Οιδίπους επί Κολωνώ

Part 3

Chapter 37 wordsPublic domain

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ακούνε κ' εσέ κ' εμέ και σκέφτουνται, πως μ' όλο πούχω πάθει εγώ από σένα μ' έργατα, με λόγια σ' εκδικούμαι.

ΚΡΕΩΝ

Δε θα κρατήσω το θυμό, παρά με βία θα πάρω τούτον, αν κ' είμαι μόνος μου κι' αργός από τα χρόνια.

Αντιστροφή

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ωιμένα, ο μαύρος!

ΧΟΡΟΣ

Με πόση, ξένε, ξαδιαντροπιά ήλθες, αν απ' του νου σου επέρασε, ότι αυτά θα κάμης.

ΚΡΕΩΝ

Έτσι νομίζω.

ΧΟΡΟΣ

Λοιπόν ποτέ μου πια δε θα κάτσω στη χώρα τούτη.

ΚΡΕΩΝ

Κι' ο μικρός, σαν έχη δίκιο, τον τρανό καταπονάει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Γροικάτε τα ποια λέει;

ΧΟΡΟΣ

Δε θα τα κάμη· καλά το ξέρω. (22)

ΚΡΕΩΝ

Ο Δίας βέβαια μπορεί να ξέρη, εσύ όμως όχι.

ΧΟΡΟΣ

Λοιπόν ετούτα βρισιά δεν είναι!

ΚΡΕΩΝ

Βρισιά είν', αλλ' όμως θα τη χωνέψης.

ΧΟΡΟΣ

Ωέ! πολίτες όλοι, ωέ, προεστοί της χώρας, ελάτ' εδώ τρεχάτοι, ελάτε, γιατί φεύγουν από δω πέρα τούτοι.

ΘΗΣΕΑΣ

Τι είναι τάχα οι φωνές τούτες; τι έχει γίνει; από φόβο τάχα ποιόν με σταματήστε μέσ' στην ώρα πούχ' αρχίσει τη θυσία στον Ποσειδώνα, που του Κολωνού είν' προστάτης; Πέτε μου, να μάθω θέλω για ποιο λόγον εδώ πέρα ήλθα πιο γοργά παρ' όσο το πόδ' ήθελε να τρέξη;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αγαπημένε μου, ― γιατί γνώρισα τη φωνή σου ― από τον άνθρωπον αυτόν κακόπαθα προλίγου.

ΘΗΣΕΑΣ

Σαν τι έπαθες; και ποιος αυτός που σ' έχει βλάψει; λέγε.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αυτός ο Κρέοντας, που θωρείς, φεύγει μακριά, αφού πρώτα απ' τα παιδιά μου μ' άρπαξε το μοναχό ζευγάρι.

ΘΗΣΕΑΣ

Πώς είπες;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Κείνα πούπαθα τάκουσες όλα τώρα.

ΘΗΣΕΑΣ

Από τους δούλους στους βωμούς λοιπόν ας πάη κάποιος όσο μπορεί γοργότερα κι' όλους ας αναγκάση πεζούς και καβαλλάρηδες ν' αφήσουν τη θυσία και προσβολή να τρέξουνε στο μέρος, όπου σμίγουν των στρατοκόπων οι διπλοί δρόμοι, για να εμποδίσουν οι κόρες να περάσουνε, κ' εγώ σ' αυτόν το φίλο, ότι με βία νικήθηκα, να μη γενώ γελοίος. Γλήγορα, καθώς πρόσταξα πηγαίνετε. Και τούτον ανίσως εγώ εθύμωνα, όσο του αξίζει τώρα, δε θα είχ' αφήσει απλήγωτον απ' το δικό μου χέρι. Και μ' όποιους νόμους τώρ' αυτός μας ήλθεν εδώ πέρα, με τέτοιους κι' όχι μ' αλλουνούς κ' εμείς θα του φερθούμε, ποτέ δε θάβγης δηλαδή από τη χώρα τούτη, αν κείνες δε μου φέρης· πριν κ' εμπρός μου εδώ τις στήσης. Γιατί εσύ πολιτεύτηκες με τρόπο, που δε στέκει σ' εμέ και στην πατρίδα σου και σ' όλη τη γενιά σου, σε πολιτεία μπαίνοντας, που προσκυνάει το δίκιο· και δίχως νόμο τίποτα δεν κάνει, και της χώρας αυτής μη λογαριάζοντας τους νόμους, εδώ εχύθης και τα όσα σου χρειάζουνται αρπάζεις και σκλαβώνεις με το έτσι θέλω· νόμισες, πως είν' η χώρα μου έρμη απ' άντρες, ή την πέρασες σαν κάποια σκλαβωμένη, κ' εμέ ίσιο με το τίποτα. Κι' όμως εσένα η Θήβα πρόστυχο δε σ' ανάθρεψε· γιατί κι' αυτή δε θέλει να θρέφη άντρες παράνομους, κι' ούτε θα σε παινούσε, ανίσως και το μάθαινε πως τα δικά μου αρπάζεις και των θεώνε, παίρνοντας με βια παρακλητάδες κακότυχους. Μα αν τύχαινε στη χώρα σου να μπαίνω, κι' αν είχα με το μέρος μου το πιο μεγάλο δίκιο, χωρίς να θέλη ο βασιλιάς, όποιος κι' αν ήταν, έξω δε θάσερνα, ούτε θάρπαζα, μα θάξερα πως πρέπει ξένος εγώ να φέρνουμαι μπροστά στους χωραΐτες. Μα εσύ την πολιτεία σου, κι' αν δεν τ' αξίζη, ο ίδιος τήνε ντροπιάζεις, κι' ο καιρός, όσο περνάει, σε κάνει γέροντα κι' άμυαλο μαζί. Λοιπόν έχω δοσμένη τη διαταγή μου κι' από πριν και τώρα ξαναλέω, κάποιος το γληγορώτερο να φέρη εδώ τις κόρες, αν δεν το θέλης κάτοικος της χώρας τούτης νάσαι με το στανιό κι' αθέλητα· και τούτα, όπως στο νου μου τα κλείνω, έτσι απαράλλαχτα στα λέω και με τη γλώσσα.

ΧΟΡΟΣ

Βλέπεις, ω ξένε, πού έφτασες απ' τη γενιά σου δίκιος φαίνεσαι· μα αποδείχνεσαι κακός με τα όσα κάνεις.

ΚΡΕΩΝ

Μήτε από ανθρώπους έρημη την πολιτεία τούτη, παιδί του Αιγέα, παίρνοντας, μηδέ και σκλαβωμένη, (23) καθώς συ λες, έκαμα αυτά, παρά ξέροντας, ότι ποτέ δε θα την έπιανεν η πιθυμιά να θρέφη τους εδικούς μου συγγενείς χωρίς τη θέλησή μου. Και τόξερα πως άνθρωπο, που μολεμένος είναι και του πατέρα του φονιάς και που βρεθήκαν νάναι οι γάμοι του τόσο άνομοι, δε θα τόνε δεχόταν. Ήξερα ακόμη, πως εδώ Άρειος πάγος είναι ντόπιος, με τόση φρόνηση, που δεν αφίνει τέτοιους ζητιάνους να κονεύουνε μαζί στη χώρα τούτη· σ' αυτόν εγώ πιστεύοντας έπαιρν' αυτές τις κόρες. Και τούτο δε θα τόκανα, ανίσως με κατάρες πικρές δεν καταριότανε κ' εμέ και τη γενιά μου· να κάμω αυτά από μέρος μου για όσα έπαθα ζητούσα. Γιατί άλλο από το θάνατο δεν έχει ο θυμός τέλος, κ' οι πεθαμένοι μοναχά δε νοιώθουν καμμιά λύπη. Ό,τι κι' αν θέλης ημπορείς για τούτα να μου κάμης· γιατί με κάνει αδύνατον η μοναξιά μου, μ' όσο κι' αν λέω τώρα τα σωστά· μ' ανίσως βάλης χέρι (24) σ' εμένα, θα διαφεντευτώ, μ' όσο κι' αν είμαι γέρος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ω ξαδιαντροποπρόσωπε! ποιόνε θαρρείς πως βρίζεις μ' αυτά, που λες, εμένανε το γέρο ή εσέ τον ίδιο; Τι μολογάει το στόμα σου για με φόνους και γάμους και συφορές, που τράβηξα χωρίς να θέλω ο δόλιος, γιατί άρεσ' έτσι στους θεούς, που απ' τα παληά τα χρόνια ίσως θε νάχαν μάνητα βαρειά για τη γενιά μου! Γιατί για εμέ τον ίδιονε δε θα μπορέσης ναύρης καμμιάν από αμαρτίαν τροπή, που απ' αφορμή της τούτα για εμέ τον ίδιο αμάρτημα και τους δικούς μου ήταν. Γιατί για πες μου: αν έλεγαν οι προφητείες ότ' είναι γραμμένο στον πατέρα μου να πάη απ' το παιδί του, πως δίκια θάρριχνες σ' εμέ την κατηγόρια τούτη, που ακόμη ούτε ο πατέρας μου δε μ' είχε σπείρει, μήτε κ' η μάννα μ' είχε στην κοιλιά, παρ' αγέννητος ήμουν; Κι' αν πάλι, αφού κακόμοιρος στο φως βγήκα, όπως βγήκα ήλθα με τον πατέρα μου στα χέρια και τον σκότωσα, χωρίς να ξέρω τι έκανα και σε ποιανούς, πώς δίκια για πράμ' αθέλητο μπορείς να με κατηγορήσης; Μα, δύστυχε, δεν ντρέπεσαι να μ' αναγκάζης τώρα να λέω για της μάννας μου, που είν' αδερφή δική σου, τους γάμους; Θα τους πω· γιατί κ' εγώ δε θα σωπάσω, αφού κ' εσύ ξεστόμισες αυτά τάτιμα λόγια. Ήτανε μάννα μου, ήτανε, ωιμένα συφορές μου, χωρίς να ξέρω μήτε εγώ μήτε κι' αυτή, κι αν κ' ήταν μητέρα μου, μου γέννησε παιδιά, νάναι ντροπή της. Ένα όμως ξέρω εγώ καλά, πως συ με θέλησή σου γι' αυτά κ' εμέ κακολογάς κ' εκείνη, ενώ άθελά μου εγώ την επαντρεύτηκα κι' άθελα τούτα λέω. Μα μήτε για το γάμο αυτό θα με κατηγορήσουν, μήτε για του πατέρα μου το σκοτωμό, που πάντα ωσάν βρισιά φαρμακερή κατάμουτρα μου ρίχνεις. Όμως σ' έν' αποκρίσου μου απ' όσα σε ρωτάω· εδώ αν ερχότανε κανείς άξαφνα να σκοτώνη το δίκιο εσένα, θάθελες να μάθης πρώτα μήπως είναι πατέρας σου ο φονιάς ή θα χτυπάς αμέσως; Μα, αν αγαπάς τη ζήση σου, θαρρώ, πως τον κακούργο θα τιμωρής και το σωστό δε θάψαχνες να βρίσκης. Κ' εμένα τέτοια συφορά, θεοσταλμένη, μ' ηύρε, που εγώ, κι' αν του πατέρα μου ζούσε η ψυχή, νομίζω, ότι δε θάχε τίποτα σ' αυτά να μ' αντιλέη. Όμως εσύ, επειδή σωστός δεν είσαι, αλλά νομίζεις, ότι να λες κάθε κρυφό και φανερό καλό είναι, εμπρός σ' αυτούς τέτοιες βρισιές μου ρίχνεις. Του Θησέα να κολακέψης τ' όνομα, είναι καλό για σένα, και την Αθήνα, ότι έχει καλή κυβέρνια· μα έπειτα, αν κ' έτσι τους παινεύης, τούτο ξεχνάς: ότι, αν καμμιά χώρα τους θεούς της ξέρη να τους λατρεύη με τιμές, τούτη σ' αυτό είναι πρώτη. Μα εσύ, σαν κλέφτης, απ' αυτή κ' εμέ τον ίδιο αρπάζεις το γέρο παρακαλεστή, και φεύγεις αφού πήρες τις κόρες μου. Κ' εγώ γι' αυτό γονατιστός προσπέφτω τώρα σε τούτες τις θεές κι' απ' της καρδιάς τα βάθη παρακαλώ να μούρθουνε βοηθοί μου, για να μάθης απ' άντρες ποιους φυλάγεται η πολιτεία τούτη.

ΧΟΡΟΣ

Καλός ο ξένος, βασιλιά, κ' οι συφορές του είναι ολέθριες, γι' αυτό βοηθός να τους φανής τ' αξίζουν.

ΘΗΣΕΑΣ

Φτάνουν τα λόγια· γιατί αυτοί, που αρπάξανε τις κόρες φεύγουν, ενώ εμείς οι παθοί μένουμ' αργοί εδώ πέρα.

ΚΡΕΩΝ

Σαν τι προστάζεις σ' άνθρωπον αδύνατο να κάνη;

ΘΗΣΕΑΣ

Τράβα μπροστά· κ' έρχουμ' εγώ, κατόπι να μου δείξης μονάχος σου τις κόρες μας, αν κάπου εδώ τις έχης. Αν όμως φεύγουν οι άρπαγες, δεν είναι διόλου ανάγκη να κοπιάζης, γιατί αυτούς άλλοι τους κυνηγάνε, και δε θα ευχαριστήσουνε τους θεούς, ότι ξεφύγαν από εδώ πέρα· τράβα εμπρός· και μάθε, ότι κρατιέσαι, ενώ κρατάς, και σ' έπιασεν η τύχη, ενώ είχες πιάσει· γιατί όσα αποχτηθήκανε με πονηριές δε μένουν· μα μήτε θάχης βοηθόν άλλο για να σ' τα σώση· γιατί καλά το ξέρω εγώ, πως μήτε μοναχός σου, μήτε κι' απροετοίμαστος δεν έφτασες σε τόση αυθάδεια, όσ' είναι αυτή η αποκοτιά σου τώρα, μόν' έχοντας πεποίθηση σε κάποιο, έκαμες τούτα. Αυτά κ' εγώ με προσοχή να τα εξετάσω πρέπει και μήτε από έναν άνθρωπο πιο αδύνατη να κάμω τη χώρα τούτη. Απ' όλα αυτά καταλαβαίνεις κάτι ή μη θαρρής πως λέγουνται του κάκου αυτά και τώρα, καθώς και τότε, που έκανες τούτα με τόση τέχνη;

ΚΡΕΩΝ

Αφού είσ' εδώ, για όσα θα πης δε σε κατηγοράω· μα στην πατρίδα μας κ' εμείς θα μάθουμε τι πρέπει να κάνουμε.

ΘΗΣΕΑΣ

Φοβέριζε τώρα, μπροστά τραβώντας. Κ' εσύ να μένης ήσυχος, Οιδίποδ', αυτού χάμω και νάσαι βέβαιος πως εγώ, αν δεν πεθάνω πρώτα, δε θα παραιτηθώ, προτού σου φέρω τα παιδιά σου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Για τη μεγαλοκάρδια σου και για όση προστασία δίκια μας δίνεις πάντοτε νάχης καλό, Θησέα.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή α'.

Ας ήμουν εκεί όπου οι εχτροί γοργά πίσω γυρνώντας θα στήσουν το χαλκόφωνο πόλεμο, ή σιμά στου Πυθίου τους τόπους ή σιμά στα λαμπρά τ' ακρογιάλια, όπου οι δυο πολυσέβαστες θεές φροντίζουν τις σεμνές τελετές για τους ανθρώπους, που με χρυσό τους σφραγίζουν τη γλώσσα κλειδί οι λειτουργοί των θεών Ευμολπίδαι· σε τούτους τους τόπους, νομίζω, ο τρανός πολέμαρχος Θησέας και τις δύο παρθένες αδερφάδες θα συναντήση με πολέμου φωνή, που είν' αρκετή να τις σώση.

Αντιστροφή α'

Ή μήπως σιμώνουν στον τόπο το χιονοσκέπαστο, που είναι στη δύση, απ' το λιβάδι της Οίας, καβάλλα ή με γλήγορ' αμάξια, φεύγοντας με φόβο απ' τη μάχη; Θα τους πιάσουν γιατί είναι οι ντόπιοι πολεμιστάδες φοβεροί κ' η αντρεία τρομερή των ανδρών του Θησέα. Τα χαλινάρια όλ' αστράφτουν· χυμίζουν σαν φουρτούνα, όσο αφίνουν τα γκέμια των αλόγων, οι καβαλλάρηδες όλοι, που την αλογαφέντρ' Αθηνά προσκυνάνε και το θαλασσινό της χώρας προστάτη, της Ρέας τον αγαπημένο το γυιό.

Στροφή β'

Πολεμούν ή διστάζουν; τι κάπως προμαντεύει μου ο νους, πως θα πάψουν γλήγορα οι συφορές των παρθένων, που υποφέρανε τόσα κακά και που τόσες δοκίμασαν πίκρες από δικούς τους. Θα κάμη, θα κάμη σήμερα ο Δίας σαν κάτι τρανό. Του πολέμου καλότυχο τέλος μαντεύω. Μακάρι ας μπορούσα σαν περιστέρι γληγορόδρομο γοργοπετώντας απ' τα νέφια ψηλά με τα ίδια μου μάτια τον πόλεμο τούτο να ιδώ.

Αντιστροφή β'

Άμποτε, Δία, των θεών κυβερνήτη, που όλα τα βλέπεις, να δώσης στους κατοίκους της χώρας αυτής με νίκη μεγάλη σε τέλος να φέρουν το καλότυχο αυτό τους κυνήγι, κ' εσύ σεμνομμάτα παρθένα Παλλάδ' Αθηνά. Και τον Απόλλωνα τον κυνηγάρη και την παρθέν' αδερφή του, που κυνηγάει τα παρδαλόμαλλα γληγορόδρομα λάφια, παρακαλώ τους βοήθεια ναρθούνε κ' οι δυο τους σε τούτη τη χώρα και στους κατοίκους.

ΧΟΡΟΣ

Ω ξένε κοσμογυριστή, πως είμ' εγώ, ο φρουρός σου, ψευτοπροφήτης, δε θα πης· γιατί τις δυο σου κόρες τις βλέπω πάλι γλήγορα νάρχουνται εδώ με δούλους.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πού; πού; τι λες; πώς είπες μου;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πατέρα μου, πατέρα, αχ ποιος θεός να σούδινε το φως σου για να ιδής τον έξοχο αυτόν άνθρωπο, που εδώ σ' εσέ μας στέλνει;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδιά μου, αλήθεια, είσαστ' εδώ;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Τα χέρια του Θησέα και των αγαπημένων του ανθρώπων μας γλυτώσαν.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ζυγώστε τον πατέρα σας, παιδιά μου, και να πιάσω άστε μου τα κορμάκια σας, που δεν έλπιζα νάρθουν.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ό,τι θα σου δοθή ζητάς· γιατί ζητάς ό,τι είναι ο πόθος μας.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πού είσαστε, πού;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Κ' οι δυο είμαστε κοντά σου.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Πολυακριβά βλαστάρια μου!

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πώς ο γονιός λατρεύει!

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Στηρίγματά μου.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Δύστυχα του κακομοίρη εσένα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Έχω τ' αγαπημένα μου κι' ούτε πια θα πεθάνω σαν τρισκακόμοιρος, αφού βρίσκεστ' εσείς κοντά μου. Στηρίξτε με, παιδάκια μου, το δόλιο σας πατέρα, σφιχτοκρατώντας με απ' τα δυο πλευρά, και ξεκουράστε το δύστυχο τριγυριστή, που πριν μονάχος του ήταν. Και πέτε μου τα γίνηκαν σύντομα όσο μπορείτε, γιατί στην ηλικία σας φτάνουν τα λίγα λόγια.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Εδώ είν' ο λυτρωτής· αυτόν πρέπει ν' ακούσης· κ' έτσι το πράγμα θάναι σύντομο για μένα και για σένα. (25)

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Να μη θαυμάζης, φίλε μου, ανίσως στα παιδιά μου, που ανέλπιστα εδώ φάνηκαν, αδιάκοπα μιλάω. Ξέρω όμως, ότι τη χαράν αυτή για τούτες μόνο εσύ μου την προξένησες κι' όχι κανένας άλλος, γιατί τις έσωσες εσύ κι' όχι κανένας άλλος. Και να σου δώσουν οι θεοί καθώς εγώ το θέλω σ' εσένα και στη χώρα σου· γιατί σ' εσάς μονάχα, απ' όπου κ' αν εγύρισα εγώ ευλάβεια βρήκα και ψυχοπόνια και να λέη το στόμα την αλήθεια. Σ' ευχαριστώ με τούτα μου τα λόγια, γιατί ξέρω και τούτο: όσα έχω δηλαδή τάχω από σένα μόνο. Και το δεξί το χέρι σου να πιάσω, βασιλιά μου, δος μου και το κεφάλι σου να το φιλήσω, αν θέλης. Κι' όμως τι λέω; πώς εγώ, κακόμοιρος, γυρεύω εσύ ν' αγγίξης άνθρωπο, που και σαν ποιο δεν έχει μόλεμα πάνω του; όχι, εγώ δε θέλω· κι' αν το θέλης, δε θα σ' αφίσω εγώ, γιατί μονάχα αυτοί, που ξέρουν από κακά, μπορούν αυτά μαζί μου να υποφέρουν. Κ' εσέν' αυτού όπου στέκεσαι, σε χαιρετώ και δίκια να νοιάζεσαι απ' εδώ κ' εμπρός για μένα όπως ως τώρα.

ΘΗΣΕΑΣ

Μήτε κι' αν κάπως πιο πολύ μίλησες στα παιδιά σου, αφού για τούτα χάρηκες, θαύμασα εγώ καθόλου, μήτε κι' αν θέλησες αυτά πριν από εμέ ν' ακούσης. Και δε μου κακοφαίνεται γι' αυτά καθόλου εμένα. Γιατί δεν προσπαθούμ' εμείς να κάνουμε τη ζήση περσότερο φανταχτερή με λόγια, παρά μ' έργα. Και σ' ταποδείχνω, γέροντα· γιατί δε βγήκα ψεύτης διόλου σ' όσα σ' ωρκίστηκα· γιατί ήλθα φέρνοντάς σου ζωντανές τούτες κι' άβλαφτες απ' τις τρανές φοβέρες. Και πώς τη νίκη κέρδισα ποια ανάγκη είναι του κάκου σαν καυχησάρης να ιστορώ όσ' απ' αυτές θα μάθης; Όμως το λόγο, που έτυχε προλίγου να γροικήσω, την ώρα που εδώ ερχόμουνα, στοχάσου τον, γιατί είναι σύντομος ίσως, μα άξιος πολύ να τον προσέξης. Κανένα πράμα ο άνθρωπος να τ' αψηφάη δεν πρέπει.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδί του Αιγέα, τι είν' αυτό; Λέγε μου για να μάθω, γιατί δεν ξέρω τίποτις απ' όσα έχεις ακούσει.

ΘΗΣΕΑΣ

Μου είπαν, πως κάποιος άνθρωπος, που στη δική σου χώρα δε μένει, είν' όμως συγγενής δικός σου, έχει καθίσει στου Ποσειδώνα στο βωμό, όπου έκανα θυσία, κ' έπεσε παρακαλεστής, όταν για εδώ κινούσα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποθε είν' αυτός; και τι ζητά με την παράκλησή του;

ΘΗΣΕΑΣ

Μόνο ένα ξέρω: ότι από εσέ, καθώς μου λένε, θέλει ν' ακούση λόγο σύντομο και που δε σου είναι βάρος.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Σαν ποιον; αυτό το κάθισμα δεν είν' για μικρό λόγο.

ΘΗΣΕΑΣ

Λένε, πως ήλθε θέλοντας αυτός να σου μιλήση για κάτι, κ' ύστερ' απ' εδώ μ' ασφάλεια να φύγη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιος μπορεί τάχα να είναι αυτός, που εις το βωμό έχει κάτσει;

ΘΗΣΕΑΣ

Για σκέψου μήπως βρίσκεται κανένας συγγενής σου μέσ' στο Άργος, που μπορεί γι' αυτό να σε παρακαλέση.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Αγαπημένε, μη μου λες περσότερα . . .

ΘΗΣΕΑΣ

Μα τι έχεις;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Μη με παρακαλέσης πια.

ΘΗΣΕΑΣ

Λέγε μου, για ποιο πράμα;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιος είναι ο παρακαλεστής το ξέρω εγώ από τούτες.

ΘΗΣΕΑΣ

Ποιος είν' αυτός; σε τι μπορώ να τον κατηγορήσω;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Γυιός μου είναι, βασιλιά, σκληρός, που εγώ δε θα βαστούσα ν' ακούω τα λόγια του, γιατί τρανή μου φέρνουν λύπη.

ΘΗΣΕΑΣ

Και τι; δεν ημπορείς ν' ακούς και να μην κάνης όσα δε θέλεις; τι λυπητερό για σε είναι το ν' ακούσης;

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Είναι η φωνή του μισητή πολύ για τον πατέρα και μη με βιάζης, βασιλιά, σ' αυτά να υποχωρήσω.

ΘΗΣΕΑΣ

Αλλ' αν το παρακάλεσμα βιάζη, κοίταξε μήπως αυτό είναι θέλημα θεού, που πρέπει να το κάμης· (25β)

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Πατέρα μου, όσα θα σου ειπώ, αν κ' είμαι νέα, άκουσέ τα. Τον άντρα τούτον άφισε και τη δική του γνώμη να ευχαριστήση και το θεό, κάνοντας όσα θέλει, άφισε και για χάρη μας εδώ νάρθη ο αδερφός μας. Φόβον μην έχης, επειδή με βία δε θ' αλλάξουν τη γνώμη σου όσα θα ειπωθούν, που ωφέλιμα δε σούναι. Με το ν' ακούσης λόγια ποια είναι η ζημία; τα έργα, που κακομηχανεύουνται, με λόγια στο φως βγαίνουν. Εσύ τον έκαμες· γι' αυτό μήτε κι' αν σούχη κάμει απ' τα χειρότερα κακά τα πιο άνομα, πατέρα, σωστό δεν είναι με κακό κ' εσύ να τον πληρώσης. Συχώρεσέ τον· (26) έχουνε κι' άλλοι παιδιά κακά κι' άγριο θυμό, μα συμβουλές γροικώντας από φίλους τους μαλακώνεται η ψυχή με τα γλυκά τα λόγια. Κ' εσύ για εξέταζε καλά ― όχι τα τωρινά σου ― μα κείνες σου τις συφορές, που σ' ηύραν απ' τη μάννα κι' απ' τον πατέρα· αν τις κοιτάς, το ξέρω εγώ, θα νοιώσης σαν πόσο του κακού θυμού κακό το τέλος είναι. Γιατί έχεις όχι και μικρήν απόδειξη για τούτα, ότι στερήθηκες το φως απ' τα τυφλά σου μάτια. Μην αντιστέκεσαι· γιατί δεν πρέπει όσοι ζητάνε τα δίκια να παρακαλούν θερμά, μηδέ όποιος βλέπει καλό, σαν ευεργετηθή να μη χρωστάη τη χάρη.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Παιδί μου, με τα λόγια σου με κάνεις να σου δώσω χαρά λυπητερή για εμέ· μα ας γίνη όπως το θέλεις. Μονάχα, φίλε μου, αν θαρθή εκείνος εδώ πέρα, κανείς ποτέ τη ζήση μου να μην εξουσιάση.

ΘΗΣΕΑΣ

Δεν έχω ανάγκη δυο φορές, γέροντα, αυτά ν' ακούω· δε θέλω να παινεύουμαι· κ' εσύ ξέρε, πως είσαι ασφαλισμένος, αν κανείς θεός σώζη κ' εμένα.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή α'.

Όποιος λαχταράει να ζήση πιότερο καιρό, τον μέτριο καταφρονώντας, αυτός κατά τη γνώμη μου είναι φανερά τρελλός. Γιατί σιμότερα στη λύπη η μακριά ζωή πολλά απ' τ' ανθρώπινα έχει βάλει· και πού η χαρά της ζήσης είναι δε μπορείς να ιδής, άμα κανένας ζήση απ' όσο θέλει πιο πολύ. Κι' όταν η μοίρα φανή του Άδη (27) δίχως τραγούδι γάμου, δίχως λύρα και χορό, έρχεται ο κοινός ο Χάρος τέλος λυτρωτής.

Αντιστροφή

Να μην έλθη κανείς στον κόσμο η πιο μεγάλη είν' ευτυχία· και το να πάη από 'κεί που ήρθε το γληγορώτερο, σαν βγήκε στο φως, είναι πολύ πιο κάτω. Γιατί, όταν πια πίσω του αφίση την αλαφρόμυαλη τη νιότη, ποιος μέσα στη ζωή γυρίζει και βρίσκετ' έξω από τους πόνους; Ποιος κόπος δεν τον συντροφεύει; Μαλώματα κι' αποστασίες, πόλεμοι, σκοτωμοί και φθόνος· και τελευταία κοντά στάλλα έρχουνται τα καταραμένα, ταμίλητ' αδύναμα κ' έρμα γεράματα, που όλες οι μαύρες τακολουθούνε δυστυχίες.

Επωδός

Έτσ' υποφέρει κι' ο δυστυχισμένος τούτος, όχι μονάχα εγώ. Όπως βράχος, βορεινός και κυματοχτυπημένος απ' όλες τις μεριές, μέσ' στο χειμώνα τραντάζεται, έτσι δυνατά και τούτον οι μαύρες συφορές σαν φουσκωμένα κύματα τον χτυπούν, χωρίς να παύουν, ερχάμενα άλλ' από τη δύση κι' άλλα απ' την ανατολή, τη μεσημβρία, κι' άλλ' απ' τα Ριπαία βουνά τα μαύρα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Και νά, καθώς μου φαίνεται, έρχεται δώθε ο ξένος μονάχος του, πατέρα μου, χωρίς ακολουθία, από τα μάτια χύνοντας τα δάκρυα σαν ποτάμι.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ποιος είναι αυτός;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Εκείνος, που τον είχαμε στο νου μας από προτήτερα· είν' εδώ, νάτος ο Πολυνείκης.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

Σαν τι να κάμω, αλλοίμονο! Πρώτα τις συφορές μου να κλάψω εγώ, αδερφούλες μου, ή τούτα εδώ, που βλέπω του γέρου του πατέρα μας; που εδώ σε ξένη χώρα τον βρίσκω εξόριστο μ' εσάς, φορώντας τέτοια ρούχα, όπου η παλιά σιχαμερή λέρα είναι καθισμένη για συντροφιά του γέροντα, τρώγοντας τα πλευρά του· και τα μαλλιά τ' αχτένιστα του κεφαλιού, που μάτια δεν έχει πια, ανεμίζουνται εδώθε-κείθε· κι' όμοια μ' αυτά, καθώς μου φαίνεται, και τη θροφή θε νάχη της κακορροίζικης κοιλιάς· και τούτα τα μαθαίνω εγώ ο χαμένος πολυαργά· και μόνος μου το λέω: δείχτηκα ο πιο παλιάνθρωπος όσο για τη θροφή σου· ― δεν είναι ανάγκη απ' άλλονε κανένα να τ' ακούσης. Όμως κι' ο Δίας στο θρόνο του παραστεκάμενη έχει την Καλωσύνη· και σ' εσέ σιμά ας σταθή, πατέρα. Για τα δικά μου σφάλματα υπάρχει θεραπεία κι' ούτε είναι δυνατό ποτέ να μεγαλώσουν άλλο. Γιατί σωπαίνεις; Πες μου, πατέρα, τίποτα· το πρόσωπο μη στρίβης αλλού· διόλου δε μ' απαντάς; μα θα με διώξης τόσο περιφρονητικά, χωρίς να μου μιλήσης, δίχως για όσα θυμώνεις να μου ειπής; Μα εσείς, σπορές του ανθρώπου τούτου, κ' εμέναν' αδερφές, εσείς για δοκιμάστε ν' ανοίξτε του πατέρα μας το στόμα το κλεισμένο και το δυσκολοσίμωτο, να μη με διώξη εδώθε ατιμασμένο και χωρίς να μ' απαντήση λέξη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Ποια ανάγκη σ' έκαμε ναρθής, δυστυχισμένε, λέγε. Γιατί τα λόγια τα πολλά, αν δυσαρέσκεια φέρουν ή κάποιαν ευχαρίστηση ή συγκινήσουν κάπως, κάνουνε τους αμίλητους να ξεστομίσουν κάτι.

ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ