Part 23
Αι γυναίκες προετίμων να διαιρώσι την κόμην αυτών εις μικρούς θυσάνους μεγέθους κερασίου, εις περιστροφικούς πλοκάμους, ή ολοκλήρους στήλας, των οποίων τα άκρα παρίστων σχέδιόν τι εν αναγλύφω, ή αποματιστήρια πίπτοντα κατά μήκος του προσώπου.
Τινές αυτών, απλούστεραι, και ίσως ευειδέστεραι, άφινον να κρέμανται τα μαλλία των επί της ράχεώς των κατά τον αγγλικόν τρόπον, και άλλαι κατά τον γαλλικόν τρόπον, έφερον αυτά ως κροσσούς κεκομμένους επί του μετώπου.
Και σχεδόν πάντοτε, επί των προβατομάλλων εκείνων, επίχρισμα λίπους, ή αργίλου, η στιλπνής κόλας, ουσίας ερυθράς εξαγομένης εκ του ξύλου του σαντάλου, τόσον πολύ, ώστε αι κομψευόμενοι εκείναι εφαίνοντο ως εάν ήσαν κεκαλυμμένοι υπό κεράμων.
Δεν πρέπει όμως να νομίσωμεν ότι η πολυτέλεια εκείνη της διακοσμήσεως εφηρμόζετο μόνον εις την κόμην των ιθαγενών.
Εις τι θα εχρησίμευον τα ώτα, εάν δεν διεπερώντο εν αυτοίς οβελοί εκ πολυτίμου ξύλου, δακτύλιοι χαλκοί, αλύσεις πεπλεγμέναι αραβοσίτου, αίτινες τους φέρουσιν εις τα εμπρός ή μικραί κολοκύνθαι χρησιμεύουσαι ως ταμβακοθήκαι, — ούτως ώστε οι χαλαρούμενοι λοβοί των εξαρτημάτων τούτων να πίπτωσιν ενίοτε μέχρι των ώμων των κυρίων των;
Μεθ' όλα ταύτα, οι άγριοι της Αφρικής δεν έχουσι θυλάκια, και πώς να έχωσι τοιαύτα; Εκ τούτου η ανάγκη να θέτωσι όπου δύνανται και ως δύνανται τα εγχειρίδια, τας καπνοσύριγκας και τα άλλα εν χρήσει αντικείμενα.
Ο δε λαιμός, οι βραχίονες, οι καρποί της χειρός, αι κνήμαι, τα σφυρά, τα διάφορα ταύτα μέρη του σώματος είναι αμφισβητήτως προωρισμένα να φέρωσι ψέλλια χαλκά, τεμάχια κεράτων κεκοσμημένα διά καλύκων στιλπνών και σειρών ερυθρών μαργαριτών καλουμένων ταλακάς, αίτινες τότε ήσαν λίαν συρμού.
Διά των κοσμημάτων λοιπόν τούτων, αφθόνως εγκατεσπαρμένων, οι πλούσιοι της χώρας είχον θέαν πλαισίων κινητών.
Πλην τούτου, εάν, η φύσις εδώρησεν οδόντας εις τους ιθαγενείς, δεν έπρεπε να αποσπώσι τους μεσαίους τομείς τους άνω και τους κάτω, να τους ρινίζωσιν εις αιχμάς, να τους κυρτώσιν εις οξέα αρπάγια;
Εάν εφύτευσεν όνυχας εις τας άκρας των δακτύλων, δεν έπρεπε να αυξάνωσι τοσούτον υπερμέτρως, ώστε η χρήσις της χειρός να καθίσταται περίπου αδύνατος;
Εάν το δέρμα, μέλαν ή μελάγχρουν, καλύπτη τον ανθρώπινον σκελετόν, δεν έπρεπε να ποικίλλεται υπό στιγμάτων, παριστώντων δένδρα, πτηνά, ημισελήνους, πανσελήνους ή γραμμάς κυματοειδείς, εις τας οποίας ο Λίβιγγστων ενόμισεν ότι επανεύρε ζωγραφήματα της αρχαίας Αιγύπτου;
Ο στιγματισμός ούτος των πατέρων γινόμενος διά τινος κυανής ύλης εισαγομένης εις τας εντομάς, εκτελείται εις διάφορα μέρη του σώματος των παιδιών, επιτρέπει να αναγνωρίζωντο εις ποίαν φυλήν ή εις ποίαν οικογένειαν ανήκουσι.
Πρέπει να χαραχθή καλώς το οικόσημον επί του στήθους, αφού δεν είναι δυνατόν να ζωγραφηθή επί των πλευρών αμάξης.
Τοιούτος λοιπόν ήτο ο στολισμός των ιθαγενών εκείνων συρμών.
Τα δε κυρίως λεγόμενα ενδύματα συνωψίζοντο διά τους κυρίους εκείνους είς τι περίζωμα εκ δέρματος αντιλόπης κατερχόμενον μέχρι των γονάτων, ή έκ τινος υποκαμίσου εξ υφάσματος χόρτου ζωηρών χρωμάτων.
Αι κυρίαι έφερον ζώνην εκ μαργαριτών συγκρατούσαν εις την οσφύν εσθήτα πρασίνην, κεντημένη διά μετάξης, κεκοσμημένην υπό κόκκων υαλίνων ή κογχυλίων, ενίοτε δε εξ υφάσματος χόρτου κυανού, μέλανος και κιτρίνου, τοσούτον περιζητήτου υπό των γυναικών της Ζανζιβάρης. Δεν πρόκειται ενταύθα ειμή περί των μαύρων της υψηλής κοινωνίας.
Οι άλλοι, έμποροι ή δούλοι, ήσαν μόλις ενδεδυμένοι. Αι γυναίκες ως επί το πλείστον υπηρέτουν ως αχθοφόροι και ήρχοντο εις την αγοράν μετά βαρέων καλάθων επί των ώμων, τους οποίους εκράτουν δι' ιμάντος πεπερασμένου εις το μέτωπόν των.
Έπειτα δε, καταλαμβανομένης της θέσεως και απλουμένου του εμπορεύματος, συνεσπειρούντο εν τω κενώ καλάθω.
Η καταπληκτική ευφορία της χώρας συνεσώρευεν επί της λακωνής εκείνης τρόφιμα αρίστης ποιότητος.
Υπήρχεν άφθονος η όρυζα εκείνη, ήτις δίδει εκατόν αντί ενός, ο αραβόσιτος εκείνος, όστις δίδει τρεις συγκομιδάς εις οκτώ μήνας και αποφέρει διακόσια αντί ενός, το σήσαμον, το πέπερι του Ουρούα, το μανιόκον, το σόργον, τα μοσχοστάφυλα, το άλας, το φοινικέλαιον.
Εκεί συνηντώντο εκατοντάδες αιγών, χοίρων, προβάτων άνευ μαλλιού, μετά παραγναθίδων και γενείων, προδήλως ταρταρικής καταγωγής, πτηνά, ιχθείς κ.τ.λ.
Πήλινα αγγεία, συμμέτρως διατεθειμένα, είλκυον τα βλέμματα ένεκα των ζωηροτάτων χρωμμάτων των.
Τα ποικίλα ποτά τα οποία οι μικροί ιθαγενείς ωνόμαζον διά παλμώδους φωνής, ηρέθιζον τους φιλοπότας.
Ήσαν δε οίνος βανάνας, βομβέ, ποτόν ισχυρόν εν μεγάλη χρήσει, μαλοφού ζύθος γλυκύς κατασκευαζόμενος εκ καρπών βανανέας και υδρόμελι, μίγμα διαυγές μέλιτος και ύδατος.
Ότι όμως καθίστα την αγοράν του Καζονδέ έτι μάλλον περίεργον, ήτο το εμπόριον των υφασμάτων και του ελεφαντοστού.
Μεταξύ των υφασμάτων εμετρούντο κατά χιλιάδας το χουκάς, το μερικανή, το κανικί, κυανούν βαμβακηρόν ύφασμα έχον πλάτος τριάκοντα και τεσσάρων δακτύλων, το σοχαρί, ύφασμα μετά τετραγώνων κυανολεύκων και παρυφής ερυθράς, ανάμικτον μετά μικρών γραμμών κυανών, ολιγώτερον ακριβόν, ή το δαουλίς εκ μετάξης της Σουράτης, όπερ έχει επιφάνειαν πρασίνην, ερυθράν ή κιτρίνην, και όπερ τιμάται από επτά δολλαρίων το τεμάχιον των τριών υαρδών μέχρις ογδοήκοντα δολλαρίων όταν είναι χρυσοΰφαντον.
Το δε ελεφαντοστούν προήρχετο εξ όλων των μερών της κεντρώας Αφρικής, όπως αποσταλή εις Χαρτούμ, Ζανζιβάρην ή την Νατάλ και οι έμποροι ήσαν πολυάριθμοι, οίτινες εξεμεταλεύοντο αποκλειστικώς τον κλάδον τούτον του αφρικανικού εμπορίου.
Ευκόλως δύναταί τις να φαντασθή ότι οι ελέφαντες φονεύονται ίνα προμηθεύσωσι τας πεντακοσίας χιλιάδας χιλιόγραμμα ελεφαντοστού, όπερ το εξαγωγικόν εμπόριον ρίπτει κατ' έτος εις τας αγοράς της Ευρώπης και ιδίως εις την Αγγλίαν.
Απαιτούνται τεσσάρακοντα χιλιάδες μόνον και μόνον διά τας ανάγκας του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η δυτική ακτή της Αφρικής παράγει μόνη εκατόν τεσσαράκοντα τόνους εκ της πολυτίμου ταύτης ουσίας.
Ο μέσος όρος είναι εικοσιοκτώ λίτραι δι' έκαστον ζεύγος ελεφαντοδόντων, οίτινες τω 1874, ετιμήθησαν μέχρι χιλίων φράγκων, υπάρχουσιν όμως καί τινες οίτινες ζυγίζωσι μέχρις εκατόν εξήκοντα πέντε λιτρών και ακριβώς εις την αγοράν του Καζονδέ, οι ερασταί του εμπορεύματος τούτου ηδύναντο να εύρωσι τοιούτους θαυμασίους, θαμβούς, διαφανείς, μαλακούς εις την κατεργασίαν, διατηρούντας την λευκότητά των και μη κιτρινίζοντας διά του χρόνου ως οι ελεφαντόδοντες άλλων προελεύσεων.
Και τώρα, πώς εκανονίζοντο μεταξύ αγοραστών και πολητών αι διάφοροι εκείναι εμπορικαί πράξεις; Ποίον ήτο το ισχύον νόμισμα;
Το είπομεν ήδη, το νόμισμα διά τους εμπόρους της Αφρικής ήτο ο δούλος.
Ο ιθαγενής πληρώνει εις κόκκους υαλίνους, κατασκευής ενετικής, καλουμένους κοτσόκολος όταν είναι λευκοί ως η άσβεστος, βουβουλού όταν είναι μέλανες, σικουνδερετσέ όταν είναι ερυθροί.
Οι κόκκοι εκείνοι ή μαργαρίται συνηνωμένοι εις δέκα σειράς ή κετέ, περιστρεφόμενοι δις περί τον λαιμόν, σχηματίζουσι το φούνδον, του οποίου μεγάλη είναι η αξία.
Το δε μάλλον εν χρήσει μέτρον των μαργαριτών τούτων είναι το φραζιλάχ, ζυγίζον εβδομήκοντα λίτρας· και ο Λίβιγγστων, ο Καμερών, ο Στάνλεϋ πάντοτε εφρόντιζον να ώσιν αφθόνως εφωδιασμένοι εκ του νομίσματος τούτου.
Εν ελλείψει υαλίνων κόκκων, το πισέ, νόμισμα ζανζιβαρικόν τεσσάρων λεπτών, και τα βιουγγούας, κογχύλια ιδιαίτερα εις την ανατολικήν ακτήν, έχουσι τρέχουσαν αξίαν εις τας αγοράς της Αφρικανικής ηπείρου.
Αλλ' οι ανθρωποφάγοι φυλαί αποδίδουσιν αξίαν τινα εις τους οδόντας ανθρωπίνων σιαγόνων και εις το λακωνή έβλεπε τις τοιαύτα κομβολόγια εις τον λαιμόν των ιθαγενών, οίτινες βεβαίως είχον φάγει τους κατόχους των οδόντων τούτων.
Αλλ' οι οδόντες ούτοι ήρχισαν να χάνωσι την αξίαν των.
Τοιαύτη λοιπόν ήτο η θέα της μεγάλης εκείνης αγοράς.
Περί την μεσημβρίαν, η ζωηρότης είχε φθάσει εις τον κατακόρυφον αυτής σημείον και ο θόρυβος εγένετο αφόρητος.
Η μανία των περιφρονουμένων πολιτών και η οργή των αποτυγχανόντων αγοραστών αδύνατον να παρασταθώσι.
Τούτου ένεκεν ρήξεις συχναί, και εννοείται ευκόλως ότι η έλλειψις αρκετών ειρηνοφυλάκων καθίστα αδύνατον την συγκράτησιν του ωρυωμένου εκείνου πλήθους.
Περί το μέσον της ημέρας ο Αλβέζ διέταξε να φέρωσιν εις την πλατείαν τους δούλους, όσους ήθελε να εκποιήση.
Το πλήθος ηύξησε τοιουτοτρόπως κατά δισχιλίους δυστυχείς πάσης ηλικίας, τους οποίους ο σωματέμπορος εκράτει εις τα παραπήγματά του από πολλών μηνών.
Η «παρακαταθήκη» εκείνη δεν ήτο εν κακή καταστάσει.
Μακρά ανάπαυσις και καλή τροφή ανεζωγόνησαν αυτούς.
Αλλ' οι εσχάτως ελθόντες δεν ηδύναντο να παραβληθώσι προς αυτούς και μετά μηνιαίαν διαμονήν εν τοις παραπήγμασιν, ο Αλβέζ θα τους επώλει βεβαίως μετά πλειοτέρου κέρδους· αλλ' αι ζητήσεις της ανατολικής ακτής ήσαν τοσαύται, ώστε απεφάσισε να τους εκθέση ως ήσαν και ευρίσκοντο.
Τούτο ήτο δυστύχημα διά τον Τωμ και τους τρεις συνεταίρους αυτού.
Οι οδηγοί τους ώθησαν εις την αγέλην, ήτις επλημμύρισε την αγοράν. Ήσαν στερεώς δεδεμένοι, και τα βλέμματά των εμαρτύρουν τρανώς ποία μανία και ποίον αίσχος κατείχον αυτούς.
— Ο κύριος Δικ δεν είν' εδώ, είπε σχεδόν αμέσως ο Βαρθολομαίος, άμα διέτρεξε διά των οφθαλμών την ευρείαν πεδιάδα του Καζονδέ.
— Όχι, απεκρίθη ο Ακτέων, δεν θα τον πωλήσωσι.
— Θα φονευθή, εάν δεν εφονεύθη ήδη, προσέθηκεν ο γέρων μαύρος.
Ημείς όμως μίαν μόνην έχομεν ελπίδα, να μας αγοράση όλους ομού είς σωματέμπορος. Θα ήτο παρηγορία εις ημάς εάν δεν χωρισθώμεν.
— Όχι είπεν ο Τωμ. Όχι δεν θα μας χωρίσωσι, και ίσως θα δυνηθώμεν . . .
— Εάν ήτο εδώ ο Ηρακλής! έκραξεν ο Αυγουστίνος·
Αλλ' ο γίγας δεν είχεν εμφανισθή πλέον.
Μετά τας τελευταίας εις τον Δικ Σανδ κομισθείσας ειδήσεις δεν ηκούσθη τι μήτε περί του Δίγγου μήτε περί αυτού. Έπρεπεν άραγε να φθονήσωσι την τύχην του;
Ναι, βεβαίως! καθότι εάν ο Ηρακλής απέθανε, τουλάχιστον δεν εδέθη διά των αλύσεων της δουλείας.
Εν τούτοις η πώλησις είχεν αρχίσει. Οι πράκτορες του Αλβέζ περιέφερον εν τω μέσω του πλήθους κλήρους ανδρών, γυναικών, παιδιών, χωρίς να ανησυχήσωσιν εάν εχώριζον ή όχι τας μητέρας από τα μικρά των.
Δεν πρέπει να ονομάζωμεν ούτω τα άθλια εκείνα όντα, τα οποία μετεχειρίζοντο ως οικόβια ζώα;
Ο Τωμ και οι μετ' αυτού περιεφέρθησαν τοιουτοτρόπως από αγοραστού εις αγοραστήν. Πράκτωρ τις εβάδιζε προ αυτών κηρύττων την τιμήν, εις ην ο κλήρος αυτού ήθελε κατακυρωθή. Μεσίται Άραβες ή μιγάδες των κεντρικών επαρχιών, επλησίαζον να τους εξετάσωσι.
Δεν εύρισκον εν εαυτοίς τα ιδιαίτερα εις την αφρικανικήν φυλήν σημεία, τροποποιηθέντα παρά τοις Αμερικανοίς εκείνοις από της δευτέρας γενεάς.
Αλλ' οι εύρωστοι και νοήμονες εκείνοι μαύροι, όλως διάφοροι των μαύρων των μεταφερθέντων εκ των οχθών του Ζαμβέση ή του Λαουλάβα, είχον μεγάλην αξίαν εις τους οφθαλμούς των. Τους εψηλάφουν, τους περιέστρεφον, παρετήρουν τους οδόντας των.
Ούτω πράττουσιν, όσοι θέλουσι ν' αγοράσωσιν ίππους.
Έπειτα έρριπτον μακράν μίαν ράβδον, τους ηνάγκαζον να τρέξωσι διά να την λάβωσι, και τοιουτοτρόπως εβεβαιούντο περί της ευκινησίας αυτών.
Η μέθοδος αύτη εφηρμόζετο εις όλους και όλοι υπεβάλλοντο εις τας ταπεινωτικάς ταύτας δοκιμασίας.
Μη υποθέση τις όμως, ότι οι δυστυχείς εκείνοι υπέμενον αδιαφόρως τους τοιούτους εξευτελισμούς.
Όχι. Εξαιρέσει των παιδιών άτινα δεν ηδύναντο να εννοήσωσιν εις ποίαν εξευτέλισιν υπεβάλλοντο, πάντες, άνδρες ή γυναίκες, ησχύνοντο.
Άλλως τε δε δεν τοις έλειπον μήτε αι ύβρεις μήτε αι μαστιγώσεις. Ο Κοΐμβρας, ημιμεθυσμένος, και οι πράκτορες του Αλβέζ μετεχειρίζοντο αυτούς μετά τοις εσχάτης κτηνωδίας, παρά τοις νέοις δε κυρίοις, οίτινες είχον αγοράσει αυτούς αντί ελεφαντοδόντων, υφασμάτων ή μαργαριτών, δεν εύρισκον καλλιτέραν υποδοχήν.
Όταν βιαίως απεχωρίζοντο αλλήλων μήτηρ από του τέκνου, ανήρ από της γυναικός, αδελφός από της αδελφής· δεν επετρέπετο εις αυτούς μήτε τελευταία θωπεία, μήτε τελευταίος ασπασμός, και εις την αγοράν εκείνην εβλέποντο διά τελευταίαν φοράν.
Πράγματι, αι ανάγκαι της εμπορίας απαιτούσιν ώστε οι δούλοι, αναλόγως του φύλου αυτών, να αποστέλλωνται άλλος αλλαχού.
Οι δουλέμποροι οίτινες αγοράζουσιν άνδρας, δεν είναι εκείνοι οίτινες αγοράζουσι γυναίκας.
Αύται, δυνάμει της πολυγαμίας ήτις είναι νόμος παρά τοις Μουσουλμάνοις, διευθύνονται κυρίως προς τας αραβικάς χώρας, ένθα ανταλλάσσονται αντί ελεφαντοδόντων.
Οι δε άνδρες, προωρισμένοι διά τας βαρείας εργασίας μεταφέρονται εις τα πρακτορεία των δύο ακτών, και εκείθεν εξαποστέλλονται είτε εις τας ισπανικάς αποικίας, είτε εις τας αγοράς της Μασκάτης και της Μαδαγασκάρης.
Η διαλογή αύτη επιφέρει λοιπόν σπαρακτικάς σκηνάς μεταξύ εκείνων τους οποίους οι πράκτορες αποχωρίζουσι και οίτινες θα αποθάνωσι χωρίς ουδέποτε πλέον να επανίδωσιν αλλήλους.
Ο Τωμ και οι μετ' αυτού ώφειλον και ούτοι να υποστώσι την κοινήν τύχην.
Αληθώς όμως ειπείν, δεν εφοβούντο την περίπτωσιν ταύτην.
Τωόντι προτιμότερον ήτο εις αυτούς να αποσταλώσιν εις αποικίαν τινά δούλων.
Εκεί τουλάχιστον θα είχον ελπίδα τινά ότι θα ηδύναντο να απαιτηθώσιν.
Ενώ εξ εναντίας, κρατούμενοι έν τινι επαρχία της Αφρικής, έπρεπε να αποβάλωσι πάσαν ελπίδα ανακτήσεως της ελευθερίας των.
Ότι επεθύμουν, τούτο και εγένετο. Έσχον μάλιστα την σχεδόν ανέλπιστον παρηγορίαν να μη αποχωρισθώσιν. Ο κλήρος αυτών ζωηρώς ημφισβητήθη υπό πολλών δουλεμπόρων του Ουζιζί. Ο Αντώνιος Ιωσίας Αλβέζ έτριβε τας χείρας.
Αι τιμαί υψούντο. Συνωθούντο όπως ίδωσι τους δούλους εκείνους αγνώστου αξίας επί της αγοράς του Καζονδέ, και των οποίων την προέλευσιν είχεν επιμελώς αποκρύψει ο Αλβέζ.
Ο Τωμ λοιπόν και οι μετ' αυτού, μη γινώσκοντες την επιτόπιον γλώσσαν, δεν ηδύναντο να διαμαρτυρηθώσι.
Κύριός των εγένετο πλούσιος άραψ σωματέμπορος, όστις μετά τινας ημέρας ώφειλε να τους αποστείλη εις την λίμνην Ταγγανίκαν, ένθα εγίνετο η μεγάλη διέλευσις των δούλων· από του μέρους δε εκείνου θα απεστέλλοντο εις τα πρακτορεία της Ζανζιβάρης.
Αλλά θα έφθανον άρα γε εκεί, διά μέσου των νοσηροτέρων και κινδυνωδεστέρων χωρών της κεντρώας Αφρικής;
Να διανύσωσι χίλια πεντακόσια μίλια εις τας χώρας εκείνας, εν μέσω των συνεχών πολέμων των εγειρομένων υπό αρχηγού κατ' αρχηγού υπό κλίμα φονικόν!
Ο Γέρων Τωμ θα είχεν άραγε την δύναμιν να ανθέξη εις τόσας κακουχίας; δεν θα απέθνησκε καθ' οδόν, ως η γραία Ναν;
Αλλ' οι δυστυχείς εκείνοι άνδρες δεν απεχωρίσθησαν! Η άλυσις η ενούσα αυτούς ομού, τοις εφάνη ελαφροτέρα όπως την βαστάσωσιν.
Ο άραψ σωματέμπορος διέταξε να τους μεταφέρωσιν εις ιδιαίτερον παράπηγμα. Προδήλως εφρόντιζε μεγάλως περί εμπορεύματος, όπερ τω υπέσχετο πολλήν ωφέλειαν εν τη αγορά της Ζανζιβάρης.
Ο Τωμ λοιπόν, ο Βαρθολομαίος, ο Ακτέων και ο Αυγουστίνος εγκατέλιπον την πλατείαν και δεν ηδυνήθησαν μήτε να ίδωσι μήτε να μάθωσι την σκηνήν μεθ' ης έμελλε να κλείση η μεγάλη αγορά του Καζονδέ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
ΠΟΥΝΣΙΟ ΠΡΟΣΦΕΡΘΕΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΤΟΥ ΚΑΖΟΝΔΕ
Ήτο τετάρτη ώρα της εσπέρας, ότε μέγας θόρυβος τυμπάνων, κυμβάλων και άλλων οργάνων αφρικανικών αντήχησεν εις την άκραν της κυρίας οδού.
Η ζωηρότης εδιπλασιάζετο τότε εις όλας τας γωνίας της αγοράς.
Ημίσεια ημέρα κραυγών, αγώνων, ούτε τας φωνάς εκούρασεν ούτε τους βραχίονας και τους πόδας των δαιμονίων των εκείνων εμπόρων
Πολλοί δούλοι έμενον εισέτι απώλητοι· οι δουλέμποροι διεφιλονείκουν τας μερίδας μετά ζέσεως, ης ελαχίστην ιδέαν θα έδιδε και αυτό το χρηματιστήριον του Λονδίνου εν ημέρα υψώσεως των αξιών.
Αλλ' εις την κακόηχον εκείνην συμφωνίαν την εκραγείσαν αίφνης, αι συναλλαγαί ανεστάλησαν και οι κήρυκες εσιώπησαν διά να αναπνεύσωσιν.
Ο Βασιλεύς του Καζονδέ, Μοΐνης Λούγγας ήλθε να τιμήση διά της παρουσίας του την μεγάλην αγοράν.
Πολυάριθμοι γυναίκες, υπάλληλοι, στρατιώται και δούλοι συνώδευον αυτόν.
Ο Αλβέζ και οι άλλοι σωματέμποροι έσπευσαν εις προϋπάντησιν αυτού και κατά φυσικόν λόγον προσέφερον τα ταπεινά αυτών σεβάσματα εις την αποκτηνωθείσαν εκείνην εστεμμένην κεφαλήν.
Ο Μοΐνης Λούγγας, ελθών εν φορείω πεπαλαιωμένω κατέβη, ουχί άνευ της βοηθείας δεκάδος βραχιόνων, εις το μέσον της μεγάλης πλατείας.
Ο βασιλεύς εκείνος ήτο πεντακονταετής την ηλικίαν, αλλ' ήθελεν υποθέσει τις ότι ήτο ογδοηκοντούτης.
Φαντάσθητε γέροντα πίθηκον, φθάσαντα εις το έσχατον όριον του γήρατος.
Επί της κεφαλής αυτού είδος τι τιάρας κεκοσμημένης υπό ονύχων λεοντοπαρδάλεως ερυθρών βεβαμμένων και πεποικιλμένης υπό τριχών υπολεύκων· τούτο ήτο το στέμμα των ηγεμόνων του Καζονδέ.
Εις την ζώνην του εκρέμαντο δύο δερμάτινοι εσθήτες κεντημέναι υπό μαργαριτών και βραχύτεραι περιζώματος σιδηρουργού.
Επί του στήθους του, πολλαπλοί στιγματισμοί μαρτυρούντες την αρχαίαν ευγένειαν του βασιλέως, και εάν ήθελέ τις να τον πιστεύση, η γενεαλογία του Μοΐνη Λούγγα ανήρχετο εις τους παλαιοτάτους χρόνους.
Εις τους αστραγάλους, εις τους καρπούς των χειρών, εις τους βραχίονας της αυτού Μεγαλειότητος περιεστρέφοντο ψέλλια χάλκινα, και οι πόδες αυτού ήσαν υποδεδημένοι ζεύγος υπηρετικών υποδημάτων μετά κιτρίνων αναστροφών, τα οποία τω είχε δωρήσει προ είκοσι περίπου ετών ο Αλβέζ.
Προσθέσατε εις την αριστεράν χείρα του βασιλέως μεγάλην βακτηρίαν μετά λαβής επαργύρου, εις την δεξιάν δε μυοσσόβην μετά λαβής μαργαριτοφόρου, άνωθεν της κεφαλής παλαιόν τι εκ ρακών συνερραμένων αλεξιβρόχιον όμοιον προς αμπέχονον Αρλεκίνου, τέλος δε εις τον λαιμόν και εις την ρίνα έν μικροσκόπιον και ζεύγος ομματοϋαλίων και θα έχετε πανομοιότυπον εικόνα της αυτού αιθιοπικής μεγαλειότητος, την οποίαν έτρεμεν όλη η χώρα εν περιφερεία εκατόν μιλίων.
Ο Μοΐνης Λούγγας δι' αυτό τούτο ότι κατείχε θρόνον, ηξίου ότι είχεν ουράνιον καταγωγήν, εκείνους δε εκ των υπηκόων του οίτινες ήθελον αμφιβάλει περί τούτου, θα τους απέστελλε να βεβαιωθώσιν εις τον άλλον κόσμον.
Έλεγεν ότι εις ουδεμίαν των επιγείων αναγκών υπέκειτο, καθό έχων θείαν ουσίαν.
Εάν έτρωγεν, έτρωγε διότι ήθελεν· εάν έπινε, διότι τον ευηρέστει τούτο.
Άλλως το δε ήτο αδύνατον να πίη τις περισσότερον.
Οι υπουργοί του, οι υπάλληλοί του, ακούραστοι πόται, θα ενομίζοντο εγκρατείς ενώπιον αυτού.
Ήτο Μεγαλειότης οινοπνευματισμένη εις το ανώτατον βαθμόν και ακαταπαύστως εμπεποτισμένη υπό ζύθου ισχυρού, υπό πομβέ και προ πάντων υπό ιδιαιτέρου τινός οινοπνεύματος, όπερ του παρείχεν αφθόνως ο Αλβέζ.
Ο Μοΐνης Λούγγας ηρίθμει εις το χαρέμιόν του συζύγους πάσης ηλικίας και πάσης τάξεως, των οποίων αι πλείσται συνώδευον αυτόν κατά την εις την αγοράν επίσκεψίν του εκείνην.
Η Μοΐνα, η πρώτη κατά την τάξιν, ην απεκάλουν βασίλισσαν, ήτο μέγαιρα τεσσαρακοντούτις, εξ αίματος βασιλικού, ως αι σύντροφοι αυτής.
Έφερεν είδος τι επανωφορίου ζωηρών χρωμάτων, εσθήτα εκ χόρτου, κεντημένην διά μαργαριτών, περιδέραια πανταχού ένθα ηδύναντο να φέρη, κόμην απλωτήν σχηματίζουσαν γιγαντιαίον πλαίσιον εις την μικράν κεφαλήν της, τέρας εν ενί λόγω.
Άλλοι σύζυγοι, αίτινες ήσαν ή εξαδέλφαι ή αδελφαί του βασιλέως, ολιγώτερον μεν πλουσίως ενδεδυμέναι, αλλά νεώτεραι, εβάδιζον όπισθεν αυτής, έτοιμοι να εκτελέσωσιν εις έν νεύμα του αυθέντου των καθήκοντα ανθρωπίνων επίπλων. Αι δυστυχείς ούτοι δεν είναι αληθώς άλλο τι. Εάν θέλη ο βασιλείς να καθήση, δύο των γυναικών τούτων κατακλίνονται επί του εδάφους και χρησιμεύουσιν αυτώ αντί καθισμάτων, καθ' όν χρόνον οι πόδες του αναπαύονται επί άλλων γυναικείων σωμάτων, ως επί τάπητος εβενίου!
Μετά τον Μοΐνην Λούγγαν ήρχοντο προσέτι οι υπάλληλοι, οι λοχαγοί και οι μάγοι αυτού.
Εκείνο όμως όπερ παρετήρει τις εις τους αγρίους εκείνους οίτινες εκλονίζοντο ως ο αυθέντης των, ήτο ότι έλειπε μέρος τι του σώματος, εκ του ενός το ωτίον, εκ του άλλου είς οφθαλμός εξ εκείνου η ρις, εκ τούτου η χειρ. Ουδείς ήτο αρτιμελής.
Τούτο προέρχεται διότι δύο μόνον ποιναί επιβάλλονται εις Καζονδέ, ο ακρωτηριασμός ή ο θάνατος, κατά την ιδιοτροπίαν του βασιλέως.
Διά το ελάχιστον παράπτωμα, οιαδήποτε αποτομή, οι αυστηρότερον δε τιμωρηθέντες είναι εκείνοι ων απετμήθησαν τα ώτα, καθότι δεν δύνανται πλέον να φέρωσιν ενώτια.
Οι λοχαγοί των «κιλόλος», διοικηταί διαμερισμάτων, κληρονομικοί ή διοριζόμενοι κατά τετραετίαν, είχον εις την κεφαλήν κεκρύφαλον εκ δέρματος ζέβρου και αντί πάσης στολής έφερον ερυθρά εσωκάρδια.
Εις τας χείρας των έπαλλον μακράς ράβδους, ων η άκρα ήτο βεβαμμένη διά μαγικών φαρμάκων.
Οι στρατιώται είχον ως όπλα επιθετικά και αμυντικά τόξα ξύλινα, μαχαίρας οξείας ως γλώσσας όφεων, λόγχας πλατείας και μακράς, ασπίδας εκ ξύλου φοίνικος κεκοσμημένας δι' αραβουργημάτων.
Η δε κυρίως καλουμένη στολή ουδεμίαν δαπάνην απήτει εκ του θησαυροφυλακείου της Αυτού Μεγαλειότητος.
Τέλος η συνοδεία του βασιλέως περιελάμβανε τους μάγους της αυλής και τους οργανοπαίκτας.
Οι μάγοι, οι «μνάνγαι», είναι οι ιατροί της χώρας. Οι άγριοι απόλυτον δίδουσιν πίστιν εις τας μαντικάς υπηρεσίας, εις τους εξορκισμούς, εις τας εξ αργίλου ερυθρολεύκους εικόνας, παριστώσας ζώα φανταστικά ή μορφάς ανδρών και γυναικών κεκομμένας εξ ενός κορμού δένδρου.
Αλλά και οι μάγοι εκείνοι δεν ήσαν ολιγώτερον των άλλων αυλικών ηκρωτηριασμένοι, και βεβαίως ο μονάρχης τους επλήρωνε τοιουτοτρόπως διά τας αποτυγχανούσας θεραπείας.
Οι οργανοπαίκται, άνδρες ή γυναίκες, εποίουν μέγαν θόρυβον διά της δονήσεως των κροτάλων και της κρούσεως των τυμπάνων, θόρυβον ανυπόφορον διά πάντα μη κεκτημένον αφρικανικά ώτα.
Άνωθεν του απαρτίζοντος την βασιλικήν συνοδείαν εκείνου πλήθους εκυμάτιζον σημαίαι τινες, επί των ακοντίων δε τα λευκαθέντα κρανία των αντιπάλων αρχηγών, τους οποίους είχε νικήσει ο Μοΐνης Λούγγας.
Όταν ο βασιλεύς κατήλθε του φορείου, αλαλαγμοί εξερράγησαν πανταχόθεν.
Οι στρατιώται των συνοδειών εξεκένωσαν τα παλαιά πυροβόλα των, των οποίων οι χαλαροί κρότοι δεν εδέσποζον των κραυγών του πλήθους.
Οι οδηγοί, αφού έτριψαν το μελανόν ρύγχος των διά κόνεων κινναβάρεως ην έφερον εντός σάκκου, έπεσαν πρηνείς.
Είτα ο Αλβέζ, πλησιάσας και αυτός, ενεχείρησεν εις τον βασιλέα αρκετήν ποσότητα νωπού καπνού, ή «καταπραϋντικού χόρτου», ως ονομάζουσιν αυτόν εν τη χώρα.
Και πράγματι ο Μοΐνης Λούγγας είχε μεγάλην ανάγκην καταπραΰνσεως διότι ήτο λίαν κακοδιάθετος, άδηλον διά τίνα αιτίαν!
Συγχρόνως μετά του Αλβέζ ο Κοΐμβρας, Ιβν Χαμίτ και οι άραβες ή μιγάδες σωματέμποροι επροχώρησαν όπως προσφέρωσι τα σεβάσματά των εις τον ισχυρόν ηγεμόνα του Καζονδέ.
«Μαρχαμπά», έλεγον οι Άραβες, όπερ σημαίνει καλώς ωρίσατε εν τη γλώσση της κεντρώας Αφρικής, άλλοι εκρότουν τας χείρας και προσεκύνουν μέχρι εδάφους, τινές ερρυπαίνοντο διά βορβόρου και προσέφερον εις την ειδεχθή εκείνην Μεγαλειότητα δείγματα εσχάτης δουλεμπορείας.
Ο Μοΐνης Λούγγας μόλις έβλεπε τον κόσμον εκείνον και εβάδιζε διαστέλλων τας κνήμας, ως εάν το έδαφος εκινείτο υπό σάλου και προνευστασμού.
Περιεφέρθη τοιουτοτρόπως ή μάλλον εκυλίσθη εν τω μέσω των αιχμαλώτων, και εάν οι σωματέμποροι εφοβήθησαν μήπως αρπάση τινάς εξ αυτών, αφ' ετέρου και οι αιχμάλωτοι εφοβήθησαν μήπως περιπέσωσιν εις την εξουσίαν τοιούτου κτήνους.
Ο Νεγορός ουδ' επί στιγμήν εγκατέλιπε τον Αλβέζ, και συνοδεύων αυτόν προσέφερε τα σεβάσματά του εις τον βασιλέα.
Αμφότεροι ελάλουν την εγχώριον γλώσσαν, εάν η λέξις «ελάλουν» δύναται να ρηθή επί συνδιαλέξεως, εις ην ο Μοΐνης Λούγγας δεν λάμβανε μέρος ειμή διά μονοσυλλάβων λέξεων, αίτινες μόλις εξήρχοντο των υπό του οίνου διαβρόχων χειλέων του.
Και τότε ακόμη δεν εζήτει παρά του φίλου του Αλβέζ ειμή να ανανεώση την οινοπνευματικήν προμήθειάν του, την οποίαν αι άφθονοι σπονδαί είχον εξαντλήσει.
— Καλώς ώρισεν εις την αγοράν τον Καζονδέ ο βασιλεύς Λούγγας, έλεγεν ο σωματέμπορος.
— Διψώ, απεκρίνατο ο μονάρχης.
— Θα λάβη το μερίδιόν του εκ των υποθέσεων της μεγάλης αγοράς.
— Να πίω! απήντα ο Μοΐνης Λούγγας.
— Ο φίλος μου Νεγορός είναι ευτυχής επαναβλέπων τον βασιλέα του Καζονδέ μετά τόσον μακράν απουσίαν.
— Να πίω! επανελάμβανεν ο μέθυσος, του οποίου όλον το σώμα ανέδιδεν αποτρόπαιον οσμήν οινοπνεύματος.
— Λοιπόν ζύθον, υδρόμελι! ανέκραξεν ο Αντώνιος Ιωσίας Αλβέζ, ως άνθρωπος γινώσκων καλώς πού ήθελε να καταλήξη ο Μοΐνης Λούγγας.
— Όχι! όχι! απεκρίθη ο βασιλεύς. Το οινόπνευμα του φίλου μου Αλβέζ, και θα του δώσω δι' εκάστην ρανίδα του πυρίνου νερού του . . .
— Μίαν ρανίδα αίματος ενός λευκού! εφώνησεν ο Νεγορός, αφού εποίησε προς τον Αλβέζ σημείον τι όπερ εκείνος εννόησε και επεδοκίμασεν.
— Ενός λευκού! να θανατώσω ένα λευκόν! απήντησεν ο Μοΐνης Λούγγας, του οποίου τα θυριώδη ένστικτα αφυπνίσθησαν εις την πρότασιν του Πορτογάλου.
— Είς πράκτωρ του Αλβέζ εφονεύθη υπ' αυτού του λευκού, επανέλαβεν ο Νεγορός.
— Ναι . . . ο πράκτωρ μου Χάρρης, απεκρίθη ο σωματέμπορος και πρέπει να εκδικήσωμεν τον θάνατόν του.