Part 22
Είναι η πρώτη εκ των επιζησάντων του «Πίλγριμ», ην ο Θεός εκάλεσε παρ' εαυτώ. Δυστυχές ον! Δυστυχή Ναν!
Κατά πάσαν νύκτα περιμένω τον Δίγγον. Δεν επανέρχεται πλέον.
Μήπως συνέβη δυστύχημά τι εις αυτόν ή εις τον Ηρακλέα! Όχι! . . . Όχι! . . . Δεν θέλω να το πιστεύσω! . . . Η σιωπή εκείνη, ήτις μοι φαίνεται τόσω μακρά, έν μόνον αποδεικνύει, ότι ο Ηρακλής δεν έχει νέον τι να μου ανακοινώση. Πρέπει άλλως τε να είναι συνετός και να προφυλάσσηται καλώς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
ΤΟ ΚΑΖΟΝΔΕ.
Τη 26 Μαΐου η συνοδεία των δούλων έφθασεν εις Κανζοδέ. Πεντήκοντα επί τοις εκατόν εκ των αιχμαλώτων του τελευταίου εκείνου ανθρωποκυνηγίου έπεσαν καθ' οδόν.
Εν τούτοις η υπόθεσις ήτο έτι καλή διά τους δουλεμπόρους· αι αιτήσεις συνέρρεον, και η τιμή των δούλων έμελλε να υψωθή εις τας αγοράς της Αφρικής.
Η Αγγόλα ενήργει κατ' εκείνην την εποχήν μέγα εμπόριον μαύρων.
Αι πορτογαλικαί αρχαί του Αγίου Παύλου της Λοάνδας ή της Βεγγουέλας δυσκόλως ηδύναντο να παρεμποδίσωσιν αυτό, καθότι αι συνοδείαι διηυθύνοντο προς τα ενδότερα της αφρικανικής ηπείρου.
Τα παραπήγματα της χώρας έβριθον αιχμαλώτων.
Τα ολίγα σωματεμπορικά πλοία όσα ηδύναντο να διέλθωσι μεταξύ των καταδρομικών της ακτής, δεν ήρκουν όπως επιβιβάσουν αυτούς διά τας ισπανικάς αποικίας της Αμερικής.
Το Καζονδέ, κείμενον εις απόστασιν τριακοσίων μιλίων από του στομίου του Κοάνζα, είναι έν των κυριωτέρων «λακονή», μία των σπουδαιοτέρων αγορών της επαρχίας ταύτης.
Εις την μεγάλην αυτού πλατείαν, «τσίτοκαν», διενεργούνται αι υποθέσεις εκεί, οι δούλοι εκτίθενται και πωλούνται.
Εξ εκείνου του κέντρου αι συνοδείαι διακλαδίζονται προς την χώραν των μεγάλων λιμνών.
Το Καζονδέ, ως όλαι αι μεγάλαι πόλεις της κεντρώας Αφρικής, διαιρείται εις δύο μέρη διακεκριμένα· το έν είναι η συνοικία των αράβων, πορτογάλων ή ιθαγενών εμπόρων, και περιέχει τα ιδιαίτερά του παραπήγματα· το έτερον είναι η διαμονή του μαύρου βασιλέως, αγρίου τινος μεθύσου εστεμμένου, βασιλεύοντος διά του τρόμου και ζώντος εκ προμηθειών φυσικών, τας οποίας οι σωματέμποροι τω παρέχουσιν αφειδώς.
Εν Καζονδέ, η εμπορική συνοικία ανήκε τότε εις εκείνον τον Ιωσίαν Αντώνιον Αλβέζ, περί του οποίου εγένετο λόγος μεταξύ του Χάρρη και του Νεγορού, απλών υπομιοθίων αυτού πρακτόρων.
Εκεί ήτο το κύριον κατάστημα του σωματεμπόρου εκείνου, όστις εκέκτητο και δεύτερον εις Βιχέ και τρίτον εις Κασάγγαν της Βεγγουέλας, ένθα ο υποπλοίαρχος Καμερών έμελλε να τον συναντήση μετά τινα έτη.
Μεγάλη κεντρική οδός, εκατέρωθεν των σειρών των οικιών μεθ' ομαλών στεγών και στερεού πηλού τοίχων, των οποίων η τετράγωνος αυλή χρησιμεύει ως μάνδρα, εις την άκραν της οδού η ευρεία αγορά περικυκλομένη υπό παραπηγμάτων, υπεράνω δε του συνόλου εκείνου των κατοικιών γιγαντιαίαι τινες βανιάναι των οποίων οι κλάδοι αναπτύσσονται θαυμασίως, ένθεν κακείθεν μεγάλοι φοίνικες πεφυτευμένοι ως σάρωθρα, με την κεφαλήν προς τα επάνω, επί της κόνεως των οδών, εικοσάς πτηνών σαρκοβόρων χρησιμοποιουμένων χάριν της δημοσίας υγείας, τοιαύτη είναι η εμπορική συνοικία του Καζονδέ.
Ου μακράν ρέει ο Λουχή, ποταμός του οποίου ο ρους είναι έτι απροσδιόριστος, ή τουλάχιστον είναι υποπαραπόταμος του Κουάγγου, όστις εκβάλλει εις τον Ζαΐρον.
Η κατοικία του βασιλέως του Καζονδέ, ήτις συνορεύει προς την εμπορικήν συνοικίαν, ουδέν άλλο είναι ή άθροισμα ακαθάρτων καλυβών εκτεινομένων επί εκτάσεως ενός τετραγωνικού μιλίου.
Εκ των καλυβών εκείνων αι μεν έχουσιν ελευθέραν την είσοδον· αι άλλαι περιβάλλονται διά καλαμίνων χαρακωμάτων ή περιχειλούνται διά συκών πυκνοφύλλων.
Ιδιαίτερον παράπηγμα περικυκλούμενον υπό φράκτου εκ παπύρων, τριακοντάς καλυβών χρησιμευουσών ως κατοικία των δούλων του αρχηγού, άθροισμά τι καλυβών διά τας γυναίκας του, έν «τεμπέ» μάλλον ευρύχωρον και μάλλον υψηλόν, ημεκεχωσμένον εις τας φυτείας του μανιόκου, αύτη είναι η κατοικία του βασιλέως του Καζονδέ, ανδρός πεντηκονταετούς, ονομαζομένου Μοΐνη Λούγγα, και ήδη πολύ εκπεσόντος εκ της θέσεως των προκατόχων του·
Δεν έχει τετρακισχιλίους στρατιώτας, εκεί όπου οι πρώτοι πορτογάλοι σωματέμποροι ηρίθμουν εικοσακισχιλίους, και δεν ηδύνατο πλέον, ως εις τους καλούς χρόνους, να θεσπίζη την θυσίαν εικοσιπέντε ή τριάκοντα αιχμαλώτων καθ' ημέραν.
Άλλως τε δε ο βασιλεύς εκείνος ήτο πρόωρος γέρων κατεστραμμένος υπό της ασωτίας, κεκαυμένος υπό των οινοπνευμάτων, άγριος μανιακός, ακρωτηριάζων εξ ιδιοτροπίας τους υπηκόους του, τους αξιωματικούς του ή τους υπουργούς του, κόπτων την ρίνα ή τα ώτα των μεν, τον πόδα ή την χείρα των άλλων, και του οποίου ο θάνατος, προσεχώς αναμενόμενος, θα ηκούετο άνευ ουδεμιάς λύπης.
Είς μόνον άνθρωπος εις όλον το Καζονδέ θα έχανεν ίσως διά του θανάτου του Μοΐνη Λούγγα.
Ο άνθρωπος εκείνος ήτο ο σωματέμπορος Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ, όστις συνεννοείτο κάλλιστα μετά του μεθύσου, του οποίου όλη η επαρχία ανεγνώριζε την εξουσίαν.
Υπήρχε φόβος μήπως μετ' αυτόν, εάν η ανάρρησις της πρώτης των γυναικών του, της βασιλίσσης Μοΐνας ήθελεν αμφισβητηθή, τα κράτη του Μοΐνη Λούγγα καταληφθώσιν υπό γείτονος αντιπάλου, ενός των βασιλέων του Ουκουζού.
Ούτος νεώτερος, δραστηριώτερος, είχεν ήδη καταλάβει χωρία τινά εξαρτώμενα εκ της Κυβερνήσεως του Καζονδέ, και ήτο αφωσιωμένος εις άλλον τινά σωματέμπορον αντίζηλον του Αλβέζ, τον Τίπον- Τίπον, μαύρον Άραβα καθαράς καταγωγής, του οποίου ο Καμερών έμελλε μετ' ολίγον να δεχθή την επίσκεψιν εις Νυαγγουέ.
Ιδού άλλως τε τι ήτο ο Αλβέζ, εκείνος ο αληθής κυριάρχης επί της βασιλείας του απεκτηνωμένου μαύρου, του οποίου είχεν αναπτύξει και εκμεταλλευθή τα ελαττώματα.
Ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ, προκεχωρημένος ήδη την ηλικίαν, δεν ήτο, ως ηδύνατό τις να πιστεύση «μσουγγού», ήτοι άνθρωπος λευκής φυλής·
Δεν είχεν έτερόν τι πορτογαλικόν ειμή μόνον το όνομα, όπερ εδανείσθη βεβαίως διά τας ανάγκας του εμπορίου του.
Ήτο αληθής μαύρος γνωστότατος εν τω κόσμω των σωματεμπόρων, και καλούμενος Κενδελέ.
Πράγματι γεννηθείς εν Δόνδρω παρά τας όχθας του Κοάνζα, ήρχισε τον βίον ως απλούς πράκτωρ των δουλομεσιτών, και επί τέλους εγένετο διάσημος σωματέμπορος και εθεωρείτο ως ο εντιμότερος άνθρωπος του κόσμου.
Τούτον τον Αλβέζ ο Καμερών, περί τα τέλη του 1874, έμελλε να συναντήση εις Κιλέμβαν, πρωτεύουσαν του Κασόγγου, αρχηγόν του Ουραία, όστις έμελλε να τον οδηγήση μετά της συνοδείας του μέχρι του Βιχέ καταστήματός του, ήτοι εις απόστασιν επτακοσίων μιλίων.
Η συνοδεία των δούλων, φθάσασα εις Καζονδέ, ωδηγήθη εις την μεγάλην πλατείαν.
Ήτο η 26 Μαΐου. Οι υπολογισμοί του Δικ Σανδ ήσαν λοιπόν ορθοί. Η οδοιπορία διήρκεσε τριάκοντα και οκτώ ημέρας από της εκ των οχθών του Κοάνζα κατασκηνώσεως.
Πέντε εβδομάδες βασάνων και αθλιοτήτων, οποίας ουδέποτε άλλοτε υπέστησαν ανθρώπινα όντα.
Ήτο μεσημβρία ότε εισήλθον εις Καζονδέ. Τα τύμπανα εκρούοντο, τα κέρατα ήχουν εν τω μέσω των πυροβολισμών.
Οι στρατιώται της συνοδείας εξεκένουν τα πυροβόλα των εις τον αέρα και οι θεράποντες του Αντωνίου Ιωσία Αλβέζ απεκρίνοντο μετά ζωηρότητος.
Όλοι οι λησταί εκείνοι ήσαν ευτυχείς επαναβλέποντες αλλήλους μετ' απουσίαν διαρκέσασαν τέσσαρας μήνας.
Έμελλον τέλος να αναπαυθώσι και ανακτήσωσι τον απολεσθέντα χρόνον εν τη ακολασία και τη μέθη.
Οι δεσμώται, οι πλείστοι εξηντλημένοι, απετέλουν ολικόν άρθροισμα εκ διακοσίων πεντήκοντα κεφαλών. Αφού τους εδίωκον εμπρός ως ποίμνιον, έμελλον να τους κλείσωσιν εις τα παραπήγματα εκείνα, τα οποία οι αγρονόμοι της Αμερικής δεν θα ήθελον μήτε διά σταύλους.
Εκεί τους περιέμενον χίλιοι διακόσιοι ή χίλιοι πεντακόσιοι άλλοι αιχμάλωτοι, μέλλοντες να εκτεθώσι την μεθεπομένην ημέραν εις την μεγάλην αγοράν του Καζονδέ.
Τα παραπήγματα εκείνα επληρώθησαν διά των νεωστί ελθόντων δούλων. Αφηρέθησαν μεν τα βαρέα δίκρανα, αλλ' αι αλύσεις έμενον.
Οι αχθοφόροι εστάθησαν επί της πλατείας, αφού απέθεσαν τα εξ ελεφαντοστού φορτία των, τα οποία έμελλον να παραλάβωσιν οι έμποροι του Καζονδέ.
Είτα πληρωνόμενοι διά τινων υαρδών πανίου ή άλλου υφάσματος ανωτέρας τιμής, θα επέστρεφον όπως ενωθώσι μετά τινος άλλης συνοδείας.
Ο γέρων Τωμ και οι σύντροφοί του ηλευθερώθησαν λοιπόν εκ του κρίκου εκείνου, τον οποίον έφερον επί πέντε εβδομάδας.
Ο Βαρθολομαίος και ο πατήρ του ερρίφθησαν τέλος εις τας αγκάλας αλλήλων.
Όλοι συνέθλιψαν τας χείρας. Αλλά μόλις ηδύνατο να ομιλήσωσι. Και τι να έλεγον, όπερ δεν θα ήτο λόγος απελπισίας;
Ο Βαρθολομαίος, ο Ακτέων, ο Αυγουστίνος, και οι τρεις ρωμαλέοι, πεπλασμένοι διά τας τραχείας εργασίας, ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν εις τους κόπους· αλλ' ο γέρων Τωμ, εξασθενήσας υπό των στερήσεων, ήτο εξηντλημένος.
Ολίγον έτι, και το πτώμα του θα εγκατελείπετο ως το της γραίας Ναν βορά των θηρίων της επαρχίας εκείνης.
Και οι τέσσαρες, άμα φθάσαντες, εμανδρώθησαν εις έν στενόν παράπηγμα, του οποίου η θύρα αμέσως εκλείσθη όπισθεν αυτών. Εκεί εύρον τροφήν τινα, και περιέμενον την επίσκεψιν του σωματεμπόρου ενώπιον του οποίου αλλ' ανωφελώς, έμελλον να διεκδικήσωσι την αμερικανικήν αυτών εθνικότητα.
Ο Δικ Σανδ έμεινεν εις την πλατείαν υπό την ειδικήν επιτήρησιν ενός οδηγού.
Ευρίσκετο τέλος εν Καζονδέ, ένθα δεν αμφέβαλλεν ότι προηγήθησαν αυτού η κυρία Βέλδων, ο μικρός Ζακ και ο εξάδελφος Βενέδικτος.
Τους εζήτησε διά των οφθαλμών διερχόμενος τας διαφόρους συνοικίας της πόλεως, και τα άλλα μέρη ένθα ενόμιζεν ότι ίσως θα τους έβλεπεν.
Η κυρία Βέλδων δεν ήτο εκεί!
— Μήπως δεν την ωδήγησαν εδώ; εσκέφθη ο Δικ Σανδ. Αλλά πού να ήναι; Όχι, ο Ηρακλής δεν ήτο δυνατόν να απατηθή.
Άλλως τε τούτο περιορίζεται εις τον κύκλον των μυστικών σχεδίων του Χάρρη και του Νεγορού . . . Και εν τούτοις μήτε αυτούς δεν βλέπω!
Θανάσιμος αγωνία κατέλαβε τον Δικ Σανδ. Ότι η κυρία Βέλδων, κρατουμένη δεσμώτις, εκρύπτετο απ' αυτού, τούτο εξηγείται.
Αλλ' ο Χάρρης και ο Νεγορός, — ο τελευταίος προ πάντων, — έπρεπε να σπεύσωσι να επανίδωσι τον νεαρόν δόκιμον, εν τη εξουσία αυτών τότε, έστω και διά να απολαύσωσι τον θρίαμβόν των, διά να τον υβρίσωσι, να τον βασανίσωσι, να εκδικηθώσι τέλος!
Επειδή όμως δεν ήσαν εκεί, έπρεπεν άρα γε να συμπεράνη ότι είχον λάβει άλλην διεύθυνσιν, και ότι η κυρία Βέλδων θα παρεσύρθη εις άλλο μέρος της κεντρώας Αφρικής.
Έστω και αν η παρουσία του Αμερικανού και του Πορτογάλου ήτο το σύνθημα του μαρτυρίου του, ο Δικ Σανδ επεθύμει αυτήν ανυπομόνως.
Ο Χάρρης και ο Νεγορός εν Καζονδέ θα ήτο δι' αυτόν η βεβαιότης ότι ευρίσκετο εκεί ωσαύτως η κυρία Βέλδων και το τέκνον αυτής.
Ο Δικ Σανδ εσκέφθη ότι από της νυκτός, καθ' ήν ο Δίγγος τω έφερε το γραμμάτιον του Ηρακλέους, ο κύων δεν ενεφανίσθη πλέον.
Απάντησιν την οποίαν ο νεαρός δόκιμος διά παν ενδεχόμενον είχεν προετοιμάσει και εν τη οποία συνίστα εις τον Ηρακλέα να φροντίζη μόνον περί της κυρίας Βέλδων και να μη την χάνη από τα βλέμματά του, να την διατηρή όσω το δυνατόν ενήμερον των διατρεχόντων, την απάντησιν εκείνην δεν κατώρθωσε να την διαβιβάση εις τον προς ον όρον.
Ό,τι ο Δίγγος ηδυνήθη να πράξη την πρώτην φοράν, ήτοι να εισδύση εις τας τάξεις της συνοδείας, διατί ο Ηρακλής δεν απεπειράθη να πράξη και εκ δευτέρου;
Μήπως το πιστόν ζώον εφονεύθη εις αποτυχούσαν τινα απόπειραν, ή μήπως ο Ηρακλής εξακολουθών να παρακολουθή τα ίχνη της κυρίας Βέλδων, ως θα έπραττεν ο Δικ Σανδ, εάν ήτο εις την θέσιν του, εισέδυσε μετά του Δίγγου εις τα βάθη του δασώδους οροπεδίου της Αφρικής επί τη ελπίδι να φθάση εις πρακτορείον τι του εσωτερικού;
Τι ηδύνατο να φαντασθή ο Δικ Σανδ, εάν τωόντι μήτε η κυρία Βέλδων μήτε οι άρπαγες αυτής ήσαν εκεί;
Τοσούτον ήτο πεπεισμένος — αδίκως ίσως — ότι θα τους επανεύρισκεν ες Καζονδέ, ώστε μη ιδών αυτούς εταράχθη μεγάλως και ησθάνθη απελπισίαν, ην δεν ηδύνατο πλέον να καταστείλη.
Η ζωή του, εάν δεν ηδύνατο πλέον να είναι χρήσιμος εις εκείνους τους οποίους ηγάπα, ήτο περιττή και δεν τω απέμενεν άλλο ειμή να αποθάνη.
Σκεπτόμενος όμως τοιουτοτρόπως ο Δικ Σανδ, παρεγνώριζε τον ίδιον εαυτού χαρακτήρα.
Υπό την επίδρασιν των δοκιμασιών εκείνων, ο παις εγένετο ανήρ, και η αποθάρρυνσις παρ' αυτώ, παροδικός μόνον ήτο φόρος πληρωνόμενος εις την ανθρωπίνην φύσιν.
Φοβερά συμφωνία σαλπίγγων και κραυγών εξερράγη κατ' εκείνην την στιγμήν.
Αίφνης ο Δικ Σανδ, ον είδομεν καταπεσόντα εις την κόνιν, ανωρθώθη.
Παν νέον συμβάν ηδύνατο να τον επαναφέρη επί τα ίχνη εκείνων τους οποίους ανεζήτει.
Ο προ ολίγου άπελπις δεν απηλπίζετο ήδη πλέον.
— Αλβέζ! Αλβέζ! το όνομα τούτο επαναλαμβάνετο υπό πλήθους ιθαγενών και στρατιωτών κατακλυσάντων τότε την πλατείαν.
Ο ανήρ από του οποίου εξηρτάτο η τύχη τοσούτων αθλίων έμελλεν επιτέλους να εμφανισθή. Πιθανόν οι πράκτορές του ο Χάρρης και ο Νεγορός να ήσαν μετ' αυτού.
Ο Δικ Σανδ ίστατο όρθιος, με οφθαλμούς ανεωγμένους, με ρώθωνας διεσταλμένους. Τον δεκαπενταετή εκείνον δόκιμον οι δύο προδόται θα τον επανεύρισκον εκεί ενώπιόν των, ευθύν, σταθερόν, βλέποντα αυτούς κατά πρόσωπον.
Ο πλοίαρχος του «Πίλγριμ» δεν θα έτρεμεν έμπροσθεν του αρχαίου μαγείρου του πλοίου.
Φορείον τι, είδος κιτάνδας κεκαλυμμένης υπό αθλίου ρακώδους και απεχρωματισμένου υφάσματος, εφάνη εις την κυρίαν οδόν.
Γηραιός μαύρος κατήλθεν εξ αυτού. Ήτο ο σωματέμπορος Μωσίας Αντώνιος Αλβέζ.
Θεράποντές τινες συνώδευον αυτόν μετά πολλών αλλαλαγμών.
Συγχρόνως μετά του Αλβέζ ανεφανίζετο ο φίλος του Κοΐμβρας εκ Βιχέ, και κατά το λέγειν του υποπλοιάρχου Καμερών, ο αχρειέστερος άνθρωπος της επαρχείας ον βρωμερόν, εκτετραχηλισμένον, με οφθαλμούς αγρίους, κόμην με υποκάμισον ρακώδες και εσθήτα εκ χόρτων.
Θα έλεγέ τις, ότι ήτο γραία με ψιάθινον πίλον διάτρητον.
Ο Κοΐμβρας εκείνος ήτο έμπιστος, η κολασμένη ψυχή του Αλβέζ, ο διοργανωτής των ανθρωποκυνηγίων, όλως άξιος να διοική τους ληστάς του σωματεμπόρου.
Προς μεγάλην λύπην του δοκίμου, μήτε ο Χάρρης μήτε ο Νεγορός απετέλουν μέρος της ακολουθείας του Αλβέζ.
Όφειλε λοιπόν ο Δικ Σανδ ν' αποβάλη την ελπίδα ότι ήθελε τους επανεύρει εν Καζονδέ;
Εν τούτοις ο αρχηγός της συνοδείας, ο Άραψ Ιβν Χαμής, αντήλλασσε σφιγξίματα χειρός μετά του Αλβέζ και του Κοΐμβρα. Εδέχθη μύρια συγχαρητήρια.
Οι ημίσεις δούλοι, οίτινες έλειπον εκ της γενικής αριθμήσεως, έφερον μορφασμόν τινα εις το πρόσωπον του Αλβέζ, αλλ' επί τέλους η υπόθεσις ήτο έτι καλή.
Διά του εις τα παραπήγματα υπάρχοντος ανθρωπίνου εκείνου εμπορεύματος ηδύνατο να ικανοποιήση τας απαιτήσεις του εσωτερικού και να ανταλλάξη τους δούλους του αντί ελεφαντοστών και χαλκού.
Συγχαρητήρια άφθονα εδόθησαν και εις τους οδηγούς· εις δε τους αχθοφόρους, ο σωματέμπορος έδωκεν αμέσως διαταγήν να πληρωθή ο μισθός των πάραυτα.
Ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ και ο Κοΐμβρας ωμίλουν είδος τι πορτογαλικής γλώσσης αναμεμιγμένης μετ' ιθαγενούς ιδιώματος, την οποίαν κάτοικος της Λισαβώνος θα εδυσκολεύετο ολίγον να εννοήση.
Δεν εννόει λοιπόν, ο Δικ Σανδ τι έλεγον οι «έμποροι» εκείνοι μεταξύ των.
Μήπως συνεζήτουν περί των συντρόφων του και αυτού τοσούτον προδοτικώς συμπεριληφθέντων εις το προσωπικόν της συνοδείας;
Ο νεαρός δόκιμος δεν ηδύνατο πλέον να αμφιβάλλη περί τούτου, όταν εις έν κίνημα του άραβος Ιβν Χαμή παρετήρησεν οδηγόν τινα διευθυνόμενον προς το παράπηγμα, ένθα ήσαν κεκλεισμένοι ο Τωμ, ο Αυγουστίνος, ο Βαρθολομαίος και ο Ακτέων.
Σχεδόν αμέσως οι τέσσαρες Αμερικανοί ήχθησαν ενώπιον του Αλβέζ.
Ο Δικ Σανδ επλησίασε βραδέως. Δεν ήθελε να χάση ουδέν εκ της σκηνής εκείνης.
Το πρόσωπον του Ιωσία Αντωνίου Αλβέζ ήστραψεν, όταν είδε τους ευρώστους εκείνους άνδρας, εις ους η ανάπαυσις και η αφθονωτέρα τροφή έμελλε ταχέως να αποδώση την φυσικήν αυτών ρώμην.
Μόνον τον γέροντα Τωμ είδε μετά περιφρονήσεως, καθότι η ηλικία θα αφήρει πολύ εκ της αξίας του, αλλ' οι άλλοι τρεις θα επωλούντο ακριβά κατά την προσεχή αγοράν του Καζονδέ.
Τότε ο Αλβέζ ενθυμήθη αγγλικάς τινας λέξεις τας οποίας πράκτορες ως ο Αμερικανός Χάρρης τον εδίδαξαν, και ο γέρων πίθηκος ενόμισε καθήκον του να ευχηθή ειρωνικώς την καλήν άφιξιν εις τους νέους του δούλους.
Ο Τωμ εννόησε τας λέξεις εκείνας του σωματεμπόρου, προεχώρησε λοιπόν αμέσως, και δεικνύων τους συντρόφους του και εαυτόν.
— Είμεθα άνδρες ελεύθεροι, είπε. Πολίται των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Αλβέζ τον εννόησε βεβαίως· απεκρίθη δε μετά φαιδρού μορφασμού σείων την κεφαλήν.
— Ναι, ναι, Αμερικανοί! καλώς ώρισαν . . . καλώς ώρισαν.
— Καλώς ώρισαν, προσέθηκεν ο Κοΐμβρας.
Ο υιός του ταγματάρχου του Βιχέ προεχώρησε τότε προς τον Αυγουστίνον, και ως έμπορος εξετάζων δείγμα, αφού εψηλάφησε το στήθος και τους ώμους του, ηθέλησε να του ανοίξη το στόμα όπως παρατηρήση τους οδόντας του.
Αλλά κατ' εκείνην την στιγμήν ο σινιόρ Κοΐμβρας έλαβεν εις το πρόσωπον το μεγαλοπρεπέστερον γρονθοκόπημα, όπερ έλαβέ ποτε υιός ταγματάρχου.
Ο έμπιστος του Αλβέζ έπεσε δέκα βήματα μακράν. Στρατιώται τίνες ώρμησαν κατά του Αυγουστίνου, όστις θα επλήρωνεν ίσως ακριβά το οργίλον εκείνο κίνημα.
Ο Αλβέζ τους εσταμάτησε διά χειρονομίας. Εγέλα εξ όλης καρδίας διά το πάθημα του φίλου του Κοΐμβρα, ούτινος δύο μόνοι εναπέμειναν οδόντες εκ των πέντε ή έξ τους οποίους είχεν.
Ο Ιωσίας Αντώνιος Αλβέζ δεν εννόει κατ' ουδένα τρόπον να βλάψωσι το εμπόρευμά του.
Έπειτα δε ήτο χαρακτήρος ευθύμου, και προ πολλού χρόνου δεν είχε γελάσει τόσον πολύ.
Εν τούτοις παρηγόρησε τον καταισχυθέντα Κοΐμβραν, όστις ανεγερθείς επέστρεψε και επανέλαβεν την θέσιν του πλησίον του σωματεμπόρου, απευθύνων κίνημα απειλητικόν κατά του αυθάδους Αυγουστίνου.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Δικ Σανδ ωθούμενος υπό τινος οδηγού, εφέρθη ενώπιον του Αλβέζ.
Ούτος προφανώς εγίνωσκε τις ήτο ο νεαρός δόκιμος, πόθεν ήρχετο, και πώς συνελήφθη παρά τον Κοάνζαν.
Τούτου ένεκα, αφού τον παρετήρησε διά βλέμματος μοχθηρού.
— Ο μικρός Υανκή, είπεν εν κακή Αγγλική.
— Ναι, Υανκή, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Τι θα κάμουν τους συντρόφους μου και εμέ;
Υανκή! Υανκή! Μικρός Υανκή! επανέλαβεν ο Αλβέζ.
Δεν εννόησεν, ή δεν ήθελε να ενοήση την γενομένην αυτώ ερώτησιν;
Ο Δικ Σανδ και εκ δευτέρου απέτεινε την αυτήν ερώτησιν, την αφορώσαν τους συντρόφους του και αυτόν.
Απετάθη συγχρόνως και προς τον Κοΐμβραν τον οποίον εκ των χαρακτήρων, ει και κατεστραμμένων εκ της καταχρήσεως των πνευματωδών ποτών, ανεγνώρισεν ότι δεν ήτο ιθαγενούς καταγωγής.
Ο Κοΐμβρας επανέλαβε το απειλητικόν κίνημα, όπερ είχεν απευθύνει κατά του Αυγουστίνου και δεν απεκρίθη.
Καθ' όλον εκείνο το διάστημα ο Αλβέζ συνωμίλει μετά του Άραβος Ιβν Χαμή λίαν ζωηρώς και προδήλως περί πραγμάτων αφορώντων τον Δικ Σανδ και τους συντρόφους του.
Βεβαίως έμελλον να τους αποχωρήσωσιν εκ νέου, και τις οίδεν εάν παρουσιάζετό ποτε ευκαιρία να ανταλλάξωσιν ολίγας λέξεις.
— Φίλοι μου, είπεν ο Δικ Σανδ χαμηλή τη φωνή και ως εάν ωμίλει προς εαυτόν, ολίγας λέξεις μόνον. Έλαβον διά του Δίγγου επιστολήν του Ηρακλέους, όστις παρηκολούθησε την συνοδείαν. Ο Χάρρης και ο Νεγορός έσυρον την κυρίαν Βέλδων, τον Ζακ και τον κύριον Βενέδικτον. Πού; Δεν ηξεύρω πλέον, αφού δεν είναι εδώ, εις Καζονδέ. Υπομονή, θάρρος, έστε έτοιμοι διά παν ενδεχόμενον. Είθε τέλος να μας ευσπλαχνισθή ο Θεός!
— Και η Ναν;
— Η Ναν απέθανε.
— Πρώτη!
— Και τελευταία! . . απεκρίθη ο Δικ Σαν, διότι θα κατορθώσωμεν.
Κατ' εκείνην την στιγμήν χειρ τις ετέθη επί του ώμου του και ήκουσε τας λέξεις ταύτας απαγγελθείσας μετά φωνής ησύχου και γνωστής αυτώ.
— Α! είναι ο νέος φίλος μου, εάν δεν απατώμαι. Χαίρω διότι σας επανείδον.
Ο Δικ Σανδ εστράφη.
Ο Χάρρης ήτο ενώπιόν του.
— Πού είναι η κυρία Βέλδων; έκραξεν ο Δικ Σανδ βαδίζων προς τον Αμερικανόν.
— Φευ! απεκρίθη ο Χάρρης προσποιούμενος λύπην, ην δεν ησθάνετο, η δυστυχής μήτηρ. Πώς θα ηδύνατο να επιζήση . . .
— Απέθανεν! ανέκραξεν ο Δικ Σανδ. Και το τέκνον της;
Το δυστυχές παιδίον! απεκρίθη ο Χάρρης μετά της αυτής φωνής, πώς να μη το φσνεύσωσι τόσαι κακοπάθειαι;
Ούτω λοιπόν, παν ό,τι ηγάπα ο Δικ Σανδ δεν υπήρχε πλέον! Τι συνέβη εν εαυτώ; Ακατάσχετον κίνημα οργής, ανάγκη εκδικήσεως την οποίαν ήθελε να κορέση με πάσαν θυσίαν.
Ο Δικ Σανδ ώρμησε κατά του Χάρρη, έδραξε την εν τη ζώνη του Αμερικανού μάχαιραν και εβύθισεν αυτήν εις την καρδίαν του προδότου.
— Ανάθεμα! . . . έκραξεν ο Χάρρης πίπτων.
— Ο Χάρρης ήτο νεκρός.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
ΗΜΕΡΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Το κίνημα του Δικ Σανδ τοσούτον υπήρξε ταχύ, ώστε δεν ηδυνήθη τις να τον σταματήση.
Ιθαγενείς τίνες ώρμησαν κατ' αυτού, και έμελλε να φονευθή, ότε ενεφανίσθη ο Νεγορός.
Έν σημείον του Πορτογάλου απεμάκρυνε τους ιθαγενείς, οίτινες ήγειρον και απεκόμισαν το πτώμα του Χάρρη.
Ο Αλβέζ και ο Κοΐμβρας απήτουν τον πάραυτα θάνατον του Δικ Σανδ· αλλ' ο Νεγορός τοις είπε χαμηλή τη φωνή ότι ουδέν είχον να χάσωσι περιμένοντες, και εδόθη διαταγήν να απαγάγωσι τον νεαρόν δόκιμον και να τον επιτηρώσιν εκ του σύνεγγυς.
Επανείδε τέλος ο Δικ Σανδ τον Νεγορόν, τότε πρώτον από της εκ της παραλίας αναχωρήσεώς των.
Ήξευρεν ότι εκείνος ο άθλιος ήτο ο μόνος ένοχος της καταστροφής του «Πίλγριμ».
Έπρεπε δε να τον μισή πολύ περισσότερον ή τον συνέταιρόν του.
Και εν τούτοις, αφού έπληξε τον Αμερικανόν, απηξίωσε να απευθύνη λέξιν τινά προς τον Νεγορόν.
Ο Χάρρης είχεν είπει ότι η κυρία Βέλδων και το τέκνον αυτής απεβίωσαν! . . . Ουδέν τον ενδιέφερε πλέον, ούτε καν τι θα απεφάσιζον περί αυτού.
Τον απήγαγον. Πού; Δεν τον έμελλεν.
Ο Δικ Σανδ, σφιγκτώς συνδεδεμένος, απετέθη εις το βάθος παραπήγματος άνευ παραθύρου, είδος τι ειρκτής εν τη οποία ο σωματέμπορος Αλβέζ ενέκλεισε τους αντάρτας ή βιαιοπραγούντας δούλους.
Εκεί ουδεμίαν πλέον ηδύνατο να έχη συγκοινωνίαν μετά του εξωτερικού, αλλ' ούτε καν εσκέφθη να λυπηθή επί τούτω.
Είχεν εκδικηθή εκείνους τους οποίους ηγάπα, οίτινες δεν υπήρχον πλέον!
Ήτο έτοιμος να υπομείνη πάσαν τύχην ήτις τον περιέμενεν.
Εννοείται ότι εάν ο Νεγορός εσταμάτησε τους ιθαγενείς τους μέλλοντας να τιμωρήσωσι τον φόνον του Χάρρη, έπραξε τούτο διότι επεφύλαττεν εις τον Δικ Σανδ έν των φοβερών εκείνων μαρτυρίων των οποίων το μυστήριον γινώσκουν οι ιθαγενείς.
Ο μάγειρος του πλοίου είχεν υπό την εξουσίαν του τον δεκαπενταετή πλοίαρχον· μόνον ο Ηρακλής έλειπε διά να είναι η εκδίκησίς του τελεία.
Μετά δύο ημέρας, τη 28 Μαΐου, ήνοιξεν η αγορά «το μέγα λακωνή», ένθα έμελλον να συναντηθώσιν οι σωματέμποροι των κυριωτάτων πρακτορείων του εσωτερικού και οι ιθαγενείς των γειτονικών επαρχιών.
Η αγορά εκείνη της Αγγόλης δεν ήτο ειδική διά την πώλησιν των δούλων, αλλ' άπαντα τα προϊόντα της γονίμου εκείνης Αφρικής έμελλον να συρρεύσωσιν εκεί συγχρόνως μετά των παραγωγέων.
Από πρωίας η ζωηρότης ήτο ήδη μεγάλη εν τη απεράντω αγορά του Καζονδέ, και είναι δύσκολον να δώσωμεν ιδέαν τινά αυτής.
Ήτο συρροή τετρακισχιλίων ή πεντακισχιλίων ατόμων, συμπεριλαμβανομένων και των δούλων του Ιωσία Αντωνίου Αλβέζ, μεταξύ των οποίων διέπρεπον ο Τωμ και οι μετ' αυτού.
Οι πτωχοί εκείνοι άνθρωποι, ένεκα της ξενικής αυτών καταγωγής, δεν έμελλον να είναι οι ολιγώτερον επιζήτητοι υπό των μεσιτών ανθρωπίνης σαρκός.
Ήτο λοιπόν εκεί ο Αλβέζ, ο πρώτος μεταξύ όλων, συνοδευόμενος υπό του Κοΐμβρα, προέτεινε τας μερίδας των δούλων εκ των οποίων οι σωματέμποροι του εσωτερικού έμελλον να σχηματίσωσι συνοδείαν τινά.
Μεταξύ των σωματεμπόρων τούτων διεκρίνοντο μιγάδες τινές του Ουζιζί, κυρίας αγοράς της λίμνης Ταγγανίκης, και Άραβες, πολύ ανώτεροι των μιγάδων εκείνων εις το είδος τούτο του εμπορίου.
Ήσαν εκεί ωσαύτως πάμπολοι ιθαγενείς. Ήσαν παιδία, άνδρες, γυναίκες, λυσσώδεις πωλήτριαι, πολύ ανώτεραι κατά το εμπορικόν πνεύμα των ομοίων των λευκών.
Εις τας αγοράς των μεγάλων πόλεων, έστω και κατά την ημέραν μεγάλων συναλλαγών, μήτε περισσότερος θόρυβος γίνεται μήτε πλειότεραι υποθέσεις ενεργούνται. Παρά τοις πεπολιτισμένοις, η ανάγκη του πωλείν είναι ίσως υπερτέρα της επιθυμίας του αγοράζειν.
Παρά τοις αγρίοις όμως εκείνοις της Αφρικής, η προσφορά γίνεται μετά του αυτού πάθους ως και η ζήτησις.
Διά τους ιθαγενείς των δύο φύλων το λακωνή είναι ημέρα εορτάσιμος, και εάν δεν φέρωσι τα κάλλιστα αυτών ενδύματα, διά λόγους ευνοήτους, φέρουσι τουλάχιστον τα κάλλιστα αυτών κοσμήματα.
Κόμαι διηρημέναι εις τέσσαρα μέρη καλυπτόμενοι υπό στρωματιδίων και εά πλοκάμοις συνδεδεμένοις δίκην ψευδοκόμης, ή διατεθειμένης εν είδει ουράς έμπροσθεν της κεφαλής μετά περικεφαλαίας εξ ερυθρών πτερών, — κόμαι μετά κεράτων αμφικύρτων κεκαλυμμένοι δι' ερυθρού πηλού και ελαίου, ως το μίνιον εκείνο το χρησιμεύον προς επάλειψιν των συναρμογών των μηχανών, — εις τους σωρούς εκείνους των αληθών ή ψευδών τριχών, ύψωμά τι εξ οβελίσκων, σιδηρών ή ελεφαντίνων καρφίδων, πολλάκις μάλιστα, παρά τοις κομψευομένοις, κατάστικτον μαχαιρίδιον εμπεπηγμένον εν τη ούλη κόμη, της οποίας εκάστη θριξ, διαπερασμένη έν τινι σοφή ή υαλίνω μαργαρίτη, σχηματίζει τάπητα κόκκων διαφόρως κεχρωματισμένων, — τοιαύτα ήσαν τα οικοδομήματα τα μάλλον κοινά εις τας κεφαλάς των ανδρών.