Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Part 14

Chapter 143 wordsPublic domain

Αλλά, εάν η χώρα εφαίνετο εγκαταλελειμμένη υπό του ανθρώπου, τα ζώα ενεφανίζοντο συχνότερα κατά τας τελευταίας ημέρας. Ηκούοντο ενίοτε είδος μακράς θρηνώδους, κραυγής ην ο Χάρρης απέδιδεν εις χονδρά τινα βραδυπόρα ζώα φωλεύοντα εις τα δασώδη εκείνα μέρη καλούμενα άις.

Την ημέραν εκείνην, κατά την μεσημβρινήν στάθμευσιν, συριγμός τις ηκούσθη εις τον αέρα, όστις διά το παράδοξον αυτού επροξένησεν ανησυχίαν τινα εις την κυρίαν Βέλδων.

— Τι είναι; ηρώτησεν αύτη αναγειρομένη ταχέως.

— Είναι όφις! ανέκραξεν ο Δικ Σανδ, δραμών μετά του όπλου του προ της κυρίας Βέλδων.

Τωόντι υπήρχε φόβος μήπως ερπετόν τι ωλίσθησεν εις τα χόρτα μέχρι του μέρους της σταθμεύσεως. Ουδόλως παράδοξον εάν ήτο μέγας τις σούκουρος, είδος βόα, του οποίου το μήκος είναι ενίοτε τεσσαράκοντα ποδών.

Αλλ' ο Χάρρης ανεκάλεσεν αμέσως τον Δικ Σανδ, τον οποίον οι μαύροι ηκολούθουν ήδη και καθησύχασε την κυρία Βέλδων.

Κατ' αυτόν, το σύριγμα εκείνο δεν προήλθεν από σούκουρον, καθότι ο όφις ούτος δεν συρίζει· αλλ' εμαρτύρει την παρουσίαν αβλαβών τίνων τετραπόδων, πολυαρίθμων εν εκείνη τη χώρα.

— Ησυχάσατε λοιπόν, είπε, και μη κάμετε κίνημά τι δυνάμενον να φοβήση τα ζώα ταύτα.

— Αλλά τι ζώα είναι; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ, όστις ενόμιζε καθήκον συνειδήσεως να ερωτά και να αναγκάζη τον Αμερικανόν να ομιλή, όστις άλλως τε δεν είχεν ανάγκην παρακλήσεων, όπως αποκρίνεται.

— Είναι αντιλόπαι, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης·

— Ω! πώς ήθελα να τας έβλεπα! ανέκραξεν ο Ζακ.

— Είναι πολύ δύσκολον, μικρόν μου ανθρωπάκι απήντησεν ο Αμερικανός, πολύ δύσκολον.

— Ίσως ειμπορούμεν να τας πλησιάσωμεν αυτάς τας συριγούσας αντιλόπας, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ.

— Ω τρία μόνον βήματα εάν προχωρήσετε, απεκρίθη ο Αμερικανός, σείων την κεφαλήν, όλη η αγέλη θα φύγη. Σας προτρέπω λοιπόν να μη ενοχληθήτε.

— Αλλ' ο Δικ Σανδ είχε τους λόγους του να είναι περίεργος. Ηθέλησε να ίδη, και κρατών το όπλον του εισέδυσεν εις τα χόρτα. Πάραυτα, δωδεκάς χαριεστάτων κεμάδων μετά μικρών και οξέων κεράτων διήλθον με ταχύτητα σίφωνος. Το τρίχωμα αυτών, ζωηρού πυρρού χρώματος, διέγραψε νέφος πύρινον υπό τα υψηλά φυλλώματα του δάσους.

— Σας είχον προειδοποιήση, είπεν ο Χάρρης όταν ο δόκιμος επέστρεψεν εις την θέσιν του.

Εάν τας ταχύποδας εκείνας αντιλόπας δεν ηδυνήθησαν ούτοι να διακρίνωσι, τας διέκρινον όμως άλλαι αγέλαι ζώων αίτινες ενεφανίσθησαν κατά την αυτήν ημέραν. Τα ζώα εκείνα ηδυνήθησαν να τα ίδωσιν, αμυδρώς μεν είναι αληθές, αλλ' η εμφάνισις αυτών επέφερε παράδοξον φιλονικίαν μεταξύ του Χάρρη καί τινων εκ των οπαδών του.

Το μικρόν σώμα, περί την τετάρτην ώραν της εσπέρας, εστάθη επί τινας στιγμάς πλησίον ανοικτού τινος μέρους, ότε τρία ή τέσσαρα ζώα ευμεγέθη εξήλθον έκ τινος λόχμης, εκατόν βήματα περίπου μακράν και έφυγον μετά μεγάλης ταχύτητος.

Μεθ' όλας τας συστάσεις του Αμερικανού, την φοράν ταύτην ο δόκιμος, στηρίξας το όπλον επί του ώμου, επυροβόλησε καθ' ενός των ζώων εκείνων. Αλλά καθ' ήν στιγμήν το βλήμα ερρίπτετο, ο Χάρρης απώθησε ζωηρώς το όπλον, ο δε Δικ Σανδ όσον και αν ήτο δεξιός σκοπευτής απέτυχε του σκοπού του.

— Μη πυροβολισμούς! είπεν ο Αμερικανός.

— Ε δα! αλλ' είναι καμηλοπαρδάλεις! ανέκραξεν ο Δικ Σανδ, χωρίς να δώση άλλην απάντησιν εις την παρατήρησιν του Χάρρη.

— Καμηλοπαρδάλεις! είπεν ο Ζακ ανορθούμενος επί του εφιππίου. Πού είναι αυτά τα μεγάλα ζώα;

— Καμηλοπαρδάλεις! απεκρίθη η κυρία Βέλδων. Απατάσαι, φίλτατε Δικ. Δεν υπάρχουσι καμηλοπαρδάλεις εν Αμερική.

— Τωόντι, είπεν ο Χάρρης, όστις εφαίνετο καταπεπληγμένος, δεν είναι δυνατόν να υπάρχωσι καμηλοπαρδάλεις ενταύθα.

— Αλλά τότε; . . . είπεν ο Δικ Σανδ.

— Δεν ηξεύρω αληθώς τι να σκεφθώ, είπεν ο Χάρρης. Μήπως νέε μου φίλε, σας ηπάτησαν οι οφθαλμοί σας, και τα ζώα ταύτα είναι στρουθοκάμηλοι;

— Στρουθοκάμηλοι! επανέλαβεν ο Δικ Σανδ και η κυρία Βέλδων παρατηρούντες αλλήλους έκθαμβοι

— Ναι, απλαί στρουθοκάμηλοι, επανέλαβεν ο Χάρρης.

— Αλλ' αι στρουθοκάμηλοι, είναι πτηνά, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, και επομένως έχουσι δύο μόνον πόδας.

— Λοιπόν, απεκρίθη ο Χάρρης, ακριβώς ενόμισα ότι τα ζώα ταύτα τα οποία έφυγον τόσω ταχέως ήσαν δίποδα.

— Δίποδα! είπεν ο δόκιμος.

— Νομίζω ότι διέκρινα καλώς ζώα τετράποδα, είπε τότε η κυρία Βέλδων.

— Και εγώ ωσαύτως, προσέθηκεν ο γέρων Τωμ, του οποίου τους λόγους εβεβαίωσαν ο Βαρθολομαίος, ο Ακτέων και ο Αυγουστίνος.

— Στρουθοκάμηλοι με τέσσαρας πόδας! ανέκραξεν ο Χάρρης ανακαγχάζων. Τούτο θα ήτο πολύ αστείον!

— Λοιπόν επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, ενομίσαμεν ότι ήσαν καμηλοπαρδάλεις, και ουχί στρουθοκάμηλοι.

— Όχι, νέε μου φίλε, όχι, είπεν ο Χάρρης, Βεβαίως δεν είδετε καλώς. Τούτο εξηγείται εκ της ταχύτητος μεθ' ής έφυγον τα ζώα ταύτα. Άλλως τε δε πολλάκις συνέβη εις κυνηγούς ν' απατηθώσιν ως υμείς και καλή τη πίστει μάλιστα.

Ό,τι, έλεγεν ο Αμερικανός ήτο λίαν πιθανόν. Μεταξύ ευσώμου στρουθοκαμήλου και μεσαίου αναστήματος καμηλοπαρδάλεως, εάν τας βλέπη τις έκ τινος αποστάσεως, δύναται ευκόλως ν' απατηθή. Είτε πρόκειται περί ράμφους, είτε πρόκειται περί ρύγχους, αμφότερα ταύτα προσκεκολλημένα εις το άκρον μακρού λαιμού ανεστραμμένου προς τα οπίσω, και επί τέλους δύναταί τις να είπη ότι η στρουθοκάμηλος ουδέν άλλο είναι ή ημικαμηλοπάρδαλις.

Δεν ελλείπουσιν απ' αυτής ειμή οι οπίσθιοι πόδες. Λοιπόν το δίπουν τούτο και το τετράπουν τούτο, διερχόμενα ταχέως και απροσδοκήτως, δύνανται εν μεγάλη ανάγκη να εκληφθώσι το έν αντί του άλλου.

Άλλως τε δε, η καλλιτέρα απόδειξις ότι η κυρία Βέλδων και οι άλλοι ηπατώντο, είναι ότι δεν υπάρχουσι καμηλοπαρδάλεις εν Αμερική·

Ο Δικ Σανδ εποίησε τότε την εξής σκέψιν:

— Αλλ' ενόμιζον ότι μήτε στρουθοκάμηλοι μήτε καμηλοπαρδάλεις ευρίσκοντο εις τον Νέον Κόσμον.

— Μάλιστα, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης, και ακριβώς η Νότιος Αμερική κέκτηται ιδιαίτερόν τι είδος. Εις το είδος τούτο ανήκει ο νανδού, τον οποίον είδετε προ ολίγου.

Ο Χάρρης έλεγε την αλήθειαν. Ο νανδού είναι ιμαντόπους κοινότατος ες τας πεδιάδας της Νοτίου Αμερικής, και το κρέας αυτού, όταν είναι νέος, είναι καλόν εις γεύσιν.

Το ισχυρόν τούτο ζώον, του οποίου το ανάστημα υπερβαίνει ενίοτε τα δύο μέτρα, έχει το ράμφος ευθύ, τας πτέρυγας μακράς και εσχηματισμένας εκ πτερών πυκνών χρώματος υποκυάνου, οι δε πόδες αυτού σχηματίζονται εκ τριών δακτύλων ωπλισμένων δι' ονύχων, — τούθ' όπερ το διακρίνει ουσιωδώς από των στρουθοκαμήλων της Αφρικής.

Αι ακριβέσταται αύται λεπτομέρειαι εδόθησαν υπό του Χάρρη, όστις εφαίνετο λίαν ειδήμων των έξεων του νανδού. Η δε κ. Βέλδων και οι μετ' αυτής εδέησε να ομολογήσωμεν ότι είχον απατηθή.

— Άλλως τε δε, προσέθηκεν ο Χάρρης, πιθανόν να συναντήσωμεν και άλλην αγέλην εκ τούτων των στρουθοκαμήλων. Λοιπόν, την φοράν ταύτην παρατηρήσατε καλλίτερον, και μη υποπέσετε πάλιν εις την απάτην να εκλάβετε τα πτηνά ως τετράποδα. Προ πάντων όμως, νέε μου φίλε, μη λησμονήτε τας συστάσεις μου, και μη πυροβολήτε κατ' ουδενός ζώου. Δεν έχομεν ανάγκην να θηρεύωμεν διά να προμηθευώμεθα ζωοτροφίας, και, το επαναλαμβάνω, δεν πρέπει έκρηξις πυροβόλου να αναγγείλη την παρουσίαν ημών εις το δάσος τούτο.

Εν τούτοις ο Δικ Σανδ έμενε σκεπτικός. Έτι άπαξ, αμφιβολία τις εγένετο εν τω πνεύματι αυτού.

Την επιούσαν, 17 Απριλίου, η πορεία επανελήφθη, και ο Αμερικανός εβεβαίωσεν ότι μετά παρέλευσιν είκοσι και τεσσάρων ωρών η μικρά συνοδεία θα ευρίσκετο εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς.

— Εκεί, κυρία Βέλδων, θα λάβετε όλας τας απαιτουμένας εις την θέσιν σας περιποιήσεις, και ημέραι τινές αναπαύσεως θα σας αναζωογονήσωσι καθ' ολοκληρίαν. Ίσως δεν θα εύρετε εις την έπαυλιν εκείνην την πολυτέλειαν εις ην έχετε συνηθίσει εις την εν Αγίω Φραγκίσκω κατοικίαν σας, αλλά θα ιδήτε ότι αι καλλιεργητικοί ημών εργασίαι δεν είναι πτωχαί, και ότι δεν ήμεθα εντελώς άγριοι.

— Κύριε Χάρρη, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, εάν δεν έχομεν άλλο να σας προσφέρωμεν ειμή ευχαριστίας διά την γενναίαν υμών συνδρομήν, τουλάχιστον σας προσφέρομεν αυτάς εξ όλης καρδίας. Ναι! ήτο καιρός πλέον να φθάσωμεν.

— Εκουράσθητε πολύ, κυρία Βέλδων;

— Εγώ, αδιάφορον, απεκρίθη η κυρία Βέλδων, αλλά βλέπω ότι ο μικρός μου Ζακ εξαντλείται ολίγον κατ' ολίγον. Κατά τινας ώρας αρχίζει να τον καταλαμβάνη ο πυρετός.

— Ναι, είπεν ο Χάρρης, και μολονότι το κλίμα του οροπεδίου τούτου είναι υγιεινότατον, πρέπει όμως να ομολογήσωμεν ότι κατά τον Μάρτιον και τον Απρίλιον επικρατούσι διαλείποντες πυρετοί.

— Βεβαίως, είπεν τότε ο Δικ Σανδ, αλλ' ωσαύτως η φύσις, ήτις πάντοτε και πανταχού είναι προνοητική, έθεσε το φάρμακον πλησίον του κακού.

— Και πώς τούτο, νέε μου φίλε; ηρώτησεν ο Χάρρης, όστις εφαίνετο μη εννοών.

— Δεν ευρισκόμεθα λοιπόν εις την χώραν των κιγκινών; απεκρίθη ο Δικ Σανδ.

— Τωόντι, είπεν ο Χάρρης, έχετε εντελώς δίκαιον. Τα δένδρα τα παράγοντα τον πολύτιμον αντιπυρετικόν φλοιόν εδώ έχουσι την πατρίδα των.

— Εκπλήττομαι μάλιστα, προσέθετο ο Δικ Σανδ, πώς δεν είδομεν έτι μήτε έν.

— Α! νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης, τα δένδρα ταύτα δεν διακρίνονται ευκόλως. Καίτοι έχουσιν ύψος πολύ, φύλλα μεγάλα και άνθη ρόδινα και ευώδη, δεν τα ανακαλύπτει τις ευκόλως. Σπάνιον είναι να ευρεθώσι συμπεπυκνωμένα. Μάλλον είναι διεσπαρμένα εις τα δάση, και οι Ινδοί, οίτινες συλλέγουσι την κιγκίναν, δεν δύνανται να τα διακρίνωσιν ειμή εκ του πρασίνου φυλλώμματός των.

— Κύριε Χάρρη, είπεν η κυρία Βέλδων, εάν ιδήτε δένδρον τι εξ αυτών, να με το δείξητε.

— Βεβαίως, κυρία Βέλδων, αλλ' εις την έπαυλιν θα εύρετε θιεικήν κινίνην. Αυτή είναι πολύ προτιμωτέρα ή ο απλούς φλοιός προς θεραπείαν του πυρετού (14).

Η τελευταία εκείνη ημέρα της οδοιπορίας παρήλθεν άνευ συμβάντος τινός. Ήλθεν η εσπέρα και η νυκτερινή στάθμευσις διωργανώθη ως το σύνηθες. Μέχρι τότε, δεν είχε βρέξει, αλλ' ο καιρός έτεινε να μεταβληθή, καθότι θερμή αναθυμίασις υψώθη από του εδάφους και μετ' ολίγον εσχημάτισε πυκνήν ομίχλην.

Πράγματι επλησίαζεν η εποχή των βροχών. Ευτυχώς την επιούσαν, άνετον καταφύγιον θα προσεφέρετο φιλοξένως εις την μικράν συνοδείαν. Ολίγισται ώραι έμενον να παρέλθωσιν.

Ει και κατά τον Χάρρην, όστις έκαμε τους υπολογισμούς του επί τη βάσει του χρόνου καθ' όν διήρκεσεν η οδοιπορία, δεν απείχον της επαύλεως πλειότερον των έξ μιλίων, ελήφθησαν όμως διά την νύκτα αι συνήθεις προφυλάξεις. Ο Τωμ και οι σύντροφοί του έπρεπε να φρουρώσι διαδοχικώς. Ο Δικ Σανδ επέμεινε να μη επέλθη ουδεμία μεταβολή. Πλειότερον ή άλλοτε ήθελε να διατηρήση την συνήθη φρόνησίν του, καθότι τρομερά υπόνοια εγεννήθη εις το πνεύμα του· δεν ήθελεν όμως έτι να είπη τι.

Η κατάκλισις εγένετο παρά τας ρίζας συστάδος μεγάλων δένδρων. Ένεκα του καμάτου, η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής εκοιμώντο ήδη, ότε αφυπνίσθησαν υπό φοβεράς κραυγής.

— Τι είναι; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ, πρώτος πάντων αναπηδήσας όρθιος.

— Εγώ! εγώ εφώναξα! είπεν ο εξάδελφος Βενέδικτος.

— Και τι έχετε; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Εδαγκάσθην.

— Υπό όφεως; . . . ηρώτησεν έντρομος η κυρία Βέλδων.

— Όχι, όχι! Δεν είναι όφις, αλλ' έντομον, απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος. Α! το κρατώ! το κρατώ!

— Λοιπόν, φονεύσατε το έντομόν σας, είπεν ο Χάρρης, και αφήσατέ μας να κοιμηθώμεν κύριε Βενέδικτε.

— Να φονεύσω έντομον! ανέκραξεν ο εξάδελφος Βενέδικτος. Ποτέ, ποτέ! Πρέπει να ίδω τι είναι!

— Θα είναι κώνωψ, είπεν ο Χάρρης, υψών τους ώμους.

— Διόλου! Είναι μυία, απεκρίθη ο εξάδελφος Βενέδικτος, και μυία ήτις θα είναι πολύ περίεργος.

Ο Δικ Σανδ ήναψε τον μικρόν φορητόν φανόν και τον επλησίασεν εις τον εξάδελφον Βενέδικτον.

— Ω θεία αγαθότης! ανέκραξεν ούτος. Ιδού τι με παρηγορεί διά τας τόσας αποτυχίας μου. Έκαμα τέλος μίαν ανακάλυψιν!

Ο αγαθός ανήρ παρεφρόνει εκ της χαράς. Παρετήρει την μυίαν του ως θριαμβεύων, και ευχαρίστως θα την εφίλει.

— Αλλά τι είναι; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Δίπτερον, εξαδέλφη, περίφημον δίπτερον!

Και ο εξάδελφος Βενέδικτος έδειξε μυίαν μικροτέραν μελίσσης, χρώματος αμαυρού με γραμμάς κιτρίνας εις το κατώτερον μέρος του σώματός της.

— Δεν είναι φαρμακερή η μυία αύτη; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Όχι, εξαδέλφη, όχι, διά τον άνθρωπον τουλάχιστον. Αλλά διά τα ζώα, δι' αντιλόπας, διά βουβάλους, και δι' αυτούς τους ελέφαντας, το πράγμα διαφέρει. Αχ! τι αξιολάτρευτον έντομον!

— Τέλος, ηρώτησεν ο Δικ Σανδ, θα μας ειπήτε, κύριε Βενέδικτε τι είναι αυτή η μυία;

— Αυτή η μυία, απεκρίθη ο εντομολόγος, αυτή η μυία την οποίαν κρατώ εις τα δάκτυλά μου, αυτή η μυία . . . είναι «τσετσέ». Είναι το περίφημον εκείνο δίπτερον το οποίον είναι η τιμή ενός τόπου, και μέχρι της σήμερον ουδέποτε ευρέθη «τσετσέ» εις την Αμερικήν.

Ο Δικ Σανδ δεν ετόλμησε να ερωτήση τον εξάδελφον Βενέδικτον, εις ποίον μέρος του κόσμου ευρίσκετο αποκλειστικώς το φοβερόν εκείνο «τσετσέ».

Και όταν οι σύντροφοι του μετά το επεισόδιον τούτο, επανέλαβον τον διακοπέντα ύπνον των, ο Δικ Σανδ, μεθ' όλον τον καταβαρύνοντα κάματον, δεν έκλεισε πλέον τους οφθαλμούς δι' όλης της νυκτός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

Η ΤΡΟΜΕΡΑ ΛΕΞΙΣ

Καιρός ήτο να φθάσωσι. Τελεία κόπωσις έφερε την κυρίαν Βέλδων εις κατάστασιν να μη δύναται πλέον να εξακολουθήση οδοιπορίαν γινομένην υπό τοιαύτας συνθήκας.

Το μικρόν τέκνον της, ερυθρότατον κατά τας προσβολάς του πυρετού, ωχρότατον κατά τας διαλείψεις, ήτο οικτρόν την θέαν.

Η μήτηρ αυτού, εις άκρον ανήσυχος, δεν ηθέλησε να εγκαταλίπη τον Ζακ, έστω και εις τας φροντίδας της αγαθής Ναν. Τον εκράτει ημικατακεκλιμένον εις τας αγκάλας της.

Ναι, ήτο καιρός να φθάσωσι. Κατά τας διαβεβαιώσεις δε του Αμερικανού, το εσπέρας της ανατελλούσης εκείνης ημέρας, το εσπέρας της 18 Απριλίου, η μικρά συνοδεία θα ήτο τέλος υπό την σκέπην της επαύλεως του Αγίου Ευτυχούς.

Δώδεκα ημερών οδοιπορία, δώδεκα νυκτών στάθμευσις εν υπαίθρω, ήτο αδύνατον να μη καταβάλωσι μίαν γυναίκα, όσον γενναία και αν ήναι.

Άλλως τε δε η θέα του ασθενούς Ζακ, από του οποίου έλειπον αι στοιχειωδέστεραι περιποιήσεις, ήρκει διά να κατασυντρίψη την κυρίαν Βέλδων.

Αλλ' ο Χάρρης εφαίνετο εξοικειωμένος προς τας δοκιμασίας των μακρών εκείνων διά των δασών οδοιποριών, και ο κάματος δεν κατέβαλεν αυτόν.

Καθ' όσον όμως επλησίαζον προς την έπαυλιν, ο Δικ Σανδ παρετήρησεν ότι ήτο μάλλον περίφροντις και τα διαβήματά του δεν ήσαν τόσον ειλικρινή όσον πρότερον. Το εναντίον θα ήτο φυσικώτερον.

Αυτή τουλάχιστον η ιδέα του νεαρού δοκίμου, όστις εγένετο μάλλον δύσπιστος προς τον Αμερικανόν. Και εν τούτοις τι συμφέρον είχεν άρα γε ο Χάρρης να τους απατήση;

— Ο Δικ Σανδ δεν ηδύνατο να το εξηγήση, αλλ' επετήρει εκ του σύνεγγυς τον οδηγόν των.

Ο Αμερικανός ησθάνθη πιθανώς ότι υπεβλέπετο υπό του Δικ Σανδ, και βεβαίως η δυσπιστία εκείνη, καθίστα αυτόν σιωπηλότερον προς τον «νέον φίλον του».

Η πορεία επανελήφθη.

Εν τω δάσει, ολιγώτερον πυκνώ, τα δένδρα διεσκορπίζοντο κατ' αθροίσματα, και δεν εσχημάτιζον πλέον αδιαπεράστους μάζας. Ήτο λοιπόν η αληθής πάμπα, περί ης είχεν ομιλήσει ο Χάρρης;

Κατά τας πρώτας ώρας της ημέρας, ουδέν συμβάν επεδείνωσε τας ανησυχίας του Δικ Σανδ. Δύο όμως γεγονότα είλκυσαν την προσοχήν αυτού.

Ίσως δεν είχον μεγάλην σπουδαιότητα, αλλ' υπό τας περιστάσεις εκείνας ουδεμία λεπτομέρεια έπρεπε να παραμελήται.

Το πρώτον ήτο τα κινήματα του Δίγγου, όστις ευθύς εξ αρχής επέσυρε μάλλον ιδιαιτέρως την προσοχήν του νεαρού δοκίμου.

Τωόντι ο κύων όστις καθ' όλην εκείνην την οδοιπορίαν εφαίνετο ωσεί ακολουθών ίχνη, εγένετο αλλοίος, και τούτο, σχεδόν αιφνιδίως.

Μέχρι τότε, την ρίνα έχων ως επί το πλείστον εις το έδαφος, οσφραινόμενος τα χόρτα ή τους θάμνους, ή εσιώπα ή εξέφερεν είδος τι θρηνώδους υλακής, ως εάν ήτο έκφρασις λύπης ή πόθου.

Την ημέραν όμως εκείνην αι υλακαί του παραδόξου ζώου εγένοντο ισχυραί, ενίοτε μανιώδεις, τοιαύται οίαι ήσαν άλλοτε, ότε ο Νεγορός ενεφανίζετο επί του καταστρώματος του «Πίλγριμ».

Υπόνοιά τις διήλθε του πνεύματος του Δικ Σανδ, και την υπόνοιαν εκείνην ενίσχυσεν ο Τωμ ειπών.

— Πολύ παράδοξον πράγμα, κύριε Δικ. Ο Δίγγος δεν οσφραίνεται πλέον το έδαφος ως έπραττε μέχρι της χθες. Έχει την ρίνα εις τον αέρα, είναι τεταραγμένος, αι τρίχες του ορθούνται. Θα έλεγέ τις μυρίζει μακρόθεν . . .

— Τον Νεγορόν, δεν είναι αλήθεια; απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αρπάσας τον βραχίονα του γέροντος μαύρου και ποιήσας αυτώ σημείον να ομιλή χαμηλή τη φωνή.

— Τον Νεγορόν, κύριε Δικ. Δεν είναι τάχα δυνατόν να ηκολούθησε τα ίχνη μας;

— Ναι, Τωμ, και κατ' αυτήν μάλιστα την στιγμήν να μη είναι πολύ μακράν;

— Αλλά . . . διατί; είπεν ο Τωμ.

— Ή ο Νεγορός δεν εγνώριζεν αυτόν τον τόπον, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, και τότε είχε παν συμφέρον να μη μας χάση . . .

— Ή; . . . . είπεν ο Τωμ βλέπων μετ' αγωνίας τον δόκιμον.

— Ή, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ τον εγνώριζεν και τότε . . . .

— Αλλά πώς ο Νεγορός να γνωρίζη την χώραν ταύτην, αφού ουδέποτε ήλθεν εδώ;

— Ουδέποτε ήλθεν; εψιθύρισεν ο Δικ Σανδ. Τέλος αδιαφιλονείκητον γεγονός είναι ότι ο Δίγγος φέρεται, ως εάν ήτο πλησίον ημών ο άνθρωπος τον οποίον απεχθάνεται.

Είτα διακόπτων την ομιλίαν όπως καλέση τον Δίγγον, όστις μετά τινα δισταγμόν ήλθε προς αυτόν·

— Ε! είπεν, ο Νεγορός! ο Νεγορός!

Μανιώδης υλακή υπήρξεν η απάντησις του Δίγγου.

Το όνομα εκείνο παρήγαγεν επ' αυτού το σύνηθες αποτέλεσμα, και ώρμησεν εμπρός, ως ει ο Νεγορός ήτο κεκρυμμένος όπισθεν θάμνων.

Ο Χάρρης είδεν όλην εκείνην την σκηνήν. Με τα χείλη δε συνεσφιγμένα επλησίασε τον δόκιμον.

— Τι ζητείτε λοιπόν από τον Δίγγον; ηρώτησεν.

— Ω! σχεδόν τίποτε, κύριε Χάρρη, απεκρίθη ο γέρων Τωμ αστειευόμενος. Τω εζητούμεν ειδήσεις περί τινος συνεπιβάτου, τον οποίον εχάσαμεν.

— Α! είπεν ο Αμερικανός, περί του Πορτογάλου εκείνου; του μαγείρου του πλοίου περί του οποίου μοι ομιλήσατε ήδη;

— Μάλιστα, απεκρίθη ο Τωμ. Ακούων τις τον Δίγγον, θα υπέθετεν ότι ο Νεγορός είναι εδώ πλησίον.

— Πώς ηδυνήθη να φθάση έως εδώ; απεκρίθη ο Χάρρης. Καθ' όσον γνωρίζω, ουδέποτε ήλθεν εις τον τόπον τούτον.

— Εκτός εάν μας το έκρυψεν; απεκρίθη ο Τωμ. Θα ήτο παράδοξον τούτο, είπεν ο Χάρρης. Αλλ' εάν θέλετε να εξετάσωμεν τα περίχωρα. Πιθανόν ο δυστυχής αυτός να έχη ανάγκην συνδρομής, να στερήται των πάντων.

— Είναι περιττόν, κύριε Χάρρη, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Εάν ο Νεγορός ηδυνήθη να έλθη έως εδώ, θα ηδυνήθη να υπάγη και πλέον μακράν. Είναι άνθρωπος ο οποίος ηξεύρει να υπερνικά τας δυσκολίας.

— Όπως επιθυμείτε, απεκρίθη ο Χάρρης.

— Εμπρός, Δίγγε, σιώπα, προσέθηκε τραχέως ο Δικ Σανδ διά να παύση την ομιλίαν.

Η δευτέρα παρατήρησις η γενομένη παρά του δοκίμου εσχετίζετο προς τον ίππον του Αμερικανού.

Δεν εφαίνετο ούτος ότι «ωσφραίνετο τον σταύλον», ως πράττουσι τα ζώα του είδους του.

Δεν ερρόφα τον αέρα, δεν έσπευδε τα βήματά του, δεν διέστελλε τους ρώθωνάς του, δεν εξέφερε χρεμετισμούς μαρτυρούντας το τέλος της οδοιπορίας. Εάν τις τον παρετήρει καλώς, εφαίνετο επίσης αδιάφορος ή εάν η έπαυλις εις την οποίαν εν τούτοις είχε μεταβή πολλάκις και ην ώφειλε να γνωρίζη, ήτο εκατοστύας έτι μιλίων μακράν.

— Δεν είναι ίππος φθάνων εις το τέρμα της πορείας του, εσκέφθη ο νεαρός δόκιμος.

Και εν τούτοις, κατά τους λόγους του Χάρρη της προτεραίας, μόλις έμενον να διανυθώσιν εξ μίλια και εκ των έξ εκείνων μιλίων, κατά την πέμπτην ώραν της εσπέρας, τα τέσσαρα είχον βεβαίως διανυθή.

Εάν λοιπόν ο ίππος δεν ωσφραίνετο σταύλον, του οποίου βεβαίως θα είχε μεγάλην ανάγκην, ουδέν ωσαύτως ανήγγελε την προσέγγισιν μεγάλου κτήματος, οίον έπρεπε να είναι η έπαυλις του Αγίου Ευτυχούς.

Η κυρία Βέλδων, όσον και εάν ήτο αδιάφορος τότε προς παν άλλο ή το τέκνον της, εξεπλάγη βλέπουσα έτι την χώραν τόσον έρημον. Πώς! μήτε είς ιθαγενής μήτε είς των θεραπόντων της επαύλεως, εις τόσον μετρίαν απόστασιν; Μήπως ο Χάρρης είχεν αποπλανηθή; Όχι! Απεδίωξε την ιδέαν ταύτην. Νέα βραδύτης θα ήτο ο θάνατος του μικρού Ζακ.

Εν τούτοις ο Χάρρης ώδευε πάντοτε προς τα πρόσω! αλλ' εφαίνετο ερευνών τα βάθη του δάσους και έβλεπε δεξιά και αριστερά, ως άνθρωπος όστις δεν είναι βέβαιος περί εαυτού . . . ή περί της οδού.

Η κυρία Βέλδων έκλεισε τους οφθαλμούς ίνα μη τον βλέπη πλέον.

Μετά ευρείαν πεδιάδα ενός μιλίου, το δάσος, χωρίς να είναι τόσω πυκνόν όσω προς δυσμάς, ανεφανίσθη πάλιν, και η μικρά συνοδεία εβυθίσθη εκ νέου υπό τα μεγάλα δένδρα.

Κατά την έκτην ώραν της εσπέρας έφθασαν πλησίον πυκνώματός τινος, διά του οποίου εφαίνετο ότι προσφάτως είχε διέλθει αγέλη μεγάλων ζώων.

Ο Δικ Σανδ παρετήρησε λίαν προσεκτικώς περί εαυτόν.

Εις ύψος τι μη υπερβαίνον κατά πολύ το ανάστημα του ανθρώπου, οι κλάδοι ήσαν απεσπασμένοι ή συντετριμμένοι.

Συγχρόνως δε τα χόρτα, βιαίως αποχωρισθέντα, άφινον να φαίνωνται επί του έλώδους ολίγον εδάφους ίχνη βημάτων άτινα αδύνατον να ήσαν θωών ή κουγουάρων.

Ήσαν άρα γε άις ή άλλα βραδυπόρα ζώα, των οποίων οι πόδες απετυπώθησαν ούτως επί του εδάφους;

Αλλά πώς να εξηγηθή τότε η θραύσις των κλάδων εις τοσούτον ύψος;

Βεβαίως ελέφαντες θα ηδύναντο να αφήσωσι τοιαύτα ίχνη, να αποτυπώσωσι τοιαύτα ευρέα πατήματα, να ανοίξωσι τοιαύτην δίοδον εις την αδιαπέραστον λόχμην. Αλλά τοιούτοι ελέφαντες δεν ευρίσκονται εν Αμερική.

Τα υπερμεγέθη ταύτα παχύδερμα δεν είναι αυτόχθονα του Νέου Κόσμου, ουδέ ενεκλιματίσθησάν ποτε εκεί.

Η εικασία λοιπόν ότι θα διέβησαν ελέφαντες, ήτο εντελώς απαράδεκτος.

Όπως δήποτε, ο Δικ Σανδ δεν κατέστησε γνωστάς τας σκέψεις του επί του ανεξηγήτου εκείνου γεγονότος. Ουδέ αυτόν τον Αμερικανόν ηρώτησε περί τούτου, διότι τι ηδύνατό τις να περιμένη παρ' ανθρώπου, όστις ηθέλησε να παραστήση τας καμηλοπαρδάλεις ως στρουθοκαμήλους;

Ο Χάρρης θα έδιδε και τότε εξήγησίν τινα κατά το μάλλον και ήττον φαντασιώδη, ήτις ουδόλως θα ηδύνατο να μεταβάλη την κατάστασιν.

Όπως δήποτε ο Δικ Σανδ εσχημάτισε την γνώμην του περί του Χάρρη. Εννόησεν ότι ήτο προδότης. Περίπτωσιν κατάλληλον μόνον περιέμενεν ίνα καταστήση καταφανή την ατιμίαν του και να δικαιολογηθή η γνώμη του, τα πάντα δε τω έλεγον ότι η περίπτωσις εκείνη προσήγγιζεν.

Αλλά τις ηδύνατο να είναι ο μυστικός σκοπός του Χάρρη; Ποίον μέλλον λοιπόν περιέμενε τους ναυαγούς του «Πίλγριμ»;

Ο Δικ Σανδ επανελάμβανε καθ' εαυτόν ότι η ευθύνη του δεν έπαυσε μετά του ναυαγίου, ώφειλε, πλειότερον ή άλλοτε, να μεριμνήση περί της σωτηρίας εκείνων, οίτινες μετά το ναυάγιον έπεσαν επί της ακτής εκείνης. Την γυναίκα εκείνην, το νεαρόν εκείνο παιδίον, τους μαύρους εκείνους όλους τους εν δυστυχία συντρόφους του, αυτός μόνος ώφειλε να σώση.

Αλλ' εάν ηδύνατο να πράξη τι εντός του πλοίου, θα ηδύνατο να ενεργήση ως ναυτικός, ενταύθα όμως, εν τω μέσω των τρομερών δοκιμασιών τας οποίας διέβλεπε, ποίαν απόφασιν να σχηματίση;

Ο Δικ Σανδ δεν ηθέλησε να κλείση τους οφθαλμούς προ της φοβεράς πραγματικότητος, ην πάσα στιγμή καθίστα αδιαφιλονείκητον. Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος του «Πίλγριμ», ανελάμβανε τα αυτά καθήκοντα και εις τας παρούσας περιστάσεις.

Αλλά δεν ηθέλησε να είπη τι δυνάμενον να λυπήση την δυστυχή μητέρα πριν ή έλθη η στιγμή της δράσεως.

Δεν είπε τι ουδέ όταν, φθάσας προ των οχθών ευρέος ρύακος, ότε προηγείτο της μικράς συνοδείας κατά εκατόν βήματα, παρετήρησεν υπερμεγέθη ζώα ορμώντα υπό τα υψηλά χόρτα.

— Ιπποπόταμοι! ιπποπόταμοι! έμελλε ν' αναφωνήση.

Τωόντι ήσαν εκ των παχυδέρμων εκείνων των εχόντων μεγάλην κεφαλήν, εξωγκωμένον ρύγχος, οδόντας εξερχομένους του στόματος κατά ένα πόδα, κνήμας βραχείας και των οποίων το άτριχον δέρμα έχει χρώμα πυρρόν. Ιπποπόταμοι εν Αμερική!

Εξηκολούθησαν να οδεύωσιν επί όλην την ημέραν, αλλ' επιπόνως.

Ο κάματος ήρχιζε να καταβάλη και τους ευρωστοτέρους. Αληθώς ήτο καιρός να φθάσωσιν, άλλως θα ηναγκάζοντο να σταματήσωσιν.

Η κυρία Βέλδων, αποκλειστικώς ενασχολουμένη εις τον μικρόν της Ζακ, δεν ησθάνετο ίσως τον κάματον, αλλ' αι δυνάμεις αυτής ήσαν εξηντλημέναι. Άπαντες, κατά το μάλλον και ήττον, είχον καταβληθή. Ο Δικ Σανδ ανθίστατο δι' υπερτάτης ηθικής ενεργείας, πηγαζούσης εκ του αισθήματος του καθήκοντος.

Περί την τετάρτην ώραν της εσπέρας ο γέρων Τωμ εύρεν εις τα χόρτα αντικείμενόν τι, όπερ είλκυσε την προσοχήν του.

Ήτο όπλον, είδος τι μαχαιρίου ιδιαιτέρου σχήματος, εσχηματισμένου εκ πλατείας κεκυρτωμένης λεπίδος μετά χειρίδος εκ τετραγώνου ελεφαντοστού βαναύσως πεποικιλμένου.

Ο Τωμ έφερε την μάχαιραν εκείνην εις τον Δικ Σανδ, όστις την έλαβε, την εξήτασε και επί τέλους την έδειξεν εις τον Αμερικανόν λέγων.

— Βεβαίως οι ιθαγενείς δεν είναι μακράν.

— Πράγματι, απεκρίθη ο Χάρρης, και εν τούτοις . . .

— Εν τούτοις; . . . επανέλαβεν ο Δικ Σανδ παρατηρών τον Χάρρην εις τους οφθαλμούς.

— Έπρεπε να ήμεθα πολύ πλησίον της επαύλεως, επανέλαβεν ο Χάρρης διστάζων, και δεν αναγνωρίζω.

— Μήπως παρεπλανήθητε; ηρώτησε ζωηρώς ο Δικ Σανδ.

— Παρεπλανήθην . . . όχι. Η έπαυλις δεν είναι δυνατόν να απέχη περισσότερον των τριών μιλίων. Αλλ' ηθέλησα να λάβω την συντομωτέραν οδόν διά του δάσους, και ίσως είχον άδικον.

— Ίσως, απήντησεν ο Δικ Σανδ.