Πέρσαι

Part 4

Chapter 464 wordsPublic domain

134) «Ω πόποι, ή μεγάλας, αγαθάς τε πολισσονόμου βιοτάς επεκύρσαμεν».

135) «Πολίσματα πύργινα πάντ' επέρθομεν».

136) «. . . εκ πολέμων απόνους, απαθείς . . . »

137) Ο ποταμός Άλυς ήτο πολύ γνωστός εις τους Έλληνας εκ του χρησμού του Κροίσου: «Κροίσος Άλυν διαβάς μεγάλην αρχήν διαλύσει».

138) «Και νηριτοτρόφους εκράτυνε μετάκτους». Νηριτοτρόφοι = αι τρέφουσαι θαλάσσια όστρακα. Αθην. 3. 86 Β «Αισχύλος δ' εν Πέρσαις τας αναριτας (θολασσίους κοχλίας) τρεφούσας νηριτοτρόφους είρηκεν».

139) Πρβλ. Ηροδ. 3, 19: «δόντες και Κύπριοι σφέας αυτούς Πέρσησι εστρατεύοντο επ' Αίγυπτον».

140) «Τας νυν ματρόπολις τώνδ' αιτία στεναγμών». Ο Σχολ. εξηγεί «άποικοι γαρ εισιν οι εν Κύπρω Σαλαμίνιοι των εν τη Αττική».

141) «Ακάματον δε παρήν σθένος ανδρών τευχηστήρων» κλπ.

142) «Πλαγαίσι ποντίαισιν».

143) Έ ξ ο δ ο ς. Διαιρείται δε η έ ξ ο δ ο ς εις τρία μέρη. Το πρώτον (στιχ. κειμ. 911 ― 92) είναι ο χαιρετισμός του Ξέρξου και των γερόντων. Ο βασιλεύς πρωτοφαίνεται επάνω εις άρμα και κατεβαίνοντας έπειτα προχωρεί με κλονούμενον βήμα. Σταματά δε αντιμέτωπος του χορού στιχ. κειμ. 934 .

144) «Τήνδ' ηλικίαν επιδόντα . . . »

145) Δεύτερον μέρος της Ε ξ ό δ ο υ, το οποίον εις το κείμενον έχει προοίμιον θρηνητικούς αναπαίστους. Ο θρήνος αυτός ξεχωρίζει από τα άλλα χορικά, γραμμένος εντονώτερα εις την Δωρικήν διάλεκτον. Εις την μετάφρασιν έγινε προσπάθεια να αποδοθή ο διά του &α& δωρικός πλατειασμός.

146) «Άιδου σάκτορι Περσάν». Ήτοι τον Άδην εσαμάρωσε κ' εφόρτωσε με Πέρσας. Σάκτωρ (σάττω, σάγμα = σαμαρωτής, φορτωτής).

147) «Αδοβάται» ως αδοφοίται, ελειοβάται, σημαίνει δε οδοιπορούντες προς τον Άδην.

148) Σχολ. «Μαρυανδυνοί ακμή θέρους . . . . εθρήνουν . . . Τον δε Μαρυανδυνόν αυξήσαι μάλιστα την θρηνητικήν αυλωδίαν».

149) «Ίετ' αιανή πάνδυρτον δύσβροον αυδάν».

150) «Ιάων γαρ απηύρα. Ιάων ναύφρακτος Άρης ετεραλκής».

151) «Λίλαιος ευπάτωρ».

152) «Εή εή, τλάμονες ασπαίρουσι χέρσω».

153) «Των σον πιστόν πάντ' οφθαλμόν μυρία μυρία πεμπαστάν Βατανώχου παιδ' άλπνιστον». Οφθαλμός εσήμαινεν υπάλληλος επόπτης. Σχολ. «σημείωσαι ότι βασιλέως οφθαλμός αριθμεί στρατιάς».

154) «Ίυγγά μοι δήτ' εσθλών ετάρων υπορίνεις». Καθώς εις Πινδ. Νεμ. 4, 35 «ίυγγι δ' έλκομαι ήτορ» και Σοφοκλ. Αποσπ. 433 κ.τ.λ Ίυγξ δε κυρίως είναι πουλί, που έλαβε το όνομα από τα συχνά στριφογυρίσματα που κάνει του λαιμού. Επίστευαν οι αρχαίοι, εξ αιτίας αυτών των κινήσεων, ότι ήτο πουλί μαγικόν και ότι δενόμενον εις κύκλον ή τροχόν εκινείτο εκεί, ενεργούσε δε η κίνησίς του ερωτικάς και άλλας γοητείας. Ίδε και Πινδ. Πυθ. 4.513 κ. ε. ― Ανάλογον διά κάποιες μαγείες πουλί έχει η λαϊκή παράδοσις το κ α κ ο π ο ύ λ ι.

155) «Ουκ αμφί σκηναίς τροχηλάτοισιν όπισθεν επομέναις»

156) Το τρίτον μέρος της Ε ξ ό δ ο υ, ο κομμός (ή ιάλεμος ίδε στιχ. κ. 128). Ο Τζέτζης π. τραγ. 66 «κομμός δε θρήνου πενθικώτερον πλέον ο θρήνος δ' εστίν ηρεμέστερον μέλος». Έκαμνε δε ο κομμός μεγαλυτέραν αίσθησιν διά της μουσικής συνθέσεώς του.

157) «Πεπλήγμεθ'· εύδηλα γαρ».

158) «Οράς το λοιπόν τόδε τας εμάς στολάς». ― Σχολ. «Λείψανον της όλης στρατιάς». Κακώς ερμήνευσαν μερικοί το σ τ ο λ ά ς ως το ξεσχισμένον ένδυμα, διότι ο Ξέρξης, ως ανεφέρθη (στιχ. 85), είχεν αλλάξει στολήν κατά φροντίδα της μητέρας του και κατά την συνηθισμένην άλλως ευκοσμίαν και μεγαλοπρέπειαν εις τας αρχαίας τραγωδίας.

159) «Τάνδε τ' οϊστοδέγμονα».

160) «Ιάων λαός ου φυγαίχμας».

161) «Και πλέον ή παπαί μεν ουν».

162) «Δίδυμα γαρ έστι και τριπλά». Πρβλ. Ομήρ. Ιλιά. 1, 128.

163) «Και σθένος γ' εκολούθη». Πρβλ. Ηροδ. 7,10. «Φιλέει γαρ ο θεός τα υπερέχοντα πάντα κολούειν».

164) «Διαίνομαι γοέδνος ων».

165) «Βόα νυν αντιδουπά μοι». Διά ν' αποδοθή εις την μετάφρασιν το βαρύ και βαρβαρικόν του ήχου, ετέθη η όχι συνήθης λέξις «χουγιάξτε». Ανάλογοι προσπάθειαι έχουν γίνει εις όλον τον κομμόν, διά να είναι η μετάφρασις αντίλαλος κάπως της θαυμαστά ηχητικής φράσεως του Αισχύλου.

166) «Δόσιν κακάν κακών κακοίς». Διά την παρήχησιν πρβλ. Χοηφόρ. 403.

167) Γνωστόν εις τους αρχαίους ασιατικόν μυρολόγι. Σχολ. «Οι γαρ Μυσοί και οι Φρύγες εισί μάλιστα θρηνητικοί».

168) «Διαίνου δ' όσσε».

169) «Τέγγομαι τοι».

170) «Αιακτός ες δόμους κίε». ― Αιακτός εις ενεργητ. σημασίαν, ο οδυρόμενος».

171) «Γοάσθ' αβροβάται». Γίνεται υπαινιγμός του καλού των Περσών ποδεμού. Πρβλ. 42.

172) «Ιή ιή, τρισκάλμοισι βάρισι φθιτοί». Πρβλ. 681 και 556.

173) Οι τελευταίοι στίχοι του κειμένου, αποτελούντες μικρούς θρηνητικούς αναπαίστους, διεσώθησαν φθαρμένοι. Διά την μετάφρασιν ελήφθη υπ' όψιν η κριτική αποκατάστασις του Wecklein.