Part 2
Όμως οι θεοί ας μην πάψουνε ποτέ το μάλωμά τους, που ήταν γραφτό τους, κι' άμποτε μόνο σε μένα νάναι ο τελειωμός της γρήνιας τους αυτής, που τώρ' αρχίζουν κι' ο ένας απάς στον άλλονε σηκώνει το κοντάρι· κ' έτσι ούτε αυτός όπου κρατεί το σκήπτρο και το θρόνο να μείνη, ούτε κ' εκείνος, που διώχτηκε από τη χώρα, να πάη ποτέ πίσω σ' αυτήν· αφού κ' εμένανε, όταν απ' την πατρίδα έτσι άτιμα διωχνόμουν, δε βοηθήσαν μήτε και με διαφέντεψαν, παρά με θέληση τους διώχτηκα με διαλάλημα κ' έφυγα για τα ξένα. Μπορείς να πης πως δίκαια, μια και το πεθυμούσα, η πολιτεία μούκαμε τότες αυτή τη χάρη. Όχι, δεν είναι αλήθεια, αφού την ίδια εκείνη ημέρα, τότε που χόχλαζε ο θυμός κ' ήταν τρανή χαρά μου το νάβρω θάνατο και το να με πετροβολήσουν κανείς δε φάνηκε βοηθός σ' αυτή την πιθυμιά μου. Μα ύστερ' από καιρό, όταν πια όλος μου ο πόνος ήταν μαλακωμένος κ' ένοιωθα πως ο θυμός μου τόσο φούσκωσε, που βασανιστής έγινε πιο μεγάλος απ' όσο πριν αμάρτησα, τότε πια από τη μία η πολιτεία μ' έδιωχνε με βίαν απ' την πατρίδα ύστερ' από πολύν καιρό, κι' από την άλλη εκείνοι, οι γυιοί, που τον πατέρα τους μπορούσαν να βοηθήσουν, δεν το θελήσανε παρά για μια τους λέξη μόνο, που δεν την είπαν, πάντοτες εγώ σαν ψωμοζήτης κι' απ' την πατρίδα εξόριστος στα ξένα τριγυρνούσα. Όμως από τούτες εδώ, αν κ' είναι και κορίτσια αδύνατα, όσο το μπορούν από το φυσικό τους, έχω θροφήν όσο να ζω και τόπο για να μένω και συνδρομή συγγενική· μα εκείνοι απ' το γονιό τους προτίμησαν καλλίτερα το θρόνο να κρατούνε και το ραβδί και νάχουνε την εξουσία της χώρας. Μα δε θα το πιτύχουνε νάχουν εμέ βοηθό τους· μήτε ποτέ και διάφορο θα ιδούν από της Θήβας τη βασιλεία· το ξέρω αυτό, γροικώντας από τούτη τις προφητείες και νοιώθοντας τα παλαιά τα λόγια όσα για μένα κάποτε μου μήνυσεν ο Φοίβος. Και τώρα και τον Κρέοντα να με ζητήση ας στέλνουν ή κι' όποιον άλλον, που τρανός στην πολιτεία λογιέται. Γιατί, αν εσείς, ω φίλοι μου, θελήσετε με τούτες τις πολυσέβαστες θεές της χώρας τις προστάτρες βοήθεια να μου δώσετε, τρανό στην πολιτεία προστάτη θα χαρίσετε και στους εχτρούς μου λύπες.
ΧΟΡΟΣ
Ταξίζεις Οιδίπου, κ' εσύ κι' αυτές εδώ οι παρθένες να βρης συμπόνεση· κι' αφού με τα όσα λες προστάτης της χώρας τούτης δείχνεσαι να σ' ορμηνέψω θέλω τα όσα θα σου είν' ωφέλιμα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ω τρισαγαπημένε! ορμήνευέ με ό,τι κ' εγώ τώρα να κάμω πρέπει.
ΧΟΡΟΣ
Παστρέψου τώρα για τιμή των θεώνε, που σιμά τους πρωτόρθες και τους πάτησες τον ιερό τους τόπο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Με τρόπους ποιους να κάμω αυτό; φίλοι μου, μάθετέ με.
ΧΟΡΟΣ
Πρώτα από αστέρευτη κρουνιά σταλαγματιές να φέρνης άγιες, αφού με καθαρά τα χέρια του τις πιάσης.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κι' όταν αυτό το αμόλευτο νερό απ' τη βρύση πιάσω;
ΧΟΡΟΣ
Είναι κροντήρια απ' άνθρωπο τεχνίτη δουλεμμένα, που εσύ τα δυο χερούλια τους σκέπασε και το στόμα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Με νέα βλαστάρια ή γνέματα, ή με ποιόν άλλο τρόπο;
ΧΟΡΟΣ
Με πρόβατου νεογέννητου ποκάρι νιοκομμένο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Καλά· μα κ' έπειτ' απ' αυτά πού πρέπει να τελειώσω;
ΧΟΡΟΣ
Στέκοντας ανατολικά να χύνης τις χοές.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Με τα κροντήρια αυτά, που λες, και τις χοές να χύνω;
ΧΟΡΟΣ
Απ' το καθένα τρις φορές χύνε· μα το στερνό όλο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Με τι να το γεμίσω αυτό; και τούτο ορμήνευέ με.
ΧΟΡΟΣ
Νερό και μέλι· μα κρασί καθόλου να μη βάνης.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κι' όταν η γη η μαυρόφυλλη τα πάρη;
ΧΟΡΟΣ
Αφού σκορπίσης και με τα δυο τα χέρια σου σ' αυτήν ελιάς κλωνάρια ενιά από τρεις φορές, να λες τα παρακάλια τούτα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Να τα γροικήσω θέλω αυτά, γιατί είν' το πιο σπουδαίο.
ΧΟΡΟΣ
Με την ψυχή καλόγνωμη να δέχουνται σωσμένο τον παρακαλεστήν αυτές, που κράζουμ' Ευμενίδες, ζήταγε εσύ μονάχος σου ή και για σε όποιος άλλος, μιλώντας σιγανά χωρίς πιο δυνατή να βγάνη φωνή· να τραβηχτή έπειτα δίχως να βλέπη πίσω. Και τούτα αν κάμη θαρρετά κ' εγώ θα σε βοηθήσω· αλλοιώτικα πάντα από σε, ξένε, θε νάχω φόβο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Παιδιά μου, ακούτε αυτούς εδώ τους κοντινούς μας ξένους;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Κι' ακούσαμε και διάταζε να κάμουμε ό,τι πρέπει.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Εγώ να πάω δεν μπορώ· τι με κρατούνε δύο κακά, που διόλου δύναμη δεν έχω, μήτε βλέπω. Μα από τις δυο σας τώρα η μια τούτα να κάμη ας πάη. Γιατί νομίζω, είν' αρκετή αντίς πολλές και μία ψυχή να ξεπληρώση αυτά, καλόγνωμη αν σιμώνη. Μα γλήγορα κάμετε αρχή και μη με αφήστε μόνο, γιατί δεν έχει δύναμη μονάχο το κορμί μου να σέρνεται, μηδέ χωρίς οδηγητή.
ΙΣΜΗΝΗ
Να κάμω αυτά που λες πηγαίνω εγώ· μα και το μέρος, όπου ανάγκη θάναι να τα βρω, θέλω να μάθω.
ΧΟΡΟΣ
Ξένη, από το δάσος πέρα εκεί· και τίποτε αν σου λείψη από όλα, υπάρχει φύλακας που θα σου πη.
ΙΣΜΗΝΗ
Πηγαίνω γι' αυτά, κ' εσύ, Αντιγόνη μου, μένοντας εδώ πέρα, πρόσεχε τον πατέρα μας· γιατί κανείς δεν πρέπει του κόπου νάχη θύμηση, για τους γονιούς του αν πάσχη.
Στροφή α'.
ΧΟΡΟΣ
Είναι σκληρό τη συφορά, που τώρα πια κοιμάται, να την ξυπνάω, φίλε. Όμως να μάθω θέλω . . .
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αυτό που θέλεις ποιο είναι;
ΧΟΡΟΣ
Το μαύρο σου τον πόνο, που ανίκητος σε βρήκε και σε κρατάει σκλάβο.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ω! μη μου ξεσκεπάσης, σε ορκίζω στη φιλιά σου, όσα σκληρά έχω πάθει (15).
ΧΟΡΟΣ
Θέλω ν' ακούσω, φίλε, σωστή την ιστορία αυτή, που τόσο απλώθη στον κόσμ' όλο κι' ακόμη δε λησμονιέται διόλου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωιμέ!
ΧΟΡΟΣ
Παρακαλώ σε, στρέξε.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωχ, αλλοίμονό μου!
ΧΟΡΟΣ
Στρέξε· γιατί κ' εγώ σ' ό,τι γυρεύεις στρέγω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αντιστροφή α'
Έπαθα, φίλοι, συφορές, έπαθα αθέλητά μου και μάρτυρας ο θεός μου· μα κι' απ' αυτές δεν ήλθε καμμιά με θέλησή μου.
ΧΟΡΟΣ
Όμως σε τι έχεις πάθει;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Μ' έμπλεξε η πολιτεία χωρίς να το γνωρίζω σε μισητό κρεββάτι, σε γάμους, που αφανίζουν.
ΧΟΡΟΣ
Αλήθεια, όπως μαθαίνω, επήρες της μητέρας το στυγερό κρεββάτι;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωιμέ! θάνατος είναι ν' ακούω τούτο, φίλε. Όμως αυτές οι δύο δικές μου είναι . . .
ΧΟΡΟΣ
Τι λες;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κόρες και δυο κατάρες!
ΧΟΡΟΣ
Ω Δία!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Γεννήθηκαν από την κοιλοπόνια ίδιας στους τρεις μας μάννας.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή β'
Είναι λοιπόν και κόρες σου και. . . (16)
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
και δυο αδερφάδες. του πατέρα
ΧΟΡΟΣ
Ωιμένα!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
και βέβαια ωιμένα! αδιάκοπα χτυπήματα, κακομοιριάς περίσσιας.
ΧΟΡΟΣ
Έπαθες;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Έπαθα όσο να τα θυμάμαι πάντα.
ΧΟΡΟΣ
Έκαμες . . .
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Δεν έκαμα, όχι.
ΧΟΡΟΣ
Μα τι λοιπόν;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Δέχτηκα δώρο, που άμποτε ο κακομοίρης εγώ την πολιτεία να μην είχα βοηθήσει για να μη το κερδίσω.
ΧΟΡΟΣ
Αντιστροφή β'
Δυστυχισμένε, τι λοιπόν; σκότωσες; . . .
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Τι είναι τούτο Σαν τι θέλεις να μάθης;
ΧΟΡΟΣ
τον πατέρα;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωιμένα! Δεύτερη μου κατάφερες πληγή πας στην πληγή.
ΧΟΡΟΣ
Σκότωσες;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Σκότωσα· όμως ο φόνος μου έχει κάτι
ΧΟΡΟΣ
Τι;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
να με δικαιολογήση.
ΧΟΡΟΣ
Σαν τι;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Θε να σου πω. Νά, δηλαδή απ' ανάγκη σκότωσα και ξολόθρεψα· μα είμαι απ' το νόμο αθώος, γιατί χωρίς να ξέρω έκαμα αυτό το φόνο.
ΧΟΡΟΣ
Μα νά, που φθάνει ο βασιλιάς Θησέας ο γυιός του Αιγέα· γι' αυτά που τον καλέσαμε, καθώς παρακαλούσες.
ΘΗΣΕΑΣ
Από πολλούς ακούγοντας και πρώτα των ματιών σου το ματοστάλαχτο χαμό, παιδί του Λάιου, σ' είχα γνωρίσει και τα τωρινά στο δρόμο μου γροικώντας γνωρίζω σε καλλίτερα. Γιατί κ' η φορεσιά σου κ' η κεφαλή σου η δύστυχη δείχνουν σ' εμάς ποιος είσαι· κι' αφού πια σε συμπόνεσα να σε ρωτήσω θέλω δυστυχισμένε Οιδίποδα, σ' αυτό το μέρος ήλθες ποιο παρακάλεμα έχοντας για με και για τη χώρα, κ' εσύ κι' αυτή η βαριόμοιρη παραστεκάμενή σου. Λέγε· κι' αν έχης να μου ειπής κανένα παρακάλιο μεγάλο, που εξ αιτίας του μακριά θε να τραβιόμουν, εγώ, που ξένος τι θα ειπή το ξέρω, γιατί ξένος, καθώς εσύ όταν ήμουνα, τόμαθα και στα ξένα σαν άντρας εκινδύνεψα πολύ για το κορμί μου, (17) κ' έτσι δε δύνουμαι κρυφά κανένα ν' αποφύγω, που ξένος είναι, όπως εσύ, για να μη τον βοηθήσω. Γιατί, πως είμαι άνθρωπος καλά το ξέρω κι' ότι δεν είν' δικό μου τ' αύριο περσότερο από σένα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Θησέα, η μεγαλοκάρδια σου με λίγα λόγια εφάνη γι' αυτό πρέπει με λιγοστά κ' εγώ να σου μιλήσω. Επειδή εσύ ποιος είμ' εγώ και ποιος είν' ο γονιός μου κι' από ποιόν τόπον ήλθα εδώ τάχεις όλα ειπωμένα· κ' έτσι δε μου απολείπεται να λέω τίποτ' άλλο παρ' όσα μου χρειάζονται, και τελειώνει ο λόγος.
ΘΗΣΕΑΣ
Λέγε το τούτο στη στιγμή για να το μάθω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Δώρο για να σου δώσω έρχουμαι τάραχλο το κορμί μου, όχι σπουδαίο στη θωριά· μα είν' απ' αυτό τα κέρδη τρανότερα ή όσο φαίνεται το πρόσωπό μου ωραίο.
ΘΗΣΕΑΣ
Και ποιο διάφορο φέρνοντας θαρρείς ότι εδώ φτάνεις;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Θε να το μάθης κάποτε, με τον καιρό, όχι τώρα.
ΘΗΣΕΑΣ
Και πότε θα φανερωθή λοιπόν το χάρισμά σου;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Όταν πεθάνω εγώ κ' εσύ φροντίσης να με θάψης.
ΘΗΣΕΑΣ
Ζητάς της ζήσης τα στερνά· μα όσα στ' ανάμεσα είναι ή τα ξεχνάς ολότελα ή δεν τα λογαριάζεις.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Γιατί μέσα στο θάψιμο για με βρίσκουνται κείνα.
ΘΗΣΕΑΣ
Μα η χάρη αυτή, που μου ζητάς, πολύ μικρή είναι χάρη.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Όμως για πρόσεξε· μικρό δεν είν' αυτό το πράμα.
ΘΗΣΕΑΣ
Για τα παιδιά σου τάχατε το λες αυτό ή για μένα;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Εκείνοι μ' αναγκάζουνε να πάω κει πέρα πάλι.
ΘΗΣΕΑΣ
Όμως δεν πρέπει μήτ' εσύ να φεύγης σαν δε θέλουν.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Μα όταν τόθελα κ' εγώ, δε μ' άφιναν να φύγω.
ΘΗΣΕΑΣ
Τρελλέ! ο θυμός στις συφορές ωφέλεια δεν είναι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Όταν μ' ακούσης, συμβουλές λέγε· τώρα όμως άσ' τες.
ΘΗΣΕΑΣ
Λέγε· γιατί δεν είν' πρεπό να λέω χωρίς να ξέρω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Θησέα, δοκίμασα κακά το ένα πάνω στ' άλλο.
ΘΗΣΕΑΣ
Θέλεις να πης για την παλιά κατάρα της γενιάς σου;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Όχι, καθόλου, γιατί αυτή καθ' Έλληνας τη λέει.
ΘΗΣΕΑΣ
Τι από τ' ανθρώπινα κακά περσότερο υποφέρνεις;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Έτσ' είναι· απ' την πατρίδα μου μ' έδιωξαν οι σπορές μου· και πια δε μου είναι βολετό να πάω κει πέρα πάλι, γιατί είμαι του πατέρα μου φονιάς.
ΘΗΣΕΑΣ
Λοιπόν πώς πίσω να σε γυρίσουνε μπορούν, ώστε να μένης χώρια;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Το στόμα το θεοτικό θα τους εξαναγκάση.
ΘΗΣΕΑΣ
Ποια δυστυχία φοβούμενοι από τις προφητείες;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ότι είναι το γραμμένο τους εδώ να σκοτωθούνε.
ΘΗΣΕΑΣ
Και πώς μπορεί έχτρητα να μπη σ' εμένα και σ' εκείνους;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Παιδί του Αιγέα πολυακριβό, μόνο οι θεοί δεν ξέρουν γεράματα, μηδέ ποτέ πεθαίνουν· μα όλα τάλλα ο παντοδύναμος καιρός τ' αναποδογυρίζει. Σβύνει κ' η δύναμη της γης και του σωμάτου σβύνει η πιστοσύνη χάνεται κ' η απιστία γεννιέται. μήτε ποτές ανάμεσα σε φίλους άντρες μένει η ίδια γνώμη και μηδέ σε χώρα γι' άλλη χώρα. Γιατί σε τούτους τώρα δα κι' αργότερα σ' εκείνους μίσος ή αγάπη γίνεται κ' ύστερα πάλι αγάπη. Κι' ανίσως τώρ' ανάμεσα σ' εσένα και τη Θήβα όλα καλά πηγαίνουνε, διαβαίνοντας ο χρόνος ο αμέτρητος αρίφνητες γεννάει νύχτες κ' ημέρες, που απ' αφορμή παραμικρή σκορπιούνται στους ανέμους με πόλεμον οι τωρινές φιλιές και συμμαχίες· όταν καμμιά φορά θα πιή ζεστό το αίμα εκείνων το κρύο το κουφάρι μου που θάναι μέσ' στο χώμα, αν είναι Ζευς ακόμη ο Ζευς κι' αληθινός ο Φοίβος. Μα αφού δεν είν' πρεπούμενο τ' απόκρυφα να λέω, σ' αυτά που αρχίνησα άσε με, φυλάγοντας μονάχα την πιστοσύνη σου· κ' εσύ δε θε να πης ποτέ σου πως τον Οιδίποδα σ' αυτούς τους τόπους τον εδέχτης να κάτση ανώφελα, αν οι θεοί βέβαια δε με γελάσουν.
ΧΟΡΟΣ
Ω βασιλιά και πρίντερα στη χώρα πως θα δώση ο άνθρωπος τούτος έταζε και τούτα κι' άλλα λόγια.
ΘΗΣΕΑΣ
Ποιος θα μπορέση το λοιπόν την καλογνωμοσύνη να μη δεχτή τέτοιου ανθρώπου; που πρώτα η φιλοξένια κοινή γι' αυτόν κ' αιώνια στη χώρα μας υπάρχει, κ' έπειτα, παρακαλεστής αν κ' ήλθε των θεώνε, πληρώνει φόρο όχι μικρό σ' εμένα και στη χώρα. Κ' εγώ επειδή τα σέβουμαι δε θ' αρνηθώ ποτέ μου το δώρο του παρά κ' εδώ θα τον δεχτώ να κάτση. Κι' αν εδώ ο ξένος προτιμά να μένη θα διορίσω εσένα για να τον φυλάς· ή αν προτιμάς μαζί μου νάρχεσαι, Οιδίποδα, απ' αυτά σ' αφίνω να διαλέξης, αφού σκεφτής· γιατί κ' εγώ μ' εσέ θα συμφωνήσω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Σ' ανθρώπους τέτοιους άμποτε, Δία, καλό να δίνης.
ΘΗΣΕΑΣ
Λοιπόν τι θέλεις; νάρχεσαι στ' αρχοντικό μου αλήθεια;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Βέβαια αν μου ήταν βολετό· μα ο τόπος τούτος είναι . . .
ΘΗΣΕΑΣ
όπου θα κάμης τι; επειδή ενάντιος δε θα σου είμαι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Όπου θε να νικήσω αυτούς, που μ' έχουν αποδιώξει.
ΘΗΣΕΑΣ
Μεγάλο τάζεις χάρισμα για τη διαμονή σου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ανίσως βέβαια κ' εσύ το λόγο σου κρατήσης.
ΘΗΣΕΑΣ
Μην έχης φόβο όσο για εμέ δε θε να σε προδώσω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κ' εγώ βέβαια σαν άπιστο δε θα σε δέσω μ' όρκο.
ΘΗΣΕΑΣ
Μα κ' έτσι δε θα κέρδιζες περσότερ' από τώρα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Πώς θε να κάμης το λοιπόν;
ΘΗΣΕΑΣ
Τι πιο πολύ φοβάσαι;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Θε νάρθουν άνθρωποι . . .
ΘΗΣΕΑΣ
Γι' αυτούς θάχουν την έννοια τούτοι.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κοίτα, μ' αφίνεις . . .
ΘΗΣΕΑΣ
Μη μου λες όσα να κάμω πρέπει.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ανάγκη να φοβάμ' εγώ.
ΘΗΣΕΑΣ
Δε σκιάζεται η καρδιά μου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Δεν ξέρεις τους φοβερισμούς . . .
ΘΗΣΕΑΣ
Ξέρω, πως από δώθε, χωρίς να θέλω εγώ, άνθρωπος κανείς δε θα σε πάρη. Πολλές φοβέρες την ψυχή του κάκου φοβερίσαν με πολλά λόγια· μα, άμα ο νους έρθη στα συγκαλά του, πάνε τα φοβερίσματα στο βρόντο· και σ' εκείνους, κι' αν πήραν θάρρος φοβερά να λεν για το άρπαγμά σου, το ξέρω εγώ, το πέλαγο, που είν' αποδώ ως κει πέρα, μεγάλο κι' αταξίδευτο ίσως φανή. Για τούτο, και χώρια από ό,τι σκέφτουμαι, εγώ σε συμβουλεύω να μη φοβάσαι, αν σ' έστειλεν ο Φοίβος εδώ πέρα· μα κ' αν εγώ δεν είμ' εδώ, ξέρω πως τόνομά μου μόνο θα σούναι φύλακας κακό να μη παθαίνης.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή α'.
Στης αλογοθροφούσας τούτης χώρας το μέρος τ' ομορφότερο ήλθες, ξένε, στον Κολωνό τον ασπροχώματ' όπου το γλυκόλαλο αηδόνι κελαδάει συχνάζοντας στα δροσερά φαράγγια, πάνω στο μαύρο τον κισσό πετώντας και στου θεού τ' απάτητο το δάσος, που κάνει πλήθος τους καρπούς κι' ούτ' ήλιος ούτε κανένας άνεμος το πιάνει· όπου συχνάζει πάντοτ' ο πατέρας του μεθυσιού ο Διόνυσος, συντρόφους πιστούς τις θείες έχοντας βυζάχτρες.
Αντιστροφή α'.
Και με την ουρανόσταλτη δροσιά μέρα τη μέρα το φουντωτό μανούσι ανθίζει, που δυο τρανών θεών παλιό στολίδ' είναι, κι' ο κρόκος, που σαν χρυσάφι λαμπυρίζει· και δε στερεύουν οι πηγές οι ακοίμητες, που θρέφουν πλούσια του Κηφισού το ρέμα, μα πάντα κάθε μέρα αυτός με τα νερά καθάρια στης πλατοστήθας γης τους κάμπους ξεχύνεται πιο γλήγορο το κάρπισμα να φέρη· μήτε τη μίσησαν οι Μούσες, μήτε κ' η χρυσοχάλινη τήνε μισεί Αφροδίτη.
Στροφή β'.
Ανθίζει ακόμη δέντρο, που ως τα τώρα μήτε και μέσ' στη χώρα της Ασίας μήτε και στο τρανό του Πέλοπα νησί δεν άκουσα, πως μόνο του φυτρώνει, χωρίς να φυτευτή από ανθρώπου χέρι, όντας στων εχτρών τάρματα φοβέρα, που πιο πολύ στη χώρα τούτη ανθίζει, η ασημοφυλλ' η ελιά, που θρέφει τα παλληκάρια· αυτή κανένας νέος ή γέρος αρχηγός δε θ' αφανίση με τους πολεμιστές του κόβοντάς τη, γιατί το μάτι, που όλα γύρω βλέπει, του Δία, που είναι της ελιάς προστάτης, τη φυλάει κ' η Αθηνά η γαλανομμάτα
Αντιστροφή β'.
Μα έχω για την πατρίδα μου να ειπώ και παίνεμ' άλλο πολύ καλλίτερο, που δώρο είναι του δυνατού θεού και καύχημα μεγάλο της χώρας μου, πως είναι πρώτη στο να γυμνάζη τ' άλογα και πρώτη στα καράβια. Ω γυιέ του Κρόνου, Ποσειδώνα αφέντη, εσύ τη σήκωσες σε τόσο τρανή δόξα, γιατί σε τούτα εδώ τα μέρη πρωτόφτιασε το χέρι σου τα γκέμια, που μερώνουν τάλογα. Κι' αλαφρά στο κύμα το καλοχούφτιαστο κουπί με λάμνισμα πηδάει ακολουθώντας τις Νεράιδες.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ω χώρα, που με περισσούς επαίνους σε παινεύουν, τώρα είν' δουλειά σου αληθινά τα λόγι' αυτά να δείξης.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Κόρη μου, τι αναπάντεχο είναι;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Με βία, πατέρα, ο Κρέοντας και με βοηθούς έρχεται κατά μας.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Αγαπημένοι γέροντες, τώρ' από σας μονάχα μπορεί σ' εμένα να δειχτή του γλυτωμού το τέλος.
ΧΟΡΟΣ
Μη σκιάζεσαι και θα δειχτή· γιατί κι' αν ίσως είμαι γέρος εγώ, δε γέρασε κ' η δύναμη της χώρας.
ΚΡΕΩΝ
Ευγενικοί άντρες, που σ' αυτή τη χώρα κατοικείτε, μέσα στα μάτια σας θωρώ, πως με τον ερχομό μου σας έχει πιάσει τώρα δα κάποιος μεγάλος φόβος· μη με φοβόσαστε, μηδέ λόγο κακό να βγάλτε. Γιατί δεν ήλθα θέλοντας κάνα κακό να κάμω αφού κ' εγώ είμαι γέροντας και ξέρω, ότι σε χώρα έρχουμαι, που είναι δυνατή όσο δεν είν' καμία άλλη Ελληνική. Όμως στάλθηκα μήπως και καταφέρω το γέρο τούτον άνθρωπο στη Θήβα νάλθη πίσω· Θηβαίος ένας δε μ' έστειλε, μα με προστάξαν όλοι, γιατί από τη συγγένεια μας μου πρέπει να λυπάμαι για τα παθήματ' αυτουνού περσότερο απ' τη χώρα. Μα, Οιδίπου κακορροίζικε, ακούγοντας εμένα, γύρισε στην πατρίδα σου. Σε προσκαλνάει δίκια όλης της Θήβας ο λαός· και πιο πολύ από τούτον εγώ, γιατί περσότερο ― αν μέσα στους ανθρώπους δεν είμαι ο πιο κακώτερος ― πονώ στις συφορές σου, θωρώντας σε τον άμοιρο νάσαι χωρίς πατρίδα, πάντ' αλανιάρης, νηστικός (18), κ' έχοντας στήριγμά σου μια κόρη· δε φαντάζομουν ποτέ μου ο κακομοίρης ότι θε νάχε πέσει αυτή σε τόση δυστυχία σ' όση είν' πεσμέν' η δύστυχη, παντοτινά για σένα τον άραχλο φροντίζοντας με στερεμένη ζήση, τόσο μικρούλα ανύπαντρη και που μπορεί καθένας να την αρπάξη. Τάχατες βαρειά ντροπή δεν είπα, μαύρος εγώ, για εσέ, για εμέ και τη γενιά μας όλη; Μα αφού δεν είναι βολετό τα φανερά να κρύβω, Οιδίπου εσύ, στους πατρικούς θεούς μας σ' εξορκίζω, κρύψε τα, ακούγοντας εμέ, στέργοντας να γυρίσης ξανά στην πολιτεία σου, στο πατρικό σου σπίτι, τη χώρα τούτη φιλικά σαν αποχαιρετήσης, τι της αξίζει· μα σωστό είναι την εδική σου να σεβαστής περσότερο, γιατί σ' έχει αναθρέψει.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ω εσύ, που όλα τ' αποκοτάς και σ' όλα μπορείς νάβρης κάθε λογής πονήρεμα για δικαιολόγησή σου, δόλωμ' αυτά τι μου πετάς και θέλεις να με πιάσης πάλι, που αν επιανόμουνα, πιότερο θα λυπόμουν; Γιατί κι' όταν υπόφερνα πριν απ' τις συφορές μου, όταν για μένα ήταν χαρά να φύγω απ' την πατρίδα, αν κ' ήθελα, δεν ήθελες τη χάρη να μου κάμης. Μα τον καιρό, που πια ο θυμός μούχε περάσει κ' ήταν γλυκός μου πόθος το να ζω μέσ' στην πατρίδα, τότε μ' εξώριζες και μ' έδιωχνες στα ξένα, και δε σου ήταν τότες αυτή η συγγένεια μας καθόλου αγαπημένη. Και τώρα πάλι, που θωρείς καλόγνωμη να μου είναι η χώρ' αυτή κ' οι κάτοικοι, πασχίζεις να μ' αλλάξης τη γνώμη, γλυκολέγοντας σκέψες σκληρές· μα ποια είναι αυτή η χαρά να ευεργετής ανθρώπους άθελά τους; Αν δηλαδή κανείς, ενώ παρακαλάς για κάτι, δε δίνη τίποτε, μηδέ να σε βοηθήση θέλη, αν κ' η καρδιά σου λαχταρά γι' αυτά που ανάγκη τάχεις, τότε σου χάριζε, όταν πια τόπο δεν πιάνη η χάρη, ανώφελη ευχαρίστηση για σε δε θάταν τούτη; Αλλ' όμως τέτοια δα κ' εσύ σ' εμένανε προσφέρνεις· καλά στα λόγια βέβαια, μα ψεύτικα στα έργα. Μα και σε τούτους θα τα πω για να σε δείξω ψέφτη. Ήλθες να πάρης με από δω όχι για να με φέρης πίσω στο σπίτι μου, παρά για να με κάτσης έξω και να γλυτώση η Θήβα σου άβλαβη από τη χώρα τούτη. Δε θα σου γίνη αυτό, παρά θα σ' εύρουν τούτα: Στον τόπο κείνον πάντοτε θα μένη η εκδίκησή μου· κι ακόμη απ' την πατρίδα μου θα βρούνε οι γυιοί μου τόπο τόσον, όσος θα φτάση τους για να τους θάψουν μόνο. Λοιπόν καλλίτερ' από σε δεν ξέρω όσα θα γίνουν στη Θήβα; Βεβαιότατα μια και γροικώ το Φοίβο κι' αυτόν το Δία, που είναι του γονιός, σωστά να λένε. Όμως εσύ μου ήλθες εδώ με το ύπουλό σου στόμα και με μεγάλες πονηριές· μα πιο πολλά σ' εσένα θα φέρουνε τα λόγια σου κακά παρά ευτυχία. Μα φεύγα! γιατί, ξέρω το, πως δε σε καταπείθω· κ' εμάς να ζούμ' εδώ άσε μας· γιατί δεν κακοζούμε κ' έτσι όπως είμαστε, αν χαρά μας φέρνη αυτό περίσσα.
ΚΡΕΩΝ
Θαρρείς πως φέρνουνε κακόν αληθινά σ' εμένα ή περισσότερο σ' εσέ αυτά που μου λες τώρα,
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Για με είναι πιο καλλίτερο, ανίσως μήτ' εμένα να καταπείθης δε μπορής, μήτε και τους σιμά μου.
ΚΡΕΩΝ
Κακόμοιρε! μήτε ο καιρός δε θα σου βάλη λίγο μυαλό, παρά για ντρόπιασμα των γερατειών υπάρχεις;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Στη γλώσσα εσύ είσαι φοβερός· μα εγώ δεν ξέρω ούτ' ένα άνθρωπο δίκιο, που μιλεί καλά για όλα τα πάντα.
ΚΡΕΩΝ
Είν' άλλο το να πης πολλά κι' άλλο κείνα που πρέπει.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Όπως δα εσύ λίγα τα λες, όμως τα λες στην ώρα.
ΚΡΕΩΝ
Όχι σ' εκείνον που μυαλά με τα δικά σου έχ' ίσια.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Φύγε! το λέω και γι' αυτούς, και μήτε να προσέχης πού πρέπει εγώ να κάθουμαι, παραμονεύοντάς με.
ΚΡΕΩΝ
Μαρτύρους βάνω αυτούς εδώ, εσένα όχι, ποια λόγια στους φίλους αποκρίνεσαι· καμμιά φορά αν σε πιάσω . . .
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Και να με πάρη ποιος μπορεί με βία απ' αυτούς τους φίλους;
ΚΡΕΩΝ
Κι' όμως εσύ θα λυπηθής χωρίς να γίνη τούτο. (19)
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Σαν τι κατόρθωμα έκαμες, που έτσι με φοβερίζεις;
ΚΡΕΩΝ
Εγώ προλίγο, αφού άρπαξα, τη μια απ' τις δυο σου κόρες μακριά έστειλα, και γλήγορα και τούτη εδώ θα πάρω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωιμένα!
ΚΡΕΩΝ
Γλήγορ' αφορμή να κλαις πιο πολύ θάχης.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Έχεις την κόρη μου;
ΚΡΕΩΝ
Κι' αυτήν εδώ σε λίγο θάχω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωιμένα! τι θα κάμετε φίλοι μου; θα φανήτε προδότες και δε διώχνετε τον άσεβο από δώθε;
ΧΟΡΟΣ
Έβγα έξω, ξένε, γλήγορα· γιατί μήτε και τώρα φέρνεσαι δίκια, μήτε πριν είχες τα δίκια κάμει.
ΚΡΕΩΝ
Ε, σεις! αυτή με το στανιό καιρός είναι να πάρτε εδώθε, αν δε θα περπατή τώρα με θέλησή της.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ωιμένα! πού η βαριόμοιρη να φύγω; ποια βοήθεια από θεούς ή απ' άνθρωπους θα βρω;
ΧΟΡΟΣ
Τι κάνεις, ξένε;
ΚΡΕΩΝ
Δεν γγίζω αυτόν τον άνθρωπο, παρά την εδική μου.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ω της χώρας αφέντηδες!
ΧΟΡΟΣ
Ξένε, δεν κάνεις δίκια.
ΚΡΕΩΝ
Δίκια.
ΧΟΡΟΣ
Πώς είναι δίκια αυτά;
ΚΡΕΩΝ
Τους εδικούς μου παίρνω.
Στροφή
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωιμένα, ω πολιτεία!
ΧΟΡΟΣ
Τι κάνεις ξένε; Θα την αφήσης; Αμέσως τώρα τη δύναμη μου θα δοκιμάσης.
ΚΡΕΩΝ
Τραβήξου πίσω.
ΧΟΡΟΣ
Όχι μακριά σου, αφού γυρεύεις αυτά να κάμης.
ΚΡΕΩΝ
Μα με τη Θήβα θάχης να κάμης, αν θα πειράξης καθόλου εμένα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ετούτα εγώ δεν τάλεγα;
ΧΟΡΟΣ
Άσε απ' τα χέρια την κόρη αμέσως.
ΚΡΕΩΝ
Να μην προστάζης καθόλου εκείνους, που δεν ορίζεις.
ΧΟΡΟΣ
Άσ' τη, σου λέω.
ΚΡΕΩΝ
Κ' εγώ σας λέω να περπατάτε.
ΧΟΡΟΣ
Ελάτ' εδώ, τρεχάτε, τρεχάτ' εσείς οι ντόπιοι. Η χώρα μου πατιέται, η χώρα μου με βία, τρεχάτ' εδώ σ' εμένα.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σέρνουμαι η κακομοίρα! ξένοι, ξένοι!
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Παιδάκι μου, πού μούσαι;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Φεύγω χωρίς να θέλω.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Τα χέρια σου άπλωσέ μου.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Μα δε μπορώ καθόλου.
ΚΡΕΩΝ
Ε, σεις! δε θα την πάρτε;
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ωιμένα, ο κακομοίρης!
ΚΡΕΩΝ
Λοιπόν με τα στηρίγματα τούτα δε θα βαδίσης ποτέ σου πια· όμως αφού θέλεις να στέκης πάνω απ' την πατρίδα σου κι' από τους φίλους, που κ' εμένα προστάξανε και κάνω αυτά, αν κ' ήμουν βασιλέας, στέκα. Γιατί με τον καιρό, το ξέρω εγώ, θα νοιώσης πως μήτε τώρα φέρνεσαι καλά στον εαυτό σου, μήτε και πρώτα φέρθηκες, ενώ οι φίλοι δε θέλαν, γιατί στο θυμό δούλεψες, που πάντα σε ζημιώνει.
ΧΟΡΟΣ
Να σταματήσης, ξένε, αυτού.
ΚΡΕΩΝ
Σου λέω να μη μ' εγγίζης.
ΧΟΡΟΣ
Όχι, δε θα σ' αφήσω, αφού στερήθηκα εγώ τούτες.
ΚΡΕΩΝ
Λοιπόν και μεγαλείτερη η χώρα σου θα δώση γλήγορ' αποζημίωση· γιατί δε θε ν' αρπάξω μονάχ' αυτές.
ΧΟΡΟΣ
Τι έχεις σκοπό να κάμης;
ΚΡΕΩΝ
Θε να πάρω κι' αυτόν εδώ.
ΧΟΡΟΣ
Μεγάλα λες.
ΚΡΕΩΝ
Θα γίνη τούτο αμέσως, ανίσως δε μου αντισταθή ο βασιλιάς της χώρας.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ω ξαδιαντροπομίλητε! στ' αλήθεια εσύ μ' εγγίζεις;
ΚΡΕΩΝ
Προστάζω σε να μη μιλής.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Μακάρι οι θεές τούτες να μη με κάμουν άλαλο για να σου πω ακόμη και τούτη την κατάρα μου, . . .(20) παγκάκιστε, που φεύγεις με βίαν, αφού μου στέρησες το μοναχό το φως τους απ' τα τυφλά τα μάτια μου. (21) Μακάρι και σ' εσένα και στη γενιά σου ολάκερη γεράματα να δώση ο Ήλιος, που όλα τα θωρεί, όποια έδωκε σ' εμένα.
ΚΡΕΩΝ
Τ' ακούτ' εσείς, που κάθεστε σ' αυτή τη χώρα;