστη ο συνένοχος αυτού. Αλλά τώρα, ενώπιον αιχμαλώτου στερεώς δεδεμένου χείρας και πόδας, υπέθεσεν ότι ουδέν είχεν να φοβηθή και απεφάσισε να τον επισκεφθή.

Ο Νεγορός ήτο εκ των αθλίων εκείνων οίτινες δεν αρκούνται μόνον να βασανίζωσι τα θύματά των, έχουσιν ωσαύτως ανάγκην να ευφραίνωνται εις την θέαν των βασάνων των.

Μετέβη λοιπόν περί το μέσον της ημέρας εις το παράπηγμα, ένθα ο Δικ Σανδ εκρατείτο φρουρούμενος· εκεί σφικτά δεδεμένος έκειτο ο νεαρός δόκιμος, σχεδόν εντελώς εστερημένος τροφής από είκοσι και τεσσάρων ωρών, εξεσθενημένος υπό των προλαβουσών αθλιοτήτων, βασανιζόμενος από τα δεσμά του, άτινα εισήρχοντο εις τας σάρκας του, μόλις δυνάμενος να στραφή, αναμένων τον θάνατον, όσον και αν ήτο σκληρός, ως τέρμα τοσούτων δεινών. Εν τούτοις εις την θέαν του Νεγορού εφρικίασεν ολόκληρος, και εποίησεν ορμέμφυτόν τινα αγώνα όπως θραύση τα δεσμά τα κωλύοντα αυτόν, να ορμήση κατά του αθλίου εκείνου και τον τιμωρήση. Αλλά και αυτός ο Ηρακλής δεν θα ηδύνατο να συντρίψη ταύτα. Εννόησε λοιπόν ότι άλλου είδους πάλη έμελλε να συναφθή μεταξύ αυτών των δύο, και οπλιζόμενος δι' αταραξίας, ο Δικ Σανδ περιωρίσθη να παρατηρή τον Νεγορόν, κατά πρόσωπον απόφασιν έχων να μη τον τίμηση δι' αποκρίσεως, ό,τι δήποτε και αν έλεγε.

— Ενόμισα καθήκον μου, τω είπεν ο Νεγορός αρχόμενος, να έλθω να χαιρετίσω διά τελευταίαν φοράν τον νεαρόν πλοίαρχόν μου και να τω είπω πόσον λυπούμαι, διότι δεν κυβερνά πλέον εδώ, ως εκυβέρνα άλλοτε εις το «Πίλγριμ».

Βλέπων δε ότι ο Δικ Σανδ δεν απεκρίνατο.

— Λοιπόν, πλοίαρχε, μήπως δεν αναγνωρίζετε τον αρχαίον μάγειρόν σας; Εν τούτοις έρχεται να λάβη τας διαταγάς σας και να σας ερωτήση τι να ετοιμάση διά το πρόγευμά σας.

Και συγχρόνως ο Νεγορός ώθει κτηνωδώς διά του ποδός τον εκτάδην κείμενον επί του εδάφους δόκιμον.

— Πλην τούτου, έχω και άλλην ερώτησιν να σας απευθύνω νέε μου, πλοίαρχε. Δύνασθε τέλος να μοι εξηγήσετε πώς, θέλων να πλησιάσετε την αμερικανικήν παραλίαν, κατορθώσατε να φθάσετε εις την Αγγόλαν όπου ευρίσκεσθε;

Ο Δικ Σανδ δεν είχε πλέον βεβαίως ανάγκην των λόγων τούτων του Πορτογάλου όπως εννοήση ότι είχε μαντεύσει ορθώς, όταν ανεγνώρισε τέλος ότι η πυξίς του «Πίλγριμ» είχε διαταραχθή υπό του προδότου εκείνου. Αλλ' η ερώτησις του Νεγορού περιείχεν ομολογίαν. Απεκρίθη λοιπόν και εις την ερώτησιν ταύτην διά σιωπής περιφρονητικής.

— Θα ομολογήσετε, πλοίαρχε, ότι είναι ευτύχημα δι' υμάς, ότι ευρέθη εις το πλοίον είς ναυτικός, αληθής ναυτικός. Άνευ αυτού πού θα ευρισκόμεθα, Ύψιστε Θεέ! Αντί να απολεσθήτε επί τινος σκοπέλου, εφ' ού θα σας έρριπτεν η τρικυμία, χάρις εις αυτόν ευρέθητε εις λιμένα φιλικόν, και εάν οφείλετε είς τινα ότι ευρίσκεσθε τέλος εις μέρος ασφαλές, το οφείλετε εις τον ναυτικόν τούτον, τον οποίον έχετε άδικον να περιφρονήτε, νεαρέ μου κύριε.

Ταύτα λέγων ο Νεγορός, του οποίου η φαινομένη αταραξία δεν ήτο άλλο ειμή αποτέλεσμα φοβερού αγώνος, επλησίασε το πρόσωπόν του προς το του Δικ Σανδ· η όψις του τοσούτον θηριώδης εγένετο, ώστε ήθελέ τις πιστεύσει ότι έμελλε να τον καταβροχθίση. Η μανία του κακούργου εκείνου δεν ηδυνήθη επί πλέον να συγκρατηθή.

— Έκαστος με την σειράν του ανέκραξεν αίφνης εν τω παροξυσμώ της μανίας, ην εξερέθιζεν εν αυτώ η αταραξία του θύματός του. Σήμερον εγώ είμαι ο πλοίαρχος, εγώ είμαι ο κύριος. Η ζωή σου είναι εις χείρας μου.

— Λάβε την, τω απεκρίθη ο Σανδ χωρίς να συγκινηθή. Αλλ' ήξευρεν ότι εις τον ουρανόν υπάρχει εκδικητής όλων των εγκλημάτων, και η τιμωρία σου δεν είναι μακράν.

— Εάν ο Θεός ασχολήται περί των ανθρώπων, καιρός είναι να ασχοληθή περί σου.

— Είμαι έτοιμος να εμφανισθώ ενώπιον του υπερτάτου Κριτού, απεκρίθη ψυχρώς ο Δικ Σανδ, και δεν φοβούμαι τον θάνατον·

— Θα ίδωμεν τούτο! εβρυχήθη ο Νεγορός. Ελπίζεις ίσως εις οίαν δήποτε βοήθειαν! Βοήθειαν εις Καζονδέ, όπου ο Αλβέζ και εγώ είμεθα πανίσχυροι, είσαι τρελλός. Υποθέτεις ίσως ότι οι σύντροφοί σου είναι εισέτι εδώ, ο γέρων Τωμ εκείνος και οι άλλοι. Απατάσαι. Ούτοι προ πολλού επωλήθησαν και απήλθον εις Ζανζιβάρ, θα είναι δε πολύ ευτυχείς εάν δε αποθάνωσι καθ' οδόν.

— Ο Θεός έχει μυρία μέσα να τιμωρήση απήντησεν ο Δικ Σανδ. Το ελάχιστον όργανον δύναται να τω αρκέση. Ο Ηρακλής είναι ελεύθερος.

— Ο Ηρακλής!, ανέκραξεν ο Νεγορός πλήττων την γην διά του ποδός· προ πολλού εφαγώθη υπό των λεόντων και πανθήρων, και λυπούμαι μόνον διότι τα άγρια θηρία προέλαβον την εκδίκησίν μου.

— Εάν ο Ηρακλής απέθανεν, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, ο Δίγγος όμως ζη. Κύων ως αυτός, Νεγορέ, είναι περισσότερον παρ' ό,τι εχρειάζεται διά να καταβάλη άνθρωπον ως σε. Σε γνωρίζω κατά βάθος, Νεγορέ, δεν είσαι γενναίος. Ο Δίγγγος σε ζητεί, θα σε επανεύρη και θα σε σπαράξη διά των οδόντων του.

— Άθλιε! ανέκραξεν ο Νεγορός έξω φρενών. Άθλιε! Ο Δίγγος απέθανε διά της σφαίρας την οποίαν τω έρριψα. Απέθανεν ως η κυρία Βέλδων και ο υιός της απέθανεν ως θα αποθάνωσι οι επιζώντες του «Πίλγριμ».

— Και καθώς θα αποθάνης και συ μετ' ολίγον! απεκρίθη ο Δικ Σανδ, του οποίου το ατάραχον βλέμμα κατέστησε τον Πορτογάλον πελιδνόν.

Ο Νεγορός, έξαλλος εκ της οργής έμελλε να μεταβή εκ των λόγων εις τα κινήματα και να πνίξη διά των χειρών του τον άοπλον εχθρόν του. Ήδη είχεν ορμήσει κατ' αυτού και τον έσειε μετά μανίας, ότε αιφνιδία σκέψις τον ανεχαίτισεν. Εννόησεν ότι έμελλε να φονεύση το θύμα του, ότι τα πάντα θα ετελείωνον, και ότι τοιουτοτρόπως θα απηλάσσετο των εικοσιτεσσέρων ωρών αγωνίας τας οποίας τω επεφύλαττεν. Ανηγέρθη λοιπόν, είπεν λέξεις τινάς εις τον φύλακα, όστις έμενεν ακίνητος, τω συνέστησε να επαγρυπνή αυστηρότερον επί του δεσμώτου, και εξήλθε του παραπήγματος.

Η σκηνή αύτη, αντί να καταβάλη, απέδωκεν εξ εναντίας εις τον Δικ Σανδ όλην την ηθικήν του δύναμιν. Η φυσική ενεργητικότης του υπέστη εκ τούτου τον αντίκτυπον και ανέκτησε την προτέραν ισχύν. Μη άρα γε ο Νεγορός, ότε ερρίφθη κατ' αυτού λυσσωδώς, εχαλάρωσεν ολίγον τα δεσμά άτινα μέχρι εκείνης της στιγμής καθίστων εις αυτόν παν κίνημα αδύνατον; Πιθανόν, καθότι ο Δικ Σανδ εννόησεν ότι τα μέλη του ήσαν μάλλον ευκίνητα ή όσον ήσαν προ της αφίξεως του δημίου του. Ο νεαρός δόκιμος, αισθανόμενος ανακούφισιν, εσκέφθη ότι θα ηδύνατο ίσως να απελευθερώση τους βραχίονάς του άνευ μεγάλου αγώνος. Φυλαττόμενος ως εφυλάσσετο εν ειρκτή στερεώς κεκλεισμένη, βεβαίως τούτο ουδέν άλλο θα ήτο ή μία στενοχώρια, έν μαρτύριον ολιγώτερον, αλλ' υπάρχουσιν εν τω βίω στιγμαί, καθ' ας και η ελαχίστη ανάπαυσις είναι ανεκτίμητος.

Βεβαίως ο Δικ Σανδ ουδέν ήλπιζεν. Ουδεμία ανθρωπίνη βοήθεια ηδύνατο να το έλθη ειμή έξωθεν αλλά τοιαύτη πόθεν θα τω ήρχετο; Είχε λοιπόν αποκαρτερήσει και το αληθές είναι ότι μήτε ήθελε πλέον να ζήση. Εσκέπτετο τους προαποθανόντας και ουδέν άλλο επόθει ή να ενωθή μετ' αυτών.

Ο Νεγορός τω επανέλαβεν ό,τι τω είπεν ήδη ο Χάρρης· η κυρία Βέλδων και ο μικρός Ζακ είχον αποθάνει. Ήτο δε λίαν πιθανόν ότι και ο Ηρακλής, εκτεθείς εις τόσους κινδύνους, υπέστη φρικώδη θάνατον. Ο Τωμ και οι σύντροφοί του ήσαν μακράν, απώλοντο δι' αυτόν αιωνίως ο Δικ Σανδ ώφειλε να πιστεύση τούτο. Θα ήτο εσχάτη αφροσύνη να ελπίζη άλλο τι ή το τέρμα των δεινών του διά θανάτου όστις δεν θα ηδύνατο να είναι τρομερότερος της ζωής του. Ητοιμάζετο λοιπόν να αποθάνη, αναθέτων εις τον Θεόν τα λοιπά, και ζητών παρ' αυτού να τον ενισχύη μέχρι της τελευταίας στιγμής.

Αλλ' η του Θεού σκέψις είναι σκέψις καλή και ευγενής. Δεν υψοί τις εις αυτήν την ψυχήν του προς Εκείνον, όστις δύναται τα πάντα και αφού εγένετο ολόκληρος η θυσία, εάν ηδύνατο να ίδη μέχρι του βάθους της καρδίας του Δικ Σανδ, θα ανεκάλυπτεν ίσως τελευταίαν λάμψιν, λάμψιν εκείνην ην άνωθεν πνοή δύναται να μεταβάλη, εναντίον όλων των πιθανοτήτων, εις φως απαστράπτον.

Αι ώραι διέρρευσαν. Η νυξ επήλθεν. Αι ακτίνες της ημέρας αι διερχόμενοι διά των καλάμων του παραπήγματος εξηφανίσθησαν ολίγον κατ' ολίγον. Οι τελευταίοι θόρυβοι της αγοράς, ήτις κατά την ημέραν εκείνην υπήρξε λίαν σιωπηλή, μετά την ταραχήν της προτεραίας, οι τελευταίοι εκείνοι θόρυβοι εσβέσθησαν.

Βαθύτατον σκότος εγένετο εντός της στενής φυλακής. Μετ' ολίγον δε τα πάντα ανεπαύοντο εν τη πόλει Καζονδέ.

Ο Δικ Σανδ απεκοιμήθη ύπνον επανορθωτικόν διαρκέσαντα δύο ώρας. Μετά τούτο αφυπνίσθη, έτι μάλλον ενδυναμωθείς. Κατώρθωσε να απελευθερώση των δεσμών ένα των βραχιόνων του, εξωγκωμένον ήδη ολίγον, και ησθάνθη ανέκφραστον ηδονήν συστέλλων και διαστέλλων αυτόν κατά βούλησιν.

Η νυξ είχε διέλθει κατά το ήμισυ περίπου. Ο φύλαξ εκοιμάτο ύπνον βαρύν οφειλόμενον εις φιάλην οινοπνεύματος, της οποίας η σπασμωδική χειρ του εκράτει έτι το στόμιον. Ο Δικ Σανδ έσχε τότε την ιδέαν να λάβη τα όπλα του δεσμοφύλακός του, τα οποία ηδύναντο μεγάλως να τον οφελήσωσιν εν περιπτώσει αποδράσεως· ενόμισεν όμως και εκείνην την στιγμήν ότι ήκουσεν ελαφρόν ξυσμόν εις το κατώτερον μέρος της θύρας του παραπήγματος. Βοηθούμενος υπό του βραχίονός του, κατώρθωσε να φθάση έρπων μέχρι της φλοιάς χωρίς να αφυπνίση τον φύλακα.

Ο Δικ Σανδ δεν είχεν απατηθή. Ο ξυσμός εξακολούθει μάλλον ευδιάκριτος. Εφαίνετο ότι έξωθεν έσκαπτον το έδαφος από την θύραν. Ήτο ζώον τι; ήτο άνθρωπος;

— Ο Ηρακλής! εάν ήτο ο Ηρακλής! εσκέφθη ο νεαρός δόκιμος.

Οι οφθαλμοί του προσηλώθησαν επί του φύλακός του όστις έμενε ακίνητος υπό την επιρροήν βαρέως ύπνου. Ο Δικ Σανδ ηδύνατο να διακινδυνεύση ψιθυρίζων το όνομα του Ηρακλέους.

Στεναγμός τις ως υπόκωφος και θρηνητική υλακή, τω απήντησε.

— Δεν είναι ο Ηρακλής, είπε καθ' εαυτόν ο Δικ Σανδ αλλ' είναι ο Δίγγος. Με ωσφράνθη μέχρις αυτού του παραπήγματος. Μήπως με φέρει λέξιν τινά του Ηρακλέους; Αλλ' εάν ο Δίγγος δεν απέθανεν, ο Νεγορός εψεύσθη, και ίσως . . .

Κατ' εκείνην την στιγμήν πους κυνός διήλθεν υπό την θύραν. Ο Δικ Σανδ τον έψαυσε και ανεγνώρισε τον πόδα του Δίγγου.

Αλλ' εάν είχεν επιστόλιόν τι, το επιστόλιον εκείνο δεν ηδύνατο να είναι προσδεδεμένον ειμή εις τον τράχηλόν του. Ήτο δυνατόν να μεγαλώση αρκούντως την οπήν εκείνην, ώστε ο Δίγγος να δυνηθή να περάση την κεφαλήν του; Εν πάση περιπτώσει, έπρεπε να δοκιμάση τούτο.

Αλλά μόλις ο Δικ Σανδ ήρχισε να ορύττη το έδαφος διά των ονύχων του, υλακαί αίτινες δεν ήσαν του Δίγγου ηκούσθησαν εις την πλατείαν. Το πιστόν ζώον είχεν ανακαλυφθή υπό των ιθαγενών κυνών, και έπρεπε βεβαίως να φύγη. Πυροβολισμοί τίνες ηκούσθησαν.

Ο φύλαξ αφυπνίσθη κατά το ήμισυ. Ο Δικ Σανδ, μη δυνάμενος πλέον να σκεφθή περί αποδράσεως, αφού εξηγέρθη η προσοχή, έπρεπε να κυλισθή πάλιν εις την γωνίαν του, και μετά θανάσιμον προσδοκίαν είδεν ανατέλλουσαν την ημέραν εκείνην, ήτις θα ήτο άνευ επιούσης δι' αυτόν.

Καθ' όλην εκείνην την ημέραν, αι εργασίαι των νεκροθαφτών εξηκολούθησαν μετά δραστηριότητος.

Μέγας αριθμός ιθαγενών έλαβον μέρος εις αυτάς υπό την διεύθυνσιν του πρωθυπουργού της βασιλίσσης Μοΐνας. Τα πάντα ώφειλον να είναι έτοιμα κατά την ορισθείσαν ώραν, επί ποινή ακρωτηριασμού, καθότι η νέα ηγεμονίς υπέσχετο να ακολουθήση κατά γράμμα τα ίχνη του μακαρίτου βασιλέως.

Τα ύδατα του ρύακος εστράφησαν, και εν τη αποξηρανθείση κοίτη ωρύχθη ο μέγας λάκκος εις βάθος δέκα ποδών, επί μήκους πεντήκοντα και πλάτους δέκα.

Περί το τέλος της ημέρας ήρχισαν να τον επιστρώνωσιν, εις το βάθος και εις το μήκος των πλευρών, διά γυναικών ζωσών, εκλεχθεισών μεταξύ των αιχμαλώτων του Μοΐνη Λούγγα. Συνήθως αι δυστυχείς αύται, θάπτονται ζώσαι. Αλλά προκειμένου περί του παραδόξου και ίσως θαυμασίου θανάτου του Μοΐνη Λούγγα, είχεν αποφασισθή να πνιγώσι πλησίον του σώματος του αυθέντου των (16).

Συνήθεια ωσαύτως επικρατεί, ώστε να ενδύωσι τον αποθανόντα βασιλέα διά των πλουσιοτέρων ενδυμάτων του πριν καταβιβάσωσιν αυτόν εις τον τάφον.

Αλλά την φοράν ταύτην, επειδή δεν απέμενον ειμή κεκαυμένα τινά οστά εξ όλου του βασιλικού σώματος, καθίστατο επάναγκες να γίνη άλλη εργασία. Κατεσκευάσθη καλάμινον ανδρείκελον, όπερ παρίστα αρκούντως, ίσως δε και κολακευτικώς, τον Μοΐνην Λούγγαν, και ενέκλεισαν εν αυτώ τα λείψανα τα διασωθέντα εκ της αποτεφρώσεως. Τότε το ανδρείκελον περιεβλήθη βασιλικά ενδύματα — και γνωρίζομεν ότι τα ράκη ταύτα δεν ήσαν ακριβά — και δεν ελησμόνησαν να το περικοσμήσωσι διά των περίφημων διόπτρων του εξαδέλφου Βενεδίκτου. Εις την γελοιωδίαν εκείνην υπήρχε τι κωμικόν τρομερόν.

Η τελετή έμελλε να γίνη μετά φώτων και εν μεγάλη παρατάξει. Όλοι οι κάτοικοι του Καζονδέ, ιθαγενείς ή μη, ώφειλον να παρευρεθώσιν.

Ότε επήλθεν η εσπέρα, μακρά συνοδεία κατήλθε την κυρίαν οδόν από της αγοράς μέχρι του τόπου της ταφής. Κραυγαί, χοροί επικήδειοι, επωδοί των μάγων, κρότοι οργάνων, πυροβολισμοί παλαιών όπλων του οπλοστασίου, ουδέν παρημελήθη.

Ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ, ο Κοΐμβρας, ο Νεγορός, οι άραβες σωματέμποροι, οι φυλακές των, επηύξησαν τας τάξεις του λαού του Καζονδέ. Ουδείς ανεχώρησεν εκ της μεγάλης αγοράς. Η βασίλισσα Μοΐνα δεν επέτρεπε τούτο, και δεν ήτο φρόνιμον να παραβώσι τας διαταγάς εκείνης, ήτις εξησκείτο εις το κυριαρχικόν επάγγελμα.

Το σώμα του βασιλέως, κατακλιθέν εν φορείω εφέρθη εις τας τελευταίας τάξεις της συνοδείας. Περιεκυκλούτο υπό των δευτερευουσών συζύγων του, τινές των οποίων έμελλον να τον συνοδεύσωσι και πέραν του βίου. Η βασίλισσα Μοΐνα εν μεγάλη στολή ώδευεν όπισθεν του δυναμένου να ονομασθή νεκρικού άρματος.

Ήτο τελεία νυξ, ότε όλοι έφθασαν εις τας όχθας του ρύακος αλλ' αι εκ ρητίνης δάδες κινούμεναι υπό των διαφόρων έρριπτον επί του πλήθους μεγάλας λάμψεις φωτός.