Πέρσαι

Part 2

Chapter 284 wordsPublic domain

Άρχισε, ω δέσποινα, το κακόν όλο κάποιος ολέθριος ή κακός δαίμων π' άγνωστον είναι από πούθ' εφάνη. Γιατί απ' των Αθηναίων το στρατό ένας άνδρας Έλληνας ερχόμενος είπε του γυιού σου του Ξέρξη αυτά: Πως άμα η νύχτα πλακώση με το μελανό της πέπλο οι Έλληνες πλέον δεν θα εμέναν αλλά πηδώντας στα καθίσματα των πλοίων θα ζητούσαν ο καθένας με κρυφή φευγάλα όπου μπορούσαν τη ζωή να σώσουν (44). Κι' όταν εκείνος τάκουσεν αμέσως, το δόλο του Έλληνος μη βάνοντας στο νου του ουδέ τον φθόνο των θεών, προσταγή τέτοια εις όλους τους ναυάρχους δίνει. Μόλις ο φλογερός ο ήλιος πάψη τη γη με της αχτίνες του να καίη κ' εις τα αιθέρια πλάτη το σκοτάδι απλωθή (45), σε τρεις γραμμές να βάλουν, τη μια πίσω στην άλλη, πυκνά πλοία και με τα υπόλοιπα ολόγυρα τη νήσο του Αίαντος να περιζώσουν και το διάβα και τα στενά τα θαλασσόδαρτα (46) να πιάσουν, ορίζοντας πως αν οι Έλληνες γλυτώναν τον κακό τους θάνατο με το να φύγουν κρυφά από κανένα μέρος, όλοι τότε οι στρατηγοί θα έχαναν το κεφάλι. Αυτά χαρούμενος τους είπε εκείνος μη γνωρίζοντας πως οι θεοί το μέλλον το είχαν ορίσει. Κι' όλοι τότε οι στρατηγοί χωρίς καμμιά αταξία και πειθαρχικά ετοίμαζαν το δείπνο και κάθε ναύτης έδενεν εις το σκαρμό του το κολοτράβηχτο (47) κουπί. Κι' όταν του ήλιου το φως βασίλεψε κ' ήλθεν η νύχτα κάθε διαφεντευτής κουπιού (48) στο πλοίον έμπαινε καθώς και κάθε οπλίτης· κ' η μια μακρυά παράταξη των πλοίων την άλλην ακλουθούσε κι' όλοι επλέαν ο καθένας στη γραμμή την ωρισμένη κι' όλην τη νύχτα οι αρχηγοί των πλοίων εκράτησαν στο πόδι όλους τους ναύτες. Κ' η νύχτα επροχωρούσεν, αλλά των Ελλήνων πούποτε ο στρατός δεν εφαινότουν για κρυφή να ετοιμάζεται φευγάλα. Κι' όταν ασπριδερή (49) επρόβαλεν η 'μέρα κάνοντας καλοφώτιστη τη γη όλη πρώτα-πρώτα εβοϋυσε των Ελλήνων κραυγή, που ακούσθη ωσάν τραγούδι και που την μυριαπόδωκε των βράχων του νησιού ο αντίλαλος· τρομάρα άρπαξεν όλους τους βαρβάρους, που η ελπίδα η δική του σφαλερή αποδείχθη. Γιατί ένα τακτικό παιάνα τότε (50) οι Έλληνες δεν τραγουδούσαν για να φύγουν, αλλά με θάρρος ψυχερό σε μάχη ορμώντας· κ' η σάλπιγγα με τον οξύ της ήχον πιο πολύ τα εκόρωνε όλα εκείνα. Κι' αμέσως με το πρόσταγμα αρπώντας τα πολύρροχθα κουπιά αυτοί εκτυπούσαν το βαρύηχο πέλαγος με τάξη (51) ώστε όλοι γρήγορα εφάνηκαν εμπρός μας. Πρώτα το δεξιό κέρας προχωρούσε με ησυχία και τάξη· κατόπι ο άλλος ο στόλος προχωρούσεν όλος κι' ακουότουν βουή πολλή ολούθε: «ω παίδες των Ελλήνων προχωρείτε, την πατρίδα ελευθερώνετε, παιδιά, γυναίκες, και τα ιερά των πατρικών θεών μας (52) και των προγόνων λευθερώνετε τους τάφους· σήμερα ο αγώνας μας είναι για όλα». Και τότε η αχλαλοή η δική μας στην Περσική τη γλώσσαν (53) απαντούσε γιατί καιρός χρονοτριβής δεν ήταν πλέον. Σύντομα δ' ένα πλοίο κτυπά έν' άλλο με το χάλκινο έμβολο. Και ήταν Ελληνικό το πλοίο, που πρώτο ορμώντας με το έμβολο τσακίζει τακροστόλια (54) ενός πλοίου των Φοινίκων.

Κι' άλλος ωρμούσεν εναντίον άλλου πλοίου (55). Και μ' όλ' αυτά εις την αρχή το ρεύμα του Περσικού στρατού αντοχήν είχε. Μα όπως σ' ένα στενό ο σωρός των πλοίων ήταν μαζεμένος, συναμεταξύ τους τα πλοία μας έσπαζαν τα κουπιά τους και μόνα τους με τα χαλκόστομα έμβολα εχτυπιώνταν και βοήθεια να δώσουν το ένα στ' άλλο δεν ήταν δυνατό· και τα πλοία τότε τα ελληνικά, σύγκαιρα όλα ορμώντας ολόγυρα, κτυπούσαν (56) τα δικά μας πλοία κι' αναποδογυρίζοντας έτσι τα βυθίζουν, κι' ουδέ τη θάλασσα να ιδή κανείς μπορούσε, τόσον από ναυάγια και νεκρούς ήταν γεμάτη. Και του 'γιαλού οι ξέρες είχαν πλήθος νεκρούς (57) και κάθε πλοίο των βαρβάρων ωρμούσε εις άτακτη φύγη κωπηλατώντας ― όλος ο στόλος των βαρβάρων έφευγ' έτσι. Κ' εκείνοι όμοια με παλαμίδες κι' άλλο κανένα ψάρι του διχτύου (58) μας εβαρούσαν και μας ερράχιζαν με τα κουπιά και με συντρίμμια των ναυαγίων κι' απλώνονταν θρήνοι κι' οδυρμοί στη θάλασσα όλη ως που της νύχτας της ολόμαυρης το μάτι τα έπαψεν όλα (59). Όμως τόσον ήτο το πλήθος των κακών που κι' αν ακόμη ημέρες δέκα στη σειρά τα διηγούμουν δεν θα έφθανα να τα ιστορήσω όλα Γιατ' ήξερε το πώς ποτέ σε μιαν ημέραν δεν χάθηκε τόσων ανθρώπων πλήθος.

ΑΤΟΣΣΑ

Αλλοίμονο! έτσι ένα πέλαγος μεγάλο συμφορών εξέσπασε (60) πάνω στους Πέρσας και πάνω στο γένος όλο των βαρβάρων

ΑΓΓΕΛΟΣ

Όμως και τούτο γνώριζε, πως ούτε και τα μισά των συμφορών έχεις ακούση, γιατί ο χαμός, οπού έπαθαν οι Πέρσαι στερνά, βαρύτερος διπλάσια ήτον.

ΑΤΟΣΣΑ

Και θα μπορούσε χειρότερη να γίνη τύχη απ' αυτήν. Λέγε ποιάν άλλη συμφοράν (61) οπού συνέβη στο στρατό μας έχεις βαρύτερην να μας ειπής ακόμα.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Οι πλέον ακμαίοι στην ηλικία Πέρσαι κ' οι πιο καλοί στην ανδρεία και φημισμένοι για την ευγένεια, που ήσαν κι' όλα οι πλέον πιστοί στον βασιλιά, έχουν πεθάνη από ένα θάνατο άθλιο ντροπιασμένο.

ΑΤΟΣΣΑ

Δυστυχισμένη εγώ! Τι μαύρη συμφορά, ω φίλοι, μας ευρήκε! Κι' από τι θάνατον επήγαν όλοι εκείνοι;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Βρίσκεται κατεμπροστά εις της Σαλαμίνος τα μέρη ένα νησί μικρό και για τα πλοία κακολίμανο (62), που εκεί κάπου στο 'γιαλό του ο Παν ο καλοχορευτής φωλιάζει (63). Στο νησί αυτό ο Ξέρξης στέλνει εκείνους με τον σκοπό, σαν οι εχθροί κατεστραμμένοι έβγαιναν στο νησί, εύκολα τότε τους Έλληνας να θανατώνουν κι' απ' το ρεύμα το θαλάσσιο τους φίλους να γλυτώνουν, σφαλερά έτσι προβλέποντας το μέλλον (64). Γιατί μόλις στους Έλληνας είχε χαρίση ο θεός τον θρίαμβο της νίκης την ίδια ημέρα της πανοπλίες φορώντας πετάχθηκαν από τα πλοία κι' απ' ολούθε έζωσαν όλο το νησί, ώστε κανένας να φύγη δεν μπορούσε. Κ' εκεί τότε οι Πέρσαι βαριά επληγώνοντο με πέτρες (65) κι' άλλους εσκότωναν τα βέλη οπού επέφταν επάνω τους, ξεφεύγοντας από τα τόξα. Στο τέλος με αχλαλοή χυμώντας όλοι κτυπούν, κρεοκοπούν τα μέλη των αθλίων, ως που κανένα δεν αφήκαν ζωντανό. Κι' ο Ξέρξης τότε εθρήνησε θωρώντας του κακού το βάθος. Γιατ' είχε αυτός το θρόνο του στημένο σε μέρος που έβλεπεν όλο το στρατό του κοντά στην παραλία σ' αψηλό ένα λόφο (66). Και σχίζοντας τους πέπλους και μεγάλα αφήνοντας ξεφωνητά προσταγή δίνει βιαστική στον Περσικό στρατό να φύγη, κι' ο ίδιος ρίχνεται όμοια στη φευγάλα. Κοντά στην πρώτη τέτοια είναι η άλλη συμφορά σου, που έχουμ' εμείς να κλαίμε.

ΑΤΟΣΣΑ

Δαίμονα (67) μαύρε, που έκαμες τους Πέρσας στο νου τους να έχουν ψεύτικες ελπίδες. Πικράν ο γυιός μου τιμωρία ευρήκε θέλοντας να παιδέψη τας Αθήνας, σαν να μην έφθαναν βάρβαροι τόσοι οπού έφαγε πρωτήτερα ο Μαραθώνας κι' οπού εκδίκησι του σκοτωμού των πιστεύοντας ο γυιός μου πως θα λάβη έπαθε τόσες συμφορές ο ίδιος. Και τώρα είπες σε ποιο μέρος αφήκες τα πλοία, όσα τον χαμό εγλυτώσαν. Τίποτε βέβαιο να μας πης γνωρίζεις (68);

ΑΓΓΕΛΟΣ

Οι αρχηγοί των πλοίων, που απομείναν, με αταξίαν ερριχτήκαν στη φευγάλα κατά του ανέμου την πνοή (69), κι' ο άλλος ο στρατός στη γη της Βοιωτίας εχάθη, άλλοι από δίψα ταλαιπωρημένοι κοντά εις το ευφρόσυνο νερό της Κρήνης κι' άλλοι απ' το δρόμο κατασκοτωμένοι. Και μεις τότε περάσαμε στη χώρα των Φωκέων κ' εις τη Δωρίδα κ' εις τον κόλπο τον Μαλιακό, που πλούσια του ποτίζει τον κάμπον ο Σπερχειός με τα νεράτου τα ευεργετικά· κι' από εκεί πάλι της Αχαΐας η πεδιάδα και της Θεσσαλίας οι πολιτείες μας δεχθήκαν στερεμένους από τροφές (70), κ' οι πλέον πολλοί επεθάναν εκεί πέρα από τη δίψα κι' απ' την πείνα, γιατί και τα δυο αυτά κακά μαζύ μας ήρθαν. Στερνά εφθάσαμε στον τόπο των Μαγνήτων κ' εις των Μακεδόνων έπειτα τη χώρα, κοντά στου Αξιού της όχθες κ' εις τους βούρκους της Βόλβης, που έχει τα πολλά καλάμια (71) κ' εις το βουνό το Πάγγαιο κ' εις την Ηδωνίδα χώρα. Όμως εκείνη εκεί τη νύχτα πρόωρα εσήκωσε βαρύν χειμώνα ο θεός και του καθάριου Στρυμόνα όλο το τρεχάμενο νερό είχε πήξη. Έτσι κι' αν από μας κανείς δεν είχε πίστι καμμιά εις τους θεούς κι' αυτός ακόμα επροσευχότουν κ' εδεότουν τότε τη γη και τα ουράνια προσκυνώντας. Κι' όταν έπαυσε ο στρατός τη δέησί του προς τους θεούς, ύστερα εδιάβη το ποτάμι το κρυσταλλόπηχτο· κι' από μας όποιος είχε περάση πριν σκορπισθούν οι αχτίνες του θεού πάνω στη γην, αυτός εσώθη· γιατ' ύστερα ο λαμπερός του ήλιου κύκλος ζεστός με φωτεινές αχτίνες έλυωσε τα νερά τα παγωμένα, ώστε που ο ένας έπεφτεν επά στον άλλο. Γρήγορα όποιος τότε απαραιτούσε τη ζωή του ευτυχισμένος ελογιότουν (72). Κ' οι λοιποί όσοι να σωθούν μπορέσαν, οπού ήταν λιγοστοί, με πολύν κόπο διαβαίνοντας τη Θράκη φθάνουν ― όχι πολλοί ― στον τόπο του ο καθένας. Έτσι, των Περσών η πολιτεία τώρα, τους νέους που έχασεν αποζητώντας, έχει να θρηνήση το χαμό τους· όλα αυτά είν' αλήθεια. Όμως κι' άλλα παράλειψα να ιστορήσω ακόμα απ' τα κακά που έδωκε ο θεός στους Πέρσας.

ΧΟΡΟΣ

Ο δαίμονα απολέμητε (73) με βαρύ πόδι, πως όλο το Περσικό επάτησες γένος.

ΑΤΟΣΣΑ

Ω δύστυχη εγώ· ποιάν έχει πάθη καταστροφή ο στρατός· ω εσύ της νύχτας προμήνυμα ολοφάνερο του ονείρου, πόσο ξεκάθαρα της συμφορές μας όλες μου της φανέρωσες. Κ' όμως σεις τόσο στρεβλά εξηγούσατε τα ονείρατά μου. Αλλά σαν που η συμβουλή η δική σας μπορεί αλλέως να ωφελήση θέλω δέησι πρώτα εις τους θεούς να κάμω κ' ύστερα θα γυρίσω εδώ φέρνοντας δώρα στη γη και στους δικούς μου πεθαμμένους παίρνοντας ζυμαρικά απ' το παλάτι (74). Γιατί κι' αν ξέρω πως το κακό έχει γίνη όμως ίσως για μας καλήτερο γίνη το μέλλον. (75) (Και σεις γι' αυτά τα γενομένα πρέπει συμβουλές πιστές να δίνετε στους φίλους τους πιστούς και αν πρωτήτερα έλθη από μένα εδώ εις εσάς ο γυιός μου παρηγορίες να του ειπήτε και μαζύ του να πάτε συνοδία του στα παλάτια μη κοντά στ' άλλα τα κακά μας έρθη κι' άλλο).

ΧΟΡΟΣ

Ω Ζευ βασιλιά, τέτοιο χαμό εις των Περσών σκορπώντας το στρατό οπού καυχιώνται εις την ισχύ των κι' άνδρες πολλούς έχει η φυλή των (76) σε ζοφερό ένα πένθος τώρα των Σούσων έκρυψες τη χώρα και των Εκβατάνων. Πλήθος Περσίδες θα θρηνήσουν και της καλύπτρες των θα σχίσουν με τα χέρια των που είν' απαλά (77) κι' ολημερίς δάκρυα πολλά τα στήθια των θερμά θα βρέχουν γιατί κι' αυτές σαν κ' εμάς έχουν βαθύ τον πόνο. Κι' άλλες αβρά μυρολογώντας του κάκου θα θρηνούν ζητώντας τους άνδρες των να ξαναϊδούν. Κι' άλλες της κλίνης παραιτούν τα στρώματα τα μυριοαφράτα (78), που τέρψι δίνουν εις τα νειάτα τα ηδονικά (79) για να θρηνούν γοερά με κλάμμα αχόρταστο. Κ' εγώ αντάμα αυτών που ελείψαν το χαμό τον πολυθρήνητο μυρολογώ κατά πώς πρέπει (80).

Στροφή Α'.

Έτσι στενάζει τώρα όλη της Ασίας η χώρα· ερημωμένη. Πω, πω! ωδηγούσε τον στρατό ο Ξέρξης και βαβαί εις το χαμό (81) τους πήρε ο Ξέρξης. Κι' όλα αυτά από αφροσύνη ο Ξέρξης τα δεινά μας δίνει με τα καράβια. Γιατί στην εκστρατείαν αυτή ο Δαρείος να μην οδηγή το στράτεμμά μας; εκείνος που τον αγαπούσαν τα Σούσα και που δεν μπορούσαν να πάθουν οι στρατοί μαζύ του;

Αντιστροφή Α'.

Και τους πεζούς και τους θαλασσινούς όλους αυτούς πω, πω, μαζύ τους έφεραν καράβια εκεί με πλώρες γαλαζοβαμμένες και με φτερούγες απλωμένες (82) όλες μαζύ προς τον αγέρα· και τα καράβια όλους κει πέρα, ουαί, ουαί, τους αφανίσαν στης συμπλοκές, που όλες ήσαν τόσον ολέθριες για μας. Κι' από των Ιώνων τα χέρια ο βασιλιάς όπως ακούμε ξέφυγε με κόπους στους πεδινούς της Θράκης τόπους τους βαρυχείμωνους κ' εχθρούς

Στροφή Β'.

Οι πρώτοι που έπεσαν νεκροί στην Κυχρειώτικην ακτή σαπίζουν τώρ' αλλοίμονό τους όπως ουαί κ' ήταν γραφτό τους από τη μοίρα (83).

Αλλοί! δικοί σου στεναγμοί ας βουίζουν τώρα κ' οι καϋμοί ας σε δαγκάνουν και ξεφωνητά του πόνου σου ας παν ψηλά στον ουρανό. Και η κραυγή σου από την θλίψι της ψυχής σου μυρολογίστρα ας ακουσθή πιο άγρια, πιο δυνατή.

Αντιστροφή Β'.

Στα βράχια κυματοδαρμένοι (84) ωιμέ κει πέρα οι σκοτωμένοι γδύνονται τώρ' απ' τα βουβά της αγνής θάλασσας παιδιά (85)· κι' αλλοί μου, αλλοί, το κάθε σπίτι βυθίσθηκε σε μαύρη θλίψι γιατί ο άνδρας του έχει λείψη. Κι' ωρφανεμένοι από τους γυιούς οι γέροι έως τους ουρανούς θρηνολογούν για το κακό τους ξεσπώντας όλο τον καϋμό τους (86).

Στροφή Γ'.

Κι' όσοι την Ασία κατοικούν δεν θα θέλουν πια να υποταγούν στους Πέρσας τώρα (87). Κι' ούτε δασμούς αναγκασμένοι θα δίνουν κι' ούτε ως πριν σκυμμένοι ως τη γη χάμω θα προσκυνούν τους άρχοντάς μας, γιατί πάει πια του βασιλιά μας η δύναμί του.

Αντιστροφή Γ'.

Και τώρα η γλώσσα των ανθρώπων από της φυλακές θα βγη (88), γιατί εγλυτώσαν οι λαοί κ' εκόπηκε ο ζυγός της βίας. κι' όπως καθένας βουληθή μ' ελευθερία θα ομιλή (89). Στου Αίαντα την κυματοδαρμένη νήσο, η γη αιματοβαμμένη έγινε τάφος των Περσών.

ΑΤΟΣΣΑ

Φίλοι, όποιος εις τη ζωή του λάχη πολλά να δοκιμάση αυτός γνωρίζει πως, όταν των κακών το κύμα στον άνθρωπον επάνω πέση, τότες όλα να τα φοβάται φθάνει· και πάλι όποιον καλοπιάση η τύχη αυτός πιστεύει πως το ίδιο πάντα θάχη καλόν τον άνεμο της τύχης. Έτσι για με είν' όλα τώρα γύρω γεμάτα φόβο κ' εις τα μάτια τα δικά μου οργής θεϊκής μου φανερώνονται σημάδια· κ' εις τα δικά μου αυτιά ολοένα φθάνει κάποια βουή, που δεν είναι της νίκης (90). Τέτοια γενάμενη απ' της συμφορές η ταραχή μου ολότελα φοβίζει μου τα φρένα. Γι' αυτό δίχως αμάξια απ' το παλάτι και δίχως την πρωτήτερη τη συνοδία εβίασθηκα να ερθώ εδώ πέρα πάλι, φέρνοντας πρόθυμες σπονδές του γυιού μου για τον πατέρα του ― όλα εκείνα που πραΰνουν των πεθαμμένων της ψυχές· από αγελάδα άγεννη καλόπιοτο άσπρο γάλα (91) και της ανθοδουλεύτρας μέλισσας ακόμη το στάλαμμα, το διάφανο το μέλι και βρυσικό νερόν από καθάρια βρύσι κι' άδολο πιοτό από μάννα αγροτική (92) ― το πιοτό που είναι καμάρι του πολύχρονου αμπελιού, κι' ακόμη απ' την ωριόξανθην εληά που απ' τα φύλλα θαλερή παντοτεινά είναι η ζωή της καρπόν ευωδιακό και στεφανοπλεγμένα άνθια, της γης της καρποφόρας γέννες. Αλλ' ω εσείς φίλοι, συντροφάιστε με ύμνους της σπονδές μου στους πεθαμμένους τώρα και τον θεϊκό Δαρείο καλέστε νάρθη (93) όταν στου Άδη τους θεούς προσφέρω της χωματόπιοτες θυσίες τούτες.

ΧΟΡΟΣ

Του βασιλειά γυναίκα, ω σεβαστή στους Πέρσας (94), τη σπονδή σου αυτή στείλε την συ στην υποχθόνια χώρα κ' εμείς θα δεηθούμε με ύμνους τώρα εις των νεκρών τους οδηγούς (95) να γένουν καλόγνωμοι για όλους αυτούς που μένουν κάτω απ' τη γη (96).

Έτσι ω των ταρτάρων δαίμονες αγνοί, ω Ερμή και Γη κι' ω των νεκρών εσύ βασιλιά, στείλατ' επάνω εδώ στο φως τον ίσκιο (97) του Δαρείου γιατί μόνο αυτός γνωρίζει αν στη συμφορά καμμιά βοήθεια θα μας έρθη πειά (98).

Στροφή Α'.

Ο μακαρίτης βασιληάς ο ισόθεος τάχα ν' αγροικά όσα εγώ βαρβαρικά βουύζω λόγια; (99) τα βογγητά και μυρολόγια τον θρήνο και τον κοπετό; Από το χώμα κάτω αυτό μ' ακούει τάχα;

Αντιστροφή.

Όμως για χάρι μας, ω εσύ Γη κι' ω εσείς οι άλλοι κυβερνήτες του Άδη στρέξετε τώρα απ' το σκοτάδι ο θεϊκός άρχοντας να ερθή που τον εγέννησαν τα Σούσα και θεός ήταν των Περσών (100). Επάνω εδώ στείλετε αυτόν που όμοιο του κανένα ακόμα ποτέ δε σκέπασε το χώμα το Περσικό (101).

Στροφή Β'.

Αγαπητός ήτον εκείνος και το μνημείο τούτο εδώ όμοια μας είναι αγαπητό γιατί όψι αγαπητή μας κρύβει. (102) Ω Αϊδωνέα, γενού οδηγός του και φέρε πάλι εδώ στη γη τον βασιλιά Δαρείο, εσύ. (103)

Αντιστροφή Β'.

Γιατί ποτέ δεν έχασε άνδρες εις του πολέμου της βαρειές κι' ανθροποφόνες συμφορές. Και θεοφώτιστος λεγότουν από τους Πέρσες κ' ήτο αλήθεια, (104) καλοδηγώντας τον στρατό.

Στροφή Γ'.

Βαλήν, ω παληέ μας Βαλήν (105) σήκω· πρόβαλε απ' τη γη· εις του μνημείου την κορφή δείξου, τη χρυσοβαμμένη υψώνοντας τη ποδεμή σου (106) και το λοφίο της βασιλικής τιάρας δείχνοντας. Στη γης έλα, ω άβλαβε Δαρείε, πατέρα.

Αντιστροφή Γ'.

Πρόβαλε, βασιλιά, ν' ακούσης καινούργιες δυστυχίες του βασιλιά. Σαν απ' τον Άδη μαύρη καταχνιά απάνω μας έχει απλωθή, τι όλ' η νειότη έχει χαθή. έλα, ω άβλαβε Δαρείε, πατέρα.

Επωδός.

Αλλοίμονό μας, τρις αλλοί! Ω εσύ, που τη θανή σου την πολυκλάψαν οι δικοί σου, αφέντη, αφέντη, γιατί 'πες μας οι διπλές τούτες συμφορές μας (107) στη χώρα επλάκωσαν αυτή; τα καράβια όλα έχουν χαθή τα τρίσκαρμα, και τώρα εμείς χωρίς καράβια εμείναμε, χωρίς . . . (108)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ (109)

Ω πιστοί μου εσείς, γυιοί πιστών πατέρων, της νειότης σύντροφοι μου, γέροι Πέρσαι, από ποιον πονά τώρα η πολιτεία πόνο; και θρηνολογάει, βογγά, σέρνεται χάμω; (110) Στον τάφο δίπλα η γυναίκα μου όπως ήρθε ― αν και πρόθυμα της χοές εγώ λαβόντας ― όμως τρέμω. Γιατί και σεις στον τάφο κοντά στεκάμενοι βαριοθρηνείτε, και με φωνές ψυχοκαλέστρες και με γόους με κράζετε απ' τον τάφο μου, ζητώντας να σηκωθώ· αν και βολετό δεν είναι το έβγα του, και οι θεοί του κάτω κόσμου ν' αρπάζουν είναι πιο καλοί παρά ν' αφήνουν. Όμως σαν που τώρα ο λόγος μου από 'κείνους εισακούσθη, 'φτάνω. Και ταχυά εσείς πέστε ― να μη χρονίσω πιότερο απ' ό,τι πρέπει ― τι συμφορά καινούργια ήρθε στους Πέρσες.

ΧΟΡΟΣ

Την όψι σου ντρέπομαι ν' ατενίσω, αγνάντια σου ντρέπομαι να μιλήσω την παληά μου έχοντας συστολή. (111)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Όμως σαν που ανέβηκ' απ' τον κάτω κόσμο εισακούοντας τους θρήνους τους δικούς σας, όχι πολύλογα μα σύντομα ομιλώντας όλα εξηγάτε τα χωρίς ντροπή σ' εμένα,

ΧΟΡΟΣ

Φοβάμαι να κάμω σου τη γνώμη· (112) φοβάμαι και τα ενάντια να 'πω ακόμη, που κακοϊστόρητα σε φίλους είναι.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Αλλά μια που ο φόβος ο παληός τα φρένα τα δικά σας αντισκόβει, εσύ ω γυναίκα ευγενική, του κρεββατιού παληά συντρόφισσά μου, σταματώντας της κλάψες και τους θρήνους πες μου· κάτι που να είναι ξάστερο. Οι δυστυχίες πάντα οι ανθρώπινες ― το ξέρουμε ― λαχαίνουν στους θνητούς. Κι' απ' τη στεριά πολλά συμβαίνουν κι' απ' τη θάλασσα πολλά δεινά εις τους ανθρώπους σαν η ζωή καιρό περσότερο τραβήξη. (113)

ΑΤΟΣΣΑ

Συ π' όλους τους θνητούς πέρασες σ' ευδαιμονία, γιατί όσον καιρό έβλεπες το φως του ήλιου ζωήν απ' όλους ζηλεμμένην επερνούσες κι' ωσάν θεός καλότυχα μέσα στους Πέρσες, όμοια καλοτυχίζω σε και τώρα, πεθαμμένο πριχού να ιδής των συμφορών το βάθος. Όμως κοντολογίς, Δαρείε, το συνέβηκε θ' ακούσης. (114) Χάθηκαν όλα των Περσών ― να στο πω έτσι.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Με ποιο όμως τρόπο; Θανατικό έχει πέσει ή επανάστασι στην πολιτεία μέσα εγίνη;

ΑΤΟΣΣΑ

Κανέν από τα δυο. Αλλά, στας Αθήνας κοντά, εκαταστράφηκε ο στρατός μας όλος.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Και ποιος από τους γυιούς μου στρατηγούσε; Λέγε.

ΑΤΟΣΣΑ

Ο αρειμάνιος Ξέρξης, αδειάζοντας την χώραν όλην. (115)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Και σε στεριά ή σε πέλαο την μωρία έπραξε τούτη;

ΑΤΟΣΣΑ

Στα δυο μαζύ. Διπλό ήτον μέτωπο δυο στρατευμάτων. (116)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Και πώς πεζός στρατός μπόρεσε τόσος να περάση;

ΑΤΟΣΣΑ

Μηχανικά έζεψε της Έλλης το στενό κ' έκαμε διάβα.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Κι' αυτόν ετόλμησε το μέγα Βόσπορο να κλείση;

ΑΤΟΣΣΑ

Έτσι εγίνη· ίσως με δαιμόνου τη βοήθεια. (117)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Αλλοί! μέγας δαίμονας θα στρέβλωσε το νου του.

ΑΤΟΣΣΑ

Και τώρα φαίνεται πόσο έκαμε κακό μεγάλο.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Και τι συνέβηκε εις αυτούς κ' έτσι θρηνείτε;

ΑΤΟΣΣΑ

Το ναυτικό παθόντας, ξωλόθρευσε και το στρατό μας.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Έτσι λοιπόν πολεμοχάθη ο στρατός όλος; (118)

ΑΤΟΣΣΑ

Και για τ' αυτό πανέρημα θρηνούν τα Σούσα.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Αλλοί! στου στρατού την τόση δύναμι και τη βοήθεια.

ΑΤΟΣΣΑ

Και των Βακτρίων όλος ο λαός εχάθη, εξόν οι γέροι.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Ο άμοιρος! Τι νεολαία συμμάχων έχασ' έτσι!

ΑΤΟΣΣΑ

Και μόνος, λεν, έρμος ο Ξέρξης και με λίγους . . .

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Και πώς λοιπόν και πού εκατάντησεν; Εσώθη;

ΑΤΟΣΣΑ

Στο γιοφύρι που έζεψε της δυο στεριές ήρθε με βιάσι. (119)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Κι' αληθινά εσώθηκε στη στεριά τούτη;

ΑΤΟΣΣΑ

Ναι, ξάστερος ήρθε μας και βέβαιος λόγος.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Αλλοί! ταχύ αλήθεψαν οι χρησμοί. (120) Κι' ο Δίας τα θεία λόγια πραγμάτωσεν επά στο γυιό μου. Κ' εγώ θαρρούσα πως αργότερα, κατόπι θα τα εκτελούσαν οι θεοί. Όμως έτσ' είναι: Όταν ατός του βιάζεται κανείς, τότε συντρέχει κι' ο θεός μαζύ του. Έτσι και τώρα πηγή κακών ανέβρυσε για όλους τους φίλους. Ο γυιός μου, τους χρησμούς μη νοιώθοντας, με τόλμη άπραγη εκίνησε, κ' έλπισε δούλο να κρατήση με δεσμά τον ιερόν Ελλήσποντο, το ρέμμα του θείου Βοσπόρου θέλοντας να σταματήση. Έτσι το πέρασμα εβουλήθηκε ν' αλλάξη. Και μ' αλυσίδες σφυροκοπημένες του πελάγου πολλήν έκτασι δένοντας, εδιάβη με πάμπολλο στρατόν, ασύνετα έτσι νομίζοντας, αυτός θνητός, πως θα νικήση τους θεούς όλους και τον Ποσειδώνα ακόμη. Αυτά δεν φανερώνουν πως ο γυιός μου είχε του νου του αρρώστια; (121) Αληθινά φοβούμαι μην ο πολύς ο πλούτος ― τα δικά μου κόπια ― ευκολοάρπαχτα γενούν απ' όποιον λάχη.

ΑΤΟΣΣΑ

Αυτά δα εδιδάχθη ο πολεμόχαρος ο Ξέρξης μ' επίβουλους ανθρώπους ομιλώντας, που τούλεγαν πως ενώ εσύ με το σπαθί σου έδωκες στα παιδιά σου μέγα πλούτο αυτός κάθεται άπρακτος από ανανδρία άδοξά του κλεισμένος μέσ' στο σπίτι, (122) τον πλούτο αφήνοντας αναύξητο τον πατρικό του. Τα τέτοια ονειδίσματα συχνά 'πό άνδρες επίβουλους ακούοντας πήρε την τέτοια απόφασι κ' εστράτευσε για την Ελλάδα.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Απ' αυτούς έγιν' αλήθεια μεγαλώτατο έργο κι' αλησμόνητο που όμοιο μ' αυτό κανένα· την πολιτεία δεν άδειασε των Σούσων, αφ' όταν έδωκεν ο βασιλιάς ο Ζευς εις έναν άνδρα την εξουσία της πολυπρόβατης Ασίας μονάχος να την κυβερνά, σκήπτρο κρατώντας. (123) Κ' ήτον ο Μήδος πρώτος του στρατού ηγεμόνας και κατόπι του εσυμπλήρωσε το έργο ο γυιός του, γιατί το νου του η φρόνησι τον εκυβέρνα, Και στερνά απ' αυτόν, τρίτος, ο Κύρος, ευτυχισμένος αυτός άνδρας, κυβερνώντας, την ειρήνη εχάρισε σ' όλους τους φίλους. και των Λυδών και των Φρυγών τα έθνη επήρε κι' όλην με πόλεμον κυρίευσε την Ιωνία, γιατί φρόνιμος ήτο και θεός δεν τον εχθρεύθη. Κι' ο γυιός του Κύρου τέταρτος του στρατού ηγεμόνας έγινε· και πέμπτος βασιλιάς ήτον ο Μέρδις, (124) ντροπή της πατρίδας και των αρχαίων θρόνων. Κι' αυτόν με δόλο εσκότωσε μέσ' στο παλάτι ο αντρειωμένος Αρταφέρνης με βοήθεια φίλων, οπού είχαν ορκισθή μαζύ του ετούτο. (125) [Κ' έκτος ο Μάραφις κ' έβδομος ο Αρταφέρνης] ως που σ' εμένα η εξουσία έλαχε κατόπι, ως εγώ εβουλήθηκα (126) κ' εγώ εκστρατείες πλήθος ενέργησα με στρατό πλήθος. Όμως τόσο κακό ποτέ δεν έκαμα στην πόλι. Αλλά ο γυιός μου ο Ξέρξης, αυτός νέος όντας έχει και νέες ιδέες και δεν θυμάται της ιδικές μου συμβουλές· γιατί εσείς τούτο να ξέρετε ξεκάθαρα, συνομήλικοί μου πως όσοι βασιλιάδες γίναμε, εμείς όλοι δεν κάναμε κανείς τόσα κακά στη χώρα.

ΧΟΡΟΣ

Τι λοιπόν, ω βασιλιά Δαρείε, έτσι τελειώνεις το λόγο σου; Πώς, 'πες μας, απ' αυτά κατόπι, ο Περσικός λαός θέλει ευτυχήσει τώρα;

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Αν δεν εκστρατεύετε για χώρα Ελλήνων, και πιότερος ακόμη αν είναι ο στρατός των Μήδων γιατ' η ίδια τους η γη είναι βοηθήτρα.

ΧΟΡΟΣ

Πώς τώπες; Πώς είναι τους η γη βοηθήτρα;

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Σκοτώνοντας με πείνα το περίσσιο πλήθος.

ΧΟΡΟΣ

Αλλά γενναίο θα φτιάσουμε κ' εκλεχτό στόλο. (127)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Κι' όμως ουδ' ο στρατός που έμεινε στα Ελληνικά μέρη θα δυνηθή επιστρέφοντας ν' απογλυτώση.

ΧΟΡΟΣ

Τι είπες; Δεν έφυγε ο στρατός των βαρβάρων όλος, διαβαίνοντας το στενό της Έλλης;

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ