Part 15
— Νομίζω ότι θα πράξω καλώς να προπορευθώ, είπεν ο Χάρρης.
— Όχι, κύριε Χάρρη, μη χωρισθώμεν, απεκρίθη ο Δικ Σανδ επιτακτικώς.
— Όπως θέλετε, είπεν ο Αμερικανός. Αλλά την νύκτα θα με είναι δύσκολον να σας οδηγήσω.
Μη φροντίζετε περί τούτου, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Θα σταματήσωμεν. Η κυρία Βέλδων θα συγκατατεθή να διέλθη μίαν τελευταίαν νύκτα υπό τα δένδρα, και αύριον, όταν εξημερώση καλά, θα αρχίσωμεν πάλιν να οδοιπορώμεν. Δύο ή τρία μίλια έτι δύνανται να διανυθώσιν εις μίαν ώραν.
— Έστω, είπεν ο Χάρρης.
Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Δίγγος εξέφερε μανιώδεις υλακάς.
— Εδώ, Δίγγε, εδώ! έκραξεν ο Δικ Σανδ. Ηξεύρεις καλώς ότι δεν είναι κανείς, και ότι ευρισκόμεθα εις την έρημον.
Απεφασίσθη λοιπόν ο τελευταίος εκείνος σταθμός. Η κυρία Βέλδων άφησε τους μετ' αυτής να πράξωσι κατά την αρέσκειάν των, χωρίς ούτε λέξιν να προφέρη. Ο μικρός της Ζακ, καταβληθείς υπό του πυρετού, ανεπαύετο εις τας αγκάλας της.
Ανεζήτησαν την καταλληλοτέραν θέσιν, όπως διέλθωσι την νύκτα.
Ο Δικ Σανδ εσκέφθη καλόν να κατακλιθώσι κάτωθεν ευρέος συμπλέγματος δένδρων, αλλ' ο γέρων Θωμάς όστις ενησχολείτο μετ' αυτού εις τας προετοιμασίας εκείνας, τον εσταμάτησεν αίφνης ανακράζων.
— Κύριε Δικ! Ιδέτε! Ιδέτε!
— Τι είναι, γηραιέ μου Θωμά; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ μετ' ηρεμίας ανθρώπου περιμένοντος τα πάντα.
— Εκεί . . . εκεί . . . . είπεν ο Τωμ . . . . υπό τα δένδρα εκείνα . . . κηλίδες αίματος! . . . Και κατά γης . . . μέλη ηκρωτηριασμένα! . . .
Ο Δικ Σανδ ώρμησε προς το μέρος όπερ εδείκνυεν ο γέρων Τωμ. Είτα, επιστρέψας προς αυτόν.
— Σιώπα, Τωμ, σιώπα, είπε . .
Τωόντι υπήρχον εκεί, επί του εδάφους, χείρες κεκομμέναι, και πλησίον των ανθρωπίνων τούτων λειψάνων δίκρανα τινά τεθραυσμένα και άλυσις συντετριμμένη.
Ευτυχώς η κυρία Βέλδων ουδέν είδεν εκ του φρικώδους εκείνου θεάματος.
Ο Χάρρης έμενε κατά μέρος, και εάν τις τον παρετήρει κατ' εκείνην την στιγμήν θα εξεπλήσσετο διά την επελθούσαν εις αυτόν αλλοίωσιν. Η μορφή αυτού είχε τι το θηριώδες.
Ο Δίγγος ήλθε και αυτός πλησίον του Δικ Σανδ, και ενώπιον των αιματοφύρτων εκείνων μελών υλάκτει λυσσωδώς.
Ο δόκιμος πολύν κόπον κατέβαλεν όπως τον αποδιώξη.
Εν τούτοις ο γέρων Τωμ, εις την θέαν των δικράνων εκείνων και της συντετριμμένης εκείνης αλύσεως, έμενεν ακίνητος, ως ει οι πόδες του ερριζώθησαν εν τω εδάφει. Με οφθαλμούς υπερμέτρως ανοικτούς, με χείρας συνεσφιγμένας, παρετήρει, ψιθυρίζων τας ασυναρτήτους ταύτας λέξεις.
— Είδον . . . είδον . . . αυτά τα δίκρανα . . . πολύ μικρός . . . είδον! . . .
— Σιώπα, Τωμ, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ. Χάριν της κυρίας Βέλδων, χάριν όλων ημών, σιώπα.
Και ο δόκιμος παρέσυρεν εκείθεν τον γέροντα μαύρον.
Έτερον μέρος σταθμεύσεως εξελέχθη, ολίγον απωτέρω, και τα πάντα διετέθησαν διά την νύκτα.
Το δείπνον ητοιμάσθη, αλλά μόλις το ήγγισαν. Ο κάματος ήτο υπέρτερος της πείνης. Πάντες διετέλουν υπό την εντύπωσιν απεριγράπτου ανησυχίας προσεγγιζούσης εις τον τρόμον.
Το σκότος επήλθε μικρόν κατά μικρόν. Μετ' ολίγον εγένετο βαθύ. Ο ουρανός ήτο κεκαλυμμένος υπό μεγάλων θυελλωδών νεφών. Μεταξύ των δένδρων, προς τον δυτικόν ορίζοντα, εφαίνετο ανάπτουσαι αστραπαί τινες θερμότητος. Πεσόντος του ανέμου, ουδέν φύλλον εσείετο εις τα δένδρα. Εντελής σιωπή διεδέχετο τους θορύβους της ημέρας, και ηδύνατό τις να πιστεύση ότι η βαρεία ατμόσφαιρα, κορεσθείσα ηλεκτρισμού, καθίστατο ακατάλληλος προς μετάδοσιν των ήχων.
Ο Δικ Σανδ, ο Αυγουστίνος, ο Βαρθολομαίος ηγρύπνουν ομού. Προσεπάθουν να ίδωσι, ν' ακούσωσιν, εν τη βαθεία εκείνη σκοτία, μήπως φως τι οίον δήποτε ή θόρυβός τις ύποπτος θα προσέβαλλε τους οφθαλμούς ή τα ώτα αυτών. Αλλ' ουδέν ετάραττε την ησυχίαν ή την σκοτίαν του δάσους.
Ο Τωμ, ουχί κοιμώμενος, αλλά βεβυθισμένος εις σκέψεις, την κεφαλήν έχων κεκλιμένην, έμενεν ακίνητος, ωσεί προσβληθείς υπό αιφνιδίου τινός κτυπήματος.
Η κυρία Βέλδων ελίκνιζε το τέκνον της εις τας αγκάλας της και αυτό μόνον εσκέπτετο. Μόνος ο εξάδελφος Βενέδικτος εκοιμάτο ίσως, καθότι αυτός μόνος δεν υφίστατο την κοινήν εντύπωσιν. Η δύναμις του προαισθάνεσθαι δεν ήτο ανεπτυγμένη εν αυτώ.
Αίφνης, περί την ενδεκάτην ώραν, ηκούσθη παρατεταμένος και βαρύς βρυχηθμός, αναμεμιγμένος μετά τινος οξυτέρου φρυαγμού.
Ο Τωμ ανεπήδησεν όρθιος και έτεινε την χείρα προς πυκνήν τινα λόχμην απέχουσαν το πολύ έν μίλιον.
Ο Δικ Σανδ έδραξε τον βραχίονά του, αλλά δεν ηδυνήθη να εμποδίση τον Τωμ να κράξη μεγάλη τη φωνή.
— Ο λέων! ο λέων!
Τον βρυχηθμόν εκείνον, τον οποίον πολλάκις είχεν ακούσει κατά την παιδικήν του ηλικίαν, ο γέρων μαύρος τον ανεγνώρισεν
— Ο λέων! επανέλαβεν.
Ο Δικ Σανδ, αδυνατών να συγκρατήση εαυτόν περισσότερον, ώρμησε με την μάχαιραν εις την χείρα προς το μέρος όπου ήτο ο Χάρρης.
Αλλ' ο Χάρρης δεν ήτο πλέον εκεί, μετ' αυτού δε εγένετο άφαντος και ο ίππος του.
Είδος τι αναστατώσεως εγένετο εις το πνεύμα του Δικ Σανδ . . Δεν ήτο εις το μέρος όπου ενόμιζεν ότι ήτο.
Λοιπόν το Πίλγριμ δεν έπεσεν επί της αμερικανικής ακτής. Η νήσος της οποίας ο δόκιμος είχε καθορίσει την θέσιν εν τη θαλάσση δεν ήτο του Πάσχα, αλλά άλλη τις νήσος, κειμένη ακριβώς προς δυσμάς της ηπείρου τούτης, ως η νήσος του Πάσχα κείται προς δυσμάς, της Αμερικής.
Η πυξίς τον είχεν απατήσει επί διάστημά τι του ταξειδίου, και γνωρίζομεν διατί. Παρασυρθείς υπό της τρικυμίας εις σφαλεράν διεύθυνσιν, θα παρέκαμψε το ακρωτήριον Χορν, και από του Ειρηνικού Ωκεανού μετέβη εις τον Ατλαντικόν! Η ταχύτης του πλοίου του, την οποίαν ατελώς μόνον ηδύνατο να υπολογίζη, είχε διαπλασιασθή εν αγνοία του ως εκ της δυνάμεως του ανέμου.
Ιδού διατί τα δένδρα του καουτσού, αι κιγκίνοι, τα προϊόντα της Νοτίου Αμερικής έλειπον εκ της χώρας ταύτης, ήτις δεν ήτο μήτε το οροπέδιον της Ατακάμας, μήτε η βολιβιανή πάμπα.
Ναι, καμηλοπαρδάλεις και ουχί στρουθουκάμηλοι έφυγον εκ του αδένδρου μέρους. Ελέφαντες είχον διέλθει την πυκνήν λόχμην. Ιπποπόταμοι ήσαν εκείνοι των οποίων ο Δικ Σανδ είχε διαταράξει την ησυχίαν υπό τα υψηλά χόρτα. Το δίπτερον το οποίον συνέλαβεν ο Βενέδικτος ήτο το τσετσέ, το φοβερόν εκείνο τσετσέ, του οποίου τα νύγματα θανατώνουσι τα ζώα των συνοδειών.
Τέλος ο ακουσθείς βρυχηθμός εν τω δάσει ήτο βρυχηθμός λέοντος. Και τα δίκρανα εκείνα, αι αλύσεις εκείναι, η παραδόξου σχήματος εκείνη μάχαιρα, ήσαν τα εργαλεία του δουλεμπόρου. Αι ηκρωτηριασμέναι χείρες ήσαν χείρες αιχμαλώτων.
Ο Πορτογάλος Νεγορός και ο Αμερικανός Χάρρης ήσαν συνεννοημένοι.
Και αι τρομεραί αύται λέξεις, αι μαντευθείσαι υπό του Δικ Σανδ, διέφυγον τα χείλη του.
Η Αφρική! Η ισημερινή Αφρική! Η Αφρική των δουλεμπόρων και των δούλων!
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Η ΣΩΜΑΤΕΜΠΟΡΕΙΑ
Η σωματεμπορεία! Ουδείς αγνοεί την έννοιαν της λέξεως ταύτης, ήτις ουδέποτε έπρεπε να εύρη την θέσιν εν τη ανθρωπίνη γλώσση. Το αποτρόπαιον τούτο εμπόριον, επί πολύν χρόνον διαπραττόμενον προς όφελος των ευρωπαϊκών εθνών των κεκτημένων υπερωκεανείους αποικίας, απηγορεύθη προ πολλών ήδη ετών. Εν τούτοις ενεργείται πάντοτε επί μεγάλης κλίμακος, και κυρίως εν τη κεντρική Αφρική. Εν μεσούντι δεκάτω εννάτω αιώνι, η υπογραφή Κρατών τινων εκ των λεγομένων χριστιανικών, λείπει εκ της καταργούσης την δουλείαν συνθήκης.
Ηδύνατό τις να πιστεύση ότι η σωματεμπορεία δεν ενεργείται πλέον, ότι η αγοραπωλησία ανθρωπίνων πλασμάτων έπαυσεν! Αλλά δεν συμβαίνει ούτω, και τούτο πρέπει να γινώσκη ο αναγνώστης, εάν θέλη να αισθανθή μείζον ενδιαφέρον εις το δεύτερον μέρος της ιστορίας ταύτης.
Πρέπει να μάθη τι είναι και νυν τα ανθρωποκυνήγια ταύτα, άτινα απειλούσι να εξερημώσωσιν ολόκληρον ήπειρον χάριν της συντηρήσεως αποικιών τινων, πού και πώς εκτελούνται αι βάρβαροι αύται αρπαγαί, πόσον αίμα στοιχίζουσι, πόσας προκαλούσι πυρκαϊάς και λεηλασίας, τέλος προς όφελος τίνων γίνονται.
Κατά την ΙΕ' εκατονταετηρίδα βλέπομεν διά πρώτην φοράν εξασκουμένην την σωματεμπορείαν των μαύρων και ιδού υπό τίνας περιστάσεις έλαβε την αρχήν της.
Οι Μουσουλμάνοι, αφού εδιώχθησαν εκ της Ισπανίας, κατέφυγον πέραν του στενού επί της αφρικανικής ακτής. Οι Πορτογάλλοι, οίτινες κατείχον τότε τα παράλια εκείνα μέρη, κατεδίωξαν αυτούς λυσσωδώς. Αριθμός τις φυγάδων εκείνων ηχμαλωτίσθη και μετεφέρθη εις Πορτογαλλίαν. Περιελθόντες ούτοι εις δουλείαν, απετέλεσαν τον πρώτον πυρήνα αφρικανικών δούλων, όστις εσχηματίσθη εν τη δυτική Ευρώπη από της χριστιανικής εποχής.
Αλλ οι Μουσουλμάνοι εκείνοι ανήκον κατά το πλείστον εις πλουσίας οικογενείας, αίτινες ηθέλησαν να τους εξαγοράσωσιν αντί μεγάλης τιμής. Οι Πορτογάλοι ηρνήθησαν να δεχθώσι λύτρα, καθότι δεν είχον ανάγκην χρημάτων. Εκείνο όπερ εχρειάζοντο ήτο βραχίονες απαραίτητοι εις την εργασίαν των αρτισυστάτων αποικιών, και συντόμως ειπείν βραχίονες δούλων.
Τότε αι μουσουλμανικαί οικογένειαι, μη δυνάμεναι να εξαγοράσωσι τους αιχμαλώτους συγγενείς των, προσέφερον να τους ανταλλάξωσι διά μεγαλειτέρου αριθμού αφρικανών μαύρων, τους οποίους ευκόλως ηδύναντο να συλλάβωσιν. Η προσφορά εγένετο δεκτή υπό των Πορτογάλων, οίτινες εύρισκον ωφέλειαν εις την τοιαύτην ανταλλαγήν, και τοιουτοτρόπως η σωματεμπορία εγκαθιδρύθη εν Ευρώπη.
Περί τα τέλη της ΙΣΤ' εκατονταετηρίδος η μυσαρά αύτη εμπορεία είχε γίνει γενικώς αποδεκτή, και τα εισέτι βάρβαρα ήθη δεν απετροπιάζοντο αυτήν. Πάντα τα κράτη επροστάτευον αυτήν διά να κατορθώσωσι ταχύτερον και ασφαλέστερον να αποικίσωσι τας Νήσους του Νέου Κόσμου. Τωόντι οι αιθιοπικής καταγωγής δούλοι ηδύναντο ν' ανθέξωσιν εκεί ένθα οι λευκοί, μη εξοικειωμένοι μετά του κλίματος και αδυνατούντες εισέτι να υποφέρωσι την θερμότητα των τροπικών χωρών, θα απέθνησκον κατά χιλιάδας. Η μεταφορά των μαύρων εις τας αποικίας της Αμερικής εγίνετο λοιπόν τακτικώς δι' ειδικών πλοίων, και ο κλάδος ούτος του υπερωκεανείου εμπορίου επέφερε την σύστασιν σπουδαίων γραφείων εις διάφορα μέρη της αφρικανικής ακτής. Το «εμπόρευμα» ήτο εφθηνόν εν τω τόπω της παραγωγής και τα κέρδη ήσαν μεγάλα.
Αλλ' όσον και αν ήτο αναγκαία υπό όλας τας επόψεις η ίδρυσις υπερθαλασσίων αποικιών, δεν ηδύνατο να δικαιολογήση τας αγοράς ταύτας ανθρωπινής σαρκός. Γενναίοι φωναί ηκούσθησαν μετ' ολίγον, αίτινες διεμαρτυρήθησαν κατά της εμπορείας των μαύρων και εζήτησαν παρά των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να ψηφίσωσι την κατάργησιν αυτής εν ονόματι των αρχών της φιλανθρωπίας.
Τω 1751, οι Κουάκεροι ετέθησαν επικεφαλής της καταργητικής εξεγέρσεως εν αυτώ τω κέντρω της βορείου εκείνης Αμερικής, ένθα μετά εκατόν έτη έμελλε να εκραγή ο εμφύλιος πόλεμος, εις ον ουδόλως ήτο ξένον το ζήτημα τούτο της δουλείας.
Διάφορα κράτη της βορείου Αμερικής, η Βιργινία, η Κοννεκτικούτη, η Μασαχουσέτη, η Πενσιλβανία εψήφισαν την κατάργησιν της σωματεμπορείας και απηλευθέρωσαν τους διά μεγάλων δαπανών μεταφερθέντας εις τας γαίας των δούλους.
Αλλ' η εκστρατεία, αρξαμένη από των Κουακέρων, δεν περιωρίσθη εις τας βορείους επαρχίας του Νέου Κόσμου. Οι δουλοκάτοχοι προσεβλήθησαν ζωηρώς μέχρι και πέραν του Ατλαντικού.
Η Γαλλία και η Αγγλία, μάλλον ιδιαιτέρως, εστρατολόγησαν οπαδούς υπέρ της δικαίας ταύτης υποθέσεως:
«Ας χαθώσι μάλλον αι αποικίαι ή μία αρχή!» τοιούτον υπήρξε το γενναίον σύνθημα, όπερ αντήχησεν εν όλω τω παλαιώ κόσμω, και μεθ' όλα τα εις το ζήτημα περιπεπλεγμένα πολιτικά και εμπορικά συμφέροντα, το σύνθημα εκείνο μετεδόθη αποτελεσματικώς εις όλην την Ευρώπην.
Η ώθησις είχε δοθή. Τω 1807, η Αγγλία κατήργησε την σωματεμπορείαν εις τας αποικίας αυτής και τω 1814 ηκολούθησε το παράδειγμα αυτής και η Γαλλία.
Τα δύο ισχυρά έθνη αντήλαξαν επί του αντικειμένου τούτου συνθήκην, ην επεκύρωσεν ο Ναπολέων κατά την εποχήν των Εκατών Ημερών.
Εν τούτοις μέχρι της εποχής εκείνης έτι, ουδέν άλλο ήτο ειμή διακήρυξις καθαρώς θεωριτική. Τα μεταγωγικά των δουλεμπόρων πλοία δεν έπαυον να κενώσι τα «εβένινα φορτία των» εις τους αποικιακούς λιμένας.
Εδέησε λοιπόν να ληφθώσι πρακτικώτερα μέτρα, όπως τεθή τέρμα εις το εμπόριον τούτο. Αι Ηνωμέναι Πολιτείαι τω 1820 εκήρυξαν την σωματεμπορείαν ως πειρατείαν, ως πειράτας δε τους εξασκούντας αυτήν. Ως τοιούτοι διέτρεχον την ποινήν του θανάτου, και κατεδιώκοντο αμειλίκτως. Η Γαλλία προσεχώρησεν αμέσως εις την νέαν ταύτην συνθήκην.
Αλλ' αι πολιτείαι της νοτίας Αμερικής, αι Ισπανικαί και αι πορτογαλικαί αποικίαι δεν ανεμίχθησαν εις την συνθήκην της καταργήσεως και η εξαγωγή των μαύρων εξηκολούθησε προς όφελός των, μεθ' όλων το γενικώς αναγνωρισθέν δικαίωμα επισκέψεως, όπερ περιωρίζετο εις την επαλήθευσιν της σημαίας των υπόπτων πλοίων.
Εν τούτοις ο νέος περί κατεργήσεως νόμος δεν έσχε δύναμιν αναδρομικήν. Ναι μεν δεν εγίνοντο νέοι δούλοι, αλλ' οι αρχαίοι δεν ανέκτησαν εισέτι την ελευθερίαν των.
Εν ταις περιστάσεσιν ταύταις η Αγγλία έδωκε το παράδειγμα. Τη 14 Μαΐου 1833, γενική διακήρυξις απηλευθέρωσεν όλους τους μαύρους των αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας, και κατ' Αύγουστον του 1838 εξακόσιαι εβδομήκοντα χιλιάδες δούλοι εκηρύχθησαν ελεύθεροι.
Μετά δέκα έτη, τω 1818, η δημοκρατία απηλευθέρου τους δούλους των Γαλλικών αποικιών, ήτοι διακοσίας εξήκοντα χιλιάδες μαύρων.
Τω 1850, ο εκραγείς μεταξύ των ανθενωτικών και των ομοσπονδιακών πόλεμος, συμπληρών το της απελευθερώσεως έργον, επεξέτεινεν αυτό καθ' όλην την Βόρειον Αμερικήν.
Αι τρεις λοιπόν μεγάλαι δυνάμεις είχον εκπληρώσει το φιλάνθρωπον τούτο έργον. Ταύτην την στιγμήν, η σωματεμπορεία δεν εξασκείται πλέον ειμή προς όφελος των ισπανικών ή πορτογαλικών αποικιών, και χάριν των αναγκών των πληθυσμών της Ανατολής, τουρκικών ή αραβικών. Η Βραζιλία, εάν δεν απέδωκεν εισέτι την ελευθερίαν εις τους αρχαίους αυτής δούλους, τουλάχιστον δεν δέχεται πλέον νέους, και τα τέκνα των μαύρων γεννώνται εκεί ελεύθερα.
Εις τα ενδότερα της Αφρικής, ένεκα των αιματηρών εκείνων πολέμων τους οποίους οι αφρικανοί αρχηγοί διεξάγουσι προς αλλήλους χάριν του ανθρωποκυνηγίου τούτου, φυλαί ολόκληραι περιήλθον εις κατάστασιν δουλείας. Δύο αντίθετοι διευθύνσεις εδόθησαν τότε εις τας συνοδείας, η μεν προς δυσμάς, προς την πορτογαλικήν αποικίαν της Αγγόλας, η δε προς ανατολάς, προς την Μοζαμβίκην. Εκ των δυστυχών εκείνων πλασμάτων, των οποίων ελάχιστον μόνον μέρος φθάνει εις τον προς ον όρον, άλλα μεν αποστέλλοντο είτε εις Κούβαν, είτε εις Μαδαγασκάρην, άλλα δε εις τας αραβικάς ή τουρκικάς επαρχίας της Ασίας, εις την Μέκκαν ή εις την Μασκάτην. Τα αγγλικά και τα γαλλικά καταδρομικά δεν δύνανται ειμή εν ασθενεστέρω μέτρω να παρακωλύσωσι το εμπόριον τούτο, τοσούτον δυσχερής είναι η αποτελεσματική επιτήρησις των απεράντων εκείνων παραλίων.
Αλλ' είναι άρα γε εισέτι μέγας ο αριθμός των μυσαρών τούτων εξαγωγών;
Ναι! Υπολογίζεται ότι ογδοήκοντα χιλιάδες δούλοι φθάνουσιν εις το παράλιον, και ο αριθμός ούτος, ως φαίνεται δεν παριστά ειμή το δέκατον των φονευομένων ιθαγενών.
Μετά τας φρικώδεις ταύτας σφαγάς, οι λεηλατηθέντες αγροί μένουσιν έρημοι, αι πυρποληθείσαι κώμαι μένουσαι κεναί κατοίκων, οι ποταμοί κυλίουσι πτώματα, τα άγρια θηρία νέμονται την χώραν. Ο Λίβιγγστων, την επιούσαν των ανθρωποκυνηγίων τούτων, δεν ανεγνώριζε πλέον τας επαρχίας τας οποίας είχεν επισκεφθή πρό τινων μηνών.
Τα αυτά λέγουσι και πάντες οι άλλοι περιηγηταί, ο Γραντ, ο Σπέκε, ο Βούρτων, ο Καμερών, ο Στάνλεϋ, περί του δασώδους εκείνου οροπεδίου της κεντρικής Αφρικής, κυρίου θεάτρου των προς αλλήλους πολέμων των αρχηγών.
Εν τη ζώνη των μεγάλων λιμνών, επί όλης της ευρείας εκείνης χώρας ήτις τροφοδοτεί την αγοράν της Ζανζιβάρης, εν τω Βορνού και Φεζάν νοτιώτερον, επί των οχθών του Νυάσα και του Ζαμβέση δυτικώτερον, εν τοις διαμερίσμασι του άνω Ζαΐρου, το όποια διήλθε προ ολίγου ο τολμηρός Στάνλεϋ, το αυτό θέαμα, καταστροφαί, σφαγαί, ερημώσεις.
Δεν θα τελειώση λοιπόν η αιχμαλωσία εν τη Αφρική ειμή μετά της εξαφανίσεως της μελαίνης φυλής, και θα πάθη αύτη ό,τι έπαθεν η αυστραλιακή φυλή εν τη Νέα Ολλανδία!
Αλλ' η αγορά των ισπανικών και των πορτογαλλικών αποικιών θα κλείση ημέραν τινά, ο ποταμός ούτος θα στειρεύση· πεπολιτισμένοι λαοί δεν δύνανται πλέον ν' ανέχωνται την σωματεμπορείαν!
Ναι, βεβαίως, και το έτος τούτο μάλιστα, 1878, πρέπει να ίδη την απελευθέρωσιν όλων των κατεχομένων εισέτι υπό των χριστιανικών κρατών δούλων.
Εν τούτοις επί πολλά εισέτι έτη, τα μουσουλμανικά έθνη θα διατηρώσι το εμπόριον τούτο το εξερημούν την αφρικανικήν ήπειρον.
Τωόντι προς αυτά διευθύνεται η σπουδαιοτέρα μετανάστευσις μαύρων, αφού ο αριθμός των ιθαγενών των αποσπωμένων εκ των επαρχιών των και διευθυνομένων προς την ανατολικήν ακτήν, υπερβαίνει κατ' έτος τας τεσσαράκοντα χιλιάδας.
Πολύ προ της εκστρατείας εις Αίγυπτον, οι μαύροι του Σεναάρ επωλούντο κατά χιλιάδας εις τους μαύρους του Δαρφούρ, και τανάπαλιν.
Ο στρατηγός Βοναπάρτης ηδυνήθη μάλιστα ν' αγοράση μέγαν αριθμόν εκ των μαύρων τούτων, τους οποίους διωργάνωσεν ως στρατιώτας κατά τον τρόπον των μαμελούκων.
Έκτοτε, κατά την εκατοενταετηρίδα ταύτην της οποίας διέρρευσαν ήδη τα τέσσαρα πέμπτα, το εμπόριον των δούλων δεν ηλαττώθη εν Αφρική. Εξ εναντίας.
Και τωόντι, ο ισλαμισμός είναι εύνους προς την σωματεμπορείαν. Εδέησεν όπως ο μαύρος δούλος αντικαταστήση εν ταις μουσουλμανικαίς επαρχίαις τον άλλοτε λευκόν δούλον. Τούτου ένεκα οι πάσης προελεύσεως δουλέμποροι εξασκούσιν εν εκτάσει την αποτρόπαιον ταύτην συναλλαγήν και συμπληρούσι τας φυλάς ταύτας, αίτινες σβένυνται και θα εξαφανισθώσιν ημέραν τινά, επειδή δεν αναγεννώνται εκ της εργασίας. Οι δούλοι ούτοι, ως και κατά την εποχήν του Βοναπάρτου, γίνονται πολλάκις στρατιώται. Παρά τισι λαοίς του άνω Νίγειρος, απαρτίζουσι κατά το ήμισυ τους στρατούς των αφρικανών ηγεμόνων. Υπό τας συνθήκας ταύτας, η τύχη αυτών δεν είναι επαισθητώς κατωτέρα της των ελευθέρων ανδρών.
Άλλως τε δε όταν ο δούλος δεν είναι στρατιώτης, είναι νόμισμα όπερ κυκλοφορεί και εν αυτή τη Αιγύπτω και εν τω Βορνού, αξιωματικοί δε και υπάλληλοι πληρώνονται διά του νομίσματος τούτου. Ο Γουλιέλμος Λεζάν το είδε και το είπε.
Τοιαύτη λοιπόν η παρούσα κατάστασις της σωματεμπορείας.
Πρέπει άρα γε να προσθέσωμεν ότι πολλοί πράκτορες των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων δεν αισχύνονται να δεικνύωσι προς το εμπόριον τούτο λυπηράν επιείκειαν; Εν τούτοις ουδέν αληθέστερον, και ενώ τα καταδρομικά επιτηρούσι τας ακτάς του Ατλαντικού και του Ινδικού ωκεανού, η συναλλαγή εκτελείται κανονικώς εν τω εσωτερικώ, αι συνοδείαι οδεύουσιν υπό τα όμματα υπαλλήλων τινών, αι σφαγαί καθ' ας δέκα μαύροι απόλλυνται, όπως προμηθεύσωσιν ένα δούλον εκτελούνται καθ' ωρισμένας εποχάς!
Ούτω δύναταί τις τώρα να εννοήση ποίαν τρομεράν σημασίαν ενείχον αι λέξεις ας επρόφερεν ο Δικ Σανδ:
— Η Αφρική! η τροπική Αφρική! Η Αφρική των δουλεμπόρων και των δούλων!
Δεν ηπατάτο. Ήτο η Αφρική μεθ' όλων αυτής των κινδύνων διά τους συντρόφους του και δι' αυτόν.
Αλλ' εις ποίον μέρος της αφρικανικής ηπείρου ανεξήγητον πεπρωμένον τον ηνάγκασε να ριφθή; Προδήλως εις την δυτικήν ακτήν, και επιβαρυντική περίπτωσις, ο νέος δόκιμος ώφειλε να σκεφθή ότι το «Πίλγριμ» εξώκειλεν ακριβώς επί της παραλίας της Αγγόλας, ένθα αφικνούνται αι συνοδείαι αι υπηρετούσαι όλον εκείνο το μέρος της Αφρικής.
Εκεί ήτο τωόντι. Ήτο η χώρα εκείνη ην ο Καμερών προς νότον και ο Στάνλεϋ προς άρκτον έμελλον να διέλθωσι μετά τινα έτη μετά πολλού κινδύνου. Εκ της ευρυτάτης εκείνης γης, ήτις απαρτίζεται εκ τριών επαρχιών, της Βενεγουέλας, του Κόγγου και της Αγγόλας, τότε μόνον η παραλία ήτο γνωστή. Εκτείνεται δε αύτη από της Νούρσης μεσημβρινώς μέχρι του Ζαΐρου αρκτικώς, και δύο πόλεις σχηματίζουσιν εκεί δύο λιμένας, η Βενεγουέλα και ο Άγιος Παύλος της Λοάνδας, προτεύουσα της αποικίας, ήτις ανήκει εις την Πορτογαλίαν.
Εις τα ενδότερα, η χώρα ήτο τότε σχεδόν άγνωστος. Ολίγιστοι περιηγηταί ετόλμησαν να ριψοκινδυνεύσωσιν εις αυτήν.
Κλίμα λοιμώδες, γαίαι θερμαί και υγραί γεννώσαι πυρετούς, ιθαγενείς βάρβαροι ών τινες είναι εισέτι ανθρωποφάγοι, ο αδιάκοπος πόλεμος μεταξύ των φυλών, η δυσπιστία των δουλεμπόρων προς πάντα ξένον θέλοντα να εισδύση εις τα μυστικά του ατίμου εμπορίου των, τοιαύται αι δυσχέρειαι ας οφείλει τις να υπερπηδήση, τοιούτοι οι κίνδυνοι τους οποίους οφείλει να κατανικήση εν τη επαρχία ταύτη της Αγγόλας, μια των πλέον επικινδύνων της ισημερινής Αφρικής.
Ο Τούκεϋ, τω 1876, είχεν αναπλεύσει τον Κόγγον μέχρι πέραν των καταρακτών του Υελλάλα, αλλ' επί περιφερείας διακοσίων μόλις μιλίων.
Η μικρά αύτη εκδρομή δεν ηδύνατο να παράσχη σπουδαίαν γνώσιν της χώρας, και εν τούτοις επέφερε τον θάνατον των πλείστων επιστημόνων και αξιωματικών, των αποτελούντων την αποστολήν.
Μετά τριάκοντα και επτά έτη ο δόκτωρ Λίβιγγστων επροχώρησεν από του ευέλπιδος ακρωτηρίου μέχρι του άνω Ζαμβέση.
Εκείθεν, κατά μήνα Νοέμβριον του 1853, μετά τόλμης απαραδειγματίστου διέσχισε την Αφρικήν από νότου προς τα βορειοδυτικά, υπερέβη τον Κοάγγον, ένα των ομόρρων του Κόγγου, και έφθασε την 31 Μαΐου 1854 εις Άγιον Παύλον της Λοάνδας.
Τότε εγένετο η πρώτη είσοδος εν τω αγνώστω της μεγάλης πορτογαλικής αποικίας.
Μετά δεκαοκτώ έτη, δύο τολμηροί εξερευνηταί έμελλον να διέλθωσι την Αφρικήν απ' ανατολών προς δυσμάς και να εξέλθωσι, ο μεν προς νότον, ο δε προς βορράν της Αγγόλας, διατρέχοντες ανηκούστους δυσχερείας.
Ο πρώτος χρονολογικώς είναι ο υποπλοίαρχος του αγγλικού ναυτικού Βέρνεϋ Χόβετ Καμερών. Τω 1872 είχον λόγους να πιστεύωσιν ότι η εκστρατεία του Αμερικανού Στάνλεϋ, εκπεμφθείσα προς αναζήτησιν του Λιβιγγστώνος εν τη χώρα των μεγάλων λιμνών, είχε τα μέγιστα διακινδυνεύσει.
Ο υποπλοίαρχος Καμερών προσεφέρθη να ανακαλύψη τα ίχνη αυτού. Η προσφορά εγένετο δεκτή. Ο Καμερών, συνοδευόμενος υπό του ιατρού Διλλών, του υποπλοιάρχου Κεκιλίου Μούρφη και του Ροβέρτου Μόφατ, ανεψιού του Λιβιγγστώνος, ανεχώρησεν εκ Ζανζιβάρης.
Αφού διήλθε το Ούγογον, συνήντησε το σώμα του Λιβιγγστώνος όπερ οι πιστοί αυτού υπηρέται επανέφερον εις την ανατολικήν ακτήν. Εξακολουθών τότε την προς δυσμάς πορείαν του μετά της ακλονήτου θελήσεως να μεταβή από της μιας παραλίας εις την άλλην, διήλθε την Ουνυανυεμβέ, την Ουγούνδαν, την Ταχουλέ ένθα συνέλεξε τα έγγραφα του μεγάλου περιηγητού, και υπερέβη την Ταγκανίκαν, τα όρη του Βαμβαρέ, τον Λουαλάβαν του οποίου δεν ηδυνήθη να καταπλεύση το ρεύμα. Αφού δε επεσκέφθη όλας εκείνας τας υπό του πολέμου καταστραφείσας και υπό της σωματεμπορείας ερημωθείσας επαρχίας, την Κιλέμβαν, την Ουρούαν, τας πηγάς του Λομανέ, την Ουλούδαν, και την Λοβαλέ, αφού διήλθε την Κοάνζαν και τα απέραντα αυτής δάση, εν οις ο Χάρρης παρεπλάνησε τον Δικ Σανδ και τους συνοδούς αυτού, ο δραστήριος Καμερών είδε τέλος τον Ατλαντικόν ωκεανόν και έφθασεν εις Άγιον Φίλιππον της Βενεγουέλας.
Η περιοδεία αύτη διήρκεσε τρία έτη και τέσσαρες μήνας, απέθανον δε κατ' αυτήν δύο των συντρόφων του, ο ιατρός Διλλών και ο Ροβέρτος Μόφατ.
Τον Άγγλον Καμερών έμελλεν αμέσως σχεδόν να διαδεχθή ο Αμερικανός Ερρίκος Μόρελανδ Στάνλεϋ εν τη οδώ ταύτη των ανακαλύψεων.
Είναι γνωστόν ότι ο ακάματος ούτος ανταποκριτής του Κήρυκος της Νέας Υόρκης, αποσταλείς προς αναζήτησιν του Λιβιγγιστώνος, τον επανεύρε τη 30 Οκτωβρίου 1871 εις Ουζιζί παρά τας όχθας της λίμνης Ταγκανίκας.
Αλλ' ότι τοσούτον επιτυχώς εξετέλεσεν υπό έποψιν φιλανθρωπίας, ο Στάνλεϋ ηθέλησε να το επαναλάβη και προς το συμφέρον της γεωγραφικής επιστήμης. Σκοπός αυτού τότε ήτο η τελεία εξερεύνησις του Λουαλάβα, ον μόλις είχεν ίδει πρότερον.
Ο Καμερών περιεπλανάτο εισέτι εις τας επαρχίας της κεντρώας Αφρικής, ότε ο Στάνλεϋ κατά Νοέμβριον του 1874, κατελίμπανε το Βαγαμόγιον επί της ανατολικής ακτής, ανεχώρει μετά είκοσι και ένα μήνα, τη 24 Αυγούστου 1876, εκ του Ουζιζί, δεκατισθέντος εκ της επιδημίας της ευλογίας, εξετέλει εις εβδομήκοντα και τέσσαρας ημέρας τον διάπλουν της λίμνης Νυανγουέ, μεγάλης αγοράς δούλων ην είχον ήδη επισκεφθή ο Λίβιγγστων και ο Καμερών, και παρίστατο εις τας φρικώδεις σκηνάς των αρπαγών των ανθρώπων εκτελουμένων εν τη χώρα του Μαρουγγού και των Μανυεμά υπό των αξιωματικών του σουλτάνου της Ζανζιβάρης.
Ο Στάνλεϋ ηδυνήθη τότε να εξακριβώση το ρεύμα του Λουαλάβα και να κατέλθη αυτόν μέχρι των εκβολών του.
Εκατόν τεσσαράκοντα φορείς, μισθωθέντες εις Νυανγουέ, και δεκαεννέα πλοία απετέλουν το υλικόν και το προσωπικόν της εκστρατείας του. Ευθύς εξ αρχής εδέησε να πολεμήσωσι τους ανθρωποφάγους του Ουκουζού, και ευθύς εξ αρχής να μετακομίσωσι φορηδόν τας λέμβους ίνα παρακάμψωσιν αδιαβάτους καταρράκτας.
Υπό τον ισημερινόν, εις το μέρος ένθα ο Λουαλάβας στρέφεται προς το βορειανατολικόν, πεντήκοντα τέσσαρες λέμβοι επιβαινόμεναι υπό πολλών εκατοστύων ιθαγενών προσέβαλον τον στολίσκον του Στάνλεϋ, όστις κατώρθωσε να τους τρέψη εις φυγήν.