Part 17
Η Αφρική! Το τοσούτον τρομερόν όνομα κατά τας παρούσας περιστάσεις, το όνομα τούτο όπερ έμελλε τέλος ν' αντικατασταθή εις το μέρος της Αμερικής, δεν ηδύνατο να εξαλειφθή ουδ' επί στιγμήν εκ της σκέψεως του Δικ Σανδ. Όταν ο νεαρός δόκιμος ανήρχετο εις την εξέτασιν προηγουμένων τινών εβδομάδων, εσκέπτετο πώς το «Πίλγριμ» προσήγγισεν επί τέλους εις το επικίνδυνον εκείνο παράλιον, πώς παρέκαμψε το ακρωτήριον Χορν και διήλθεν από του ενός ωκεανού εις τον άλλον. Βεβαίως, τώρα εννόει διατί, μεθ' όλην την ταχείαν πορείαν του πλοίου του, η γη τοσούτον βραδέως εφάνη, αφού το μήκος της περιστροφής, ην επρόκειτο να εκτελέση όπως φθάση εις την αμερικανικήν ακτήν είχε διπλασιασθή εν αγνοία του.
— Η Αφρική! η Αφρική! επανελάμβανεν ο Δικ Σανδ.
Είτα αίφνης, ενώ ανεπόλει μετ' επιμονής τα συμβάντα του ανεξηγήτου εκείνου διάπλου, τω επήλθεν η ιδέα ότι η πυξίς είχε διαταραχθή. Ενθυμήθη ωσαύτως ότι ο πρώτος διαβήτης είχε θραυσθή, ότι η γραμμή του δρομομέτρου είχε κοπή, και τούτων πάντων ένεκα δεν ηδύνατο να καταμετρήση την ταχύτητα του «Πίλγριμ».
— Ναι, εσκέπτετο, δεν έμενε πλέον ειμή μία μόνη πυξίς εν τω πλοίω, μία μόνη της οποίας δεν ηδυνάμην να εξακριβώσω τας υποδείξεις . . . Νύκτα τινά αφυπνήσθην υπό της κραυγής του γέροντος Τωμ . . . Ο Νεγορός ήτο εκεί, εις την πρύμνην . . . Τι εζήτει εκεί, μήπως ήθελε να την παραπλανήση;
Φως τι διεχέετο επί του πνεύματος του Δικ Σανδ. Ήπτετο της αληθείας διά του δακτύλου. εννόει τέλος παν το ύποπτον εν τη διαγωγή του Νεγορού. Έβλεπε την χείρα του εις όλην εκείνην την σειράν των γεγονότων, όσα επέφερον την καταστροφήν του «Πίλγριμ» και εξέθεσαν εις φοβερούς κινδύνους τους επιβάτας αυτού.
Αλλά τι ήτο ο άθλιος εκείνος; Υπήρξεν άρα γε ναυτικός και το απέκρυπτε πάντοτε; Ήτο ικανός να συνδυάση τοιαύτην αποτρόπαιον μηχανορραφίαν μέλλουσαν να ρίψη το πλοίον εις την αφρικανικήν ακτήν;
Όπως δήποτε, εάν έμενον εισέτι σκοτεινά τινα σημεία εις το παρελθόν, δεν ηδύνατο πλέον να παρουσιάζη τοιαύτα το παρόν. Ο νεαρός δόκιμος εγίνωσκε κάλλιστα ότι ευρίσκετο εν τη Αφρική, και λίαν πιθανώς εν τη απαισία εκείνη επαρχία της Αγγόλας, πλέον ή εκατόν μίλια μακράν της ακτής. Εγίνωσκεν ωσαύτως ότι η προδοσία του Χάρρη δεν ηδύνατο να τεθή υπό αμφιβολίαν. Εκ τούτου δε λογικώς συνεπέρανεν ότι παλαιά γνωριμία υπήρχεν μεταξύ του Αμερικανού και του Πορτογάλλου, ότι απαισία σύμπτωσις συνήνωσεν αυτούς επί της χώρας εκείνης και ότι συνεφωνήθη μεταξύ των σχέδιόν τι, του οποίου το αποτέλεσμα θα απέβαινεν ολέθριον εις τους ναυαγούς του «Πίλγριμ».
Αλλά προς τι αι μοχθηραί εκείναι ενέργειαι; Ότι ο Νεγορός ήθελε να γίνη κύριος του Τωμ και των συντρόφων του διά να τους πωλήση ως δούλους εν τω τόπω εκείνω της σωματεμπορείας, ηδύνατο να το παραδεχθή. Ότι ο Πορτογάλλος, κινούμενος εξ αισθήματος έχθρας, εζήτει να εκδικηθή κατ' αυτού, και τούτο ήτο ευνόητον . . . Αλλά την κυρίαν Βέλδων, το μικρόν εκείνο παιδίον, πώς ήθελε να μεταχειρισθή ο άθλιος εκείνος!
Εάν ο Δικ Σανδ ηδύνατο να ακούση ολίγας λέξεις εκ της συνομιλίας του Χάρρη και του Νεγορού, θα εγνώριζε πού να βασισθή και τίνες κίνδυνοι ηπείλουν την κυρίαν Βέλδων, μαύρους και αυτόν!
Η θέσις ήτο φρικώδης, αλλ ο νεαρός δόκιμος δεν εδειλίασε. Πλοίαρχος εν τω πλοίω, θα έμενε πλοίαρχος και εν τη ξηρά. Εις αυτόν απέκειτο τα σώση την κυρίαν Βέλδων, τον μικρόν Ζακ, όλους εκείνους των οποίων την τύχην έθεσεν ο ουρανός εις χείρας του. Το νέον του έργον μόλις ήρχιζε. Θα το εξετέλει μέχρι τέλους.
Μετά δύο ή τρεις ώρας καθ' ας το παρόν και το μέλλον συνώψισαν εις το πνεύμα του όλας τας καλάς και τας κακάς απόψεις — αι τελευταίαι δε αύται ήσαν δυστυχώς πολυαριθμότεραι — ο Δικ Σανδ ανηγέρθη σταθερός, αποφασιστικός.
Αι πρώται φαύσεις της ημέρας εφώτιζον τότε τας υψηλάς κορυφάς του δάσους. Εξαιρέσει του δοκίμου και του Τωμ, πάντες εκοιμώντο.
Ο Δικ Σανδ επλησίασε τον γέροντα μαύρον.
— Τωμ, τω είπε χαμηλή τη φωνή, εννοήσατε τους βρυχηθμούς του λέοντος, εννοήσατε τας μηχανορραφίας του δουλεμπόρου, ηξεύρετε ότι ήμεθα εις την Αφρικήν;
— Μάλιστα, κύριε Δικ, το ηξεύρω.
— Λοιπόν, Τωμ, ούτε λέξιν περί τούτου, μήτε εις την κυρίαν Βέλδων, μήτε εις τους συντρόφους σας. Πρέπει ημείς μόνοι να το ηξεύρωμεν, ημείς μόνοι να φοβώμεθα!
— Μόνοι . . . πράγματι . . . είναι ανάγκη . . . απεκρίθη ο Τωμ.
— Τωμ, επανέλαβεν ο δόκιμος, πρέπει να επαγρυπνώμεν αυστηρότερον ή πρότερον. Είμεθα εις τόπον εχθρών! και ποίων εχθρών και ποίον τόπον! Αρκεί μόνον να είπωμεν εις τους συντρόφους μας ότι επροδόθημεν υπό του Χάρρη διά να προφυλάττωνται. Θα εννοήσωσιν ότι πρέπει να φοβώμεθα επίθεσίν τινα των νομάδων Ινδών και τούτο αρκεί.
— Δύνασθε να έχετε πλήρη βεβαιότητα επί της γενναιότητος και της αφοσιώσεως αυτών, κύριε Δικ.
— Το ηξεύρω, ως έχω και επί της συνέσεως και της πείρας σας. Θα με βοηθήτε, γέρον Τωμ;
— Εις όλα και πανταχού, κύριε Δικ.
Το σχέδιον όπερ ο Δικ Σανδ συνέλαβεν, επεδοκιμάσθη υπό του γηραιού μαύρου. Εάν ο Χάρρις συνελήφθη επ' αυτοφώρω προδίδων, πριν της ώρας τας ενεργείας τουλάχιστον, ο νεαρός δόκιμος και οι μετ' αυτού δεν διέτρεχον άμεσόν τινα κίνδυνον. Τωόντι, μόνη η συνάντησις των υπό τινων δούλων εγκαταλελειμμένων αλύσεων, μόνος ο απροσδόκητος βρυχηθμός του λέοντος προυκάλεσαν την αιφνηδίαν εξαφάνισιν του Αμερικανού.
Ησθάνθη ότι ανεκαλύφθη, και έφυγε, πιθανώς πριν ή η μικρά συνοδεία την οποίαν ωδήγει φθάση εις το μέρος όπου ήθελε προσβληθή. Ο δε Νεγορός, του οποίου ο Δίγγος βεβαίως ανεγνώρισε την παρουσίαν κατά τας τελευταίας ημέρας της οδοιπορίας, φαίνεται ότι συνηνώθη μετά του Χάρρη όπως συνεννοηθώσιν από κοινού. Εν πάση περιπτώσει, ώραι τινες θα παρήρχοντο βεβαίως πριν ή ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού προσβληθώσι και έδει να ωφεληθώσιν εκ του χρόνου εκείνου.
Το μοναδικό σχέδιον ήτο να επανακάμψωσιν όσω το δυνατόν ταχύτερον εις την παραλίαν. Η παραλία εκείνη, ως είχε πάντα λόγον να πιστεύη ο νεαρός δόκιμος θα ήτο η της Αγγόλας. Άμα τη εκεί αφίξει, ο Δικ Σανδ θα προσεπάθει είτε προς βορράν είτε προς νότον να φθάση εις τα πορτογαλλικά ιδρύματα, ένθα οι σύντροφοί του θα ηδύναντο να περιμένωσιν εν ασφαλεία μέσον να επιστρέψωσιν εις την πατρίδα των.
Αλλ' όπως εκτελέσωσι την επάνοδον ταύτην εις την παραλίαν, έπρεπεν άρα γε να επαναλάβωσι την οδόν ην είχον διατρέξει; Ο Δικ Σανδ δεν εσκέπτετο τούτο, διότι θα συνηντάτο μετά του Χάρρη, όστις είχεν εννοήσει σαφώς ότι αι περιστάσεις θα ηνάγκαζον τον νεαρόν δόκιμον να λάβη την συντομωτέραν οδόν.
Τωόντι θα ήτο δυσχερές, ίνα μη είπωμεν ασύνετον ν' αρχίση πάλιν την διά μέσου του δάσους πορείαν, ήτις άλλως τε δεν θα απέληγεν ειμή εις το να ευρεθή εις το αυτό σημείον εξ ου ανεχώρησεν. Επίσης δε θα επέτρεπεν ούτω εις τους συνενόχους του Νεγορού να ακολουθήσωσι βέβαια ίχνη. Το μόνον λοιπόν μέσον όπερ παρουσιάζετο ήτο να διέλθωσι τον ποταμόν, του οποίου θα κατήρχοντο πάλιν βραδύτερον το ρεύμα, συγχρόνως δε ου μόνον αι προσβολαί των αγρίων θηρίων, άτινα μέχρι τότε ευτυχώς έμενον εις αρκετήν απόστασιν, θα ήσαν ολιγώτερον επίφοβοι, αλλά και αυταί αι επιθέσεις των ιθαγενών υπό τοιαύτας περιστάσεις παρουσίαζον ωσαύτως ολιγωτέραν σπουδαιότητα.
Ο Δικ Σανδ και οι μετ' αυτού άπαξ επιβαίνοντες στερεάς τίνος σχεδίας, καλώς οπλισμένοι, θα ευρίσκοντο υπό καλλιτέρας συνθήκας όπως αμυνθώσιν. Το παν λοιπόν ήτο πώς να εύρωσι το ύδωρ. Δέον ωσαύτως να προσθέσωμεν ότι λαμβανομένης υπ' όψιν της καταστάσεως της κυρίας Βέλδων και του μικρού Ζακ, ο τρόπος ούτος της μεταφοράς ήρμοζε κάλλιον.
Χείρες βεβαίως δεν έλειπον όπως βαστάσωσι το ασθενές παιδίον.
Εν ελλείψει του ίππου του Χάρρη, ηδύναντο μάλιστα να κατασκευάσωσι φορείον εκ κλάδων, επί του οποίου θα ανεβιβάζετο η κυρία Βέλδων.
Αλλά διά του τρόπου τούτου της μεταφοράς ήθελον απασχολήσει δύο εκ των μαύρων, ο δε Δικ Σανδ ήθελεν ευλόγως όλοι οι σύντροφοί του να είναι ελεύθεροι εις τας κινήσεις των διά πάσαν ενδεχομένην αιφνιδίαν προσβολήν.
Είτα δε, κατά την κάθοδον του ρεύματος, ο νεαρός δόκιμος θα ευρίσκετο πάλιν εις το στοιχείον του.
Το ζήτημα λοιπόν περιωρίζετο να μάθωσιν εάν υπήρχεν εις τα πέριξ ρυάκιόν τι δυνάμενον να χρησιμοποιηθή.
Ο Δικ Σανδ εφρόνει τούτο δυνατόν, και ιδού διατί.
Ο ποταμός όστις εξέβαλλεν εις τον Ατλαντικόν, εις το μέρος όπου εξώκειλε το «Πίλγριμ», δεν ηδύνατο να ανέρχηται πολύ προς βορράν, μήτε πολύ προς ανατολάς της επαρχίας, αφού οροσειρά πλησιεστάτη — αύτη εκείνη την οποίαν εξέλαβον ως τας Κορδελλιέρας — έκλειε τον ορίζοντα εκατέρωθεν.
Λοιπόν, ή ο ποταμός κατήρχετο εκ των ύψεων εκείνων, ή έκαμπτε προς νότον, και κατά αμφοτέρας τας περιπτώσεις ο Δικ Σανδ ηδύνατο να βραδύνη μέχρις ου εύρη την διεύθυνσιν αυτού.
Ίσως μάλιστα, πριν του ποταμού εκείνου, — καθότι είχε δικαίωμα να καλήται ούτω ως εκβάλων κατ' ευθείαν εις τον Ωκεανόν, — θα παρουσιάζετο ομόρρους τις αυτού, όστις θα ήρκει εις την μεταφοράν της μικράς συνοδείας. Εν πάση περιπτώσει, οίος δήποτε ρύαξ δεν θα ήτο μακράν.
Πράγματι, κατά τα τελευταία μίλια της οδοιπορίας, η φύσις του εδάφους είχε μεταβληθή.
Αι κλιτύες εχαμηλούντο και καθίσταντο υγραί. Εδώ και εκεί έρρεον στενά ρυάκια, μαρτυρούντα ότι το υπέδαφος περιείχε δίκτυον υδατώδες.
Κατά την τελευταίαν ημέραν της πορείας, η συνοδεία παρέπλευσεν ένα των ρυάκων εκείνων των οποίων τα ύδατα, ερυθραθέντα υπό του σιδηρούχου οξειδίου, έψαυον τας ανωμάλους όχθας του.
Να επανεύρωσιν αυτόν μήτε μακρόν μήτε δύσκολον ήτο.
Προδήλως δεν θα ηδύνατο να κατέλθωσιν το χειμαρρώδες ρεύμα του, αλλά θα ήτο εύκολον να παρακολουθήσωσιν αυτόν μέχρι της εκβολής του είς τινα ομόρρουν μεγαλείτερον και ως εκ τούτου μάλλον πλευστόν.
Τοιούτον υπήρξε το απλούστατον σχέδιον όπερ εσχημάτισεν ο Δικ Σανδ, αφού συνεσκέφθη μετά του γέροντος Τωμ.
Eλθούσης της ημέρας, όλοι οι σύντροφοί των αφυπνίσθησαν ολίγον κατ' ολίγον.
Η κυρία Βέλδων απέθεσε τον μικρόν της Ζακ, νυσταλέον έτι, εις τους βραχίονας της Ναν.
Το παιδίον, αλλοιωθέν εκ του διαλείποντος πυρετού, επροξένει οίκτον εις τους βλέποντας.
Η κυρία Βέλδων επλησίασε τον Δικ Σανδ.
— Δικ, ηρώτησεν αφού τον παρετήρησεν, πού είναι ο Χάρρης; Δεν τον βλέπω.
Ο νεαρός δόκιμος εσκέφθη ότι αφίνων τους συντρόφους του να νομίζωσιν ότι επάτουν το έδαφος της Βολιβίας, δεν έπρεπε να τοις κρύψη την προδοσίαν του Αμερικανού.
Χωρίς λοιπόν να διστάση.
— Ο Χάρρης, είπε, δεν είναι πλέον εδώ.
— Μήπως επροχώρησεν εμπρός; ηρώτησε ζωηρώς η κυρία Βέλδων.
— Έφυγε, κυρία Βέλδων, απήντησεν ο Δικ Σανδ. Ο Χάρρης εκείνος είναι προδότης, και είναι σύμφωνος μετά του Νεγορού όστις μας παρέσυρε μέχρις εδώ.
— Προς ποίον σκοπόν;
— Δεν ηξεύρω, αλλ' ό,τι ηξεύρω είναι ότι πρέπει να επανέλθωμεν όσον τάχος εις την παραλίαν.
— Εκείνος ο άνθρωπος . . . προδότης! επανέλαβεν η κυρία Βέλδων. Το προησθανόμην. Και νομίζεις, Δικ, ότι είναι σύμφορος μετά του Νεγορού;
— Ούτω πρέπει να είναι, κυρία Βέλδων. Ο άθλιος εκείνος εις τα ίχνη μας. Η τύχη συνήνωσε τους δύο τούτους αχρείους και . . .
— Και ελπίζω ότι δεν θα χωρισθώσιν, όταν τους επανεύρω, είπεν ο Ηρακλής. Θα σπάσω την κεφαλήν του ενός με την κεφαλήν του άλλου! προσέθηκεν ο γίγας εκτείνων τους δύο φοβερούς γρόνθους.
— Αλλά το τέκνον μου! ανέκραξεν η κυρία Βέλδων. Αι περιποιήσεις τας οποίας ήλπιζον να τω παρέξω εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς!
— 0 Ζακ θα αναλάβη, απεκρίθη ο γέρων Τωμ, όταν πλησιάση εις το υγεινότερον μέρος της χώρας.
— Δικ, επανέλαβεν η κυρία Βέλδων, είσαι βέβαιος ότι ο Χάρρης μας επρόδωσε;
— Βεβαιότατος, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο νεαρός δόκιμος όστις επεθύμει να αποφύγη πάσαν εξήγησιν επί του αντικειμένου τούτου.
— Τούτου ένεκα έσπευσε να προσθέση, παρατηρών τον γέροντα μαύρον.
— Αυτήν την νύκτα, ο Τωμ και εγώ, ανεκαλύψαμεν την προδοσίαν του, και εάν δεν έφευγε πηδών επί του ίππου του, θα τον εφόνευον!
— Λοιπόν η έπαυλις εκείνη; . . .
— Δεν υπάρχει εις τα πέριξ μήτε έπαυλις, μήτε χωρίον, μήτε κώμη, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Σας επαναλαμβάνω, κυρία Βέλδων, ότι πρέπει να επανέλθωμεν εις την παραλίαν.
— Διά της ιδίας οδού, Δικ;
— Όχι, κυρία Βέλδων, αλλά θα ακολουθήσωμεν ρεύμα τι το οποίον θα μας επαναφέρη ακόπως και ακινδύνως εις την θάλασσαν. Ακόμη ολίγα μίλια πεζή, και δεν αμφιβάλλω . . .
— Ω! είμαι ισχυρά, Δικ! απεκρίθη η κυρία Βέλδων προσπαθούσα να καταβάλη την αδυναμίαν της. Θα περιπατήσω! Θα βαστάζω το τέκνον μου! . . .
— Είμεθα εδώ, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Βαρθολομαίος, και θα βαστάσωμεν και υμάς.
— Ναι, ναι . . . προσέθηκεν ο Αυγουστίνος. Δύο κλάδοι δένδρου, φύλλα επ' αυτών . . .
— Ευχαριστώ, φίλοι μου, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, αλλά θέλω να περιπατήσω . . . Θα περιπατήσω. Εμπρός λοιπόν!
— Εμπρός! είπεν ο νεαρός δόκιμος.
— Δότε μοι τον Ζακ, είπεν ο Ηρακλής αρπάσας το παιδίον από τας αγκάλας της Ναν. Όταν δεν κρατώ τι κουράζομαι.
Και ο αγαθός μαύρος έλαβε προσεκτικώς εις τας ευρώστους χείρας του το μικρόν κοιμώμενον παιδίον, όπερ ούτε αφυπνίσθη.
Τα όπλα επιθεωρήθησαν μετά προσοχής. Όσαι έμενον ζωοτροφίαι συνηθροίσθησαν εις έν μόνον δέμα, εις τρόπον ώστε να δύναται να το βαστάζη είς.
Ο Ακτέων το εφορτώθη εις τους ώμους του, και οι σύντροφοί του έμειναν τοιουτοτρόπως ελεύθεροι εις τας κινήσεις των.
Ο εξάδελφος Βενέδικτος, του οποίου οι μακροί χαλύβδυνοι πόδες περιεφρόνουν πάντα κάματον, ήτο έτοιμος προς αναχώρησιν.
Είχεν άρα γε παρατηρήσει την εξαφάνησιν του Χάρρη; Αδύνατον να βεβαιώσωμεν. Ολίγον τον έμελεν.
Άλλως τε δε ευρίσκετο υπό το βάρος τρομεράς καταστροφής επελθούσης αυτώ.
Τωόντι, σπουδαία ζημία, ο εξάδελφος Βενέδικτος έχασε το μικροσκόπιον και τας διόπτρας του.
Ευτυχώς, ο Βαρθολομαίος εύρε τα δύο εκείνα πολύτιμα εργαλεία εν μέσω των μεγάλων χόρτων της στρωμνής του· αλλά, κατά την συμβουλήν του Δικ Σανδ, τα είχε φυλλάξει.
Διά του τρόπου τούτου θα ήσαν βέβαιοι ότι το μεγάλον παιδίον θα έμενεν ήσυχον κατά την πορείαν, αφού ως ελέγετο δεν έβλεπε πέραν της άκρας της ρινός του.
Τεθείς μεταξύ του Ακτέωνος και του Αυγουστίνου, μετά της ρητής διαταγής να μη τους εγκαταλείψη, ο αξιολύπητος Βενέδικτος ουδεμίαν αντίρρησιν έφερε, και ηκολούθησε την τάξιν του, ως τυφλός αγόμενος διά σχοινίου.
Η μικρά συνοδεία δεν είχε προχωρήσει πεντήκοντα βήματα, ότε ο γέρων Τωμ την εσταμάτησεν αίφνης διά μιας λέξεως.
— Ο Δίγγος; είπε.
— Τωόντι ο Δίγγος δεν είναι εδώ, απεκρίθη ο Ηρακλής.
Και διά της ισχυράς φωνής του εκάλεσε τον κύνα επανειλημένως.
Ουδεμία υλακή απήντησεν.
Ο Δικ Σανδ έμεινε σιωπηλός. Η απουσία του κυνός τον ελύπει, διότι θα προεφύλαττε την μικράν συνοδείαν από πάσης αιφνιδίας επιθέσεως.
— Μήπως ο Δίγγος ηκολούθησεν τον Χάρρην; ηρώτησεν ο Τωμ.
— Τον Χάρρην . . όχι απήντησεν ο Δικ Σανδ, αλλά θα κατώρθωσε να ορμήση κατά τα ίχνη του Νεγορού. Τον εμυρίσθη εδώ πλησίον.
— Ο απαίσιος εκείνος μάγειρος δεν θα αργήση να λάβη μίαν σφαίραν! ανέκραξεν ο Ηρακλής.
— Εκτός εάν ο Δίγκος προφθάσει και τον πνίξη, απήντησεν ο Βαρθολομαίος.
— Ίσως, είπεν ο νεαρός δόκιμος. Αλλά δεν δυνάμεθα να περιμένωμε την επιστροφήν του Δίγγου. Άλλως τε δε εάν ζη είναι αρκετά νοήμων ώστε να μας επανεύρη. Εμπρός λοιπόν!
Ο καιρός ήτο θερμότατος. Ευθύς από της αυγής μεγάλα νέφη εκάλυπτον τον ορίζοντα. Ηπειλείτο θύελλα εν τω αέρι. Πιθανώς η ημέρα δεν θα ετελείωνε άνευ βροχής. Ευτυχώς το δάσος, αν και ολιγώτερον πυκνόν, διετήρει ολίγην δρόσον εις την επιφάνειαν του εδάφους. Εδώ και εκεί, υψίκομα δένδρα περιεκύκλουν λειμώνας κεκαλειμμένους υπό χόρτων υψηλών και πυκνών. Είς τινα μέρη, γιγανταίοι κορμοί, απηνθρακωμένοι ήδη, έκειντο κατά γης, — σημείον υπάρξεως γηπέδων ανθρακούχων, οία συναντά τις συχνάκις επί της αφρικανικής ηπείρου. Έπειτα, εις τα ανοικτά μέρη, των οποίων ο χλοερός τάπης ανεμιγνύετο μετά τίνων ροδίνων κλωνίων, τα άνθη εποίκιλλον τα χρώματά των, ζιγγιβέρεις κίτριναι ή κυαναί, λοβηλίαι ωχραί, ορχεοειδή ερυθρά, ακαταπαύστως επισκεπτόμενα υπό των γονιμοποιούντων αυτά εντόμων.
Τα δένδρα δεν εσχημάτιζον πλέον τότε αδιαπεράστους συστάδας, αλλά τα είδη αυτών ήσαν ποικιλώτερα.
Ήσαν ελαίαι, είδος φοινίκων, παρεχόντων έλαιον επιζήτητον εν Αφρική, βαμβακιαί, σχηματίζουσαι θάμνους υψηλούς οκτώ μέχρι δέκα ποδών, των οποίων τα ινώδη στελέχη παρήγον βάμβακα μακρόινον, σχεδόν ανάλογον προς τον του Φερναμπούκου.
Εκεί κοπάλια εκκρίνοντα διά των υπό τινων εντόμων σχηματιζομένων οπών ευώδην ρητίνην, ρέουσαν μέχρι του εδάφους, ένθα εναπεθηκεύετο διά τας ανάγκας των ιθαγενών.
Αλλαχού λεμονέαι, ροιαί εν αγρία καταστάσει και είκοσιν άλλα δενδροειδή φυτά, μαρτυρούντα την θαυμασίαν γονιμότητα του οροπεδίου εκείνου της κεντρικής Αφρικής.
Εις πολλά μέρη ωσαύτως η όσφρησις προσεβάλλετο ευαρέστως υπό λεπτής τίνος οσμής βανίλλης, χωρίς να δύναταί τις να ανακαλύψη ποίον θαμνίον ανέδιδεν αυτήν
Το σύνολον τούτο των δένδρων και φυτών εχλόαζεν αν και ήτο η ξηρά εποχή του έτους, και σπάνιαι θύελλαι επότιζον τα πλούσια εκείνα εδάφη.
Ήτο λοιπόν η εποχή των πυρετών αλλά ως παρετήρησεν ο Λίβιγγστων, δύναταί τις εν γένει ν' απαλλαγή αυτών, φεύγων εκ του μέρους εις το οποίον προσεβλήθη υπ' αυτών.
Ο Δικ Σανδ εγίνωσκε την παρατήρησιν ταύτην του μεγάλου περιηγητού και ήλπιζεν ότι ο μικρός Ζακ δεν θα την διέψευδε.
Το είπε δε προς την κυρίαν Βέλδων, αφού παρετήρησεν ότι η περιοδική προσβολή δεν επανήλθεν ως εφοβούντο, και το παιδίον ανεπαύετο ησύχως εις τας αγκάλας του Ηρακλέους.
Τοιουτοτρόπως εβάδιζον συνετώς και ταχέως.
Ενίοτε εφαίνοντο πρόσφατα ίχνη διελεύσεως ανθρώπων ή ζώων.
Οι κλάδοι των θάμνων και των βάτων αποκεχωρισμένοι ή τεθραυσμένοι επέτρεπον τότε να οδεύωσι μετ' ίσου βήματος.
Αλλά, το πλείστον του χρόνου, πολλαπλά κωλύματα άτινα έπρεπε να υπερνικήσωσιν επεβράδυνον την πορείαν της μικράς συνοδείας προς μεγάλην δυσαρέσκειαν του Δικ Σανδ.
Ήσαν λιάναι συμπεπλεγμέναι, τας οποίας δικαίως ηδύνατό τις να παραβάλη προς άτακτον εξαρτισμόν πλοίου, κληματίδες τινές όμοιοι προς δαμασκηνά ξίφη επίκυρτα, των οποίων η λεπίς θα ήτο πεποικιλμένη διά μακρών ακανθών, φυτικοί όφεις, μακροί πεντήκοντα μέχρις εξήκοντα ποδών, οίτινες είχον την ιδιότητα να στρέφωνται, όπως κεντώσι τον διαβάτην διά των οξέων κέντρων των.
Οι μαύροι με τον πέλεκυν ανά χείρας, έκοπτον αφειδώς, αλλ' αι λιάναι εκείναι ανεφύοντο ακαταπαύστως από της επιφανείας του εδάφους μέχρι της κορυφής των υψηλοτάτων δένδρων, τα οποία περιέστεφον.
Το ζωικόν βασίλειον δεν ήτο ολιγώτερον περίεργον του φυτικού βασιλείου εν τω μέρει εκείνω της επαρχίας.
Τα πτηνά περιίπταντο απειράριθμα υπό την άφθονον εκείνην διακλάδωσιν, αλλ' εννοείται ότι ουδένα πυροβολισμόν είχον να φοβηθώσιν εκ μέρους ανθρώπων, οίτινες ουδέν άλλο εζήτουν ειμή να διέλθωσι κρυφίως και ταχέως.
Υπήρχον εκεί μυριάδες μελεαγρίδων, ατταγάδες διαφόρων ειδών, δυσκόλως πλησιαζόμενοι, καί τινα των πτηνών εκείνων άτινα οι βόρειοι Αμερικανοί αποκαλούσι κατ' ονοματοποιίαν «βιπ πούαρ γουόλ» τριών δηλαδή συλλαβών παριστωσών ακριβώς τας κραυγάς των.
Ο Δικ Σανδ και ο Τωμ ηδύναντο αληθώς να νομίσωσιν ότι ευρίσκοντο είς τινα επαρχίαν της νέας ηπείρου.
Αλλά φευ! εγνώριζον πού ήσαν.
Μέχρι τότε τα άγρια θηρία τοσούτον επικίνδυνα εν αφρική δεν είχον πλησιάσει την μικράν συνοδείαν. Είδον εις τον πρώτον εκείνον σταθμόν καμηλοπαρδάλεις τας οποίας ο Χάρρης θα υπεδείκνυε βεβαίως ως στρουθοκαμήλους — αλλ' εις μάτην την φοράν ταύτην.
Τα ταχύποδα εκείνα ζώα διήρχοντο ταχέως, πτοηθέντα εκ της εμφανήσεως ανθρώπων εις τα σπανίως συχναζόμενα εκείνα δάση.
Μακράν, εις την άκραν των λειμώνων υψούτο ενίοτε πυκνόν νέφος κονιορτού.
Ήτο αγέλη βουβάλων καλπαζόντων μετά κρότου αμαξίων βαρέως φορτωμένων.
Επί δύο μίλια, ο Δικ Σανδ ηκολούθησε τοιουτοτρόπως το ρεύμα του ρυακίου, όπερ ώφειλε να καταλήξη είς τινα σπουδαιότερον ποταμόν.
Επεθύμει πολύ να εμπιστευθή τους συντρόφους του εις το ταχύ ρεύμα ενός των ποταμών της χώρας, φρονών ότι τοιουτοτρόπως οι κίνδυνοι και οι κόποι θα ήσαν ολιγώτεροι.
Περί την μεταμεσημβρίαν, τρία μίλια είχον διανυθή άνευ δυσαρέστου τινός συναντήσεως. Ουδέν ίχνος Χάρρη ή Νεγορού. Ο Δίγγος δεν ανεφάνη.
Έπρεπε να σταθμεύσωσιν όπως αναπαυθώσι και λάβωσιν ολίγην τροφήν.
Η κατασκήνωσις εγένετο εντός λόχμης ινδοκαλάμων, ήτις εστέγασε καθ' ολοκληρίαν την μικράν συνοδείαν.
Ολίγα είδον διαρκούντος του γεύματος. Η κυρία Βέλδων ανέλαβε πάλιν το μικρόν τέκνον της εις τας αγκάλας της· δεν απέσπα απ' αυτού τα βλέμματά της· δεν ηδύνατο να φάγη.
— Πρέπει να λάβητε ολίγην τροφήν, κυρία Βέλδων, τη επανέλαβε πολλάκις ο Δικ Σανδ. Τι θα γίνετε εάν σας λείψουν αι δυνάμεις; Φάγετε, φάγετε! Μετ' ολίγον θα αρχίσωμεν πάλιν την πορείαν μας και έν καλόν ρεύμα θα μας φέρη ακόπως εις την παραλίαν.
Η κυρία Βέλδων παρετήρει ασκαρδαμυκτί τον Δικ Σανδ ενώ τη ωμίλει τοιουτοτρόπως.
Οι φλογεροί οφθαλμοί του νεαρού δοκίμου εξέφραζον όλον το θάρρος υπό του οποίου κατείχετο.
Βλέπουσα αυτόν τοιούτον, παρατηρούσα τους αγαθούς εκείνους μαύρους, γυνή ούσα και μήτηρ, δεν ήθελεν να απελπισθή εισέτι. Άλλως τε δε διατί να απελπισθή;
Δεν ενόμιζεν ότι ευρίσκεται επί φιλοξένου γης;
Κατ' αυτήν, η προδοσία του Χάρρη δεν ηδύνατο να έχη σοβαράς συνεπείας.
Ο Δικ Σανδ εμάντευε τους διαλογισμούς αυτής και έκλινε την κεφαλήν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'
ΑΙ ΚΑΚΑΙ ΟΔΟΙ ΤΗΣ ΑΓΓΟΛΑΣ
Κατ' εκείνην την στιγμήν, ο μικρός Ζακ αφιπνίσθη και επέρασε τους βραχίονάς του εις τον τράχηλον της μητρός του. Οι οφθαλμοί του ήσαν εις καλλιτέραν κατάστασιν. Ο πυρετός δεν είχεν επανέλθει.
Είσαι καλλίτερα αγάπη μου; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων θλίβουσα το πάσχον τέκνον επί της καρδίας της.
— Ναι, μήτερ, απεκρίθη ο Ζακ, αλλά διψώ ολίγον. Δεν ηδυνήθησαν να δώσωσιν εις το παιδίον ειμή ύδωρ δροσερόν, εκ του οποίου έπιεν ευχαρίστως ολίγας σταγόνας.
— Και ο φίλος μου Δικ; ηρώτησεν.
— Εδώ είμαι, απεκρίθη ο Δικ Σανδ πλησιάσας και λαβών την χείρα του παιδίου.
— Και ο φίλος μου Ηρακλής . .
— Παρών ο Ηρακλής, κύριε Ζακ, απήντησεν ο γίγας πλησιάζων το αγαθόν του πρόσωπον.
— Και ο ίππος; ηρώτησεν ο μικρός Ζακ.
— Ο ίππος; Ανεχώρησε, κύριε Ζακ, απεκρίθη ο Ηρακλής. Τώρα εγώ είμαι ο ίππος! Εγώ σας φέρω. Μήπως ευρίσκετε το κάλπασμα δυνατόν;
— Όχι απεκρίθη ο μικρός Ζακ, αλλά τότε δεν έχω πλέον να κρατώ χαλινόν.
— Ω! θα μου βάλετε χαλινόν, εάν θέλετε, είπεν ο Ηρακλής ανοίγων το πλατύ στόμα του, και θα με σύρετε όσον σας ευχαριστεί.
— Ηξεύρεις ότι εγώ σχεδόν δεν θα σύρω.
— Θα έχετε άδικον, διότι έχω το στόμα σκληρόν.
— Αλλ' η έπαυλις του κυρίου Χάρρη; . . . ηρώτησε και πάλιν το μικρόν παιδίον.
— Θα φθάσωμεν μετ' ολίγον, Ζακ, είπεν η κυρία Βέλδων. Ναι . . . μετ' ολίγον . . .
— Θέλετε να επαναλάβωμεν την οδοιπορίαν; είπεν τότε ο Δικ Σανδ, διά να διακόψη την συνομιλίαν εκείνην.
— Ναι, Δικ, εμπρός, απεκρίθη η κυρία Βέλδων. Ηγέρθησαν λοιπόν όλοι και η πορεία επανελήφθη κατά την αυτήν τάξιν.
Έπρεπε να διέλθωσι διά μέσου της πυκνάδος, και να μη εγκαταλίπωσι το ρεύμα του ρυακίου.
Ναι μεν υπήρχον άλλοτε εκεί ατραποί τινες αλλ' αι ατραποί εκείναι απέθανον, κατά την εγχώριον έκφρασιν, ήτοι ότι κατεπλημμύρησαν αυτάς άκανθαι και θάμνοι.
Εδέησε τότε να διανήσωσιν έν μίλιον υπό τοιαύτας συνθήκας και να δαπανήσωσι προς τούτο τρεις ώρας. Οι μαύροι ειργάζοντο αδιακόπως.
Ο Ηρακλής αφού παρέδωκε πάλιν τον μικρόν Ζακ εις την Ναν, έλαβε μέρος εις την εργασίαν, και οποίον μέρος!
Εξέπεμπε κραυγάς ηχηράς οσάκις περιέστρεφε τον πέλεκυν, και μέγα άνοιγμα εγίνετο εκεί, ως εάν υπήρχε παμφάγον πυρ.
Ευτυχώς η κοπιώδης εκείνη εργασία δεν έμελλε να διαρκέση πολύ.
Αφού διήνυσαν το πρώτον εκείνο μίλιον, είδον ευρύ άνοιγμα διερχόμενον το δάσος και απολήγον πλαγίως του ρύακος του οποίου παρηκολούθει την ακτήν.
Ήτο δίοδος ελεφάντων, και τα ζώα ταύτα, κατά εκατοντάδας βεβαίως, είχον την συνήθειαν να κατέρχονται το μέρος εκείνο του δάσους.
Μεγάλαι οπαί, γενόμεναι από των ποδών των τεραστίων παχυδέρμων εχάρασσον έδαφος κάθυγρον κατά την εποχήν των βροχών και του οποίου η σπογγώδης φύσις ήτο κατάλληλος εις αποτύπωσιν τοιούτων ιχνών.
Μετ' ολίγον εφάνη ότι η δίοδος εκείνη δεν εχρησίμευε μόνον εις τα γιγαντιαία εκείνα ζώα.
Ανθρώπινα όντα πλέον ή άπαξ θα διήλθον εκείθεν, αλλ' ως θα την διήρχοντο ποίμνια κτηνωδώς οδηγούμενα εις το σφαγείον.
Τήδε κακείσε, οστά ευρίσκοντο επί του εδάφους, υπόλοιπα σκελετών ημιφαγωθέντων υπό των αγρίων θηρίων και των οποίων τινές έφερον εισέτι τα δεσμά του δούλου.
Εν τη κεντρική Αφρική υπάρχουσι μακροί οδοί κατεσπαρμέναι τοιουτοτρόπως υπό ανθρωπίνων λειψάνων.
Εκατοντάδας μιλίων διανύουσιν αι συνοδείαι και πολλοί δυστυχείς πίπτουσι καθ' οδόν υπό την μάστιγα των οδηγών, θνήσκοντες υπό του κόπου ή των στερήσεων, δεκατιζόμενοι υπό των ασθενειών.
Πόσοι πάλιν σφάζονται υπό αυτών τούτων των σωματεμπόρων, όταν ελείψωσιν αι ζοωτροφίαι! Ναι όταν δεν έχωσι πλέον να τους θρέψωσι, τους φονεύουσι διά του πυροβόλου, διά της σπάθης, διά της μαχαίρας και αι σφαγαί αύται δεν είναι σπάνιαι!