Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Part 12

Chapter 121 wordsPublic domain

Ο Δικ Σανδ εσκέπτετο περί όσων ήκουσε. Δεν εξεπλήσσετο όμως πολύ, καθότι πιθανόν ή μάλλον δυνατόν ήτο να ηπατήθη εις τους υπολογισμούς του ένεκα των ρευμάτων, αλλ' η απάτη δεν ήτο σπουδαία. Τωόντι ενόμιζεν ότι ήτο περίπου μεταξύ της εικοστής εβδόμης και της τριακοστής παραλλήλου μετά την αναγνώρισιν της νήσου του Πάσχα, και εξώκειλεν επί της εικοστής πέμπτης παραλλήλου.

Ουδόλως αδύνατον να υπέστη το «Πίλγριμ» τοιαύτην ελαχίστην παρέκκλισιν επί τοσούτον μακρόν διάπλουν.

Άλλως τε ουδέν διδόμενον είχε να αμφιβάλλη περί των διαβεβαιώσεων του αγνώστου, και αφού η ακτή εκείνη ήτο η της κάτω Βολιβίας, ουδέν άπορον εάν ήτο τόσον έρημος.

— Κύριε, είπε τότε ο Δικ Σανδ, εκ της αποκρίσεώς σας δύναμαι να συμπεράνω ότι ευρισκόμεθα πολύ μακράν της Λίμας.

— Ω! η Λίμα είναι μακράν . . . απ' εκεί! εις το βόρειον μέρος.

Η κυρία Βέλδων, ήτις κατ' αρχάς είχε συλλάβει υπονοίας διά την εξαφάνισιν του Νεγορού, παρετήρει τον άγνωστον μετά μεγάλης προσοχής, αλλά μήτε εις την στάσιν του, μήτε εις τας εκφράσεις του ηδυνήθη να εύρη ύποπτον.

— Κύριε είπεν, η ερώτησίς μου δεν είναι βεβαίως αδιάκριτος . . . Δεν φαίνεσθε καταγωγής περουβιανής

— Είμαι Αμερικανός ως είσθε υμείς, κυρία; . . . είπεν ο άγνωστος περιμείνας προς στιγμήν όπως η Αμερικανίς τω είπη το όνομά της.

— Κυρία Βέλδων, απεκρίθη αύτη.

— Εγώ ονομάζομαι Χάρρης, και εγεννήθην εις την μεσημβρινήν Καρολίναν. Αλλά παρήλθον είκοσιν έτη αφ' ότου εγκατέλιπον την πατρίδα μου διά να έλθω εις τας πάμπας της Βολιβίας και πολύ ευχαριστούμαι, όταν βλέπω συμπολίτας.

— Κατοικείτε το μέρος τούτο της επαρχίας, κύριε Χάρη; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Όχι, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο Χάρρης, κατοικώ εις το νότιον μέρος, εις τα σύνορα της Χιλής, αλλά την στιγμήν ταύτην μεταβαίνω εις Ατακάμαν, βορειοανατολικά.

— Είμεθα λοιπόν εις το άκρον της ομωνύμου ερήμου; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ.

— Ακριβώς, νέε μου φίλε, και η έρημος αύτη εκτείνεται πολύ πέραν των ορέων, τα οποία κλείουσι τον ορίζοντα.

— Η έρημος της Ατακάμας; επανέλαβεν ο Δικ Σανδ.

— Ναι, απεκρίθη ο Χάρρης. Η έρημος αύτη είναι ως ιδιαίτερος τις τόπος εν τη ευρεία ταύτη Νοτίω Αμερική, της οποίας διαφέρει υπό πολλάς απόψεις. Είναι το μάλλον περίεργον και το ολιγώτερον γνωστόν μέρος της ηπείρου ταύτης.

— Και οδοιπορείτε μόνος; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Ω! δεν είναι η πρώτη φορά καθ' ήν πράττω τούτο! απεκρίθη ο Αμερικανός. Διακόσια μίλια μακράν απ' εδώ υπάρχει έπαυλις μεγάλη, η έπαυλις του Αγίου Ευτυχούς, ήτις ανήκει εις ένα των αδελφών μου και εκεί μεταβαίνω χάριν του εμπορίου μου. Εάν θέλετε να με ακολουθήσετε, θα σας υποδεχθώσι καλώς, και θα εύρετε τα μέσα όπως μεταβήτε εις την πόλιν Αταμάκαν: Ο αδελφός μου θα είναι ευτυχής εάν σας παράσχη ταύτα.

Αι προσφοραί αύται, γινόμεναι αυθορμήτως, δεν ηδύνατο ειμί να διαθέσωσι τους ναυαγούς ευνοϊκώς υπέρ του Αμερικανού, όστις επανέλαβεν αμέσως αποτεινόμενος προς την κυρίαν Βέλδων.

— Οι μαύροι αυτοί είναι δούλοι σας;

Και διά της χειρός εδείκνυεν τον Τωμ και τους συντρόφους του.

— Δεν έχομεν πλέον δούλους εις τας Ηνωμένας Πολιτείας, απεκρίθη ζωηρώς η κυρία Βέλδων. Οι βόρειοι προ πολλού κατήργησαν την δουλείαν, οι δε νότιοι εδέησε ν' ακολουθήσωσι το παράδειγμα των βορείων.

— Α! ορθόν, απεκρίθη ο Χάρρης. Είχον λησμονήσει ότι ο πόλεμος του 1862 έλυσε το σπουδαίον τούτο ζήτημα. — Ζητώ συγνώμην παρά των καλών τούτων ανδρών, προσέθηκεν ο Χάρρης μετά τινος λεπτής ειρωνείας, χαρακτηριζούσης τους νοτίους Αμερικανούς όταν ομιλώσι προς μαύρους. Αλλά βλέπων τους ευπατρίδας τούτους εις την υπηρεσίαν σας, ενόμισα . . .

— Μήτε είναι μήτε ήσαν ποτέ εις την υπηρεσίαν μου, κύριε, απεκρίθη σοβαρώς η κυρία Βέλδων.

— Θεωρούμεν τιμήν μας να σας υπηρετώμεν, κυρία Βέλδων, είπεν τότε ο γέρων Τωμ. Αλλ' ας μάθη ο κύριος Χάρρης ότι εις ουδένα ανήκομεν. Είναι μεν αληθές ότι εγώ συνελήφθην και επωλήθην ως δούλος εις την Αφρικήν, όταν ήμην έξ ετών· αλλ' ο υιός μου Βαρθολομαίος εγεννήθη εξ απελευθέρου πατρός, οι δε σύντροφοί μου εγεννήθησαν εκ γονέων απελεύθερων.

— Σας συγχαίρω, είπεν ο Χάρρης μετά τόνου φωνής, ον η κυρία Βέλδων δεν εύρε σοβαρόν. Άλλως τε επί της γης ταύτης της Βολιβίας δεν έχομεν δούλους. Λοιπόν ουδέν έχετε να φοβηθήτε, και δύνασθε να οδεύητε εδώ τόσον ελευθέρως όσον εις τας πολιτείας της Νέας Αγγλίας.

Την στιγμήν εκείνην ο μικρός Ζακ, ακολουθούμενος υπό της Ναν εξήλθε, του σπηλαίου τρίβων τους οφθαλμούς του.

Είτα, ιδών την μητέρα του, έδραμε προς αυτήν. Η κυρία Βέλδων τον ενηγκαλίσθη τρυφερώς.

— Τι χαριτωμένο παιδάκι! Είπεν ο Αμερικανός πλησιάζων τον Ζακ.

— Είναι υιός μου, είπεν η κυρία Βέλδων.

— Ω! κυρία Βέλδων, λοιπόν θα υπεφέρετε διττώς, αφού το παιδίον τούτο εξετέθη εις τόσας δοκιμασίας!

— Ο Θεός το διετήρησε σώον και υγιές, ως και όλους ημάς, κύριε Χάρρη, απεκρίθη η κυρία Βέλδων.

— Μοι επιτρέπετε να ασπασθώ τας ωραίας παρειάς του; ηρώτησεν ο Χάρρης.

— Ευχαρίστως, απεκρίθη η κυρία Βέλδων.

Αλλ' η μορφή του «κυρίου Χάρρη» φαίνεται ότι δεν ήρεσεν εις τον μικρόν Ζακ, καθότι συνεσπειρώθη περισσότερον πλησίον της μητρός του.

— Πώς! είπεν ο Χάρρης, δεν θέλετε να σας ασπασθώ! Σας προξενώ λοιπόν φόβον, μικρέ μου φίλε;

— Συγγχωρήσατέ το, κύριε, έσπευσε να είπη η κυρία Βέλδων. Δειλιά.

— Καλά! θα γνωρισθώμεν περισσότερον, απεκρίθη ο Χάρρης. Όταν φθάσωμεν εις την έπαυλιν, θα διασκεδάζη με έν ωραίον αλογάκι το οποίον θα του είπη πολλά πράγματα δι' εμέ.

— Αλλά και η προσφορά αύτη του ωραίου ιππαρίου δεν εδελέασε τον Ζακ.

Η κυρία Βέλδων, αρκετά στενοχωρηθείσα, έσπευσε να στρέψη την συνομιλίαν. Δεν έπρεπε, να δυσαρεστήσωσι άνθρωπον, όστις τοσούτον υποχρεωτικώς είχε προσφέρει τας υπηρεσίας του.

Κατ' εκείνο το διάστημα ο Δικ Σανδ εσκέπτετο την τοσούτον εγκαίρως γενομένην πρότασιν να μεταβώσιν εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς. Ως είπεν ο Χάρρης, ήτο πορεία πλέον των διακοσίων μιλίων, οτέ μεν διά των δασών, οτέ δε διά πεδιάδων, — πορεία λίαν κοπιώδης, βεβαίως, επειδή υπήρχεν εντελής έλλειψις μέσων μεταφοράς.

Ο νεαρός δόκιμος επέφερε λοιπόν παρατηρήσεις τινάς ως προς το αντικείμενον τούτο και περιέμενε την απόκρισιν του Αμερικανού.

— Η οδοιπορία είναι τωόντι ολίγον μακρά, είπεν ο Χάρρης, αλλ' έχω εκεί, ολίγας τινάς εκατοντάδας βημάτων όπισθεν της όχθης, ίππον, τον οποίον σκοπεύω να θέσω εις την διάθεσιν της κυρίας Βέλδων και του υιού της. Δι' ημάς ούτε δύσκολον, ούτε λίαν επίπονον να πορευθώμεν πεζή. Άλλως τε δε όταν είπω διακόσια μίλια, εννόουν να ακολουθήσωμεν την διεύθυνσιν του ποταμίου τούτου, ως το έπραξα ήδη. Αλλ' εάν διασχίσωμεν το δάσος, ο δρόμος μας θα συντομευθή κατά ογδοήκοντα τουλάχιστον μίλια. Λοιπόν, εάν διανύωμεν δέκα μίλια καθ' ημέραν, μοι φαίνεται ότι θα φθάσωμεν εις την έπαυλιν χωρίς πολλούς κόπους.

Η Κυρία Βέλδων ευχαρίστησε τον Αμερικανόν.

— Δεν δύνασθε να με ευχαριστήσετε καλλίτερον, ειμή δεχομένη είπεν ο Χάρρης. Αν και ουδέποτε διήλθον τούτο το δάσος, νομίζω ότι δεν θα δυσκολευθώ να εύρω τον δρόμον, επειδή έχω μεγάλην έξιν της πάμπας. Έν μόνον ζήτημα σπουδαιότερον υπάρχει, το των τροφίμων, διότι εγώ δεν έχω ειμή ακριβώς όσα αρκούσι διά να φθάσω εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς.

— Κύριε Χάρρη, είπεν η κυρία Βέλδων, έχομεν ευτυχώς άφθονα τρόφιμα, και θα ήμεθα ευτυχείς να τα μοιρασθώμεν.

— Λοιπόν, κυρία Βέλδων, μοι φαίνεται ότι πάντα έχουσι καλώς και ότι ουδέν άλλο μένει ειμή η αναχώρησις.

Ο Χάρρης διηυθύνετο προς την όχθην σκοπεύων να παραλάβη τον ίππον του εκ του μέρους ένθα τον είχεν αφήσει, ότε ο Δικ Σανδ τον εσταμάτησε πάλιν όπως τω αποτείνη μίαν ερώτησιν.

Εις τον νέον δόκιμον δεν εφαίνετο πολύ φρόνιμον να εγκαταλίπη την παραλίαν και να εισδύση εις το εσωτερικόν της χώρας διά του απεράντου εκείνου δάσους.

Ο ναυτικός ανεφαίνετο πάλιν εν αυτώ, και επροτίμα να ανέρχηται και να κατέρχηται την παραλίαν.

— Κύριε Χάρρη, είπεν, αντί να οδοιπορήσωμεν εκατόν είκοσι μίλια εν τη ερήμω ταύτη της Ατακάμας διατί δεν ακολουθούμεν την παραθαλασσίαν; Απόστασις και ούτως, απόστασις και άλλως. Δεν είναι προτιμότερον να φθάσωμεν την πλησιεστέραν πόλιν είτε προς βορράν είτε προς νότον;

— Αλλά, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης συσπών ελαφρώς τας οφρύς, νομίζω ότι δεν υπάρχει πόλις πλησιέστερον των τριακοσίων ή τετρακοσίων μιλίων από της ακτής ταύτης, την οποίαν να γνωρίζω ακριβώς.

— Προς βορράν μάλιστα, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αλλά προς νότον;.

— Προς νότον, απήντησεν ο Αμερικανός, θα είναι ανάγκη να κατέλθωμεν μέχρι της Χιλής. Λοιπόν το διάστημα είναι σχεδόν επίσης μακρόν, και εις την θέσιν σας δεν θα ήθελον να διέλθω τας πάμπας της αργεντινής Δημοκρατίας. Εγώ δε, μετά μεγάλης μου λύπης, σας ειδοποιώ ότι δεν δύναμαι να σας συνοδεύσω.

— Τα πλοία τα πλέοντα μεταξύ του Περού και Χιλής δεν διέρχονται λοιπόν προ της παραλίας ταύτης; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Όχι, απεκρίθη ο Χάρρης. Διέρχονται πολύ απώτερον εις το πέλαγος, και βεβαίως δεν συνηντήσατε ουδέν εξ αυτών.

— Πράγματι, είπεν η κυρία Βέλδων. — Λοιπόν, Δικ, έχεις άλλην τινά ερώτησιν να απευθύνης προς τον κύριον Χάρρην;

— Μίαν μόνην, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο δόκιμος όστις ησθάνετο δυσκολείαν τινά να ενδώση. Θα ερωτήσω τον κύριον Χάρρην εις ποίον λιμένα νομίζει ότι θα εύρωμεν πλοίον τι διά να επιστρέψωμεν εις Άγιον Φραγκίσκον;

— Μα την αλήθειαν, νέε μου φίλε, δεν ηξεύρω τι να σας είπω, απεκρίθη ο Αμερικανός, Ότι ηξεύρω είναι ότι θα σας παράσχωμεν εις την έπαυλην του Αγίου Ευτυχούς τα μέσα να φθάσετε εις την πόλιν Ατακάμαν και εκείθεν . .

— Κύριε Χάρρη, είπε τότε η κυρία Βέλδων, μη νομίσετε ότι ο Δικ Σανδ διστάζει να δεχθή τας προσφοράς σας.

— Όχι, κυρία Βέλδων όχι βεβαίως δεν διστάζω, είπεν ο νεαρός δόκιμος, αλλά δεν ειμπορώ να μη λυπηθώ διότι δεν επέσαμεν εις παραλίαν μοίρας τινάς βορειότερον ή νοτιώτερον. Θα ευρισκόμεθα τότε πλησίον λιμένος τινός, και η περίπτωσις εκείνη, διευκολύνουσα την παλινόστησιν ημών, θα μας απήλλασε της ανάγκης να ενοχλήσωμεν την προθυμίαν του κυρίου Χάρρη.

— Μη φοβήσθε ότι θα με ενοχλήσετε, κυρία Βέλδων επανέλαβεν ο Χάρρης. Σας επαναλαμβάνω ότι σπανιώτατα λαμβάνω αφορμήν να ευρεθώ απέναντι συμπολιτών μου. Είναι δι' εμέ αληθής ευχαρίστησις να σας υποχρεώσω.

— Δεχόμεθα την προσφοράν σας κύριε Χάρρη, είπεν η κυρία Βέλδων, αλλ' εν τούτοις δεν θέλω να σας στερήσω του ίππου σας. Είμαι καλή πεζοπόρος·

— Και εγώ κάλλιστος πεζοπόρος, απεκρίθη ο Χάρρης προσκλίνων. Συνηθισμένος εις τας μακράς πορείας διά των πεδιάδων, ουδεμίαν θα επιφέρω βραδύτητα εις την συνοδείαν. Όχι, κυρία Βέλδων, υμείς και ο μικρός σας Ζακ θα μεταχειρισθήτε τον ίππον. Άλλως τε δε πιθανόν να συναντήσωμεν καθ' οδόν υπηρέτας τινας της επαύλεως, και επειδή θα είναι έφιπποι, θα μας παραχωρίσωσι τους ίππους των.

Ο Δικ Σανδ εννόησε καλώς ότι εάν απέτεινε και άλλας παρατηρήσεις, θα δυσηρέστει την κυρίαν Βέλδων.

— Κύριε Χάρρη, είπε, πότε θα αναχωρήσωμεν;

— Σήμερον, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης. Η κακή εποχή άρχεται από του Απριλίου, και πρέπει όσω το δυνατόν να φθάσετε πρότερον εις την έπαυλιν του Αγίου Ευτυχούς. Επί τέλους, η διά του δάσους οδός είναι η συντομωτέρα και ίσως η ασφαλεστέρα, διότι είναι ολιγώτερον εκτεθειμένη εις τας επιδρομάς των νομάδων Ινδών, οίτινες είναι ακάματοι λησταί.

— Τωμ, φίλοι μου, είπε ο Δικ Σανδ στρεφόμενος προς τους μαύρους, δεν μας μένει πλέον άλλο ειμή να ετοιμασθώμεν προς αναχώρησιν. Ας εκλέξωμεν λοιπόν, εκ των προμηθειών του πλοίου, εκείνας όσαι δύνανται ευκολώτερον να μετακομισθώσι, και ας κατασκευάσωμεν δέματα, τα οποία να διαμοιρασθώμεν.

— Κύριε Δικ, είπεν ο Ηρακλής, εάν θέλετε, τα λαμβάνω εγώ όλα.

— Όχι, καλέ μου Ηράκλεις, απεκρίθη ο δόκιμος. Είναι προτιμότερον να μοιρασθώμεν το βάρος.

— Είσθε εύρωστος σύντροφος, Ηράκλεις, είπε τότε ο Χάρρης, όστις παρετήρει τον μαύρον ως εάν ούτος ήτο προς πώλησιν. Εις τας αγοράς της Αφρικής θα είχετε μεγάλην αξίαν.

— Αξίζω ό,τι αξίζω, είπεν ο Ηρακλής και οι αγορασταί πρέπει πολύ να τρέξωσιν εάν θέλωσι να με συλλάβωσι.

Τα πάντα είχον συμφωνηθή, προς επίσπευσιν δε της αναχωρήσεως, όλοι ήρχισαν να εργάζωνται. Άλλως τε δε δεν είχον να ασχοληθώσι διά την τροφοδοσίαν της μικράς συνοδείας ειμή από της παραλίας μέχρι της επαύλεως, ήτοι διά πορείαν δέκα περίπου ημερών.

— Αλλά, πριν αναχωρήσωμεν, κύριε Χάρρη είπεν η κυρία Βέλδων, πριν δεχθώμεν την φιλοξενείαν σας, θα σας παρακαλέσω να δεχθήτε την ημετέραν. Σας προσφέρομεν αυτήν εξ όλης καρδίας.

— Δέχομαι, κυρία Βέλδων. Θα ωφεληθώ εκ των δέκα τούτων στιγμών, όπως φέρω τον ίππον μου εδώ. Εκείνος επρογευμάτησε.

— Θέλετε να σας συνοδεύσω, κύριε; ηρώτησεν ο Δικ Σανδ τον Αμερικανόν.

— Όπως επιθυμείτε, νέε μου φίλε, απεκρίθη ο Χάρρης. Έλθετε. Θα σας δείξω το κάτω ρεύμα του ποταμίου τούτου.

Ανεχώρησαν αμφότεροι.

Κατά το διάστημα τούτο ο Ηρακλής επέμφθη προς αναζήτησιν του εντομολόγου. Ο εξάδελφος Βενέδικτος ολίγον μα την αλήθειαν εφρόντηζε διά τα περί εαυτόν συμβαίνοντα. Περιεπλανάτο τότε επί της κορυφής του θαλασσοκρήμου αναζητών έντομόν τι «ανεύρετον», όπερ άλλως τε δεν εύρισκε.

Ο Ηρακλής τον επανέφερεν εκόντα άκοντα. Η κυρία Βέλδων τω είπεν ότι η αναχώρησις είχεν αποφασισθή και ότι επί δέκα περίπου ημέρας θα εταξίδευον εις το εσωτερικόν της χώρας. Ο εξάδελφος Βενέδικτος απεκρίθη ότι ήτο έτοιμος να αναχωρήση, καθότι δεν εζήτει άλλο καλλίτερον ειμή να διέλθη και ολόκληρον έτι την Αμερικήν, αρκεί να τον αφήνωσι να «συλλέγη» καθ' οδόν.

Η Κυρία Βέλδων, βοηθουμένη υπό της Ναν, ενησχολήθη τότε να παρασκευάση τονωτικόν γεύμα. Καλή προφύλαξις πριν αρχίσωσι την οδοιπορίαν.

Εν τούτω τω αναμεταξύ ο Χάρρης, συνοδευόμενος υπό του Δικ Σαν, έστρεψε τον αγκώνα του θαλασσοκρήμνου. Αμφότεροι ηκολούθησαν την όχθην εις διάστημα τριακοσίων βημάτων. Εκεί ίππος προσδεδεμένος εις δένδρον, εχρεμέτησε περιχαρώς εις την προσέγγισιν του κυρίου του.

Ήτο ζώον ισχυρόν, έκ τινος είδους όπερ ο Δικ Σανδ δεν ηδυνήθη να αναγνωρήση. Εκ του μακρού όμως αυχένος, των βραχέων μηρών, των μακρών οπισθίων, των ευρέων ώμων και της σχεδόν κυρτής προσόψεως, ο ίππος εκείνος εδείκνυε τα διακριτικά σημεία των γενεών εκείνων, εις ας αποδίδουσιν αραβικήν καταγωγήν.

— Βλέπετε, νέε φίλε μου, είπεν ο Χάρρης, ότι είναι δυνατός ίππος, και δύνασθε να ήσθε βέβαιος ότι δεν θα πέση εις τον δρόμον.

Ο Χάρρης έλυσε τον ίππον του, τον έλαβεν εκ του χαλινού και κατήλθε πάλιν την όχθην, προηγούμενος του Δικ Σανδ. Ούτος περιέφερε βλέμμα ταχύ εις το ποτάμιον και εις το δάσος όπερ περιεχείλου τας δύο αυτού όχθας. Αλλ' ουδέν είδε δυνάμενον να διεγείρη την ανησυχίαν του.

Εν τούτοις, άμα έφθασε τον Αμερικανόν, τω απέτεινεν αποτόμως την ακόλουθον ερώτησιν, την οποίαν ούτος ουδόλως περιέμενε.

— Κύριε Χάρρη, ηρώτησε, μήπως συνηντήσατε χθες την νύκτα Πορτογάλον τινά ονομοζόμενον Νεγορόν;

— Νεγορόν; απεκρίθη ο Χάρρης με τόνον φωνής ανθρώπου, όστις δεν εννοεί τι τω λέγουσι. Τι εστί Νεγορός;

— Είναι ο μάγειρος του πλοίου, είπεν ο Δικ Σανδ, και εχάθη.

— Επνίγη ίσως; . . είπεν ο Χάρρης.

— Όχι, όχι, απεκρίθη ο Δικ Σανδ. Χθες το εσπέρας ήτο έτι μεθ' ημών αλλά κατά την νύκτα μας εγκατέλειπε και ανήλθε πιθανώς την όχθην του ποταμού τούτου. Διά τούτο σας ηρώτησα μήπως τον συνηντήσατε ενώ ήρχεσθε εξ εκείνου του μέρους.

— Ουδένα συνήντησα, απήντησεν ο Αμερικανός, και εάν ο μάγειρος σας ερριψοκινδύνευσε μόνος εις το δάσος, υπάρχει κίνδυνος μήπως αποπλανηθή. Ίσως όμως τον εύρωμεν καθ' οδόν.

— Ναι . . . ίσως! είπεν ο Δικ Σανδ.

Όταν επέστρεψαν αμφότεροι εις το σπήλαιον, το πρόγευμα ήτο έτοιμον. Συνέκειτο δε, ως το γεύμα της προτεραίας, εκ διατετηρημένων εδωδίμων, εκ κρέατος βοείου και διπύρων. Ο Χάρρης ετίμησεν αυτό, ως άνθρωπος τον οποίον η φύσις επροίκησε διά μεγάλης ορέξεως.

— Καλά, είπε, βλέπω ότι δεν θα αποθάνωμεν εκ πείνης καθ' οδόν. Δεν λέγω το αυτό διά τον δυστυχή εκείνον Πορτογάλον περί του οποίου με ωμίλησεν ο νεαρός φίλος μου.

— Α! είπεν η κυρία Βέλδων, ο Δικ Σανδ σας είπεν ότι δεν επανίδομεν τον Νεγορόν;

— Μάλιστα, κυρία Βέλδων. Επεθύμουν να μάθω εάν τον συνήντησεν ο κύριος Χάρρης.

— Όχι, απεκρίθη ο Χάρρης. Αλλ' ας αφήσωμεν τον λιποτάκτην τούτον εκεί όπου είναι και ας φροντίσωμεν περί της αναχωρήσεως. — Όταν θέλετε κυρία Βέλδων.

Έκαστος έλαβε το δι' αυτόν ορισθέν δέμα. Η δε κυρία Βέλδων, βοηθουμένη υπό του Ηρακλέους, επέβη του ίππου, και ο αχάριστος μικρός Ζακ, έχων ανηρτημένον το όπλον του, εκαθέσθη και ούτος, χωρίς ούτε να σκεφθή να ευχαριστήση εκείνον, όστις έθετεν εις την διάθεσίν του τοιούτο λαμπρόν ζώον.

Ο Ζακ, καθήμενος προ της μητρός του, είπε προς αυτήν ότι δύναται κάλλιστα να οδηγήση τον ίππον του κυρίου.

Τω έδωκαν λοιπόν να κρατή τον χαλινόν, και ενόμιζε μετά πεποιθήσεως ότι αυτός ήτο ο αληθής αρχηγός της συνοδείας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

ΚΑΘ' ΟΔΟΝ

Ουχί άνευ φόβου τινός — τον οποίον όμως ουδέν εφαίνετο δυνάμενον να δικαιολογήση — ο Δικ Σανδ, αφού ανήλθε την όχθην του ποταμίου, εισέδυσεν εις το πυκνόν δάσος, του οποίου αυτός και οι σύντροφοι του έμελλον να διατρέξωσι τας δυσχερείς ατραπούς.

Εξ εναντίας η κυρία Βέλδων είχε πάσαν πεποίθησίν, ενώ ως γυναίκα και ως μητέρα οι κίνδυνοι έπρεπε να την ανησυχώσι διττώς.

Δύο σπουδαιότατα αίτια συνετέλεσαν εις την καθησύχασιν αυτής· πρώτον διότι η χώρα εκείνη των απεράντων πεδιάδων δεν ήτο επίφοβος ούτε ένεκα των ιθαγενών ούτε ένεκα των θηρίων, δεύτερον, διότι υπό την διεύθυνσιν του Χάρρη, οδηγού τοσούτον ασφαλούς ως εφαίνετο ότι ήτο, δεν ηδύναντο να φοβηθώσιν μήπως αποπλανηθώσιν.

Ιδού δε η τάξις της πορείας, ην όσω το δυνατόν ώφειλον να τηρώσιν:

Ο Δικ Σανδ και ο Χάρρης, αμφότεροι ωπλισμένοι, ο είς διά του μακρού όπλου του και ο έτερος δι' οπισθογεμούς, ήσαν επί κεφαλής του μικρού σώματος.

Ήρχοντο κατόπιν ο Βαρθολομαίος και ο Αυγουστίνος, ωπλισμένοι δι' όπλου και μαχαίρας. Όπισθεν αυτών ηκολούθουν η κυρία Βέλδων και ο μικρός Ζακ έφιπποι· είτα δε η Ναν και ο Τωμ. Όπισθεν, ο Ακέων ωπλισμένος διά τετάρτου όπλου, και ο Ηρακλής, έχων πέλεκυν εις την ζώνην, έκλειον την πορείαν.

Ο Δίγγος εβάδιζεν ατάκτως, και ως παρετήρησεν ο Δικ Σανδ, πάντοτε ως κύων ανήσυχος, αναζητών ίχνη. Οι τρόποι του προδήλως είχον μεταβληθή αφότου το ναυάγιον του «Πίλγριμ» έρριψεν αυτόν εις την ξηράν εκείνην.

Εφαίνετο τεταραγμένος και σχεδόν ακαταπαύστως ερρήγνυεν υπόκωφον γρυλισμόν, θρηνώδη μάλλον ή μανιώδη. Τούτο παρετήρησαν πάντες, αλλ' ουδείς ηδυνήθη να το εξηγήση.

Τον δε εξάδελφον Βενέδικτον αδύνατον υπήρξεν, ως και εις τον Δίγκον να ορίσωσι τάξιν πορείας. Μόνον εάν ήτο δεμένος θα ηδύνατο να μείνη εις την θέσιν του. Έχων επί των ώμων το κασσιτέρινον κιβώτιόν του, κρατών εις την χείρα το δίκτυόν του και φέρων ανηρτημένον εκ του τραχήλου το μικροσκόπιόν του, οτέ μεν εμπρός οτέ δε οπίσω, ανεκίνη τα υψηλά χόρτα, ζητών ορθόπτερα ή παν άλλον έντομον λήγον εις «πτερόν» με κίνδυνον να δαγκασθή υπό τινος φαρμακερού όφεως

Κατά τας πρώτας στιγμάς η κυρία Βέλδων, ανησυχούσα, τον προσεκάλεσε πολλάκις. Αλλ' ουδέν το όφελος·

— Εξάδελφε Βενέδικτε, είπεν αύτη· επί τέλους σας παρακαλώ πολύ σπουδαίως να μη απομακρύνεσθε, και σας συνιστώ να λάβετε υπ' όψιν την σύστασίν μου.

— Εν τούτοις, εξαδέλφη απεκρίθη ο αδυσώπητος εντομολόγος, όταν εύρω έντομόν τι . . .

— Όταν εύρετε έντομόν τι, επανέλαβεν η κυρία Βέλδων, θα ευαρεστηθήτε να το αφήσετε να τρέχη ήσυχον, ή θα με φέρετε εις την ανάγκην να διατάξω να σας αφαιρέσωσι το κιβώτιον.

— Να μου αφαιρέσωσι το κιβώτιον! έκραξεν ο εξάδελφός Βενέδικτος, ως εάν επρόκειτο να τω αποσπάσωσι τα εντόσθια.

— Και το κιβώτιον και το δίκτυον, προσέθηκεν ανηλεώς η κ. Βέλδων.

— Το δίκτυόν μου, εξαδέλφη! Διατί όχι και τα δίοπτρα μου; Αλλά δεν θα τολμήσετε! Όχι δεν θα τολμήσετε!

— Και τα δίοπτρά σας, τα οποία ελησμόνησα. Σας ευχαριστώ, εξάδελφε Βενέδικτε, διότι μοι ενθυμήσατε ότι είχον το μέσον τούτο να σας καταστήσω τυφλόν, και διά τούτου να σας αναγκάσω να ήσθε φρόνημος.

Η τριπλή αύτη απειλή ηνάγκασε τον απειθή εκείνον εξάδελφον να μείνη ήσυχος επί μίαν ώραν περίπου. Είτα, ήρχισε πάλιν να απομακρύνεται, και επειδή θα έπραττε τούτο και άνευ δικτύου και άνευ κιβωτίου και άνευ διόπτρων, τον άφησαν να τρέχη κατά βούλησιν.

Αλλ' ο Ηρακλής επεφορτίσθη ιδιαιτέρως να τον επιτηρή, — όπερ φυσικώτατα ανήγετο εις τον κύκλον των καθηκόντων του, — και συνεφωνήθη να τον μεταχειρίζεται ως αυτός μεταχειρίζετο τα έντομα, δηλαδή να τον συλλαμβάνη εν ανάγκη και να τον φέρη μεθ' όλης της αβρότητος, μεθ' ης και ο άλλος θα εφέρετο προς σπανιώτατόν τι λεπιδόπτερον.

Τούτου κανονισθέντος, δεν ησχολήθησαν πλέον περί του εξαδέλφου Βενεδίκτου.

Το μικρόν εκείνο σώμα, ως είδομεν, ήτο καλώς ωπλισμένον και αυστηρώς φυλαττόμενον. Αλλά ως το επανέλαβεν ο Χάρρης, δεν υπήρχε φόβος άλλης συναντήσεως ειμή των νομάδων Ινδών όπερ και τούτο απίθανον. Όπως δήποτε αι ληφθείσαι προφυλάξεις ήρκουν να τους τηρώσιν εν αποστάσει.

Αι ατραπο,ί αι διά μέσου του πυκνού δάσους διαθέτουσαι, δεν ήσαν άξιαι του ονόματος τούτου. Ήσαν μάλλον δίοδοι ζώων ή δίοδοι ανθρώπων. Δυσκόλως επέτρεπον να προχωρήση τις. Προσδιορίσας λοιπόν ο Χάρρης ότι εν διαστήματι δώδεκα ωρών πορείας ήθελον διανύει κατά μέσον όρον πέντε ή εξ μίλια, είχε καλώς υπολογίσει.

Άλλως τε δε ο καιρός ήτο ωραιότατος. Ο ήλιος ανέβαινε προς τον ορίζοντα, διαχέων τας ακτίνας του σχεδόν καθέτως. Εν τη πεδιάδι ο καύσων ούτος θα ήτο αφόρητος, ως παρετήρησεν ο Χάρρης· αλλ' υπό τας αδιαπεράστους εκείνας διακλαδώσεις, ηδύνατό τις να τον υποφέρη ευκόλως και ατιμωρητί.

Τα πλείστα των δένδρων εκείνων ήσαν άγνωστα και εις την κυρίαν Βέλδων και εις τους μετ' αυτής, μαύρους και λευκούς.

Εν τούτοις ειδήμων τις θα ηδύνατο να παρατηρήση ότι ήσαν μάλλον αξιοπαρατήρητα διά την ποιότητα ή διά το μέγεθος αυτών.

Εδώ μεν ήτο η βαυχινία, ή σιδηρόξυλον· εκεί δε το μολόμπιον, όμοιον τω περικαρπίω, ξύλον στερεόν και ελαφρόν, κατάλληλον προς κατασκευήν μονοξύλων ή κωπίων, και εκ του κορμού του οποίου εξεκρίνετο άφθονος ρητίνη· απωτέρω φουστέτια, πλήρη βαφικής ύλης, και γαϊκάκια έχοντα περίμετρον μείζονα των δώδεκα ποδών, κατώτερα όμως των κοινών γαϊκακίων κατά την ποιότητα. Ο Δικ Σανδ, ενώ εβάδιζεν, ηρώτα τον Χάρρην περί του ονόματος των διαφόρων εκείνων δένδρων.

— Ουδέποτε, λοιπόν ήλθετε εις τα μέρη ταύτα της Νοτίου Αμερικής; τον ηρώτησεν ο Χάρρης πριν ή απαντήση εις την ερώτησίν του.

— Ουδέποτε, απήντησεν ο δόκιμος, ουδέποτε κατά τα ταξείδιά μου έλαβον την ευκαιρίαν να επισκεφθώ τα παράλια ταύτα, και αληθώς ειπείν δεν ενθυμούμαι να μοι ωμίλησε περί αυτών ειδήμων τις.

— Αλλά τουλάχιστον δεν εξηρευνήσατε τα παράλια της Κολομβίας, της Χιλής και της Παταγονίας;

— Όχι, ποτέ.

— Αλλ' η κυρία Βέλδων θα επισκέφθη ίσως το μέρος τούτο της νέας ηπείρου; ηρώτησεν ο Χάρρης. Οι Αμερικανοί δεν φοβούνται τα ταξείδια, και βεβαίως . . .

— Όχι, κύριε Χάρρη, απεκρίθη η κυρία Βέλδων. Τα εμπορικά συμφέροντα του συζύγου μου ουδέποτε τον εκάλεσαν πέραν της νέας Ζηλανδίας, και δεν εγένετο ανάγκη να συνοδεύσω αλλαχού. Ουδείς εξ ημών γνωρίζει το μέρος τούτο της κάτω Βολιβίας.

— Λοιπόν κυρία Βέλδων υμείς και οι σύντροφοί σας θα ίδετε παράδοξον τόπον όλως αντίθετον προς χώρας της Περουβίας, της Βραζιλίας ή της Αργεντινής Δημοκρατίας. Τα φυτά και τα ζώα αυτής θα εξέπληττον τον φυσιοδίφην. Α! δύναταί τις να είπη ότι εναυαγήσατε εις καλόν μέρος, και εάν πρέπη τα ευχαριστήσητε την τύχην . . .

— Θέλω να πιστεύσω ότι δεν μας έφερεν εδώ η τύχη, κύριε Χάρρη, αλλ' ο Θεός.

— Ο Θεός! ναι! ο Θεός! απεκρίθη ο Χάρρης μετά τόνου φωνής ανθρώπου μη παραδεχομένου την θείαν επέμβασιν εις τα κοσμικά πράγματα.

Λοιπόν επειδή ουδείς εκ της συνοδείας εγίνωσκε τον τόπον ή τα προϊόντα αυτού, ο Χάρρης είχε την ευχαρίστησιν να κατονομάζη τα περιεργότερα δένδρα του δάσους.

Τη αληθεία ήτο λυπηρόν ότι ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν ήτο και βοτανικός. Εάν δεν εύρεν εισέτι σπάνια τινα ή νέα έντομα, θα έκαμνεν όμως ωραίας βοτανικάς ανακαλύψεις. Υπήρχον εκεί άφθονα φυτά παντός μεγέθους, των οποίων η ύπαρξις δεν είχεν εισέτι παρατηρηθή εις τα τροπικά δάση του νέου Κόσμου. Ο εξάδελφος Βενέδικτος θα έδιδε βεβαίως το όνομά του είς τινα εξ αυτών. Αλλά δεν ηγάπα την βοτανικήν, ούτε εγίνωσκεν αυτήν. Κατά φυσικόν δε λόγον απεστρέφετο τα άνθη, υπό την πρόφασιν ότι τινά εξ αυτών είχον την αυθάδειαν να περικλείωσιν εις τους κάλυκάς των τα έντομα και να τα δηλητηριάζωσι διά των δηλητηριωδών χυμών των.

Το δάσος καθίστατο ενίοτε ελώδες. Ησθάνετό τις υπό τους πόδας του σύμπλεγμα ρευστών δικτύων, άτινα θα ετροφοδότουν τους ομόρρους του μικρού ποταμού. Τινά των ρυακύων εκείνων, επειδή ήσαν κάπως ευρέα, δεν ηδυνήθησαν να τα διέλθωσιν, ειμή εκλέγοντες διαβατά μέρη.

Επί των οχθών των εφύοντο πυκνάδες καλάμων, ους ο Χάρρης ωνόμασε παπύρους. Δεν ηπατάτο, και τα ποώδη εκείνα φυτά εφύοντο αφθόνως εις το βάθος των υγρών οχθών.