Οιδίπους επί Κολωνώ

Part 4

Chapter 48 wordsPublic domain

Μα θα μιλήσω· τι σωστά εσύ με συμβουλεύεις. Και πρώτ' απ' όλα βοηθός παρακαλώ να μούρθη ο Θεός, που απ' το βωμό του για νάρθω εδώ με σήκωσεν ο βασιλιάς της χώρας, αφού μούδωκε υπόσχεση να ειπώ και να γροικήσω και να φύγω μ' ασφάλεια· τούτ' από σας ας ταύρω, ξένοι, κι' απ' τον πατέρα μου κι' από τις αδερφές μου. Και τώρα πια, πατέρα μου, θε να σου πω γιατί ήρθα. Απ' την πατρίδα έχω διωχτή κ' εξόριστο μ' εκάμαν, γιατί σαν μεγαλείτερο παιδί σου εγώ ζητούσα να μένω στο βασιλικό το θρόνο σου· αντί τούτο, αν κ' ήταν πιο μικρότερος ο Ετεοκλής με βία από τη χώρα μ' έδιωξε χωρίς δικαιολογία (28) και δίχως σε παλληκαριά ή σ' έργο να νικήση, και μόνο, αφού κατάπεισε την πολιτεία· και λέω εγώ, πως τούτων αφορμή μόνο η Κατάρα σου είναι· αλλά κι' από τους μάντηδες τάχω ακουσμένα τούτα. Σαν έφτασα στο Δωρικό τ' Άργος και πεθερό μου τον Άδραστο έκαμα, έδεσα μ' όρκο να με βοηθήσουν όσοι στην Πελοπόννησο κρατούνε τα πρωτάτα κ' είν' ξακουστοί στον πόλεμο, κ' έτσι αφού ξεσηκώσω μαζί τους εφτά τάγματα στρατού, να πέσω πάνω στη Θήβα κ' ή να σκοτωθώ, το δίκιο μου ζητώντας, ή κείνους, που μ' αδίκησαν να διώξω απ' την πατρίδα. Λοιπόν σαν τι γυρεύοντας, ήλθα εδώ πέρα τώρα; Ήλθα, πατέρα μου, έχοντας να σε παρακαλέσω θερμότατ' από μέρος μου κι' από τους βοηθούς μου, που τώρα μ' εφτά τάγματα και τρομερά κοντάρια τον κάμπο το Θηβαιικό περικυκλώνουν όλο. Και τούτοι είναι: ο Αμφιάραος, που είν' πρώτος στο κοντάρι, και στο να βγάνη απ' των πουλιών το πέταγμα μαντείες· δεύτερος είν' ο Αιτωλός Τυδέας, ο γυιός του Οινέα, τρίτος είν' ο Ετέοκλος γέννημα-θρέμμα του Άργους· τον Ιππομέδοντα έστειλε τέταρτον ο πατέρας του ο Ταλαός· παινεύεται ο Καπανέας ο πέμπτος, πως θα ρημάξη με φωτιά την πολιτεία της Θήβας· Έκτος είναι τ' αληθινό παιδί της Αταλάντης ο Αρκάδιος Παρθενοπαίος, που έτσι τον ονομάζουν, γιατί παρθένα η μάννα του πολύ καιρό είχε μείνει· κ' ο γυιός σου εγώ, κι' αν όχι γυιός σου, αλλ' απ' την κακήν μοίρα γεννημένος, αν και παιδί δικό σου όλοι με λένε, τον άφοβο του Άργους στρατό τον οδηγάω στη Θήβα. Στη ζωή των θυγατέρων σου τούτων και τη δική σου, παρακαλούμε σε όλοι εμείς, πατέρα, και ζητάμε να διώξης το βαρύ θυμό για μένα, που πηγαίνω να εκδικηθώ τον αδερφό και να τον τιμωρήσω, που απ' την πατρίδα μ' έδιωξε και μου άρπαξε το θρόνο. Επειδή, αν είναι αληθινό απ' τις μαντείες κάτι, αυτοί, που με το μέρος τους θα πας, νικητές θάναι. Σ' ορκίζω στις πηγές και στους θεούς, που της συγγένειας προστάτες είναι, να πειστής και να υποχωρήσης, γιατί κ' εγώ, καθώς εσύ, φτωχός είμαι και ξένος· και ζούμε κολακεύοντας κ' εσύ κ' εγώ τους άλλους, αφού έτυχέ μας νάχουμε κ' οι δυο την ίδια μοίρα. Κ' εκείνος, που είναι βασιλιάς, ω συφορά μου εμένα, περιγελώντας και τους δυο καυχιέται στην πατρίδα· αυτόν, αν με το μέρος μου έλθης εσύ, πατέρα, πολύ εύκολα και γλήγορα θε να τον αφανίσω κ' έτσι πάλι στο σπίτι σου θα σ' αποκαταστήσω κ' εμέ τον ίδιο, αφού απ' αυτό με βία διώξω εκείνον. Και τούτα να καυχιούμαι εγώ μπορώ, αν εσύ θελήσης, γιατί μήτε και να σωθώ μπορώ χωρίς εσένα.

ΧΟΡΟΣ

Για το χατήρι αυτού, που εδώ τον έστειλεν, Οιδίπου, αφού του ειπής τα ωφέλιμα ποια είναι, διώξε τον πάλι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ανίσως, φίλοι, ο βασιλιάς της χώρας, ο Θησέας δεν τύχαινε τον άντρ' αυτόν να στείλη εδώ σ' εμένα, θαρρώντας δίκιο και σωστό τα λόγια μου ν' ακούση, ποτέ του αυτός δε θάκουγε καθόλου τη φωνή μου. Μα τώρα, σαν τ' αξιώθηκε, θα φύγη, αφού από μένα ακούση τέτοια, που χαρά ποτέ να μη του φέρουν. Εσύ, κακούργε, το ραβδί σαν είχες και το θρόνο, που μέσ' στη Θήβα τα κρατεί σήμερ' ο αδερφός σου, εμένα τον πατέρα σου μ' εξώρισες ο ίδιος, δίχως πατρίδα μ' έκαμες και να φορώ τα ρούχα τούτα, που βλέποντάς τα κλαις τώρα, που μέσ' στον ίδιο μ' εμέ να βρίσκεσ' έτυχε πόνον και δυστυχία. Δεν πρέπει εσύ να κλαις· μα εγώ να τα υποφέρω πρέπει όσο θα ζω, θυμούμενος εσένα το φονιά μου, γιατί εσύ μ' έκαμες να ζω στη δυστυχία τούτη, εσύ μ' εξόρισες· εσύ μ' έκαμες να γυρίζω εδώ κ' εκεί και τη θροφή να ζητιανεύω απ' άλλους. Κι' ανίσως δεν εγένναγα τις θυγατέρες τούτες να με φροντίζουν, βέβαια συ δεν θα με βοηθούσες. Αυτές τώρα με σώζουνε, αυτές θροφή μου δίνουν, αυτές σαν άντρες, όχι σαν γυναίκες υποφέρουν μαζί μου· εσείς παιδιά είσαστε άλλου κι' όχι δικά μου. Δε σε προσέχει η μοίρα σου ακόμη, όπως σε λίγο, αν είναι αλήθεια, ότι οι στρατοί κίνησαν για τη Θήβα. Γιατί δεν είναι δυνατό την πολιτεία κείνη να τη χαλάσης, αλλά εμπρός σ' αυτή νεκρός θα πέσης γεμάτος αίμα και μαζί μ' εσένα κι' ο αδερφός σου. Τέτοιες κατάρες κι' από πριν εγώ είχα ξεστομίσει για σας· και τώρα τις καλώ να μούρθουν βοηθοί μου να μάθετε να σέβεστε κείνους, που σας γεννήσαν. (29) Και βέβαια αυτές το θρόνο σου και την παράκλησή σου βαστούνε τώρα, αν κάθεται με τους αρχαίους νόμους η Δικιοσύνη η παλιά σιμά στου Δία τους θρόνους. Κ' εσύ χάσου σαν σίχαμα και με δίχως πατέρα, απ' τους κακούς ο πιο κακός, παίρνοντας για συντρόφους τούτες μου τις κατάρες, που τώρα σου δίνω: μήτε τη χώρα, που είν' πατρίδα σου, να κυριέψης, μήτε πίσω να ξαναπάς ποτέ στ' Άργος, αλλ' από χέρι συγγενικό να σκοτωθής, αφού σκοτώσης, κείνον που σ' έκαμεν εξόριστο. Τέτοια σε καταριέμαι και το σκοτάδι τ' αγριωπό φωνάζω του Ταρτάρου μαζί του να σε πάρη, φωνάζω τούτες τις θεές, φωνάζω και τον Άρη, που ανάμεσό σας έβαλε το τρομερό το μίσος. Και τώρα, που άκουσες αυτά, φεύγα αποδώ και τρέχα σ' όλους τους Θηβαίους να ειπής και στους πιστούς βοηθούς σου, πως έδωκε ο Οιδίποδας τέτοιο βραβείο στους γυιούς του.

ΧΟΡΟΣ

Και για τους δρόμους πούκαμες του κάκου, Πολυνείκη, σε συμπονώ· μα γλήγορα και τώρα φεύγα πάλι.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Αλλοίμονο στο δρόμο μου! στην ατυχία μου, αλλοί μου! ωιμένα και στους φίλους μου! Τέτοιο λοιπόν του δρόμου, που απ' τ' Άργος ξεκινήσαμε, τι τέλος είναι, ωιμένα! Τέτοιο που εγώ δε δύνουμαι μήτε και σε κανένα απ' τους συντρόφους να το ειπώ, μήτε να τους γυρίσω πίσω, παρά χωρίς μιλιά τη μοίρα τούτη πρέπει να συναντήσω. Όμως εσάς, που ακούσατε, αδερφές μου, όσα με καταράστηκε σκληρά ο πατέρας τούτος, σας εξορκίζω στους θεούς, ανίσως του πατέρα πιάση η κατάρα και ποτέ γυρίστε στην πατρίδα, μη με παραμελήσετε παρά μέσα σε τάφο φροντίστε να με βάλετε με τις τιμές, που πρέπει. Κι' αν τώρα για όσα κάνετε σε τούτον σας παινεύουν, κι' άλλον όχι μικρότερον έπαινο εσείς θα πάρτε για κείνα, που θα κάμετε σ' εμέ τον αδερφό σας.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πολυνείκη, παρακαλώ σε κάτι να μ' ακούσης.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Για τι πράμ', Αντιγόνη μου, αγαπημένη; λέγε.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Γύρισε πίσω το στρατό γλήγορα στ' Άργος πάλι, και μη τη χώρα μας κ' εσέ τον ίδιον αφανίσης.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Δεν είναι δυνατό· γιατί πώς θα μπορέσω πάλι τον ίδιο να οδηγώ στρατό μια και γυρίσω πίσω;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Και τι ανάγκ' είναι, αδελφέ, και πάλι να θυμώσης; ανίσως την πατρίδα σου ρημάξης, ποιο το κέρδος;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Είναι ντροπή να φεύγω εγώ κι' από τον αδερφό μου, αν κ' είμαι μεγαλείτερος, να περιπαίζουμαι έτσι.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Βλέπεις λοιπόν, πως βγαίνουνε σωστές οι προφητείες τούτου, που λέει πως θάνατο θα δώστε ο ένας στον άλλο; (30)

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Ναι, προφητεύει· όμως εγώ τη γνώμη δε θ' αλλάξω.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Αλλοίμονό μου η δύστυχη! και ποιος να σ' ακλουθήση θε να τολμήση, ακούγοντας τις προφητείες τούτου;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Μα δε θα ειπώ εγώ τα κακά· γιατί τα καλά μόνο πρέπει ο καλός ο στρατηγός να λέη και τίποτε άλλο.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Λοιπόν, έτσι αποφάσισες να κάμης, αδερφέ μου;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Ναι· και μη μ' εμποδίσης πια· για μένα όμως θε νάναι η εκστρατεία αυτή κακιά κι' ολέθρια (31) εξ αιτίας του πατέρα μας τούτου και των Ερινύων του. Κ' εσάς ο Δίας άμποτε να σας κατευοδώνη, αν κάμετε όσα ζήτησα για μένα, όταν πεθάνω, (γιατί δε θε να μ' έχετε πια ζωντανό) και τώρα αφίστε με κ' έχετε γεια· δε θα με ξαναδήτε πια ζωντανόν.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Αλλοίμονο στην κακομοίρα εμένα!

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Μη με μοιρολογάς.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Και, ποιος μπορεί να μη σε κλάψη, αφού στον Άδη φανερά πηγαίνεις, αδερφέ μου;

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Αν πρέπη, θα πεθάνω εγώ.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Όχι, παρά άκουσέ με.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Όσα δεν πρέπει μη μου λες.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ωιμέ η δυστυχισμένη ανίσως και σε στερηθώ.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Από τη μοίρα τούτα πρέπει να γίνουν έτσι ή αλλοιώς. Κ' εγώ τους θεούς παρακαλώ για σας, κακό ποτέ να μην ιδήτε· γιατί να δυστυχάτ' εσείς δεν είν' σωστό λένε όλοι.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή α'.

Καινούργιες πάλι συφορές μούρθανε και μεγάλες απ' τον τυφλό τον ξένο, εξόν αν είναι η μοίρα του. Γιατί των θεών κανένα θέλημα γελασμένο πως βγαίνει δε μπορώ να ειπώ. Αυτά ο καιρός τα βλέπει, τα βλέπει πάντα κι' άλλα κακά βάζοντας στα κακά τα κάνει πιο μεγάλα. Βρόντηξε, Δία, ο ουρανός.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδιά μου, αν είν' εδώ κανείς, ας τρέξη το Θησέα, τον αξετίμητο άνθρωπο, γλήγορα εδώ να φέρη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τι τον θέλεις, πατέρα μου, που τον φωνάζεις νάλθη;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Του Δία τούτη η φτερωτή βροντή θε να με φέρη τώρα στον Άδη· γλήγορα στείλτε λοιπόν για νάλθη.

ΧΟΡΟΣ

Αντιστροφή α'.

Να, τρομερά μεγάλο αστροπελέκι πέφτει από το Δία ριγμένο· σκωθήκαν απ' το φόβο του κεφαλιού μου οι τρίχες· εδείλιασε η καρδιά μου· γιατί και πάλι αστράφτει ο ουρανός· τι τέλος θα φέρη; το φοβάμαι· γιατί τ' αστροπελέκι ποτέ δεν πέφτει δίχως να φέρη συφορά. Ω Ουρανέ, ω Δία!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδιά μου, ήλθε της ζήσης μου το τέλος, καθώς τώχαν ειπεί οι θεοί, κι' αδύνατο μου είναι να το ξεφύγω.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Και πώς το ξέρεις; κι' από πού μπορείς να βγάλης τούτο;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Το ξέρω εγώ· μα γλήγορα όσο μπορεί, ας πάη κάποιος εδώ το βασιλιά της χώρας να μου φέρη.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή β'

Πω! πω! να πίσω πάλι βροντολογάει τριγύρω τ' άγριον αστροπελέκι. Σπλαχνίσου μας, θεέ μου, σπλαχνίσου μας, αν φέρνης κάποιο κακό στη χώρα. Καλόγνωμον ας σ' εύρω, και τον καταραμένο τον άντρ' αυτόν αν είδα, γι' ανταμοιβή ας μη πάρω καμμιά βλαβερή χάρη. Αφέντη Δία, για σένα τα λέγω τούτα εγώ.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κοντά είναι τάχα ο βασιλιάς; άρα γε αυτός, παιδιά μου, θα με προφτάση ζωντανό; νάχω τα λογικά μου;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Και σαν ποιο τάχα μυστικό να ειπής σ' αυτόνε θέλεις;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Για τα καλά που μούκαμε, χάρη πραγματική, πούτυχε να του υποσχεθώ, θέλω σ' αυτόν να κάμω.

ΧΟΡΟΣ

Αντιστροφή β'.

Ε, ε, παιδί του Αιγέα γλήγορα τρέχα υ-υ ― αν είσαι στης λαγκάδας την άκρη και θυσίες στης θάλασσας το θεό, τον Ποσειδώνα, κάνης μέσ' στο βωμό, που βώδια σφάζουν επάνω του, έλα. Γιατί νομίζει ο ξένος, πως δίκιο είναι σ' εσένα στους φίλους και στη χώρα να κάμη δίκια χάρη για όσα καλά έχει λάβει. Γλήγορα, αφέντη, τρέχα.

ΘΗΣΕΑΣ

Τι είναι οι καινούργιες οι φωνές, που βγάνετε και πάλι. κ' εσείς κι' ο ξένος φανερά; μήπως κακό κανένα σας έκαμε το φοβερό του Δία αστροπελέκι ή το χαλάζι πούπεσεν; όλα να τα φοβάται πρέπει κανείς, άμα ο Θεός σηκώνη τρικυμία.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Καθώς ποθούσα, βασιλιά, εμπρός μου ήλθες και κάποιος θεός τον ερχομό σου αυτόν σούκαμ' ευτυχισμένο.

ΘΗΣΕΑΣ

Παιδί του Λάιου, σαν τι καινούργιο είναι και πάλι;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Στο τέλος είμαι της ζωής· και θέλω να πεθάνω χωρίς για όσα υποσχέθηκα στη χώρα και σ' εσένα ψεύτης να βγω.

ΘΗΣΕΑΣ

Κι' απόδειξη ποια του θανάτου σου έχεις;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ίδιοι οι θεοί μου το μηνάν και μου το παραγγέλνουν, κάνοντας ν' αληθεύουνε τα όσα σημάδια ωρίσαν.

ΘΗΣΕΑΣ

Πώς είπες, ότι δείχνουνται, γέροντα, τα σημάδια;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Με τις αδιάκοπες βροντές και με τ' αστροπελέκια, που αμέτρητα το δυνατό χέρι του Δία τα ρίχνει.

ΘΗΣΕΑΣ

Με πείθεις, επειδή πολλά βλέπω να προφητεύης κι' όχι ψευτόλογα· και τι πρέπει να κάμω, λέγε.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδί του Αιγέα, θε να σου ειπώ εγώ όσα θε να κάμουν τούτη την πολιτεία σου για πάντα ευτυχισμένη. Μόνος μου, δίχως οδηγό, θε να σου δείξω αμέσως τον τόπον όπου πρέπει εγώ τα μάτια μου να κλείσω. Κι' αυτόν τον τόπο μη τον πης ποτέ σου σε κανένα, μήτε που κρύβεται, μηδέ σε ποιο βρίσκεται μέρος για να σου δίνη πάντ' αυτός βοήθεια όσην οι ξένοι μισθοφόροι σου και πολύς στρατός δε θα σου δίνουν. Κ' εκείνα, που δε λέγουνται και πρέπει να κρατιούνται κρυφά, σαν έλθης μόνος σου εκεί, θε να τα μάθης· γιατί δεν πρέπει να τα ειπώ μήτε σ' άλλον κανένα, μήτε και στα παιδιά μου αυτά, μ' όσο κι' αν τ' αγαπάω. Μα πάντα μόνος ξέρε τα, κι' όταν στο τέλος φτάσης της ζήσης σου, στον πιο τρανό της χώρας μόνο ειπέ τα κ' εκείνος πάλιν ας τα λέη στο διάδοχό του πάντα. Κ' έτσι την πολιτεία σου ανίκητη θα κάμης απ' τους Θηβαίους· κ' οι πολλές οι πολιτείες, κι' αν έχη καλή κυβέρνηση καμμιά, εύκολ' αυθαδιάζουν. Μα όταν η τρέλλα κανενός φτάση ως που τα θεία να λησμονάη, πάντα οι θεοί προσέχουν κι' ας αργούνε· μη θέλης τούτο εσύ, παιδί του Αιγέα, να το πάθης. Αυτά όμως, που ορμηνεύω σε, πολύ καλά τα ξέρεις. Μα τώρα πια ας πηγαίνουμε στον τόπο, ας μην αργούμε, γιατί πολύ με βιάζουνε τα θεϊκά σημάδια. Παιδιά μου, ακολουθάτε με. Γιατί οδηγός σας τώρα γίνουμ' εγώ, καθώς εσείς είσαστε του πατέρα. Εμπρός· και μη μ' εγγίζετε, παρά αφίστε με ναύρω μονάχος μου τον ιερό τον τάφον, όπου η μοίρα μούχει ωρισμένο να κρυφτώ κάτω απ' το χώμα τούτο. Εδώθ' εδώ βαδίζετε· γιατί απ' εδώ με φέρνει ο Ερμής ο ψυχοδηγητής κ' η θεά του κάτω κόσμου. Ω φως αθώρητο! ήσουνα κάποτε πριν δικό μου και τώρα για στερνή φορά σ' εγγίζει το κορμί μου. Γιατί τώρα τον υστερνό παίρνω της ζήσης δρόμο και πάω στον Άδη να κρυφτώ. Μα, αγαπημένε φίλε, κ' εσύ και τούτη η χώρα σου κ' οι άνθρωποί σου πάντα ευτυχισμένοι να είσαστε, και να θυμάστε κάπου μέσα στην ευτυχία σας κ' εμέ τον πεθαμμένο.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή

Ανίσως και συχωρεμένο μου είναι την αθώρητη τη θεά με σέβας να παρακαλώ κ' εσέν', Αϊδωνέα, του κάτω κόσμου βασιλιά, Αϊδωνέα, παρακαλώ μήτε με πόνο, μήτε με θάνατο τυραγνισμέν' ο ξένος να φτάση στων νεκρών τον τόπο, που όλα τα κρύβει, και στα Στύγια τα παλάτια. Γιατί πολλές κι' αν σ' ηύραν δυστυχίες άδικα, δύνεται ο θεός ο δίκιος να σε σηκώση πάλι.

Αντιστροφή

Ω σκοτεινές θεές κι' άγριο θερίο, που εμπρός στις πολυσύχναστες τις θύρες κάθεσαι ξαπλωμένο και γαυγύζεις απ' τη σπηλιά σου κ' είσαι, καθώς λένε, φύλακας ανημέρευτος στον Άδη! Τούτο, ω παιδί της Γης και του Ταρτάρου, παρακαλώ να τραβηχτή στην άκρη για ναύρη λεύτερο το διάβα ο ξένος, που στο βασίλειο των νεκρών πηγαίνει. Εσέ, που τον αιώνιον ύπνο φέρνεις, παρακαλώ για τούτα.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Ε, πατριώτες! σύντομα πολύ μπορώ να λέω νεκρό πια τον Οιδίποδα· μα πώς το πράγμα εγίνη δεν είναι διόλου δυνατό να το ιστορώ με λίγα, γιατί και τα όσα γίνηκαν εκεί λίγα δεν ήταν.

ΧΟΡΟΣ

Λοιπόν πέθανε ο δύστυχος;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Μάθε το, πως εκείνος για πάντα την πολύπαθη ζωή του άφισε πίσω.

ΧΟΡΟΣ

Πώς; Τάχα οι θεοί του δώσανε θάνατο δίχως πόνο;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Αυτό προ πάντων άξιο του θαυμασμού μας είναι. Γιατί πώς έφυγε από δω, κ' εσύ, που παρόν ήσουν, τα ξέρεις, δηλαδή χωρίς νάχη οδηγό κανένα αλλά οδηγώντας μας αυτός· κι' όταν στον καταρράχτη έφτασε, που είναι μέσ' στη γη με χάλκινα θεμέλια στερεωμένος, στάθηκε σ' έν' απ' τα μονοπάτια στη γούβα τη βαθουλωτή σιμά, όπου του Θησέα και του Πειρίθου βρίσκουνται τα αιώνια θυμητάρια της συμφωνίας πούκαμαν. Αφού στη μέση εστάθη από τη γούβα κι' από την πέτρα, που σύνορο είναι, (32) κι' από την κούφια την γκόρτσα και τον πετρένιο τάφο, κάθησε κ' έπειτα έλυσε τα λερωμένα ρούχα. Κατόπιν, αφού φώναξε τις κόρες του, ζητούσε να φέρουνε τρεχούμενο νερόν από εκεί κάπου για να λουστή και για σπονδές. Κ' εκείνες, αφού πήγαν στο λόφο τον αντικρυνό της Δήμητρας, που κάνει όλα ν' ανθίζουν, γλήγορα φέρανε στον πατέρα αυτές του τις παραγγελιές, και το λουτρό και ρούχα του ετοίμασαν καθώς για τους νεκρούς είναι συνήθεια· κι' όταν ευχαριστήθηκε, γιατί είχαν όλα γίνει, (τίποτα πια δεν έμενεν απ' όσα επιθυμούσε) (33) ο Δίας ο κάτω βρόντηξε και πάγωσαν οι κόρες από το φόβο, ως τάκουσαν· κ' επάνω στου πατέρα τα γόνατα αφού πέσανε, κλαίγανε και δεν παύαν να στηθοκόβουνται και να μοιρολογούν περίσσα· κ' εκείνος την πικρή φωνή καθώς ακούει ξάφνου, αφού τις σφιχταγκάλιασε, τους είπε: ωιμέ, παιδιά μου, δεν έχετε πια σήμερα πατέρα. Εγώ πεθαίνω και πια δε θα φροντίζετε να με γεροκομάτε με τόσα βάσανα· σκληρό, παιδιά μου, ήταν, το ξέρω, μα όλους αυτούς τους κόπους σας γλυκαίνει ένας μου λόγος. Καθείς δε σας αγάπησε περσότερο από μένα, που τώρα πια με χάνετε κ' έτσι ορφανές θα ζήτε όλη την άλλη σας ζωή. Τέτοια θρηνούσαν όλοι μ' αναστενάγματα βαθιά και σφικταγκαλιασμένοι. Κι' όταν στο τέλος έφτασαν των θρηνητών και βόγγο κανένα πια δεν έβγαναν, βαθειά σιωπή εγίνη. Και ξάφνου τον εφώναξε κάποιου η φωνή, που όλοι τρομάξαν κι' απ' το φόβο τους σκωθήκαν τα μαλλιά τους. Γιατί ο θεός πολλές φορές και δυνατά τον κράζει: Ε! εσύ, ε! εσύ Οιδίποδα! γιατί αργοπορούμε να πάμε; εσύ από μέρος σου αργείς από πολληώρα. Κ' εκείνος μόλις άκουσεν, ότι θεός τον κράζει, γυρεύει νάλθη ο βασιλιάς της χώρας, ο Θησέας· κι' αφού κοντά του επήγε αυτός τούπεν: αγαπημένε, το σεβαστό το χέρι σου δόσε το στα παιδιά μου για να ορκιστής ― δόστε κ' εσείς, παιδιά μου, το δικό σας ― και τάξε μου, ότι ποτέ δε θα προδώσης τούτα με θέλησή σου, κι' όσα εσύ έχεις σκοπό να κάμης κάμε τα, πάντα σου έχοντας στο νου σου το καλό τους. Κι' αυτός σαν γενναιόκαρδος άντρας κι' όχι με θρήνους στον ξένον υποσχέθηκε μ' όρκο, πως θα τα κάμη. Και καθώς γίνηκαν αυτά αμέσως ο Οιδίπους με τα τυφλά τα χέρια του αγγίζει τα παιδιά του, και λέει: θυγατέρες μου ανάγκη είναι, την τύχη τη νέαν αφού υποφέρετε (34), να φύγετε απ' το μέρος τούτο και να μη θέλετε να ιδήτε όσα δεν πρέπει να βλέπετε, μηδέ όσα εμείς θα πούμε να γροικήστε. Όσο το γληγορώτερο φευγάτε· κι' ο Θησέας μονάχος του να μείνη εδώ να μάθη όσα θα γίνουν. Αφού μας είπε τόσ' αυτός, τον υπακούσαμε όλοι και δάκρυα χύνοντας βροχή φεύγαμε με τις κόρες. Σε λίγο, όταν εφύγαμε, γυρίσαμε να ιδούμε από μακριά· όμως πουθενά δεν είδαμε πια νάναι ο Οιδίποδας· μα ο βασιλιάς μόνος και να κρατάη στα μάτια εμπρός τα χέρια του για να τα ισκιάζη, σάμπως να εφάνη κάτι φοβερό και να το βλέπη μόνο. Σε λίγο όμως τον βλέπουμε να προσκυνάη με σέβας τη γη και να παρακαλή τον Όλυμπο συνάμα. Κ' εκείνος με ποιο θάνατον επέθανε κανένας δε θα μπορέση να το ειπή, εξόν απ' το Θησέα. Γιατί δεν τόνε σκότωσε κανένα αστροπελέκι του Δία, μηδέ θαλασσινή φουρτούνα, που εσηκώθη εκείνη τη στιγμή, παρά κάποιος, που ήταν σταλμένος απ' τους θεούς, ή θ' άνοιξε καλόγνωμο το στόμα του Άδη το αλύπητο, γιατί δεν πέθανεν εκείνος με τρόπο, που να τον θρηνή κανείς, μηδ' απ' αρρώστια πάσχοντας, αλλά θαυμαστός όσο κανείς στον κόσμο· κι' αν φαίνουμαι, ότι δε μιλώ φρόνιμα, δε ζητάω συμπάθειο απ' όσους με θαρρούν πως λογικά δε λέω.

ΧΟΡΟΣ

Κι' όσοι τον ξεπροβόδησαν από τους φίλους που είναι κ' οι κόρες του;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Δεν είναι αυτές μακριά· γιατί οι φωνές τους γεμάτες θρήνο μαρτυρούν, πως έρχουντ' εδώ πέρα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Στροφή α'.

Ωιμένα! αλλοίμονο! έχουμε, έχουμε οι κακομοίρες να κλαίμε, αλήθεια, για πολλά κι' όχι μόνο για το αίμα του δύστυχου πατέρα μας, που ήταν καταραμένο και πριν τη γέννησή του· να κλαίμ' εμείς, που αδιάκοπα άλλοτε τόσους πόνους βαστούσαμε κι' αμέτρητους στο τέλος θε να ειπούμε, γιατί είδαμε και πάθαμε πολλά για τον πατέρα.

ΧΟΡΟΣ

Τι είναι;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Μπορείτε, φίλοι μου, εσείς να το υποθέστε.

ΧΟΡΟΣ

Πέθανε;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Όσο καλλίτερα μπορούσες να ποθήσης. Γιατί τι περισσότερο μπορείς να επιθυμήσης για κείνον, που ούτε πόλεμος μήτε κι' ανεμοζάλη θαλασσινή τον χτύπησε, αλλά τον εκατάπιαν τόποι κρυφοί κι' αθώρητοι, ενώ τον ετραβούσε αθώρητος ο θάνατος; Ω! η κακομοίρα! νύχτα μαύρη κι' ολέθρια απλώθηκε στα μάτια μας επάνω. Γιατί πώς, τριγυρίζοντας σε μακρυσμένη χώρα ή μέσα σε θαλασσινή φουρτούνα, θα μπορούμε τη δυσκολόβρετη θροφή για τη ζωή να βρούμε;

ΙΣΜΗΝΗ

Δεν ξέρω. Κι' άμποτε ο φονιάς ο Άδης να με σκοτώση για να πεθάνω η δύστυχη μαζί με τον πατέρα· γιατί θα είν' κακορροίζικη για μένα πια η ζωή μου.

ΧΟΡΟΣ

Χρυσά μου διδυμιάρικα! τη θεϊκιά τη μοίρα, σαν ήλθε, να υποφέρετε παλληκαρήσια πρέπει. Δεν πρέπει και να νοιώθετε τόσο μεγάλο πόνο, γιατί και δεν εφτάσατε σε τόση δυστυχία.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Αντιστροφή α'.

Όμως ποθούσαμ' εμείς κάπως και τη δυστυχία. Γιατί κ' εκείνο που δεν ήταν διόλου αγαπημένο, ήταν για εμάς αγαπημένο, όταν τον κρατούσα εκείνον μέσ' στην αγκαλιά μου. Αγαπημένε μου πατέρα, πούσαι διπλωμένος της γης το αιώνιο σκοτάδι, κι' αν δε ζης, θα σ' αγαπάμε πάντα εγώ και τούτη.

ΧΟΡΟΣ

Πέθανε πια;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Βρήκε αυτός τέλος όπως το ποθούσε.

ΧΟΡΟΣ

Ποιο τέλος;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πέθανε στην ξένη χώρα, που ήθελε, και τάφο πάντα ισκιερόν έχει, κι' άφησε ο θάνατός του λύπη, που το θρήνο φέρνει. Γιατί πατέρα μου για σένα με στεναγμούς τα δάκρυα τρέχουν, μήτε ξέρω η μαύρη την τόση μου για σένα λύπη πώς να τη μερώσω. Ωιμέ! ήθελες σε χώρα ξένη να πεθάνης, πέθανες όμως έτσι μόνος κ' έρμος.

ΙΣΜΗΝΗ

Δύστυχη εγώ! τάχα ποια μοίρα ― υ ― υ ― υ ― πάλι εμέ κ' εσένα μας περιμένει, αγαπημένη, έτσι ορφανές από πατέρα;

ΧΟΡΟΣ

Αλλ' αφού είχε τέλος ευτυχισμένο, αγαπημένες, παύτε αυτή τη λύπη· γιατί κανένας δεν υπάρχει, που δυστυχία να μη τον δέρνη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Στροφή β'.

Πίσω, καλή μου, ας τρέξουμε.

ΙΣΜΗΝΗ

Να κάνουμε τι;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Θέλω . . .

ΙΣΜΗΝΗ

Τι;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Να ιδώ τον τάφο . . .

ΙΣΜΗΝΗ

Ποιου;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ωιμένα! . . του πατέρα.

ΙΣΜΗΝΗ

Και πώς είν' τούτο βολετό; Μήπως δε βλέπεις τάχα; . . .

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Για ποια αφορμή με μάλωσες;

ΙΣΜΗΝΗ

Και για τούτο: ότι . . .

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τι είναι και πάλι αυτό;

ΙΣΜΗΝΗ

Πώς άταφος χάθηκε εκείνος κ' έρμος.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Φέρε με και στον τάφο του σφάξε με τότ' επάνω.

ΙΣΜΗΝΗ

Ωιμένα η τρισβαριόμοιρη! πώς πάλι εγώ θα ζήσω ορφανεμένη κ' έρημη ζωή δυστυχισμένη;

ΧΟΡΟΣ

Αντιστροφή β'.

Μη φοβηθήτε, αγαπημένες.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Μα πώς να γλυτώσω;

ΧΟΡΟΣ

Και πριν εγλύτωσες . . .

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τι τάχα;

ΧΟΡΟΣ

και δε σ' ηύρε κάποια δυστυχία τρανή . . .

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Το ξέρω.

ΧΟΡΟΣ

Σαν τι λοιπόν έχεις στο νου σου;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πώς θα πάμε πίσω στην πατρίδα μας, δεν ξέρω.

ΧΟΡΟΣ

Μην το ζητάς τούτο.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Μας αναγκάζ' η δυστυχία.

ΧΟΡΟΣ

Και πρώτα σας στενοχωρούσε.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ήταν πριν μεγάλη, μα τώρα πιο χειρότερ' είναι.

ΧΟΡΟΣ

Σας έλαχε κάποιο πέλαγο συφοράς μεγάλο.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ωιμένα! πού να πάμε, Δία; Γιατί σαν ποια τώρα ελπίδα πια ο θεός μ' αφίνει;

ΘΗΣΕΑΣ

Παύτε, κόρες, τα κλάμματα· γιατί δεν πρέπει λύπη να δείχνουμε όπου σαν ευεργεσία (35) έρχεται ο θάνατος· είν' αμαρτία τούτο.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Προσπέφτουμε στα πόδια σου, παιδί του Αιγέα.

ΘΗΣΕΑΣ

Για να σας κάμω ποια παράκλησή σας, κόρες;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Θέλουμε του πατέρα μας κ' εμείς να ιδούμε τον τάφο.

ΘΗΣΕΑΣ

Μα δεν είναι δυνατό να γίνη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πώς είπες, της Αθήνας βασιλιά κι' αφέντη;

ΘΗΣΕΑΣ

Παρθένες! μούπε κείνος: άνθρωπος κανένας μήτε στους τόπους τούτους να σιμώση, μήτε στον τάφο να προσευχηθή τον εδικό του. Και μούπε, πως αν τα φυλάξω καλά τούτα η χώρα μου θε νάναι πάντα δίχως λύπη. Τούτα λοιπόν τάχει ο θεός μας ακουσμένα κι' ο Όρκος του Δία, που όλα τ' ακούει.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ