Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος

Part 10

Chapter 102 wordsPublic domain

— Τώρα, φίλοι, επανέλαβεν ο δόκιμος, θα αναρτήσωμεν πρώτον αναπληρωτικόν ιστίον, καθότι ο δόλων ανηρπάγη από του ανέμου. Ίσως είναι δύσκολον, αλλά πρέπει να γίνη.

— Θα γίνη! απεκρίθη ο Ακτέων.

— Ειμπορώ να σας βοηθήσω; ηρώτησεν ο μικρός Ζακ πάντοτε πρόθυμος να εργασθή.

— Ναι, Ζακ μου, απεκρίθη ο δόκιμος. Θα μείνης εις τον τροχόν πλησίον του φίλου μας Βαρθολομαίου, και θα τον βοηθής να κυβερνά.

Περιττόν να είπωμεν πόσον υπερηφανεύθη ο μικρός Ζακ γενόμενος βοηθός πηδαλιούχος του «Πίλγριμ».

— Τώρα, εις έργον, επανέλαβεν ο Δικ Σανδ, και όσω το δυνατόν ας μη εκτιθέμεθα.

Οι μαύροι, βοηθούμενοι υπό του δοκίμου, ήρχισαν την εργασίαν. Η εξάρτησις ενός δόλωνος παρείχε δυσκολίας τινάς εις τον Τωμ και τους συντρόφους του. Πρόκειτο να ανυψώσωσι κατ' αρχάς το περιτετυλιγμένον εφ' εαυτό ιστίον, είτα δε να το στερεώσωσιν επί της κεραίας.

Εν τούτοις ο Δικ Σανδ τόσω καλώς διηύθυνε και τόσω καλώς υπήκουσαν εις αυτόν, ώστε μετά εργασίαν μιας ώρας, το ιστίον εξετυλίχθη, η κεραία ανυψώθη και ο δόλων αποκατέστη καλώς μετά δύο σειρών θηλιών.

Το ακάτιον και ο δεύτερος αρτέμων, άτινα είχον συμπτυχθή προ της τρικυμίας, ανεπτύχθησαν άνευ πολλής δυσκολίας μεθ' όλον τον βίαιον άνεμον.

Τέλος, την ημέραν εκείνην, εις τας δέκα της πρωίας το «Πίλγριμ» έπλεε μετά ακατίου, του δόλωνος και του αρτέμονος.

Ο Δικ Σανδ δεν έκρινε συνετόν να θέση πλειότερα ιστία. Όσα είχεν, ενόσω ο άνεμος δεν εχαλαρούτο, ήρκουν να τω εξασφαλίσωσι ταχύτητα διακοσίων μιλίων τουλάχιστον εις είκοσι τεσσάρας ώρας, και δεν τω εχρειάζετο περισσότερο, όπως φθάση εις την αμερικανικήν ακτήν προ δέκα ημερών.

Ο δόκιμος ευχαριστήθη αληθώς όταν, επανελθών εις το πηδάλιον, επανέλαβε την θέσιν του, ευχαριστήσας των κυρ Ζακ, τον βοηθόν πηδαλιούχον του «Πίλγριμ» Δεν ήτο πλέον εις την διάκρισιν των κυμάτων. Έπλεε καλώς. Η χαρά του δύναται να εννοηθή παρ' όλων εκείνων όσοι είναι πως συνοικειωμένοι προς τα ναυτικά πράγματα.

Την επιούσαν, τα νέφη έτρεχον μεν εισέτι μετά της αυτής ταχύτητος, αλλ' άφινον μεταξύ των μεγάλα κενά, διά των οποίων αι ηλιακαί ακτίνες ηκοντίζοντο μέχρι της επιφανείας των υδάτων. Ενίοτε το «Πίλγριμ» κατεφωτίζετο υπ' αυτών. Ωραίον πράγμα το ζωογόνον τούτο φως! Ενίοτε εσβύνετο όπισθεν ευρείας μάζης ατμών ορμώντων προς ανατολάς, είτα ανεφαίνετο πάλιν, και πάλιν εξηφανίζετο, αλλ' ο καιρός αποκαθίστατο ωραίος.

Οι καθέκται ηνεώχθησαν, όπως αερισθή το εσωτερικόν του πλοίου. Αήρ υγιεινός εισήρχετο εις το κύτος εις το πρυμναίον διαμέρισμα, εις τας θέσεις του πληρώματος. Τα υγρά ιστία εξηπλώθησαν διά να στεγνώσωσιν. Εκαθαρίσθη ωσαύτως το κατάστρωμα. Ο Δικ Σανδ δεν ήθελε να φθάση το πλοίον του εις τον λιμένα χωρίς να είναι ολίγον καλλωπισμένον. Χωρίς να καταπονήται το πλήρωμα, ολίγαι ώραι αφιερούμεναι καθ' εκάστην εις την εργασίαν ταύτην ήρχουν όπως τα πάντα περαιωθώσι καλώς.

Καίτοι ο δόκιμος δεν ηδύνατο πλέον να ρίπτη το δρομόμετρον, είχεν όμως αρκούσαν έξιν να υπολογίζη τον ολκόν πλοίου και να ευρίσκη την ταχύτητα αυτού. Δεν αμφέβαλλε λοιπόν ότι πριν ή παρέλθωσιν επτά ημέραι θα έβλεπε ξηράν, την γνώμην δε ταύτην έπεισε και την κυρίαν Βέλδων να παραδεχθή, αφού τη έδειξεν επί του χάρτου την πιθανήν θέσιν του πλοίου.

— Και λοιπόν! εις ποίον μέρος της ακτής θα φθάσωμεν, φίλτατε Δικ; τον ηρώτησεν εκείνη.

— Εδώ, κυρία Βέλδων, απεκρίθη ο δόκιμος, δεικνύων την μακράν εκείνην παράλιον ταινίαν ήτις εκτείνεται μεταξύ του Περού και της Χιλής. Δεν δύναμαι να ήμαι ακριβέστερος. Ιδού η νήσος του Πάσχα την οποίαν αφήσαμεν προς δυσμάς, εκ της διευθύνσεως δε του ανέμου, ήτις υπήρξε σταθερά, συμπεραίνω ότι θα ίδωμεν την ξηράν προς ανατολάς. Οι όρμοι είναι πολυάριθμοι επί της ακτής ταύτης, αλλά προς το παρόν δεν δύναμαι να ορίσω ακριβώς το μέρος εις το οποίον θα προσορμισθώμεν.

— Καλά, Δικ, όστις και αν είναι ο λιμήν ούτος, καλώς να έλθη!

— Μάλιστα, κυρία Βέλδων, και θα εύρητε εκεί βεβαίως τα μέσα να επιτρέψηται ταχέως εις Άγιον Φραγκίσκον. Η ατμοπλοϊκή εταιρία του Ειρηνικού έχει κάλλιστα ωργανωμένην την συγκοινωνίαν του μέρους τούτου. Τα ατμόπλοια αυτής προσεγγίζουσιν εις τα κυριώτερα μέρη της παραλίας, και θα σας είναι πολύ εύκολον να επιβιβασθήτε διά την Καλιφορνίαν.

— Δεν σκοπεύεις λοιπόν να επαναφέρης το «Πίλγριμ» εις Άγιον Φραγκίσκον; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Μάλιστα, αφού σας αποβιβάσω, κυρία Βέλδων. Εάν δυνηθώμεν να εύρωμεν αξιωματικόν τινα και πλήρωμα. Θα εκφορτώσωμεν εις Βαλπαραΐζον, ως εσκόπευε να πράξη ο πλοίαρχος Χουλ. Έπειτα δε θα επιστρέψωμεν εις τον ορμητήριον λιμένα του πλοίου. Αλλά τούτο θα φέρη πολλήν χρονοτριβήν, και με όλην την θλίψιν την οποίαν έχω, αποχωριζόμενος αφ' υμών . . .

— Καλά, Δικ, απεκρίθη η κυρία Βέλδων. Βραδύτερον θα ίδωμεν τι πρέπει να πράξωμεν. — Ειπέ μοι, εφαίνεσο φοβούμενος τους κινδύνους τους οποίους παρουσιάζει η γη;

Τωόντι, είναι επίφοβοι, είπεν ο δόκιμος, αλλ' ελπίζω πάντοτε ότι θα συναντήσω πλοίον τι εις τα μέρη ταύτα, και μάλιστα εκπλήττομαι πώς δεν είδον κανέν. Έν και μόνον εάν διέλθη, θα συνεννοηθώμεν μετ' αυτού, θα μας δώση ακριβείς πληροφορίας πού ευρισκόμεθα, και τούτο θα καταστήση ευκολώτερον την προσέγγισιν ημών εις την ξηράν.

— Δεν υπάρχουσι λοιπόν, πλοηγοί εκτελούντες την υπηρεσίαν της παραλίας ταύτης; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Βεβαίως θα υπάρχωσιν, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, αλλά πλησιέστερον της ξηράς. Πρέπει λοιπόν να εξακολουθώμεν πλησιάζοντες αυτήν.

— Και εάν δεν συναντήσωμεν πλοηγόν! . . . ηρώτησεν η κυρία Βέλδων, επιμένουσα να μάθη πώς ο νεαρός δόκιμος θα απέτρεπε τους ενδεχομένους κινδύνους.

— Εν τοιαύτη περιπτώσει, κυρία Βέλδων, ή ο καιρός θα είναι καθαρός, ο άνεμος μέτριος, και θα προσπαθήσω να παραπλεύσω την παραλίαν μέχρις ου εύρω καταφύγιον, ή ο άνεμος θα γίνη ισχυρός, και τότε . . .

— Τότε; . . . Τι θα πράξης, Δικ;

— Τότε, απεκρίθη ο Δικ Σανδ, εις την κατάστασιν εις ην ευρίσκεται το «Πίλγριμ», εάν άπαξ εξοκείλη, θα είναι πολύ δύσκολον να ανελκυσθή.

— Τι θα πράξης; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Θα αναγκασθώ να ρίψω το πλοίον μου εις την ξηράν, απεκρίθη ο δόκιμος, του οποίου το μέτωπον εζοφώθη προς στιγμήν. Α! είναι σκληρόν το μέτρον! και ο Θεός να δώση να μη καταφύγωμεν εις την εσχάτην ταύτην ανάγκην! Αλλά σας επαναλαμβάνω, κυρία Βέλδων, η θέα του ουρανού φαίνεται ενθαρρυντική, και δεν είναι δυνατόν πλοίον τι ή ρυμουλκόν να μη συναντήσωμεν. Λοιπόν, καλή ελπίς! Διευθυνόμεθα προς την ξηράν, και θα ίδωμεν εντός ολίγου.

Να ρίπτεις το πλοίον εις την ξηράν είναι η εσχάτη πράξις προ της οποίας και ο θαρραλεώτερος ναυτικός καταλαμβάνεται υπό τρόμου. Τούτου ένεκεν ο Δικ Σανδ δεν ήθελε να προΐδη την περίπτωσιν ταύτην, ενόσω είχεν ελπίδας τινάς ότι ήθελε την αποφύγει·

Επί τινας ημέρας εγένοντο εις την ατμόσφαιραν μεταβολαί τινες αίτινες ενέβαλον και πάλιν εις τον δόκιμον ανησυχίαν. Ο άνεμος έπνεε πάντοτε σφοδρός και ταλαντεύσεις τινές της βαρομετρικής στήλης εδήλουν ότι έμελλε να γίνη σφοδρότερος.

Ο Δικ Σανδ λοιπόν εσκέπτετο ουχί άνευ φόβου μήπως αναγκασθή και πάλιν να φεύγη άνευ ιστίων. Εν τούτοις είχε τόσον μέγα συμφέρον να διατηρήση τουλάχιστον τον δόλωνά του, ώστε απεφάσισε να τον κρατήση, ενόσω δεν εκινδύνευε να αναρπαγή υπό του ανέμου.

Αλλά, όπως εξασφαλίση την στερεότητα των ιστών, ενέτεινε καλώς και σφοδρώς τα εξάρτια και τους παρατόνους. Προ πάντων δεν έπρεπε να διακινδυνεύση την θέσιν, ήτις θα καθίστατο σπουδαιοτάτη, εάν το «Πίλγριμ» έχανε τους ιστούς του.

Άπαξ ή δις ωσαύτως, ανελθόντος του βαρομέτρου εφοβήθησαν μήπως ο άνεμος γίνη εντελώς αντίθετος, ήτοι μήπως μεταβληθή ανατολικός.

Θα εστενοχωρούντο λοιπόν περισσότερον.

Νέα αγωνία διά τον Δικ Σανδ. Τι θα έπραττε με τον εναντίον εκείνον άνεμον; Να λοξοδρομή;

Αλλ' εάν ηναγκάζετο να καταφύγη εις το μέτρον τούτο, πόσαι νέαι βραδύτητες θα επήρχοντο και πόσοι κίνδυνοι, εάν ερρίπτετο πάλιν εις το πέλαγος!

Ευτυχώς όμως οι φόβοι ούτοι δεν επραγματοποιήθησαν. Ο άνεμος, αφού εποίκιλλεν επί τινας ημέρας, πλέων οτέ μεν βόρειος οτέ δε νότιος, αποκατέστη επί τέλους οριστικώς δυτικός.

Αλλ' ήτο πάντοτε ισχυρός και επίεζε τους ιστούς.

Ήτο η 5 Απριλίου. Ούτω λοιπόν πλειότερον των δύο μηνών είχον παρέλθει ήδη από της ημέρας καθ' ήν το «Πίλγριμ» απέπλευσεν εκ της Νέας Ζηλανδίας. Επί είκοσιν ημέρας, εναντίος άνεμος και μακραί νηνεμίαι είχον επιβραδύνη την πορείαν αυτού. Ακολούθως ευρέθη υπό συνθήκας ευνοϊκάς, όπως φθάση ταχέως εις την ξηράν.

Η ταχύτης μάλιστα αυτού κατά την διάρκειαν της τρικυμίας βεβαίως ήτο μεγάλη. Ο Δικ Σανδ υπελόγιζεν ως μέσον όρον τουλάχιστον διακόσια μίλια την ημέραν! Πώς λοιπόν δεν είδον ακόμη ξηράν;

Έφευγεν άρα γε αύτη προ του «Πίλγριμ»; Τούτο ήτο εντελώς ανεξήγητον.

Και εν τούτοις ουδεμία γη εφάνη, ει και είς των μαύρων έμενε διαρκώς φρουρών επί του υψώματος.

Πολλάκις ανέβαινεν εκεί αυτός ο Δικ Σανδ, έχων δε το τηλεσκόπιον εις τους οφθαλμούς προσεπάθει να ανακάλυψη ένδειξίν τινα ορέων.

Η σειρά των Άνδεων είναι λίαν υψηλή.

Εις την ζώνην λοιπόν των νεφών έπρεπε να αναζητήση κορυφήν τινα υπερέχουσαν των ατμών του ορίζοντος.

Πολλάκις ο Τωμ και οι μετ' αυτού ηπατήθησαν εκ ψευδών ενδείξεων ξηράς. Ήσαν απλοί ατμοί παραδόξου σχήματος ορθούμενοι εις τον ορίζοντα.

Συνέβη μάλιστα ώστε οι αγαθοί εκείνοι άνδρες να επιμένωσιν ενίοτε εις τας βεβαιώσεις των· αλλά μετά τινα χρόνον ηναγκάζοντο να ομολογήσωσιν ότι είχον γείνη θύματα οπτικής απάτης. Η υποτιθεμένη γη μετετοπίζετο, μετέβαλλε σχήμα και μορφήν και επί τέλους εξηλείφετο εντελώς.

Τη 6 Απριλίου ουδεμία αμφιβολία ήτο δυνατή.

Ήτο ογδόη ώρα της πρωίας, ο Δικ Σανδ είχεν αναβή επί του υψώματος. Κατ' εκείνην την στιγμήν, αι αχλύες διελύθησαν υπό τας πρώτας ηλιακάς ακτίνας, και ο ορίζων εκαθαρίσθη αρκούντως.

Εκ του στόματος του Δικ Σανδ εξέφυγε τέλος η τόσω περιπόθητος κραυγή.

— Γη! γη! ενώπιον ημών.

Εις την κραυγήν ταύτην όλοι ώρμησαν εις το κατάστρωμα, ο μικρός Ζακ, περίεργος ως είναι όλα τα παιδία της ηλικίας του, η κυρία Βέλδων, της οποίας τα παθήματα έμελλον να παύσωσι διά της προσορμίσεως, ο Τωμ και οι μετ' αυτού, οίτινες θα απέβαινον τέλος επί της αμερικανικής ηπείρου, και αυτός ο εξάδελφος Βενέδικτος, όστις ήλπιζε να πλουτίση την συλλογήν του δι' όλως νέων αυτώ εντόμων.

Μόνος ο Νεγορός δεν εφάνη.

Έκαστος είδε τότε ό,τι είχεν ιδεί ο Δικ Σανδ, οι μεν ευκρινώς, οι δε πεπειθότες εις την διαβεβαίωσιν των άλλων. Αλλ' ο δόκιμος, εξησκημένος εις την εξερεύνησιν του θαλασσίου ορίζοντος, δεν ηδύνατο να απατηθή, και μετά μίαν ώραν θα ηναγκάζοντο να συνομολογήσωσι τούτο πάντες.

Εις απόστασιν τεσσάρων μιλίων περίπου προς ανατολάς, διεκρίνετο παραλία αρκούντως χαψηλή ή φαινομένη τουλάχιστον ως τοιαύτη. Βεβαίως όπισθεν αυτής θα εξείχεν η υψηλή σειρά των Άνδεων, αλλ' η τελευταία ζώνη των νεφών δεν επέτρεπε να βλέπωσι τας κορυφάς αυτής.

Το «Πίλγριμ» έπλεε κατ' ευθείαν και ταχέως προς την ακτήν εκείνην, ήτις επλατύνετο εν ριπή οφθαλμού.

Μετά δύο ώρας τρία μόλις μίλια απείχεν απ' αυτής.

Το μέρος εκείνο της ακτής επερατούτο βορειοανατολικώς δι' ακρωτηρίου αρκετά υψηλού καλύπτοντος είδος τι όρμου. Εξ εναντίας, προς τα νοτιοανατολικά, εξετείνετο ως λεπτή γλώσσα γης.

Δένδρα τινα έστεφον σειράν βράχων χαμηλών διακρινομένων τότε. Αλλ' ήτο πρόδηλον ότι, γνωστού όντος του γεωγραφικού χαρακτήρος του τόπου, η υψηλή οροσειρά των Άνδεων εσχημάτιζε το οπίσθιον αυτών σχέδιον.

Ουδεμία όμως ορατή κατοικία, ουδείς λιμήν, ουδέν στόμιον ποταμού δυνάμενον να χρησιμεύση ως καταφύγιον πλοίου.

Κατ' εκείνην την στιγμήν το «Πίλγριμ» έπλεε κατ' ευθείαν προς την ξηράν.

Μετά των ηλαττωμένων ιστίων, τα οποία διέθετεν, επειδή ο άνεμος το έπληττεν εκ του πλαγίου, ο Δικ Σανδ δεν θα ηδύνατο να το αναστείλη.

Εις τα εμπρός εζωγραφίζετο μακρά σειρά σκοπέλων, επί των οποίων κατάλευκος άφριζεν η θάλασσα. Εφαίνοντο τα κύματα υψούμενα μέχρι του ημίσεως των θαλασσοκρήμνων. Θα υπήρχεν εκεί φοβερά παλίρροια.

Ο Δικ Σανδ, αφού έμεινεν επί του πρωραίου υψώματος παρατηρών την ακτήν, επανήλθεν εις την πρύμνην και χωρίς μήτε λέξιν να προσφέρη έλαβε το πηδάλιον.

Ο άνεμος ηύξανε πάντοτε. Ο μυοπάρων δεν απείχε πλέον από της παραλίας πλειότερον μιλίου.

Ο Δικ Σανδ παρετήρησε τότε είδος τι μικρού κόλπου, εν τω οποίω απεφάσισε να εισέλθη· αλλά, πριν φθάση εκεί, έπρεπε τα διέλθη σειράν σκοπέλων, μεταξύ των οποίων θα ήτο δύσκολον να εύρη δίοδον. Η οπισθόρμησις των υδάτων εδείκνυεν ότι το ύδωρ πανταχού ήτο αβαθές.

Κατ' εκείνην την στιγμήν ο Δίγγος, όστις περιεφέρετο επί του καταστρώματος, ώρμησεν εις την πρώραν, και παρατηρών την γην ήρχισε να υλακτή θρηνωδώς. Ήθελέ τις υποθέσει ότι ο κύων ανεγνώριζε την παραλίαν εκείνην, και ότι το ορμέμφυτον αυτού τω επανέφερε θλιβεράν τινα ανάμνησιν.

Ο Νεγορός τον ήκουε βεβαίως, καθότι ακαταμάχητον τι αίσθημα τον ώθησεν έξω του κοιτωνίσκου του, και μολονότι εφοβείτο τον κύνα, ήλθε σχεδόν αμέσως να επακουμβήση επί του παραρρύματος.

Ευτυχώς δι' αυτόν, ο Δίγγος, του οποίου αι θλιβεραί υλακαί απηυθύνοντο πάντοτε προς την γην εκείνην, δεν τον είδεν.

Ο Νεγορός παρετήρει την μανιώδη εκείνην παλίρροιαν, και τούτο δεν εφάνη ότι τον εφόβησεν. Η κυρία Βέλδων, ήτις τον υπέβλεπεν, ενόμισεν ότι είδε το πρόσωπόν του ερυθριάσαν ελαφρώς και ότι προς στιγμήν οι χαρακτήρες του συνεσπάσθησαν.

Εγνώριζεν λοιπόν ο Νεγορός το μέρος εκείνο της ηπείρου, όπου ώθησαν το «Πίλγριμ» οι άνεμοι.

Κατά την στιγμήν εκείνην ο Δικ Σανδ εγκατέλειπε τον οίακα εις τας χείρας του γέροντος Τωμ και ήλθε διά τελευταίαν φοράν να παρατήρηση τον μικρόν όρμον όστις ηνοίγετο ολίγον κατ' ολίγον. Είτα δε:

— Κυρία Βέλδων, είπε μετά φωνής σταθεράς, δεν ελπίζω πλέον ότι θα εύρω καταφύγιον. Πριν ή παρέλθη ημίσεια ώρα, μεθ' όλας τας προσπαθείας μου, το «Πίλγριμ» θα πέση επί των σκοπέλων. Δεν θα φέρω το πλοίον εις λιμένα. Αναγκάζομαι να το χάσω διά να σας σώσω. Αλλά μεταξύ της σωτηρίας υμών και αυτού, δεν έχω να διστάσω.

— Έπραξες παν ό,τι εξηρτάτο από σου, Δικ; ηρώτησεν η κυρία Βέλδων.

— Τα πάντα, απήντησεν ο νεαρός δόκιμος. Και αμέσως προετοιμάσθη, όπως εξωκείλη.

Εν πρώτοις η κυρία Βέλδων, ο Ζακ, ο εξάδελφος Βενέδικτος και η Ναν εζώσθησαν τα σωσίβια. Ο Δικ Σανδ ο Τωμ και οι μαύροι, επιτήδειοι κολυμβηταί, ητοιμάσθησαν και ούτοι να φθάσωσιν εις την ξηράν, εν ή περιπτώσει ήθελον αναγκασθή να πέσωσιν εις την θάλασσαν.

Ο Ηρακλής ώφειλεν ιδίως να προσέχη την κυρίαν Βέλδων.

Ο δόκιμος θα εφρόντιζε περί του μικρού Ζακ. Ο εξάδελφος Βενέδικτος, άλλως τε λίαν ήσυχος, ενεφανίσθη επί του καταστρώματος φέρων ανηρτημένον από των ώμων του το εντομολογικόν κιβώτιόν του. Ο δόκιμος τον συνέστησεν εις τον Βαρθολομαίον και τον Αυγουστίνον. Όσον δ' αφορά τον Νεγορόν, η παράδοξος αυτού αταραξία εμαρτύρει αρκούντως ότι ουδενός βοηθού είχεν ανάγκην.

Ο Δικ Σανδ, είχεν χάριν τελευταίας προφυλάξεως, διατάξει να αναβιβάσωσιν επί του πρωραίου υψώματος δέκα βαρέλια εκ του φορτίου, άτινα περιείχον έλαιον φαλαίνης.

Το έλαιον τούτο, χυνόμενον εγκαίρως, καθ' ήν στιγμήν το «Πίλγριμ» θα ευρίσκετο επί της παλιρροίας, έμελλε να κατευνάση επί τινας στιγμάς την θάλασσαν, αλείφον ούτως ειπείν τα μόρια του ύδατος, και διά της πράξεως ταύτης θα διηυκολύνετο ίσως η διάβασις του πλοίου μεταξύ των σκοπέλων.

Ο Δικ Σανδ δεν ήθελε να παραμελήση ουδέν, εξ όσων ηδύναντο ίσως να εξασφαλίσωσι την κοινήν σωτηρίαν.

Αφού δε ελήφθησαν όλαι αύται αι προφυλάξεις, ο δόκιμος επέστρεψεν εις το πηδάλιον.

Το «Πίλγριμ» απείχε τότε μόλις διακόσια μέτρα, ήτοι σχεδόν ήγγιζε τους σκοπέλους. Η δεξιά αυτού πλευρά ελούετο ήδη εν λευκώ αφρώ της παραλίας. Κατά πάσαν στιγμήν ο δόκιμος επίστευεν ότι η τρόπις του πλοίου έμελλε να προσκρούση επί τινος πέτρας.

Αίφνης ο Δικ Σανδ παρετήρησεν εκ της μεταβολής του χρώματος του ύδατος, ότι δίοδός τις εξετείνετο μεταξύ των σκοπέλων. Έπρεπε λοιπόν, χωρίς να διστάση, να εισέλθη τολμηρώς, όπως πλησιάση όσω το δυνατόν περισσότερον εις την ξηράν.

Ο δόκιμος δεν εδίστασε. Διά μιας κινήσεως του πηδαλίου ώθησε το πλοίον εις την στενήν και ελικοειδή διώρυγα.

Εις το μέρος εκείνο η θάλασσα ήτο πολύ μανιωδεστέρα, τα δε κύματα ανεπήδων μέχρι του καταστρώματος.

Οι μαύροι ίσταντο εις την πρώραν, πλησίον των βαρελίων, περιμένοντες τας διαταγάς του δοκίμου.

— Κενώσατε το έλαιον! Κενώσατε! έκραξεν ο Δικ Σανδ.

Υπό το έλαιον εκείνο όπερ εχύθη ποταμηδόν, η θάλασσα κατηυνάσθη ως διά μαγείας. επιφυλασσομένη να γίνη μανιωδεστέρα μετ' ολίγας στιγμάς.

Το «Πίλγριμ» ωλίσθησε ταχέως επί των ελαιωθέντων εκείνων υδάτων και επροχώρησε κατ' ευθείαν προς το παράλιον.

Αίφνης εγένετο σύρραξις. Το πλοίον, ανυψωθέν υπό τρομερού κύματος, εξώκειλε και οι ιστοί αυτού κατέπεσον χωρίς να πληγώσωσί τινα.

Το σκάφος του «Πίλγριμ» ημιανοιχθέν εκ της συγκρούσεως, κατεπλημμυρίσθη υπό του ύδατος μετά μεγίστης ορμής. Αλλά το παράλιον δεν απείχε πλειότερον των εκατόν μέτρων και σειρά μικρών μελανωπών βράχων επέτρεπε να το φθάσωσιν ευκόλως.

Τοιουτοτρόπως μετά δέκα λεπτά όλοι οι επιβάται του «Πίλγριμ» απέβησαν εις τους πρόποδας του θαλασσοκρήμνου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

ΤΙ ΠΟΙΗΤΕΟΝ

Ούτω λοιπόν, μετά μικρόν ένεκα των νηνεμιών διάπλουν, ακολούθως δε ευνοηθέντα υπό βορειανατολικών και νοτιοδυτικών ανέμων, — διάπλουν διαρκέσαντα ουχί ολιγώτερον των εβδομήκοντα και τεσσάρων ημερών, — το «Πίλγριμ» ερρίφθη επί της ξηράς.

Εν τούτοις η κυρία Βέλδων και οι μετ' αυτής ηυχαρίστησαν την θείαν Πρόνοιαν, άμα ευρέθησαν εν ασφαλεία. Τωόντι η τρικυμία τους έρριψεν ουχί επί τινος των απαισίων νήσων της Πολυνησίας αλλ' επί ηπείρου.

Η εις τας πατρίδας των επιστροφή, εις οίον δήποτε σημείον της Νοτίου Αμερικής και αν ευρίσκοντο, δεν εφαίνετο παρουσιάζουσα σπουδαίας δυσκολίας.

Το «Πίλγριμ» όμως απώλετο. Δεν ήτο πλέον άλλο τι ειμή σκελετός άνευ αξίας, του οποίου τα λείψανα θα διεσκόρπιζε μετ' ολίγον η παλίρροια.

Θα ήτο αδύνατον να σώσωσί τι εξ αυτού. Αλλ' εάν ο Δικ Σανδ δεν είχε την χαράν εκείνην να επαναφέρη εις τον εφοπλιστήν το πλοίον ανέπαφον, τουλάχιστον χάρις εις αυτόν οι επιβάται του ήσαν σώοι και υγιείς επί τινος φιλοξένου ακτής, μεταξύ δε αυτών η γυνή και το τέκνον του κυρίου Βέλδων.

Ως προς το ζήτημα εις ποίον μέρος της αμερικανικής παραλίας είχεν εξοκείλει το βρίκιον, τούτο ηδύνατο να συζητηθή επί μακρόν. Ήτο άρα γε το παράλιον του Περού, ως υπέθετεν ο Δικ Σανδ;

Ίσως, καθότι εγίνωσκε, μετά την αναγνώρισιν της νήσου του Πάσχα, ότι το «Πίλγριμ» υπό την ώθησιν των ανέμων ωσαύτως δε και υπό την επιρροήν βεβαίως των ρευμάτων της ισημερινής ζώνης είχε ριφθή προς τα νοτιοανατολικά.

Από της τεσσαρακοστής τρίτης μοίρας πλάτους ηδύνατο μάλλιστα να παρεκκλίνη μέχρι της δεκάτης πέμπτης.

Ήτο λοιπόν σπουδαίον να βεβαιωθή όσον τάχιστα, εις ποιον μέρος ακριβώς της ακτής συνετρίβη το βρίκιον. Δοθέντος ότι η ακτή εκείνη ήτο η του Περού, οι λιμένες, αι κώμαι, τα χωρία δεν θα έλειπον, και κατ' ακολουθίαν θα ήτο εύκολον να φθάσωσιν είς τι μέρος κατοικούμενον. Αλλ' εκείνη η παραλία εφαίνετο έρημος.

Ήτο στενή ακτή πλήρης μαύρων βράχων σχηματιζόντων θαλασσόκρημνον μετρίου ύψους, λίαν ακανονίστως διακοπτομένη υπό ευρέων χωνίων οφειλομένων εις την θραύσιν του βράχου. Τήδε κακείσε, ομαλαί τινες κλιτύες έφθανον μέχρι της κορυφής.

Προς Βορράν, έν τέταρτον μιλίου από του μέρους ένθα εξώκειλε το πλοίον, ηνοίγετο το στόμιον ποταμίου, όπερ δεν ηδύνατο να φανή από του πελάγους.

Επί των οχθών αυτού έκλινον απειράριθμα «ριζοφόρα» είδος μαγλίων εντελώς διαφόρων των ινδικών ομογενών των.

Η κορυφή της θαλασσοκρήμνου, — τούτο αμέσως ανεγνωρίσθη — εδεσπόζετο υπό πυκνού δάσους, του οποίου τα χλοερά φυλλώματα εκυμάτιζον υπό το βλέμμα και εξετείνοντο μέχρι των ορέων του οπισθίου σχεδίου.

Εκεί, εάν ο εξάδελφος ήτο βοτανικός, πόσα δένδρα άγνωστα εις αυτόν θα διήγειρον τον θαυμασμόν του!

Ήσαν υψηλά βαοβάβ, — εις τα οποία απεδόθη έκτακτος μακροβιότης, — οποίων ο κορμός ωμοίαζε προς τον αιγυπτιακόν συηνίτην, λατάνιαι λευκόταται, ταμαρινέαι, πεπερέαι ιδιαιτέρου είδους, και εκατόν άλλα φυτά τα οποία ο Αμερικανός δεν είναι συνηθισμένος να βλέπη εις το βόρειον μέρος της νέας ηπείρου.

Αλλά κατά σύμπτωσιν περίεργον, μεταξύ των δασικών εκείνων δένδρων δεν εύρεν ούτε έν μόνον δείγμα της πολυαρίθμου εκείνης οικογενίας των φοινίκων, ήτις αριθμεί πλειότερα των χιλίων ειδών, διεσπαρμένων αφειδώς εφ' όλης σχεδόν της επιφανείας της γης.

Άνωθεν της ακτής περιίπτατο μέγας αριθμός φλυάρων πτηνών ανηκόντων κατά το πλείστον εις διαφόρους ποικιλίας χελιδόνων, μελανοπτίλων μετ' ανταυγείας κυανής ως του χάλυβος, αλλά ξανθής και καστανής εις το ανώτερον μέρος της κεφαλής.

Τήδε κακείσε ανίπταντο ωσαύτως πέρδικές τινες, μετά τραχήλου εντελώς ατρίχου και χρώματος φαιού.

Η κυρία Βέλδων και Δικ Σανδ παρετήρησαν ότι τα διάφορα εκείνα πτηνά δεν εφαίνοντο πολύ άγρια. Άφινον να πλησιάζωνται αφόβως.

Δεν είχον λοιπόν μάθει να φοβώνται την παρουσίαν του ανθρώπου, και η παραλία εκείνη τοσούτον ήτο εγκαταλελειμμένη ώστε η επυρσοκρότησις πυροβόλου ουδέποτε είχεν ακουσθή;

Εις τα άκρα των βράχων περιεφέροντο πελεκάνες τινες εκ του είδους «πελεκάνος του ελάσσονος», ασχολούμενοι να πληρώσιν εκ μικρών ιχθύων τον σάκκον, ον έφερον κατά την κάτω σιαγόνα.

Λάροι τινές, ελθόντες από του πελάγους, ήρχιζον να περιστρέφωνται περί το «Πίλγριμ».

Αλλά τα πτηνά εκείνα ήσαν τα μόνα έμψυχα όντα, άτινα εφαίνοντο συχνάζοντα εις το μέρος εκείνο της παραλίας, μη λαμβανομένων υπ' όψιν βεβαίως των απειραρίθμων περιέργων εντόμων, τα οποία ο εξάδελφος Βενέδικτος δεν θα εβράδυνε να ανακαλύψη.

Αλλ' ό,τι και αν έπραξεν ο μικρός Ζακ, δεν ηδύναντο να τα ερωτήσωσι περί του ονόματος του τόπου, διά να μάθωσι δε αυτό έπρεπε να αποταθώσι πρός τινα ιθαγενή.

Τοιούτος όμως δεν υπήρχεν ή τουλάχιστον δεν έβλεπον μήτε ένα. Ουδαμού έβλεπον κατοικίαν καλύβην, ή τρώγλην, ούτε προς βορράν πέραν του ποταμίου, ούτε προς νότον, ούτε τέλος προς το ανώτερον μέρος του θαλασσοκρήμνου εκείνου, εν τω μέσω των δένδρων του πυκνού δάσους. Ουδείς καπνός υψούτο εις τον αέρα. Ουδεμία ένδειξις, ουδέν σημείον, ουδέν ίχνος εμαρτύρει ότι το μέρος εκείνο της ηπείρου επατήθη υπό ανθρώπων. Ο Δικ Σανδ εξεπλήσσετο.

— Πού είμεθα; είναι δυνατόν να είμεθα; εσκέπτετο. Πώς! ουδείς προς τον οποίον να ομιλήσω!

Ουδείς αληθώς, καθότι εάν προσήρχετό τις, ο Δίγγος βεβαίως θα τον ωσφραίνετο και θα τον ανήγγελε δι' υλακής. Ο κύων περιήρχετο την ακτήν έχων την ρίνα προς το έδαφος, την ουράν τεταπεινωμένην, γογγύζων υποκώφως, κινούμενος παραδόξως, μη αναγγέλων όμως την προσέγγισιν μήτε ανθρώπου μήτε ζώου οίου δήποτε.

— Δικ, ιδέ λοιπόν τον Δίγγον! είπεν η κυρία Βέλδων.

— Ναι! παράδοξον πράγμα! απεκρίθη ο δόκιμος. Φαίνεται ως να ζητή να επανεύρη ίχνος τι.

— Πολύ παράδοξον, αληθώς, εψιθύρισεν η κυρία Βέλδων.

Είτα δε επαναλαμβάνουσα.

— Τι πράττει ο Νεγορός; ηρώτησε.

— Πράττει ό,τι πράττει ο Δίγγος, απήντησε ο Δικ. Σανδ.

— Προχωρεί, επιστρέφει . . . Αλλ' εδώ είναι ελεύθερος. Δεν έχω το δικαίωμα να τον διατάσσω. Η υπηρεσία του ετελείωσε μετά την απώλειαν του «Πίλγριμ».

Τωόντι ο Νεγορός ανήρχετο την παραθαλασσίαν, επέστρεφε, παρετήρει την ακτήν και τον θαλασσόκρημνον, ως άνθρωπος ζητών να συναθροίση τας αναμνήσεις του και να τας σταματήση. Μη άραγε εγνώριζε την χώραν εκείνην; Εάν τον ηρώτων, θα ηρνείτο πιθανώς να αποκριθή. Προτιμότερον ήτο και πάλιν να μη δώσωσι προσοχήν εις άνθρωπον τόσω ακοινώνητον. Μετ' ολίγον ο Δικ Σανδ τον είδε διηυθυνόμενον προς το μέρος του ποταμίου, και όταν εγένετο άφαντος στρέψας τον θαλασσόκρημνον, έπαυε πλέον να τον συλλογίζεται.

Ο Δίγγος υλάκτησε μεν, όταν ο μάγειρος έφθασεν εις την ακτήν, αλλ' εσιώπησε σχεδόν αμέσως.

Τώρα έπρεπε να σκεφθώσι περί του μάλλον καταπείγοντος. Το μάλλον δε κατεπείγον ήτο να εύρωσι καταφύγιόν τι, σκέπην τινα οίαν δήποτε, ένθα να εγκαθιδρυθώσι προσωρινώς και να λάβωσιν ολίγην τροφήν.

Ακολούθως θα συνεσκέπτοντο και θα απεφάσιζον τι έπρεπε να πράξωσι.

Περί τροφής δεν είχον να φροντίσωσι, διότι πλην των βοηθημάτων τα οποία ηδύνατο να παρέξη η χώρα, η τροφοδόχη του πλοίου είχε κενωθή προς χρήσιν των επιζησάντων εκ του ναυαγίου. Η παλίρροια είχε ρίψει τήδε κακείσε διάφορα αντικείμενα εν τω μέσω των σκοπέλων. Ο Τωμ και οι σύντροφοί του είχον ήδη συνάξει βαρέλια τινα διπύρων, κυτία τεταριχευμένων εδωδίμων, κιβώτια απεξηραμένου κρέατος. Το ύδωρ δεν τα είχε βλάψει εισέτι, ώστε η διατροφή της μικράς συνοδείας ήτο εξησφαλισμένη διά πλειότερον χρόνον, παρ' όσον απητείτο βεβαίως όπως φθάσωσιν εις κώμην τινά ή χωρίον. Υπό την έποψιν λοιπόν ταύτην ουδέν είχον να φοβηθώσι. Πάντα ταύτα τα διάφορα ναυάγια, τεθέντα εις μέρος ασφαλές, δεν ηδύναντο πλέον ν' αναρπαγώσιν υπό της εξογκουμένης θαλάσσης.